Δεν νομίζω να υπάρχει σήμερα κάποιος fan που να μην παραδέχεται ότι το 1979 ήταν η χρονιά κατά την οποία οι Motörhead καθιερώθηκαν στον κόσμο του βρετανικού rock. Για περίπου τέσσερα χρόνια ο θρύλος Ian Fraser “Lemmy” Kilmister προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανή τη μπάντα του, έχοντας περάσει από αλλαγές μελών, εμφανίσεις σε άδειες pub και οικονομική ανέχεια. Το δεύτερο άλμπουμ τους, όμως, το περίφημο Overkill, είχε αλλάξει τη δυναμική τους, καθώς έγινε το πρώτο τους σημαντικό βρετανικό hit, ενώ το ομώνυμο single μπήκε στο Top 40 και η μπάντα εμφανίστηκε στο τηλεοπτικό σόου του BBC, Top of the Pops. Ξαφνικά, η τριάδα των Lemmy (μπάσο-φωνητικά), “Fast” Eddie Clark (κιθάρες) και “Philthy Animal” Taylor (ντραμς), που λίγο νωρίτερα αντιμετωπίζονταν ως «η χειρότερη μπάντα στον κόσμο», είχαν γίνει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ονόματα του βρετανικού μουσικού χάρτη.
Ωστόσο, η επιτυχία του Overkill δημιούργησε ένα καινούργιο πρόβλημα. Η δισκογραφική τους εταιρεία, Bronze Records, ήθελε άμεσα ένα άλμπουμ, παρακινούμενη από το άγχος ότι το Overkill μπορεί να ήταν απλώς ένα πυροτέχνημα. Οι Motörhead έπρεπε μέσα σε λίγους μήνες να γράψουν, να ηχογραφήσουν και να κυκλοφορήσουν τον επόμενο δίσκο τους, χωρίς να έχουν την πολυτέλεια να απολαύσουν την επιτυχία τους. Ο Lemmy θυμόταν ότι, παρά την αναγνώριση, οι ίδιοι εξακολουθούσαν να πληρώνονται περίπου £40 την εβδομάδα, ενώ η εταιρεία απαιτούσε νέο album πριν από το τέλος της χρονιάς. Και η αντιμετώπιση αυτή τον εξόργιζε. Είχε ήδη δεκαπέντε χρόνια παρουσίας σε συγκροτήματα και είχε γνωρίσει την επιτυχία με τους αφιονισμένους space rockers Hawkwind, αλλά η μουσική βιομηχανία εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει κάθε επιτυχία του σαν κάτι που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εξαφανιστεί.
Η ειρωνεία ήταν ότι οι Motörhead πράγματι βρίσκονταν σε μια μοναδική συγκυρία. Το κοινό τους δεν περιοριζόταν πλέον στους παραδοσιακούς metalheads, με τους οπαδούς του κυρίαρχου, τότε, punk να έχουν αγκαλιάσει τον Lemmy και την μπάντα του, κάτι εξαιρετικά ασυνήθιστο για την εποχή. Η μουσική τους είχε την ταχύτητα και την επιθετικότητα του punk, αλλά ταυτόχρονα τη βαρύτητα των παραμορφωμένων riffs και την αισθητική του heavy metal. Οι Motörhead λειτουργούσαν ήδη ως ένας από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στις δύο σκηνές.
ΤΟ ΠΕΡΙΣΑΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟ ΕΛΣΙΝΚΙ
Το καλοκαίρι του 1979, πάντως, δεν το έλεγες ακριβώς και υπόδειγμα επαγγελματισμού. Στα τέλη Ιουνίου, μετά την εμφάνιση στο Punkaroka Midnight Sun Festival στη Φινλανδία, η μπάντα συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Ελσίνκι. Η κατάσταση είχε ξεφύγει μετά την καταστροφή του εξοπλισμού στη σκηνή, ένα σπασμένο παράθυρο κι ένα δέντρο που βρέθηκε μέσα στα καμαρίνια και το οποίο η μπάντα έκαψε και πέταξε στη γειτονική λίμνη. Ακολούθησε φασαρία μέσα στο λεωφορείο και τελικά κατέληξαν με τρεις ημέρες κράτησης. Αυτό το περιστατικό συνόψιζε ιδανικά την εικόνα των Motörhead εκείνης της περιόδου. Ακόμη και μετά την πρώτη επιτυχία, εξακολουθούσαν να ζουν με τους δικούς τους όρους. Και ενώ ο Lemmy προσπαθούσε να εξηγήσει στη δισκογραφική ότι το συγκρότημα δεν ήταν κάποιο τυχαίο πυροτέχνημα, έπρεπε ταυτόχρονα να μπουν στο στούντιο και να αποδείξουν ότι υπάρχει και συνέχεια μετά το Overkill. Κάπως έτσι, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δούλεψαν πάνω στο νέο άλμπουμ, με ένα διάλειμμα για να εμφανιστούν στο Reading Festival, όπου εμφανίστηκαν ανάμεσα σε ονόματα όπως οι Police και οι Cure!
Η παραγωγή ανατέθηκε ξανά στον Jimmy Miller, με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και στο Overkill. Ο Miller είχε σημαντική προϋπηρεσία, έχοντας συμμετάσχει στην παραγωγή ορισμένων από τις σημαντικότερες δουλειές των Rolling Stones. Σε αυτό το τρίτο άλμπουμ των Motörhead, όμως, η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Η εξάρτηση του από την ηρωίνη είχε υποτροπιάσει και η παρουσία του στο στούντιο ήταν προβληματική. Ο Taylor θυμόταν ότι ο Miller μπορούσε να εμφανιστεί ακόμη και μισή ημέρα καθυστερημένος, ενώ ο Lemmy τον έβρισκε να αποκοιμιέται κατά τη διάρκεια των playbacks ή ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητό του. Η κατάσταση ήταν τόσο προφανής ώστε ο Lemmy συνήθιζε να τον πειράζει πριν από τις ηχογραφήσεις, φωνάζοντας ειρωνικά: «Is everything louder than everything else?»
Ωστόσο, την δεδομένη περίοδο, η αχίλλειος πτέρνα των ηχογραφήσεων δεν ήταν τελικά μόνο ο παραγωγός. Ήταν ο χρόνος. Στο Overkill οι Motörhead είχαν ευνοηθεί από το γεγονός ότι αρκετά από τα τραγούδια είχαν παιχτεί ζωντανά πριν μπουν στο στούντιο αλλά το νέο υλικό δεν είχε αυτή την ευκαιρία. Ο Lemmy αργότερα θα έλεγε ότι, αν είχαν παίξει τα τραγούδια για μερικές εβδομάδες στα live τους, θα είχαν γίνει πιο ωμά και λιγότερο συγκρατημένα. Αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το νέο άλμπουμ, που ονομάστηκε Bomber, από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Len Deighton, ακούγεται διαφορετικά. Δεν λείπει η ενέργεια. Λείπει το τελευταίο στάδιο επεξεργασίας. Ο Eddie Clarke το εξέφρασε ακόμη πιο αυστηρά. Υπήρχαν σπουδαία τραγούδια, σπουδαίοι στίχοι και καλά riffs, αλλά συνολικά το album έβγαινε «επίπεδο». Κανείς από τους τρεις δεν ένιωθε ότι το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά ολοκληρωμένο. Τουλάχιστον, μέσα από όλη αυτή την πίεση κατάφεραν να δημιουργήσουν τουλάχιστον δύο κλασικά τραγούδια.
Το εναρκτήριο τραγούδι του άλμπουμ, Dead Men Tell No Tales, είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο ο Lemmy αφηγούνταν ιστορίες. Η θεματολογία του, που κατέκρινε την χρήση ηρωίνης, συνδυάζεται με ένα κοφτερό riff του Eddie Clarke, όντας επιθετικό χωρίς να βασίζεται απλώς στην ταχύτητα. Το τραγούδι αποκτά μία ιδιαίτερη (ειρωνική, θα έλεγε κάποιος) ερμηνεία μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Είναι η πρώτη σύνθεση των Motörhead κατά των ναρκωτικών, μόνο που ο ίδιος o Lemmy δεν θεώρησε ποτέ οξύμωρο το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε και ο ίδιος ουσίες. Η δική του γραμμή ήταν ότι δεν τον ένοιαζε τι έκανε κάποιος άλλος, μέχρι τη στιγμή που αυτό άρχιζε να επηρεάζει τον ίδιο και τη δουλειά του. Αυτό ακριβώς, κατά τον Lemmy, είχε συμβεί με τον παραγωγό τους, Jimmy Miller.
Το Lawman συνεχίζει επιθετική ρητορική του άλμπουμ, αυτή τη φορά απέναντι στην αστυνομία. Οι στίχοι αντλούν από την εμπειρία του Lemmy με τις αρχές, από την παλαιότερη σύλληψή του στο Τορόντο επί Hawkwind, μέχρι την κράτηση του στη Φινλανδία. Η μουσική, ωστόσο, δεν έχει την δυναμική που θα αποκτούσε αργότερα στη ζωντανή απόδοση του, όντας ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του χάσματος ανάμεσα στο studio και στο live παίξιμο των Motörhead. Τα Sweet Revenge και Sharpshooter συνεχίζουν με τις προσωπικές ιστορίες του Lemmy. Είναι ουσιαστικά καταγραφές ανθρώπων και καταστάσεων που τον είχαν αδικήσει και απέναντι στις οποίες φανταζόταν τη δική του εκδίκηση. Το “Poison” μεταφέρεται ακόμη βαθύτερα στην προσωπική του ιστορία, με την οργή για τον πατέρα που είχε εγκαταλείψει τη μητέρα του. Και το All the Aces στρέφει τα βέλη του στη μουσική βιομηχανία και στους ανθρώπους που εκμεταλλεύονται τους μουσικούς.
Το Talking Head αποτελεί μία από τις χαμένες ευκαιρίες, κατά τον ίδιο τον Lemmy, που αργότερα το χαρακτήρισε ένα από τα «κενά» τραγούδια του δίσκου. Η ιδέα, πάντως, ήταν ενδιαφέρουσα, καθώς κατέκρινε την επιρροή της τηλεόρασης. Αυτό που δεν λειτουργεί είναι η μουσική ανάπτυξη και η παραγωγή, που το κάνουν να μοιάζει λιγότερο δυναμικό από όσο υπόσχονται οι στίχοι. Το επόμενο Step Down είναι το πιο ασυνήθιστο κομμάτι του δίσκου, καθώς ο Eddie Clarke αναλαμβάνει τα φωνητικά. Ο Lemmy είχε κουραστεί από τα παράπονα του Eddie ότι ο τραγουδιστής συγκέντρωνε όλα τα βλέμματα. Η λύση ήταν απλή. Απλά του είπε «καλά, τραγούδα εσύ σε αυτό» Ο Eddie δεν ενθουσιάστηκε ιδιαίτερα με την ιδέα, αλλά το αποτέλεσμα είναι ένα ενδιαφέρον bluesy διάλειμμα μέσα σε έναν κατά τα άλλα βαρύ δίσκο.
Με το Stone Dead Forever, το Bomber αλλάζει επίπεδο. Η σύνθεση στηρίζεται σε ένα παραμορφωμένο, επίμονο θέμα του Lemmy στο μπάσο, πάνω στο οποίο ο Eddie χτίζει μία από τις πιο χαρακτηριστικές κιθαριστικές του δουλειές. Το αποτέλεσμα συνδυάζει ταυτόχρονα punk, metal και rock’n’roll. Είναι γρήγορο, είναι βαρύ, είναι βρόμικο και διαθέτει απίστευτο groove. Ο ίδιος ο Clarke, δεκαετίες αργότερα, δεν μπορούσε να χωνέψει ότι έπαιξε τόσο εμπνευσμένα στο τραγούδι αυτό. Και μετά έρχεται το τραγούδι που βάφτισε το άλμπουμ, το Bomber. Εμπνευσμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Len Deighton, ο Lemmy έγραψε ένα τραγούδι που το χαρακτήρισε ως το πρώτο του που ασχολήθηκε άμεσα με τον πόλεμο. Το βιβλίο περιγράφει μία αποστολή βομβαρδισμού όπου τα βρετανικά αεροπλάνα χτυπούν λάθος γερμανική πόλη. Ο Lemmy δεν αρκέστηκε στο να μεταφέρει απλώς την πλοκή στους στίχους.
Πήρε την εικόνα της πολεμικής αποστολής και την παραλλήλισε με την ζωή των Motörhead στον δρόμο. Η ουσία είναι μία: A mission every night. Και το συγκρότημα παρουσιάζεται σαν βομβαρδιστικό που απογειώνεται κάθε βράδυ για μια νέα επίθεση. Μουσικά, όλα λειτουργούν. Η αίσθηση της αεροπορικής σειρήνας, το riff, τα ντραμς του Taylor, η κιθάρα του Clarke και η χαρακτηριστική φωνή του Lemmy δημιουργούν ένα από τους απόλυτα Motörhead ύμνους. Μαζί με το Overkill (και αργότερα το Ace of Spades), θα αποτελέσει την άτυπη τριάδα των κομματιών που συμβολίζουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλα τον ήχο της μπάντας.
ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ
Το εξώφυλλο του Bomber ήταν το πρώτο εξώφυλλο των Motörhead στο οποίο εμφανίζονται και τα τρία μέλη με τον Adrian Chesterman να δημιουργεί μια εικόνα με τον Lemmy, τον Eddie και τον Philthy στις θέσεις του πληρώματος ενός γερμανικού Heinkel 111, που πετάει απειλητικά στον νυχτερινό ουρανό. Ο καλλιτέχνης είχε ελάχιστο χρόνο, καθώς η μπάντα ήθελε το artwork μέσα σε μία εβδομάδα και για να πετύχει φωτορεαλιστική εμφάνιση, αγόρασε ένα μικρό μοντέλο του γερμανικού βομβαρδιστικού, το συναρμολόγησε, το έβαψε μαύρο και το φωτογράφισε ώστε να μελετήσει το φως και τις αντανακλάσεις. Η επιλογή γερμανικού αεροπλάνου δεν ήταν τυχαία. Ο Lemmy ήταν φανατικός της στρατιωτικής ιστορίας και αισθητικής και επέμενε στην επιλογή αυτή με το σκεπτικό ότι «οι κακοί φτιάχνουν τα καλύτερα πράγματα». Ο μόνος που δεν έμεινε και πολύ ενθουσιασμένος ήταν ο Eddie Clarke, καθώς θεωρούσε ότι τα μαλλιά του είχαν βγει υπερβολικά «κοριτσίστικα».
Το Bomber γνώρισε άμεσα εμπορική επιτυχία. Οι αρχικές εκδόσεις κυκλοφόρησαν σε μπλε βινύλιο και το album ανέβηκε στο No.12 UK, την υψηλότερη θέση που είχαν πετύχει οι Motörhead μέχρι τότε. Το ομώνυμο single επίσης έφτασε στο No.34 του των Singles, πάντα στη Βρετανία με τις πρώτες 20.000 κόπιες που ήταν σε μπλε βινύλιο να εξαντλούνται γρήγορα, πριν η Bronze συνεχίσει με την κανονική έκδοση. Στις 3 Δεκεμβρίου οι Motörhead επέστρεψαν στο Top of the Pops” έχοντας πλέον μετατραπεί από underground ατραξιόν σε σταθερή παρουσία στο σόου των stars. Αυτό, βέβαια, δεν σήμαινε ότι η εικόνα τους συμβιβάστηκε με το mainstream περιβάλλον. Ο Philthy εμφανίστηκε με καπέλο gangster, ο Lemmy με τα μαύρα του γυαλιά και ο Eddie με τα μάτια κλειστά να δίνει πόνο στην κιθάρα του, ενώ το κοινό με τα πουλοβεράκια και το casual ντύσιμο, έμοιαζε σχεδόν αποσβολωμένο μπροστά τους.
Η επιτυχία είχε πλέον και χειροπιαστά οικονομικά αποτελέσματα. Στις αρχές του 1980, οι εβδομαδιαίες απολαβές τους είχαν αυξηθεί στις £200. Ο manager Doug Smith εξασφάλισε επίσης προπληρωμές £10.000 για κάθε μέλος. Ο Eddie και ο Phil αγόρασαν σπίτια στο Chiswick και στο Chelsea, γειτονιές-φιλέτα του Λονδίνου. Ο Lemmy, αντίθετα, απέτυχε ακόμη και στην προσπάθεια να βρει κατοικία και τελικά προτίμησε, να συνεχίσει να ζει από δω κι από ‘κει.
Η ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ
Για την περιοδεία του Bomber κατασκευάστηκε ένα αεροπλάνο περίπου 13 μέτρων από αλουμίνιο, το οποίο λειτουργούσε ως σκελετός για τα φώτα της σκηνής. Μπορούσε να κινείται εμπρός και πίσω, αλλά και πλευρικά πάνω από τη σκηνή. Είχε τέσσερις φωτιστικούς «κινητήρες» (παρότι το Heinkel του εξωφύλλου είχε δύο) και τα φώτα του έδιναν την εντύπωση ότι το αεροσκάφος γάζωνε με πυρά καθώς κατέβαινε προς το κοινό. Το stage show δεν χρειαζόταν περίπλοκα video walls ή ψηφιακά εφέ. Ένα τεράστιο μεταλλικό αεροπλάνο που κινούνταν πάνω από τα κεφάλια του κοινού αρκούσε. Και η ίδια η μπάντα θεωρούσε ότι το σόου του Bomber ήταν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Το συγκρότημα είχε την γνωστή street, αλήτικη αισθητική, αλλά τώρα κοιτούσε και προς πάνω. Και το “Bomber” είχε βοηθήσει πάρα πολύ στο να εξελιχθεί η εικόνα των Motörhead. Το σκηνικό αυτής της περιοδείας θα συνέχιζε την ζωή του πέρα από την αρχική περιοδεία, καθώς επανεμφανίστηκε σε μεταγενέστερες περιόδους της καριέρας του συγκροτήματος, ακόμα και όταν τεχνικά προβλήματα έφεραν αναστάτωση σε μπάντα και road crew κατά καιρούς.
Σίγουρα το Bomber δεν θεωρείται τόσο πλήρες όσο το Overkill με τον Lemmy να συμφωνεί με αυτό, καθώς το χαρακτηρίζει ως «μεταβατικό δίσκο», ενώ ο Eddie Clarke το πήγε ένα βήμα παραπέρα, θεωρώντας ότι το άλμπουμ δεν είχε ολοκληρωθεί όπως θα έπρεπε. Ωστόσο, η ιστορική του σημασία είναι πολύ μεγαλύτερη καθώς απέδειξε ότι οι Motörhead μπορούσαν να μεταβούν σχετικά εύκολα από την ξαφνική επιτυχία του Overkill σε καθιέρωση, ενώ τα Stone Dead Forever και Bomber έγιναν βασικά κομμάτια της κληρονομιάς τους. Επίσης, οι λάτρεις των Motörhead δεν μπορούν να αγνοήσουν ότι το άλμπουμ αποτέλεσε την πλατφόρμα εκτόξευσης προς το μεγάλο άλμα του Ace of Spades και του No Sleep ’til Hammersmith, που θα οδηγούσαν στην κορύφωση των επόμενων δύο ετών. Και αυτή ίσως είναι η πιο δίκαιη ετυμηγορία για το Bomber. Δεν ήταν το τέλειο άλμπουμ τους, αλλά αποτυπώνει την θρυλική τριάδα στην φάση που είχε ήδη πάρει φόρα και πλέον ήταν ασταμάτητη.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
25/9/26




Δημοσίευση σχολίου