RUSH: THE HARD ROCK YEARS 1974-1977

 

Η ιστορία των Rush είναι μεγάλη, όσο μεγάλη είναι και η προσφορά τους στη rock μουσική. Το Καναδέζικο συγκρότημα, αγαπήθηκε και εκτιμήθηκε όσο ελάχιστα στο χώρο του και προσέξτε, όλα αυτά τα υπέροχα φωτεινά συναισθήματα, για μια σειρά δίσκους που δεν είχαν το hit single που απαιτούσε η βιομηχανία του δίσκου.  Και σε αυτά να σημειώσω ότι η εκτίμηση των Ελλήνων fans, είναι για ένα συγκρότημα που ΔΕΝ έχει εμφανιστεί ΠΟΤΕ στη χώρα μας!!! Στο σημερινό άρθρο, θα ανατρέξουμε στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του και τους 5 πρώτους δίσκους τους που ο ήχος τους ήταν ακόμα hard rock
ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΊΑ
Ο χρόνος γυρνάει στο Ontario του 1968 και βρίσκει τους νεαρούς γείτονες Alex Lifeson, κιθάρα, Jeff Jones μπάσο και τραγούδι και John Rutsey ντραμς να παίζουν στο νεανικό συγκρότημα των Projection. Ακολουθώντας την τύχη όλων (σ.σ. ή τέλος πάντων) των περισσοτέρων νεανικών συγκροτημάτων, οι Projection διαλύονται και μετά από πρόταση του αδελφού του Rutsey, μετονομάζονται σε Rush. Φαίνεται ότι ο Jeff Jones δεν είχε πάρει σοβαρά την όλη ιστορία και δεν πήγε να παίξει μαζί τους σε μια προγραμματισμένη συναυλία τους, προτιμώντας να πάει σε ένα σχολικό πάρτι κι έτσι ο Lifeson τον αντικατέστησε με τον συμμαθητή του Gary "Geddy" Weinrib, που ανέλαβε και το τραγούδι. Ο Jones δεν ξανά εμφανίστηκε και οι Rush συνέχισαν με τον Gary Weinrib, παίζοντας το κλασικό ρεπερτόριο των διασκευών ( Cream, Jimi Hendrix, Led Zeppelin και John Mayall) για να προσθέσουν και τον νεαρό Lindy Young στα πλήκτρα με τον Gary Weinrib να μην συμμετέχει στο συγκρότημα, έχοντας αντικατασταθεί από τον Joe Perna μετά από απαίτηση του Rutsey που δεν μπορούσε να συνεργαστεί μαζί του. Με τον Alex Lifeson να έχει ηγετικό ρόλο, το συγκρότημα απαρτίζεται από τους Lifeson, Rutsey και Perna και μετονομάζονται σε Hadrian. Μια καταστροφική εμφάνιση, αναγκάζει τον Lifeson να δείξει την πόρτα της εξόδου στον Perma και να ζητήσει την επιστροφή του Weinrib και να επιστρέψουν στο όνομα Rush. Ένας μύλος που συναντάται σε κάθε συγκρότημα στα πρώτα χρόνια της ζωής του!
ΠΩΣ Ο GARY LEE WEINRIB ΕΓΙΝΕ GEDDY LEE
O Geddy Lee 5 ετών με μικρό καπελάκι!


Ο Gary Lee Weinrib γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1953 στη συνοικία της Νέας Υόρκης, στο Willowdale του Toronto από πρόσφυγες Πολωνοεβραίους γονείς που επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Γνωρίστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, έχοντας περάσει από το  Auschwitz για να μεταφερθούν, ο μεν πατέρα του στο Dachau η δε μητέρα του στο Bergen-Belsen. Μετά την απελευθέρωση, οι μετέπειτα γονείς του κατάφεραν να συναντηθούν, να παντρευτούν και να πάνε στον Καναδά όπου γεννήθηκε ο Lee. Η βαριά προφορά της μητέρας του ήταν η αιτία παράφρασης του ονόματος του. Ο μικρός Gary έπαιζε στο δρόμο με τα άλλα παιδιά και η μητέρα του τον φώναζε Gary Lee που ακουγόταν Geddy κι έτσι …του έμεινε!
ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ STUDIO
Παίζοντας στις κλασικές γυμνασιακές συναυλίες, οι Rush εκμεταλλεύονται την αλλαγή του νόμου όπου μείωνε την ηλικία, από τα 21 στα 18, κατανάλωσης αλκοολούχων ποτών και αρχίζουν να παίζουν σε clubs και bars, πράγμα που τους βοήθησε να μεταμορφωθούν από ένα κοινό γυμνασιακό συγκρότημα σε ένα ημι-επαγγελματικό rock συγκρότημα (σ.σ ήταν μικρότεροι από 21 ετών). Αρχίζουν να ψάχνουν για δισκογραφική εταιρεία, καμία όμως δεν τους υπογράφει κι έτσι με τη συμβολή του manager τους Ray Danniels, δημιουργούν τη δική του δισκογραφική εταιρεία με το όνομα Moon Records και αμέσως κυκλοφορούν το πρώτο single με τίτλο "Not Fade Away"(πρώτη εκτέλεση Buddy Holly) και το άλμπουμ Rush(1974) που κινείται στο  χώρο του hard rock χωρίς όμως ταυτότητα. Ένα τυπικό hard rock άλμπουμ με ένα συμπαθητικό κομμάτι, το "Here Again" κι ένα πολύ καλό σόλο κιθάρα στο “Working Man”. Αλλά αυτά δεν έφθαναν για να ξεχωρίσουν, αφού εκατοντάδες συγκροτήματα έπαιζαν έτσι……
Το πρώτο υπέρ σπανιο single τους


 Οι μήνες που ακολούθησαν της κυκλοφορίας του πρώτου άλμπουμ  ήταν υπέρ-καθοριστικοί στην πορείας τους, αφού ο Rutsey αποχωρεί λόγω προβλημάτων υγείας (ήταν διαβητικός) και τη θέση του παίρνει μετά από μια σειρά auditions με 5 υποψήφιους, o άγνωστος Neil Peart από το συγκρότημα των J.R. Flood, που είχε και το χάρισμα να γράφει (καλούς) στίχους. Μάλιστα οι Lifeson και Lee εντυπωσιασμένοι από το παίξιμό του, αναγκάστηκαν να μην κάνουν καν audition στον πέμπτο ντράμερ ο οποίος είχε γράψει και στίχους. Δύο εβδομάδες μετά την πρόσληψη του, το συγκρότημα ξεκινά την πρώτη αμερικάνικη περιοδεία, ανοίγοντας για τους Uriah Heep και Manfred Mann και γράφοντας τα πρώτα τραγούδια για το επόμενο άλμπουμ τους που ήταν το Fly by Night (1975, Νο 113 Αμερική). Πρόθεσή τους ήταν, κάθε τραγούδι να έχει ένα διαφορετικό ύφος ώστε το άλμπουμ να αποτελείται από μια σειρά εντελώς διαφορετικών τραγουδιών. Το βάρος των στίχων έπεσε στον Peart, με τους Lifeson και Lee να αναλαμβάνουν το συνθετικό κομμάτι. Στιχουργικά, τα θέματα φαντασίας επικρατούν, με προεξέχοντα τα  "By-Tor and the Snow Dog" και "Rivendell" με τη θεματολογία των στίχων του τελευταίου να είναι επηρεασμένοι από το βιβλίο του J. R. R. Tolkien, The Lord of the Rings. Το "Anthem" είχε γραφτεί όταν ακόμα ο Rutsey ήταν στο συγκρότημα, με τους στίχους να είναι γραμμένοι από τον Peart που με τη σειρά του είχε επηρεαστεί από το ομότιτλο βιβλίο της Ρωσοαμερικανίδας συγγραφέας και φιλοσόφου Ayn Rand, που είχε γράψει το 1938!


 Με το πρώτο άκουσμα του Fly by Night, γίνεται κατανοητό ότι το παίξιμό τους έχει πολλές διαφορές σε σχέση με το πρώτο άλμπουμ και αρχίζουν να σχηματίζονται οι Rush που ξέρουμε. Οι συνθέσεις των τραγουδιών έγιναν μακροσκελείς και
πολύπλοκες ενώ ο ήχος των Yes και Genesis, είναι διάσπαρτος στα κομμάτια,
στα οποία ξεχωρίζει και το 8λεπτο "By-Tor and the Snow Dog The first part "που χωρίζεται σε 8 ενότητες, η κάθε μια με διαφορετική ανάπτυξη. Αν ο τίτλος σας προκαλεί τη φαντασία, να σας πω ότι τα πράγματα είναι πολύ γήινα αφού Biter και Snow Dog είναι τα ονόματα των 2 σκύλων του manager τους!
ΕΙΝΑΙ ΤΟ CARESS OF STEEL ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ;


Για εμάς τους παλαιότερους που γνωρίσαμε τους Rush στη hard rock περίοδό τους, ναι είναι. Άσε που είναι το πρώτο που ο γράφων αγόρασε από τους Rush και συνδέθηκε και συναισθηματικά μαζί του! Το Caress of Steel (1975, Νο 148 Αμερική) έχει περισσότερα hard στοιχεία παρά progressive αλλά και πάλι, διαφοροποιείται σε σχέση με τα άλλα hard rock άλμπουμ της εποχής. Τότε δεν μπλέκαμε το hard rock με το progressive και θεωρούσαμε τα κομμάτια του…δύσκολα γιατί δεν ήταν στη γνωστή hard rock φόρμα! Το Fly by Night τους βοήθησε να αυξήσουν το κοινό τους, ένα κοινό που έψαχνε κάτι διαφορετικό. Και οι Rush, είχαν αυτό το διαφορετικό. Για να γυρίσουμε στο Caress of Steel, το καναδέζικο τρίο ήταν πολύ ικανοποιημένο από το τελικό αποτέλεσμα, έστω κι αν ο δίσκος εμπορικά «δεν πήγε». Το"Bastille Day" που ανοίγει το άλμπουμ έχει μια δόση από Cream και Led Zeppelin ενώ στιχουργικά αναφέρεται στα γεγονότα της Γαλλικής Επανάστασης.
But they're marching to Bastille day/
La guillotine will claim her bloody prize/
Free the dungeons of the innocent/
Well, the king must kneel to let his kingdom rise/
Το "I Think I'm Going Bald" είναι σύνθεση του Kim Mitchell, τραγουδιστή των Max Webster και φίλος και των 3 Rush. To "Lakeside Park" αναφέρεται στο ομώνυμο πάρκο στο Port Dalhousie τουOntario, όπου ο Peart δούλευε τα καλοκαίρια σαν έφηβος. Το 12λεπτο "Necromancer" χωρίζεται σε 3 μέρη και είναι από τα σημαντικότερα τραγούδια των Rush, πάνω στο οποίο βασίστηκαν πολλά μετέπειτα κομμάτια τους (σ.σ. όσον αφορά τη συνθετική δομή του) και οι στίχοι του είναι βασισμένοι στο χαρακτήρα Sauron από το βιβλίο του Tolkien, The Hobbit. Το Caress of Steel είχε τη δύναμη να τους πάει πολλά βήματα μπροστά, αν κι εμπορικά δεν πέτυχε.


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
Το εξώφυλλο του άλμπουμ προοριζόταν να εκτυπωθεί σε ασημί χρώμα για να του δώσει μια "ατσάλινη" εμφάνιση αλλά ένα σφάλμα εκτύπωσης είχε ως αποτέλεσμα το χρώμα χαλκού!  Το περίεργο είναι ότι το σφάλμα δεν διορθώθηκε στις επόμενες εκτυπώσεις του άλμπουμ και παρέμεινε έτσι.  Σχεδιάστηκε από τον Hugh Syme, ένα καλλιτέχνη με τον οποίο συνεργάστηκαν σε πάρα πολλά εξώφυλλά τους. Στο εσωτερικό του άλμπουμ( σ.σ. είναι gatefold, εμείς τότε τα λέγαμε «διπλό εξώφυλλο»), κάτω από τους στίχους του "The Necromancer", εμφανίζεται η λατινική φράση "Terminat hora diem; terminat auctor opus" το οποίο σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει:
The hour ends the day; the author ends his work" με τη φράση να είναι δανεισμένη από το έργο του Christopher Marlowe, Doctor Faustus (1588).
Το καναδέζικο συγκρότημα, χωρίς να το καταλάβει, επινόησε τον όρο hard rock-progressive που λίγα χρόνια αργότερα μετεξελίχθηκε σε progressive metal!
 Οι άνθρωποι της εταιρείας τους πιστεύαν αλλά δεν έβλεπαν πωλήσεις κι έτσι ακολούθησαν το δρόμο της συμβουλής «φτιάξτε και κανένα radio friendly τραγούδι». Κι αυτοί αφού τους άκουσαν προσεκτικά, συνέθεσαν το 2112, ένα …20λεπτο τραγούδι που καταλάμβανε ολόκληρη την πρώτη πλευρά του ομώνυμου άλμπουμ τους (1976, Νο 61 Αμερική). Αλλά, κάτι η καλή δουλειά που είχαν επιδείξει, κάτι η τάση της εποχής, το άλμπουμ σημείωσε τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία τους έως τότε και η Mercury δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να τους κρατήσει στο roster της.  Μετά το τέλος της περιοδείας του 1976 για την προώθηση του Caress of Steel, άρχισαν να συνθέτουν τα καινούργια τραγούδια τους, λαμβάνοντας υπ΄όψιν τους τις μάλλον χλιαρές αντιδράσεις του κόσμου με τον Lifeson να είναι ιδιαίτερα απογοητευμένος, σε σημείο που σκέφτηκε να τα παρατήσει. Η συνδρομή του manager Ray Danniels ήταν καθοριστική, αφού κατεύνασε τόσο τα στελέχη της Mercury που δεν έβλεπαν πωλήσεις αλλά και κράτησε όρθιο το συγκρότημα που τα έβλεπε «μαύρα». Η αμφιβολία είχε φωλιάσει στο μυαλό τους και σκεφτόντουσαν να κάνουν ένα mini LP με μουσική τύπου Led Zeppelin, των οποίων ήταν fans και οι τρεις!


Τελικά κατέληξαν να κάνουν αυτό το πανέμορφο 20λεπτο ομότιτλο κομμάτι που στιχουργικά αναφέρεται σε ένα ήρωα που ζει σε ένα μακρινό ήσυχο πλανήτη, άλλου γαλαξία, όπου η πόλη Megadon στην οποία ζει, διοικείται από το Ιερατείο της Σύριγγος, που πέρα από έλεγχο σε όλη την καθημερινότητας, «παρέχει»  ενημέρωση και διασκέδαση, ενώ το Κόκκινο Αστέρι της Ηλιακής Ομοσπονδίας είναι το σύμβολο κάτω από το οποίο ενώνονται όλοι οι πλανήτες που επέζησαν ενός
καταστροφικού πολέμου, που είχε ρημάξει τις αποικίες των ανθρώπων.
Τα τελευταία 60 χρόνια επικρατούσε ειρήνη κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του Ιερατείου, με τους ιερείς να κατέχουν τα σκήπτρα της σοφίας, ασφάλειας και ειρήνης. Ο ήρωας της περιπέτειας,  σε μια τυχαία περιπλάνηση του, βρίσκει μία κρυφή σπηλιά, πίσω από έναν μικρό καταρράκτη, όπου η περιέργεια του τον οδηγείστο ανήλιαγο βάθος της. Και εκεί θα ανακαλύψει ένα αρχαίο μουσικό όργανο, μια κιθάρα την οποία, με λίγο κούρδισμα, θα αρχίσει να παίζει και αρχίζει να δημιουργεί μουσική.

Χαρούμενος με αυτή την επιτυχία του, θέλει να την μοιραστεί με τους συνανθρώπους
του και κυρίως με την ίδια την εξουσία, νομίζοντας ότι έτσι θα κάνει ευτυχισμένους μέσω
της μουσικής και άλλους (σ.σ. κούνια που τον κούναγε). Το Ιερατείο δεν μοιράζεται την χαρά του ήρωά μας που τον κατηγορούν για το γεγονός ότι τόλμησε να διανοηθεί πως αυτοί δεν καλύπτουν ήδη όλες τις πνευματικές και ψυχικές ανάγκες του λαού τους και επιθετικά τον παροτρύνουν να εγκαταλείψει τις προσπάθειες να αναβιώσει κάτι από την παλιά εποχή, που οδήγησε την κοινωνία σε πόλεμο και καταστροφή. Απογοητευμένος ο ήρωας μας, προσπαθεί να ηρεμήσει και πέφτει να κοιμηθεί, όπου στον ύπνο του βλέπει ένα όραμα, όπου μία μυστηριώδης μορφή τον ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, στην εποχή που ανήκει και αυτή η κιθάρα που ανακάλυψε στην σπηλιά. Βλέπει την εξέλιξη του πνεύματος
και τα ανθρώπινα επιτεύγματα, στην κοιτίδα του είδους και μεταξύ αυτών και τη Γη, που βρίσκεται έτη
φωτός μακριά. Και στο όραμα του αποκαλύπτεται ότι αυτή η μεγάλη παλαιά φυλή
συνεχίζει να ακμάζει και να προοδεύει στον ευρύτερο χώρο γύρω από την Γη. Συγκλονισμένος από το όνειρο, επιστρέφει στη σπηλιά που γίνεται το καταφύγιό του, όπου συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί πλέον να ζει κάτω από το απολυταρχικό καθεστώς του Ιερατείου και μέσα στην
ελεγχόμενη κοινωνία που εκπορευόταν από αυτό. Πολλά έγραψα, για τη συνέχεια ακούστε το άλμπουμ ή πατήστε εδώ να διαβάσετε την παρουσίαση του 2012 από τη στήλη Σήραγγα του Χρόνου!


Με το πρώτο άκουσμα του 2112, γίνεται κατανοητό ότι οι βρετανικές progressive επιρροές είναι κάτι παρά πάνω από πολλές και ουσιαστικές. Εξ΄άλλου, αυτό συνδυάζεται και με τη φιλοσοφική άποψη της Ayn Rand, που φαίνεται ότι είχαν επηρεάσει τον Peart παρά πάνω από το…κανονικό. Το 2112 είναι ένα πολύ καλό, ενιαίο άλμπουμ που έδειχνε στους Rush το δρόμο, που ακόμα ΔΕΝ είχαν δει κι ακούσει οι fans τους!!! Γιατί σίγουρα, το συγκρότημα ήταν πολλά βήματα μπροστά από την τότε υπάρχουσα μουσική κατάσταση, αλλά κανείς δεν το ήξερε. Μη φανταστείτε ότι οι κριτικές σε Αμερική και Ευρώπη (συμπεριλαμβομένης της χώρας μας) ήταν καλές. Τους αντιμετώπιζαν σαν ένα δύσκολο hard rock και τίποτε παρά πάνω! Η β΄πλευρά του δίσκου είχε 6 μεμονωμένα τραγούδια με πιο χαρακτηριστικά τα  "A Passage to Bangkok" και «Τhe Twilight Zone" που ήταν αφιερωμένο στο δημιουργό της προχωρημένης ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς Rod Serling. Η σειρά προβαλλόταν αργά από την ΥΕΝΕΔ και μακάρι να την ξανά πρόβαλλαν. Οι Rush είχαν εφεύρει το progressive hard rock, μόνο που δεν το ήξεραν ούτε οι ίδιοι!!!
Το 1976 κυκλοφόρησαν το πρώτο live άλμπουμ τους με τίτλο All the World's a Stage (No 40 Αμερική)που κατά την πάγια συνήθεια της εποχής ήταν διπλό. Είχε ηχογραφηθεί στην πόλη τους, το Τορόντο τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς με το βασικό setlist να προέρχεται από το 2112. Ο τίτλος του παραπέμπει στο έργο του William Shakespeare, As You Like It!
To A Farewell to Kings(1977, No 33 Αμερική, Νο 22 Μ.Βρετανία) είναι το τελευταίο άλμπουμ της πρώτης hard rock εποχής τους και το πρώτο που ηχογράφησαν μακριά από την πόλη τους. Αυτό που είχαν ξεκινήσει εδώ και 2 περίπου χρόνια, αρχίζει να εμφανίζεται και να κορυφώνεται, με τους Lee και Lifeson να προσθέτουν και άλλα όργανα στον ήχο τους.  Όργανα που μπορεί σε πρώτο πλάνο να μην παίζουν ουσιαστικό ρόλο, αλλά πλουτίζουν το γενικό ήχο τους. Δωδεκάχορδη κιθάρα, Minimoog, bass pedal synthesizers,ακουστική 6χορδη και 12χορδη, κλασική κιθάρα και πλήθος κρουστών σας περιμένουν να τα ανακαλύψετε στα 40 λεπτά του A Farewell to Kings. Πάντως για πρώτη φορά κατάφεραν αν έχουν ένα single στο βρετανικό chart, το "Closer to the Heart"(Νο 36 Μ.Βρετανία,Νο 76 Αμερική) έστω κι αν δεν αντιπροσωπεύει τον ήχο τους.  Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε μέσα σε3 εβδομάδες με το ομώνυμο άλμπουμ να ανοίγει το άλμπουμ και να είναι ένα αντιπροσωπευτικό Rush κομμάτι. Το "Xanadu" βασίζεται στα συνθεσάιζερ και οι στίχοι είναι επηρεασμένοι από το ποιήμα του Samuel Taylor Coleridge, Kubla Khan, όπως και το "Cinderella Man" που οι στίχοι του αναφέρονται στην ταινία Mr. Deeds Goes to Town (1936). Το άλμπουμ κλείνει με το 10λεπτο "Cygnus X-1 Book I: The Voyage" που έχει τον κλασικό ήχο των Rush όπως αυτός εξελίχθηκε, δηλαδή progressive hard rock με τους στίχους να σχετίζονται, με την ανακάλυψη μιας μαύρης τρύπας στο διάστημα που ο Peart ονόμασε Cygnus X-1 και ο πρωταγωνιστής των στίχων στέλνετε με ένα διαστημόπλοιό μα την εξερευνήσει. Γενικά τα θέματα επιστημονικής φαντασίας ήταν σε πρώτη ζήτηση τόσο από τον Peaqrt που έγραφε τους στίχους όσο κι από τους άλλους δύο!   


ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ ΤΟΥ A FAREWELL TO KINGS

Για ακόμα μια φορά ο Hugh Syme, υπογράφει ένα εξώφυλλό τους. Αυτή τη φορά ξεκίνησε το σχεδιασμό του, αφού το συγκρότημα είχε τελειώσει τις ηχογραφήσεις. Τοι εξώφυλλο αποτελείται από μια σύνθεση 2 φωτογραφιών, ενός τόπου κατεδάφισης στο Buffalo της Νέας Υόρκης και η άλλη στο Harbour Castle Hotel του Τορόντο, ενώ σε πρώτο πλάνο απεικονίζει μια μαριονέτα, που αντιπροσωπεύει όλα τα θέματα που αναφέρονται στους στίχους των τραγουδιών!
 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
Με την κυκλοφορία του A Farewell to Kings κλείνει η πρώτη περίοδος τους  που ακόμα δεν είχε καθιερώσει το συγκρότημα στην πλατιά μάζα των rock fans. Έως εκείνη την εποχή οι Rush ήταν ένα «δύσκολο» συγκρότημα με «περίεργα και δύσκολα» κομμάτια που δεν ακουγόντουσαν σαν Genesis και Yes αλλά…κάπως αλλιώς! Ένα χρόνο αργότερα, το 1978 με το Hemispheres, βάζουν την ετικέτα progressive hard rock πάνω από τη μουσική τους και οι κριτικοί που υποτίθεται ότι είναι οι ευφάνταστοι δημιουργοί μουσικών ταυτοτήτων, είναι υποχρεωμένοι να τους ανακαλύψουν και ακολουθήσουν.


TRIVIA

  • Το συγκρότημα είχε πάρει μια απόφαση που την ακολούθησε έως το 2003, όπου κάθε 4 studio άλμπουμ κυκλοφορούσε κι ένα live άλμπουμ. Το 2003 άλλαξε τη λογική κι αντί του δίσκου, κυκλοφορούσε live dvd!
  • Στο περιοδικό A Farewell to Kings, ο Peart έγραψε ότι το συγκρότημα είχε αποφασίσει να ολοκληρώσει την ιστορία του "Cygnus X-1 Book I: The Voyage" στο επόμενο άλμπουμ τους που ήταν Hemispheres (1978).

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
    
    20/6/21

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου