Υπάρχουν δίσκοι που τους ακούμε ως μουσικά έργα και υπάρχουν και κάποιοι που τους συνδέουμε για πάντα με μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μας. Το Fear Of The Dark των Iron Maiden ανήκει, για μένα, ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Κυκλοφόρησε στις 11 Μαΐου του 1992 και έμελλε να είναι το τελευταίο στούντιο άλμπουμ της κλασικής περιόδου των Maiden, αλλά και το τελευταίο με τον Bruce Dickinson στα φωνητικά πριν από την αποχώρησή του. Η δική μου σχέση μαζί του είναι ακόμη πιο προσωπική: είχα την ευκαιρία να το ακούσω την εποχή που κυκλοφόρησε και ήταν το πρώτο άλμπουμ των Iron Maiden που γνώρισα ουσιαστικά, το σημείο εκκίνησης από το οποίο άρχισα σιγά-σιγά να αγοράζω και να ανακαλύπτω ολόκληρη τη δισκογραφία τους.
Το Fear Of The Dark είναι ένας δίσκος που κουβαλά τη γεύση μιας εποχής: το τέλος της δεκαετίας των μεγάλων Maiden, την αβεβαιότητα των αρχών των ’90s και, ταυτόχρονα, τον αποχαιρετισμό μιας φωνής που διαμόρφωσε όσο λίγες τον ήχο του heavy metal. Οι Iron Maiden είχαν περάσει τη δεκαετία του ’80 κυριαρχώντας σχεδόν απόλυτα στον χώρο του heavy metal. Από το The Number Of The Beast και μετά, κάθε δίσκος τους αποτελούσε γεγονός. Τα Piece Of Mind, Powerslave, Somewhere In Time και Seventh Son Of A Seventh Son είχαν δημιουργήσει ένα σερί που δύσκολα μπορούσε να ανταγωνιστεί οποιοδήποτε άλλο συγκρότημα της εποχής.
Όμως η είσοδος στα ’90s ήταν διαφορετική. Το No Prayer For The Dying του 1990 είχε σηματοδοτήσει μια συνειδητή επιστροφή σε έναν πιο άμεσο, λιγότερο περίπλοκο ήχο, αλλά η αλλαγή δεν λειτούργησε όπως θα περίμενε κανείς. Παράλληλα, η αποχώρηση του Adrian Smith και η άφιξη του Janick Gers άλλαξε σημαντικά τη δυναμική της μπάντας. Το Fear Οf Τhe Dark ήταν λοιπόν το δεύτερο άλμπουμ με τον Gers και το πρώτο στο οποίο οι Maiden έπρεπε να αντιμετωπίσουν όχι μόνο το δικό τους παρελθόν αλλά και ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό περιβάλλον καθώς το grunge είχε αλλάξει το τοπίο, ενώ συγκροτήματα που μέχρι λίγα χρόνια νωρίτερα θεωρούνταν κολοσσοί έμοιαζαν ξαφνικά να ανήκουν σε μια προηγούμενη εποχή. Οι Iron Maiden δεν μπορούσαν να αγνοήσουν αυτή την πραγματικότητα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το Fear of the Dark δεν αποτελεί μια απλή προσπάθεια να γίνουν «μοντέρνοι». Αντίθετα, μοιάζει πολλές φορές σαν μια μπάντα που προσπαθεί να ξαναβρεί τον εαυτό της, χωρίς να έχει αποφασίσει πλήρως ποια κατεύθυνση θέλει να ακολουθήσει.
Το Fear Of The Dark ηχογραφήθηκε στα Barnyard Studios του Steve Harris. Στην παραγωγή, μαζί με τον Harris, βρισκόταν για τελευταία φορά ο Martin Birch. Και αυτό από μόνο του δίνει στο άλμπουμ ιδιαίτερη ιστορική σημασία καθώς υπήρξε ο άνθρωπος πίσω από τον ήχο των σημαντικότερων Maiden άλμπουμ. Ο ήχος εδώ δεν έχει την ίδια αίσθηση τελειότητας που συναντάμε στους δίσκους της δεκαετίας του ’80 – είναι πιο άμεσος και σε αρκετά σημεία πιο τραχύς.
Η σύνθεση της μπάντας είναι πλέον η γνωστή πεντάδα: Dickinson, Harris, Murray, Gers και McBrain. Η απουσία του Adrian Smith εξακολουθεί να είναι αισθητή, αλλά στο Fear Of The Dark ο Gers αρχίζει να εδραιώνει περισσότερο τον ρόλο του. Ιδιαίτερη μνεία θα πρέπει να γίνει για τον τεράστιο Bruce Dickinson. Ο Bruce του 1992 δεν είναι ακριβώς ο Dickinson του Powerslave. Η φωνή του ακούγεται συχνά πιο τραχιά, πιο επιθετική και λιγότερο καθαρή. Σε ορισμένα τραγούδια αυτή η επιλογή λειτουργεί εξαιρετικά. Υπάρχει μια ιδιαίτερη ένταση στην ερμηνεία του. Δεν είναι πλέον μόνο ο «Air Raid Siren» που ανεβαίνει σε νότες ασύλληπτες για τους κοινούς θνητούς. Για παράδειγμα στο Be Quick Or Be Dead ο Dickinson ακούγεται άκρως επιθετικός.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του Fear Of The Dark είναι ότι δεν είναι ένας δίσκος που ακούγεται με την ίδια ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Έχει σπουδαίες στιγμές, αλλά και κομμάτια που μοιάζουν περισσότερο με συμπληρώματα. Από τα συνολικά 12 συνθέσεις ξεχωρίζω 3 κομματάρες που θα μπορούσαν να σταθούν επάξια σε οποιοδήποτε άλμπουμ του γκρουπ:
Afraid To Shoot Strangers: Tο πραγματικό αριστούργημα του δίσκου. Το τραγούδι αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της ικανότητας του Harris να δημιουργεί δραματική μουσική μέσα από απλές μουσικές ιδέες. Ξεκινά ήρεμα και στη συνέχεια χτίζει σταδιακά την ένταση. Η ένταση στην ερμηνεία του Dickinson εδώ είναι επίσης «κλιμακούμενη». Ξεκινά χαμηλόφωνα και σταδιακά καθώς το κομμάτι ανεβάζει ρυθμό ο Dickinson ακολουθεί αυτή την κλιμάκωση. Είναι μία από τις καλύτερες ερμηνείες του δίσκου ακριβώς επειδή δεν βασίζεται αποκλειστικά στη δύναμη.
Οι κιθάρες αποκτούν όλο και μεγαλύτερο βάρος, οι μελωδίες γίνονται πιο έντονες και όταν το τραγούδι φτάνει στο σημείο της κορύφωσης, οι Maiden ακούγονται ξανά σαν η μπάντα που έχει κατακτήσει τα πάντα. Στιχουργικά πρόκειται για ένα κομμάτι με σαφή αντιπολεμική διάσταση καθώς γράφτηκε με αφορμή τον Πόλεμο του Κόλπου και επικεντρώνεται στην ψυχολογική σύγκρουση του στρατιώτη που καλείται να σκοτώσει ανθρώπους που δεν γνωρίζει. Έχουμε μια πιο σύγχρονη προσέγγιση σε σχέση με τις ιστορικές και μυθολογικές αναφορές προηγούμενων δίσκων.
Wasting Love: Αποτελεί ίσως την μεγαλύτερη έκπληξη του δίσκου. Έχουμε μια από τις πιο μελωδικές και συναισθηματικές στιγμές του γκρουπ βλέποντας μια πλευρά των Maiden που μέχρι τότε δεν είχαμε δει τόσο καθαρά με εξαίρεση ίσως τα Strange World και Remember Tomorrow από το πρώτο άλμπουμ. Το τραγούδι μιλά για την απομόνωση, τις επιφανειακές σχέσεις και την αίσθηση ότι η ζωή περνά χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. Ο Dickinson είναι εδώ εξαιρετικός. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να τραγουδήσει ψηλά. Αντίθετα κυριαρχεί το συναίσθημα. Το Wasting Love προαναγγέλλει, κατά κάποιον τρόπο, την ανάγκη του Dickinson να εξερευνήσει διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις - δεν είναι δύσκολο να το εκλάβει κανείς ως μία από τις πρώτες ενδείξεις ότι ο τραγουδιστής είχε αρχίσει να σκέφτεται πέρα από τα όρια των Maiden.
Fear Of The Dark: Δεν μπορεί να γίνει αναφορά στον δίσκο χωρίς να σταθούμε στο ομώνυμο τραγούδι. Πρόκειται για ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κομμάτια των Iron Maiden και σε ένα από τα μεγαλύτερα live sing-alongs στην ιστορία του heavy metal. Η εισαγωγή, η σταδιακή ανάπτυξη, το βασικό riff και κυρίως το ρεφρέν δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που μεταφέρεται ιδανικά στη σκηνή. Το σπουδαίο με αυτό το κομμάτι είναι ότι ο φόβος δεν παρουσιάζεται ως κάτι εξωτερικό και συγκεκριμένο. Είναι η αίσθηση ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω, μέσα στο σκοτάδι, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να το δούμε.
Πέρα από τα προαναφερόμενα υπάρχουν τα επίσης πολύ καλά Be Quick Or Be Dead, From Here To Eternity και Judas Be My Guide. Μετά όμως αρχίζουν τα δύσκολα: Τα Fear Is Τhe Key, Childhood’s End, The Fugitive, Chains Of Misery, The Apparition και Weekend Warrior δεν είναι απαραίτητα κακά τραγούδια, αλλά ως σύνολο δεν μπορούν να σταθούν δίπλα στο υλικό των κλασικών άλμπουμ. Υπάρχουν ιδέες, riffs και μελωδίες, όμως λείπει συχνά εκείνη η αίσθηση μαγείας, που χαρακτηρίζει τα καλύτερα Maiden τραγούδια.
Το Childhood’s End, για παράδειγμα, έχει ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα και θεματολογία, ενώ το Chains Of Misery διαθέτει ένα ευκολομνημόνευτο refrain. Το πρόβλημα είναι ότι, όταν τα συγκρίνεις με τα Hallowed Be Thy Name ή το Infinite Dreams, θα απογοητευτείς.
Επαναλαμβάνω κανένα από τα παραπάνω δεν είναι κακό τραγούδι. Μαρτυρούν περισσότερο την μεταβατική περίοδο στην οποία βρισκόταν η μπάντα. Οι Iron Maiden προσπαθούν να γράψουν διαφορετικά, να γίνουν πιο άμεσοι, να αγγίξουν θέματα πιο σύγχρονα και να αποφύγουν εν μέρει τις μεγάλες, progressive συνθέσεις των προηγούμενων χρόνων.
Ίσως το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει κανείς με το Fear Of The Dark είναι να το ακούσει συγκρίνοντας το με τα κλασικά άλμπουμ του παρελθόντος. Δεν έχει την συνοχή, την ίδια συνθετική πυκνότητα ή την αψεγάδιαστη ποιότητα των κορυφαίων έργων της δεκαετίας του ’80. Έχει όμως και κλασικά κομμάτια. Είναι ένας άνισος, ενδιαφέρων, μεταβατικός δίσκος, ο οποίος περιέχει μερικά τραγούδια που τιμούν το ένδοξο παρελθόν του γκρουπ. Αν έχεις μεγαλώσει με τα The Number Of The Beast ή Powerslave, μπορεί να σου φανεί απογοητευτικός. Αν όμως, όπως συνέβη στη δική μου περίπτωση, το Fear Of The Dark ήταν η πόρτα από την οποία μπήκες στον κόσμο των Iron Maiden, τότε αποκτά άλλη αξία. Δεν χρειάζεται να το υπερασπιστούμε ως αριστούργημα. Δεν είναι. Χρειάζεται όμως να το ακούμε ως αυτό που πραγματικά είναι: το τελευταίο μεγάλο αποτύπωμα μιας συγκεκριμένης εποχής των Iron Maiden, ενός συγκροτήματος που είχε ήδη κατακτήσει την κορυφή και τώρα προσπαθούσε να βρει τον δρόμο του μέσα σε ένα καινούργιο μουσικό τοπίο.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Αν υπάρχει κάτι στο Fear Of The Dark που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, αυτό είναι το εξώφυλλο. Για πρώτη φορά στην ιστορία των Iron Maiden, ο Derek Riggs δεν ανέλαβε το artwork του άλμπουμ. Τη θέση του πήρε ο Melvyn Grant, ο οποίος δημιούργησε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς Eddie της ιστορίας του συγκροτήματος. Και η επιλογή ήταν εξαιρετική. Το εξώφυλλο δείχνει έναν σκοτεινό Eddie ενσωματωμένο σε ένα δέντρο, σε ένα φαινομενικά ήρεμο νυχτερινό τοπίο. Το φεγγάρι φωτίζει το δάσος, αλλά η εικόνα δεν δημιουργεί αίσθηση ασφάλειας. Αντίθετα, όσο περισσότερο την κοιτάζεις τόσο πιο ανησυχητική γίνεται.
Ο Grant έχει εξηγήσει ότι ήθελε να δημιουργήσει όχι τόσο ένα σκηνικό ωμής βίας όσο μια αίσθηση ψυχολογικής ανησυχίας: ένα όμορφο δάσος, που σταδιακά αποκαλύπτεται ως παγίδα. Και αυτό είναι που κάνει το artwork τόσο επιτυχημένο, αφού ο φόβος δεν είναι αυτό που βλέπεις. Είναι αυτό που υποψιάζεσαι ότι βρίσκεται εκεί όπου δεν μπορείς να δεις.
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Μετά την περιοδεία για το άλμπουμ, ο Dickinson αποχώρησε από το συγκρότημα. Ο επόμενος δίσκος τους, The X Factor, θα είχε διαφορετικό τραγουδιστή, τον Blaze Bayley εγκαινιάζοντας μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας τους. Ο Dickinson, από την πλευρά του, θα συνέχιζε τη solo πορεία του. και θα επέστρεφε το 1999, μαζί με τον Adrian Smith, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα εποχή που θα ξεκινούσε με το Brave New World.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΓΚΡΑΝΗΣ
23/10/26
Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ FEAR OF THE DARK
Αυτό το άλμπουμ είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις στη δισκογραφία, που ΕΝΑ και ΜΟΝΟ τραγούδι, επισκιάζει ολόκληρο άλμπουμ! Είναι τόσο δυνατή η απήχηση του ομώνυμου τραγουδιού, που επισκιάζει τραγούδια σαν τα Wasting Love, From here to Eternity αλλά και Afraid to Shoot Strangers. Από την άλλη πλευρά, λειτουργεί σαν μαγνήτης, προσελκύοντας καινούργιο ακροατήριο, κρατώντας το αγγλικό συγκρότημα στην κορυφή. Πέραν των μουσικών, το άλμπουμ σηματοδοτεί μια σημαντική περίοδο αλλαγής στο συγκρότημα, όπου οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν ήδη τεταμένες και από ότι φάνηκε, ραγισμένες.



Δημοσίευση σχολίου