Λίγες ημέρες πριν την συναυλία των Deep Purple στη Telecom Arena, o Αλέξανδρος Ριχάρδος έχει συγκεντρώσει αποσπάσματα από πρόσφατες και παλαιότερες συνεντεύξεις του Ian Gillan και σάς τις παρουσιάζει. Μέσα από αυτές, θα διαβάσετε ορισμένες πληροφορίες που δεν γνωρίζατε όπως ας πούμε πόσο διαθέσιμες ήταν οι groupies για στοματικό sex (σ.σ. για τέτοιου επιπέδου πληροφορίες μιλάμε!) αλλά και σοβαρότερα πράγματα όπως γιατί δεν πήρε μέρος στην ταινία Jesus Christ Superstar. Και φυσικά, δεν λείπει το κερασάκι αφού συνέλεξα αποσπάσματα από συνεντεύξεις των Gillan και Blackmore σχετικά με το λυτρωτικό reunion της ………………..
Ο Ian Gillan έχει δώσει χιλιάδες συνεντεύξεις όλα αυτά τα χρόνια, περιγράφοντας μοναδικές ιστορίες από την (ταραχώδη) ζωή του με τους Deep Purple αλλά κι από την προσωπική καριέρα του. Νομίζω ότι η πρόσφατη συνέντευξη στον Chris Harvey που δημοσιεύτηκε στο site The Telegraph(πατήστε εδώ για να την διαβάστε https://www.telegraph.co.uk/music/interviews/deep-purple-ian-gillan-interview/) είναι από τις αποκαλυπτικότερες. Το άρθρο, εκτός από τη συνέντευξη, παρουσιάζει κι αποσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Ian Gillan: The Autobiography of Deep Purple's Lead Singer(1993), όπου μεταξύ πολλών άλλων, αναφέρει: «Έκλαψα, ένιωσα ένα «αίσθημα απερίγραπτης δύναμης αλλά και την αίσθηση ανακούφισης όταν μαζί με τον Roger Glover έφυγα από τους Episode Six για να πάμε στους Deep Purple των Ritchie Blackmore, Ian Paice και Jon Lord (σ.σ. την ιστορική Mark II)». Το συγκρότημα είχε ήδη μια μεγάλη επιτυχία στο top 10 της Αμερικής, αλλά ήταν πολύ pop για τα underground πρότυπα της εποχής, οπότε επέλεξαν τον Gillan, εντυπωσιασμένοι από το εύρος του φωνής του αλλά και την ακατέργαστη ένταση της κραυγής του.
Το καλοκαίρι του 1979, το συγκρότημα κυκλοφόρησε ένα από τα σπουδαιότερα άλμπουμ όλων των εποχών, το Deep Purple in Rock, με rock anthems όπως Child in Time, Speed King, Into the Fire και Hard lovin’ man, ερμηνευμένα από τον Ian Gillan. H αποχώρηση των Gillan και Glover το 1973 μετά από πέντε άλμπουμ, έδωσε συνέχεια στο ιστορικό συγκρότημα αλλά και στην προσωπική καριέρα του Μεγάλου τραγουδιστή, ο οποίος ενθυμούμενος τις (πολύ) παλιές ημέρες της δεκαετίας του 60 αλλά κι αρχές του 70, έγραψε στα απομνημονεύματά του: “Οι groupies ήταν διαθέσιμες για στοματικό σεξ. Όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, το BJ είναι το απόλυτο σημάδι στοργής στο rock and roll, επειδή είναι λιγότερο συναισθηματικό, λιγότερο αγχωτικό και δεν καταλήγει σε γάμο! “Ήμασταν νέοι τότε και ο έρωτας ήταν ελεύθερος. Περπατώντας στην οδό Carnaby, μπορούσες να γνωριστείς με μια κοπέλα – στην έπεφταν, χωρίς να υπάρχει το στοιχείο εκμετάλλευσης. Όλα ήταν αμοιβαία. Κανείς δεν έσερνε ανθρώπους από τα μαλλιά σε μια κρεβατοκάμαρα. Ήταν υπέροχο». Άλλα τα πράγματα έχουν αλλάξει από εκείνες τις μακρινές μέρες. Η σκούρα μαλλιά του έχουν γίνει άσπρα, η φωνή του έχει χάσει μέρος του υψηλού εύρους της, αλλά όπως λέει, έχει αποκτήσει «τον τόνο που πάντα ήθελα». «Είχα πολλές συζητήσεις με τον Luciano Pavarotti όταν δούλευα μαζί του», μου λέει (οι δύο ερμήνευσαν ντουέτα του Nessun Dorma σε φιλανθρωπικές συναυλίες τη δεκαετία του 2000) «και πάντα έλεγε, "Σε άκουσα και νόμιζα ότι αυτός ο τύπος προσπαθεί να αυτοκτονήσει"! Αλλά έτσι έβγαινε η φωνή μου, αβίαστα».
Και η όρασή του έχει επηρεαστεί από διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια - μια σοβαρή επιπλοκή που προκαλείται από τα υψηλά επίπεδα σακχάρου στο αίμα που βλάπτουν τα αιμοφόρα αγγεία στον αμφιβληστροειδή - «Δεν έχω όραση όταν κοιτώ ευθεία, είμαι εντελώς τυφλός, αλλά μπορώ να δω με την περιφερειακή μου όραση.
Σ ένα άλλο σημείο της βιογραφίας του, θυμάται τη συμμετοχή του στην όπερα Jesus Christ Superstar (1970) των Andrew Lloyd Webber και Tim Rice στο ρόλο του Ιησού. »Θυμάμαι ότι πήγα στο διαμέρισμα του Rice στο South Kensington, όπου ζούσε με την οικογένεια του Lloyd Webber. H καριέρα μου είχε ξεκινήσει πολύ καλά με τους Deep Purple. Ο Tim άνοιξε την πόρτα και ήταν πολύ ευγενικός, ενώ ο Andrew καθόταν στο πιάνο με την πλάτη του γυρισμένη προς εμένα. Ο Tim μού είπε: "Λοιπόν, ορίστε το τραγούδι..." και μού έδωσε τους στίχους της Gethsemane , ρωτώντας με αν μπορώ να τους τραγουδήσω ενώ ο Webber θα έπαιζε πιάνο. Το τραγούδησα εύκολα και ο Rice το ενέκρινε, προσθέτοντας ότι στο στούντιο ήθελαν να αυτοσχεδιάσω «όπως κάνεις με τους Deep Purple». Τότε ο Webber, γύρισε το κεφάλι του και μού είπε: "Να αυτοσχεδιάσεις, αλλά όχι πολύ"». Το άλμπουμ έκανε μεγάλη επιτυχία (Νο1 Αμερική, Νο6 Μ.Βρετανία) κι αυτό ήταν αρκετό να του προσφέρουν να παίξει τον ρόλο και στην ταινία, αλλά απέρριψε την πρόταση όταν έμαθε πόσο θα πληρωνόταν. "100 δολάρια την εβδομάδα και πληρώνεις μόνος σου το ποτό σου". Τούς είπα, "Αυτά είναι τα έξοδα ανά ημέρα; " "Όχι, αυτά είναι όλα τα έξοδα"». «Όχι, ξέχνα το, με το συγκρότημα κερδίζω 40.000 λίρες τη βραδιά». Όμως η συμμετοχή του σε ταινίες ήταν κάποτε όνειρο του, γιατί ήθελε να ακολουθήσει το ίνδαλμά του, τον Elvis Presley.
ΕΝΑ (ΠΟΛΥ) ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Μεγαλωμένος στο δυτικό Λονδίνο, γιος ενός εργάτη εργοστασίου και συνδικαλιστή από το Govan της Γλασκόβης και μιας συντηρητικής δασκάλας, ο νεαρός Ian Gillan βρέθηκε παγιδευμένος ανάμεσα σε 2 διαφορετικούς κόσμους τις φιλοδοξίες της μητέρας του και δεν άργησε να επαναστατήσει, βρίσκοντας διέξοδο στο rock and roll. «Ο Έλβις με άγγιξε βαθιά» κι έγινε τραγουδιστής στους Episode Six και μετά στους Deep Purple. Η αποχώρησή του από το Μεγάλο Συγκρότημα, τον φέρνει να ακολουθεί προσωπική καριέρα, ηχογραφώντας το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ Child in Time, με τους Ian Gillan Band. Στο βιβλίο του κάνει μια αναφορά στην προσπάθεια που έκανε να γίνει…ξενοδόχος όπου κατάφερε να χρεοκοπήσει σε χρόνο μηδέν! Όπως λέει, δεν πήρε δικαιώματα από τα τραγούδια που είχε γράψει από κοινού για τους Deep Purple, για 30 χρόνια μετά την αποχώρησή του, κι ας πούλησαν σχεδόν 200.000.000 άλμπουμ. «Οι μάνατζερ του rock, θεωρούν τους μουσικούς ηλίθιους, γι αυτό το πρώτο πράγμα που πρέπει αποκτά ένα συγκρότημα σήμερα είναι ένας λογιστής». Οι Deep Purple αντιπροσώπευαν μια πλανητική ευθυγράμμιση ατόμων, βάζοντας τα μέλη σε μια τρομερή ευθεία. «Ο Blackmore” λέει ο Gillan” ήταν ένας καταπληκτικός μουσικός... είχε υπέροχες μελωδίες καθώς και την έμφυτη αίσθηση του για το rock σε κάθε νότα έπαιζε. Δεν έχω κακά συναισθήματα γι αυτόν. Ο Ritchie κι εγώ τα πάμε περίφημα», λέει, με τον Μεγάλο Κιθαρίστα να γνωρίζει μεγάλες επιτυχίες με τους Rainbow, ενώ τα πρώτα 3 άλμπουμ των Ian Gillan Band ήταν μάλλον μπερδεμένα, λοξοκοιτάζοντας προς το jazz/funk/rock! Τα πράγματα έφτιαξαν το 1978 όταν συνέχισε την καριέρα του με τους Gillan που σίγουρα ήταν πολύ καλύτεροι από τους Ian Gillan Band. Το 1982 η φιλία του με τον Tony Iommi τον φέρνει στους Black Sabbath, με τους οποίους ηχογραφεί το άλμπουμ Born Again(1983) όπου όπως γράφει στην βιογραφία του δοκίμασε πρώτη φορά κοκαϊνη. «Δεν είχα δοκιμάσει ποτέ έως τότε, έχοντας ζήσει μια πολύ προστατευμένη ζωή, αλλά με τους Black Sabbath τα πράγματα ήταν αλλιώς. «Πίναμε και καπνίζαμε, τρώγαμε μέχρι και τον τοίχο αν είχε κοκαΐνη». Έχοντας κλείσει το κεφάλαιο των Gillan με την κυκλοφορία του (καλού) Magic (1982), αφοσιώνεται στην επανασύνδεση των Deep Purple, που ηχογραφούν τα Perfect Strangers και House of the Blue Light. Η αναπόφευκτη διάλυση τους, τον φέρνει να συνεργαστεί με τον φίλο του Roger Glover στο άλμπουμ Accidentally on Purpose για να ακολουθήσει μια σειρά προσωπικών άλμπουμ, σαν Ian Gillan με πιο πρόσφατο το One eye to Moracco (2009). Το 1992 κατόπιν προσωπικών προσπαθειών του Δ/ντος Συμβούλου της BMG, Heinz Henn, η ιστορική σύνθεση επανασυνδέεται για την κυκλοφορία του με την The Battle Rages On... (1993) για να ακολουθήσει η οριστική αποχώρηση του Blackmore, το Νοεμβρίου του 1993 μετά τη συναυλία τους στο Ελσίνκι. Προσωρινά τη θέση του κάλυψε ο Joe Satriani που απέρριψε πρότασή τους να γίνει μόνιμο μέλος για να προσλάβουν τον Αμερικάνο Steve Morse, πρώην Kansas, που είναι ο μακροβιότερος κιθαρίστας τους, με 28 χρόνια στην πλάτη του. Με τον Jon Lord να έχει πεθάνει από το 2012 και τη θέση του να καλύπτει ο Don Airey, το συγκρότημα συνεχίζει έχοντας στη θέση του Morse τον 46χρονο Βορειοιρλανδό, Simon McBride με τον οποίο έχουν κυκλοφορήσει 2 άλμπουμ, τα =1 και Splat!
ΘΑ ΞΑΝΑ ΠΑΙΞΟΥΝ ΞΑΝΑ ΜΑΖΙ;
Κάνοντας μια σκιαγράφιση των σχέσεων Gillan Blackmore, βρίσκουμε τη ρίζα του ξεκινήματος της κακής τους σχέσης όπως τουλάχιστον εξελίχθηκε, στο ότι οι χαρακτήρες τους ήταν ασύμβατοι. Ο Gillan ήταν ένας εξωστρεφής, λάτρης των παμπ κι ο Blackmore κυκλοθυμικός, έντονα εσωστρεφής, τελειομανής που αγαπούσε να κάνει σκληρά φάρσες που οι άλλοι δεν τις εύρισκαν καθόλου ευχάριστες. Ο Gillan αργότερα περιέγραψε τον Blackmore σαν μεγαλομανή που πίεζε τους ανθρώπους και ήταν κυριαρχικό, με τον Blackmore, να αισθάνεται ότι η επιτυχία του συγκροτήματος οφειλόταν κυρίως στις δικές του προσπάθειες ως ιδρυτή, κιθαρίστα και συνθέτη. Κατά τη διάρκεια των πιο τεταμένων περιόδων τους, οι δύο άνδρες σταμάτησαν εντελώς να μιλάνε μεταξύ τους, ταξίδευαν ξεχωριστά, αρνούνταν να έχουν οπτική επαφή στη σκηνή και επικοινωνούσαν μόνο μέσω τρίτων. Ένα από τα περιστατικά που έγινε γνωστό αρκετά χρόνια πριν ήταν ότι ο Blackmore έβαζε τους τους ενισχυτές της κιθάρας στο κόκκινο, σε ένταση που έσπαγε τα αυτιά. Αυτό ανάγκαζε τον Gillan να παλεύει να ακούσει τον εαυτό του να τραγουδάει. Όμως φυσικά και δεν ήταν μόνο αυτό. Σταδιακά, το περιβάλλον έγινε τόσο τοξικό που ταξίδευαν ξεχωριστά και αρνούνταν να έχουν ακόμα και οπτική επαφή. Ο Gillan ήταν αυτός που σχεδόν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το συγκρότημα το 1973, για να επανέλθει το 1984, ωστόσο, οι παλιές κακές σχέσεις γρήγορα επανεμφανίστηκαν. Ο Gillan δεν ήθελε την εμπορική ποπ-μέταλ κατεύθυνση που ήθελε να ακολουθήσει ο Blackmore (τελευταία άλμπουμ Rainbow), ενώ ο Blackmore επέκρινε ανοιχτά τον τρόπο ζωής και την φωνητική ερμηνεία του Gillan. Ασκώντας επιρροή στο management του συγκροτήματος, ο Blackmore κατάφερε να απολύσει τον Gillan από το συγκρότημα το 1989 για να φθάσουμε στην τελευταία επανασύνδεση του 1992 με την περιοδεία που προέκυψε να είναι απόλυτη δυστυχία. Ο Blackmore δυσανασχετούσε ανοιχτά με τον Gillan, ισχυριζόμενος ότι ο τραγουδιστής «κατέστρεφε» κλασικά κομμάτια όπως το Child in Time ξεχνώντας στίχους ή αρνούμενος να τραγουδήσει. Η αποχώρησή του Blackmore, δίνει ώθηση στο συγκρότημα που συνεχίζει να ηχογραφεί και να παίζει εκατοντάδες συναυλίες το χρόνο και τους fans να αναρωτιόνται «πότε θα ξανά παίξουν μαζί»
ΟΜΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ
Ήταν 12 Αυγούστου όταν ο 81χρονος Blackmore, ο οποίος δεν είχε παίξει με το συγκρότημα που είχε συνιδρύσει για πάνω από 30 χρόνια, ανέβηκε στη σκηνή του Jones Beach Theater της Ν. Υόρκης (σ.σ. ο Blackmore μένει πολύ κοντά στο συναυλιακό χώρο) με τους Deep Purple για μια ερμηνεία του εμβληματικού τους τραγουδιού Smoke on the Water. «Ήταν απόλυτη ευχαρίστηση να έχουμε ξανά στη σκηνή το ιδρυτικό μέλος, τον μεγάλο θρύλο, τον αθάνατο, Ritchie Blackmore!» δήλωσε ο Ian Gillan, κερδίζοντας θερμές επευφημίες από το πλήθος. Ο Blackmore μοιράστηκε τις δικές του σκέψεις για τη βραδιά. «Συνειδητοποιήσαμε ότι θα μπορούσε να είναι η τελευταία φορά που θα βλεπόμασταν. Ήταν πολύ συγκινητικό γιατί δεν πρόλαβα να ζεσταθώ είπε στο Guitar Player. «Δεν ήμουν εκεί για να παίξω σωστές νότες. Ήμουν εκεί για να δω παλιούς φίλους που είχα να εδώ 33 χρόνια. Όλοι μεγαλώνουμε και νομίζω ότι συνειδητοποιήσαμε ότι μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλεπόμαστε». Δεδομένου του συναισθηματικού βάρους της στιγμής, ο Blackmore επέλεξε να επικεντρωθεί στη μουσική. «Ήταν δύσκολο. Δεν έπαιξα τίποτα πολύ τεχνικό, καθώς ένιωσα ότι έπρεπε να μείνω στα βασικά του να είμαι απλός. Το έχασα σε κάποιο σημείο, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που ήμουν εκεί. Ήμουν εκεί για να γιατρέψω τυχόν πληγές - αλλά δεν υπήρχαν πληγές. Όλοι ήταν σαν να ήμασταν στον στρατό και ξανασμίγαμε. Πολύ συναισθηματική στιγμή». Συνέντευξη στο loudersound. «Νομίζω ότι ήταν υπέροχο. Ήταν φανταστικό», είπε ο Gillan για την επανασύνδεση που λειτούργησε λυτρωτικά για όλους μας. Μπορεί να θέλαμε μια περιοδεία, μπορεί να θέλαμε να παίξουν 2-3 ημερομηνίες κι αυτές στην Ευρώπη, μπορεί να μην μας άρεσαν οι μάλλον χλιαρές αντιδράσεις του κοινού στο Jones Beach Theater, μπορεί, μπορεί.... όμως ΕΛΗΞΕ αυτή η 33ετής διαμάχη με τον πλέον λυτρωτικό τρόπο. Κι εμείς τους είδαμε ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΖΙ, κι ο Blackmore να μιλάει με τα καλύτερα λόγια όπως κι ο Gillan. Ας είμαστε ρεαλιστές, ο Blackmore λόγω των προβλημάτων υγείας δεν μπορεί να μετακινηθεί με αεροπλάνο, στην Ευρώπη θα ερχόταν;
Στο παραπάνω video, μεταξύ άλλων λέει: " Ήταν απλά υπέροχα όταν ανέβηκε στη σκηνή, εκείνη η μαγική στιγμή…… Οπότε ήταν ένα υπέροχα ζεστό συναίσθημα. Και ήπιαμε μερικά ποτά στο καμαρίνι στα παρασκήνια μετά. Και νομίζω ότι πήγε σπίτι λίγο πιο νωθρός. Αλλά ήταν υπέροχα - πραγματικά μια μαγική στιγμή". Συμπληρωματικά, ακούστε τη συνέντευξη των Ritchie και Candice με αγγλικούς υπότιτλους για το reunion. https://www.youtube.com/watch?v=oS7kmo09eYQ
Εμείς θα τα ξανά πούμε στις 13 Οκτωβρίου....
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
20/9/26




Δημοσίευση σχολίου