Γεννημένος το 1915 στο Kenosha του Wisconsin, ο George Orson Welles, έμελλε να γίνει ένας από τους εμβληματικότερους (και καλυτέρους) Αμερικάνους ηθοποιούς. Σε ηλικία 25 ετών, έκανε την πρώτη εμφάνισή του στην υποκριτική και σκηνοθεσία με την ταινία «Πολίτης Κέιν»(1941), ένα αψεγάδιαστο αριστούργημα και ένα τολμηρό κατόρθωμα στον κινηματογράφο που σχεδόν ένα αιώνα μετά, είναι ακόμα αξεπέραστο. Όμως και η ιστορική ραδιοφωνική φάρσα του το 1938 στο έργο του H. G. Wells, The War of the Worlds, όπου με απόλυτη σοβαρότητα, έλεγε ότι ο πλανήτης Γη δέχεται επίθεση από…Αρειανούς, δημιούργησε πανικό στους ακροατές οι οποίοι έτρεχαν αν σωθούν από τους εισβολείς.
Σταδιακά, καθιερώθηκε σταθερά ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς του Hollywood για τις δεκαετίες του '40 και του '50, σκηνοθετώντας ταινίες όπως The Magnificent Ambersons (1942), The Lady from Shanghai (1947), Othello (1951), Touch of Evil (όχι το τραγούδι των Judas Priest! 1958), The Trial (1962) και Chimes at Midnight (1966). Παράλληλα, ξεκίνησε να συμμετέχει σε διαφημιστικά σποτς, που είχαν ήδη αρχίσει να κατακλύζουν το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με πιο χαρακτηριστικά τη διαφήμιση για τη σαμπάνια Paul Masson όπου κατά τη διάρκεια του γυρίσματος ήταν μεθυσμένος(!) και τις κονσέρβες με αρακά Findus αλλά κι άλλα. Κι ενώ πλέον ο μοναδικός συνδυασμός της επιβλητικής φωνής του, του παρουσιαστικού του αλλά και του ταλέντου του, τον είχαν καθιερώσει σαν μια μοναδική προσωπικότητα, το ποτό τον κρατάει …πίσω. Στο βιογραφικό του αναφέρεται ακριβώς το εξής: “Αφήνοντας αμέτρητα(!) έργα σε κινηματογράφο, θέατρο και τηλεόραση ημιτελή” δείγμα του προβλήματός του, φθάνουμε στο 1986 όπου κάνει μια δυνατή επιστροφή, δανείζοντας τη φωνή του στο Transformers: The Movie, παίζοντας τον ρόλο του Unicron, αλλά ίσως το πιο εντυπωσιακό ήταν η απαγγελία του στο Dark Avenger (ακούστε εδώ ) των Manowar από το πρώτο άλμπουμ τους Battle Hymns (1982). To έως τότε άγνωστο αμερικάνικο συγκρότημα ήθελε ένα διάσημο ηθοποιό για να κάνει την αφήγηση κι αρχικά σκέφτηκαν τους Vincent Price και James Earl Jones, καταλήγοντας στον Orson Welles. Ο Bob Currie, που εκτελούσε χρέη εκτελεστικού παραγωγού, ήταν αυτός που σκέφτηκε το όνομα του Welles κι επικοινώνησε με το management του, το οποίο δέχτηκε την πρόταση, με την άφιξή του στο στούντιο ηχογράφησης να γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό. Ηχογράφησε δύο κομμάτια αφήγησης, η μια αφήγησή του χρησιμοποιήθηκε στο Dark Avenger και η δεύτερη θα χρησιμοποιούνταν την επόμενη χρονιά στο Defender (ακούστε το εδώ), με τον ηθοποιό να ηχογραφεί ακόμα μια αφήγηση, που έλεγε"Ladies and gentlemen, from the United States of America, all hail Manowar" και την χρησιμοποιούσαν στην έναρξη των συναυλιών τους. Η επιβλητική βαριά φωνή του σε συνδυασμό με το γλυκό τόνο του, παρασύρθηκαν στους φρικιαστικούς θεατρικούς στίχους του Dark Avenger. Οι νεότεροι είναι πολύ δύσκολο να καταλάβουν πως ένιωσαν οι μεγαλύτεροι σε ηλικία fans των Manowar, πήραν το δίσκο κι άκουσαν τη φωνή ενός ηθοποιού που προερχόταν από ένα εντελώς διαφορετικό ύφος. Αλλά αυτή δεν είναι η ομορφιά της τέχνης;
Όπως διαβάσατε πιο πάνω, η δεύτερη αφήγησή του, προστέθηκε στο Defender, που συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ των Manowar, Fighting the World που κυκλοφόρησε 2 χρόνια μετά τον θάνατο του ηθοποιού κι είναι η δεύτερη αφήγηση που διαβάσατε πιο πάνω.
Ο Orson Welles πέθανε το πρωί της 10ης Οκτωβρίου του 1985, κατόπιν καρδιακής προσβολής. Ήταν 70 ετών.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
25/10/26


Δημοσίευση σχολίου