Το 1996 το κλασσικό metal βρισκόταν σε ένα περίεργο σταυροδρόμι. Είχε περάσει από τα χρόνια της απομόνωσής και του αυτόπεριορισμού στα χρυσά χρόνια της αποθέωσης και φυσιολογικά στα μέσα της δεκαετίας του 90, έπρεπε να αυτοπροσδιοριστεί ξανά. Άλλες, εναλλακτικές μορφές της rock είχαν επικρατήσει, ενώ το death και το black metal συνέχιζαν να επεκτείνουν τα όρια της ακραίας μουσικής. Οι παραδοσιακοί πυλώνες, Judas Priest, Iron Maiden, Metallica κλπ βρίσκονταν σε φανερή κρίση ταυτότητας και η αίσθηση πως κάτι έπρεπε να αλλάξει, έγινε βεβαιότητα. Μια νέα γενιά μουσικών δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τις μεγάλες μελωδίες, τις διπλές κιθάρες, τις φιλόδοξες συνθέσεις και τη θεατρικότητα που αποτελούσαν πάντα αναπόσπαστο κομμάτι του metal. Η Ευρώπη θα γίνονταν το κέντρο των εξελίξεων για ακόμα μια φορά. Από τη Γερμανία μέχρι τη Σκανδιναβία, το power metal θα σήκωνε το βάρος της συνέχειας της παράδοσης. Οι Stratovarius, Blind Guardian, Gamma Ray , Nightwish (με την ευρεία έννοια), Hammerfall, Rhapsody κ.α. θα κρατούσαν ζωντανή τη φλόγα του παραδοσιακού ευρωπαϊκού metal. Την ίδια στιγμή, από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, το κλασσικό metal το έσωσαν οι Iced earth και οι Nevermore, αλλά το progressive metal ήταν αυτό που διένυε μια από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ιστορίας του. Μπάντες όπως οι Dream Theater, οι Fates Warning κ.α. αποδεικνύουν ότι η τεχνική αρτιότητα και η συνθετική φιλοδοξία μπορούσαν ακόμη να έχουν θέση στο σύγχρονο metal, παρα το γεγονός πως η εμπορική επιτυχία με τα δεδομένα των 80s ήταν μακρινό όνειρο. Ήταν δύο διαφορετικοί δρόμοι που, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, προσπαθούσαν να απαντήσουν στο ίδιο ερώτημα, ποιο θα ήταν το επόμενο βήμα για το παραδοσιακό metal;
Και κάπου εκεί οι Angra το 1993 με το Angel’s cry, από την μακρινή Βραζιλία είχαν τραβήξει για τα καλά την προσοχή των οπαδών. Το επόμενο βήμα τους, ήταν θέμα προς συζήτηση και δυναμικά προσδοκώμενο. Και το 1996, ήρθε το Holy land. Ένα άλμπουμ του οποίου την αξία μπορεί να χρειαστούμε ακόμα 30 χρόνια συζητήσεων για να την αποτιμήσουμε ορθά. Θα μπορούσα να σας το περιγράψω ως έναν ακόμη εξαιρετικό power/prog metal δίσκο αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Γιατί ενώ οι περισσότεροι προσπαθούσαν να εξελίξουν μια ήδη υπάρχουσα φόρμουλα, οι Angra έδειξαν πως δεν τους ενδιέφερε να αποδείξουν ότι ήταν ισάξιοι των Helloween ή των Gamma Ray. Και πως το έκαναν αυτό; Πρόσθεσαν ένα στοιχείο που κανείς από τους σύγχρονούς τους δεν θα μπορούσε να αντιγράψει, τη δική τους πολιτισμική ταυτότητα και κληρονομιά.
Η ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ
Αντί να κοιτάξουν ξανά προς τη Γερμανία, αυτή τη φορά κοίταξαν προς τη Βραζιλία και αυτή η απόφαση άλλαξε τα πάντα γιατί γράφοντας έναν δίσκο για την ανακάλυψη μιας χώρας, πιθανώς να κατέληξαν να ανακαλύψουν τη δική τους ταυτότητα. Η κεντρική ιδέα του άλμπουμ περιστρέφεται γύρω από την ανακάλυψη της Βραζιλίας από τους Πορτογάλους και τη γέννηση μιας νέας πραγματικότητας μέσα από τη συνάντηση διαφορετικών πολιτισμών. Πρόκειται για μια θεματική που, στα χέρια λιγότερο ικανών δημιουργών, θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει σε μια απλή ιστορική αφήγηση ή σε μια σειρά από εξωτικά μουσικά κλισέ, για τους Angra όμως είναι το έργο μιας μπάντας που συνειδητοποιεί ότι η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία που μπορεί να αφηγηθεί είναι εν τέλη η δική της.
Αντί να χρησιμοποιήσουν τη Βραζιλία ως φόντο, την τοποθέτησαν στον πυρήνα του άλμπουμ. Τα βραζιλιάνικα και παραδοσιακά στοιχεία που τόλμησαν να εντάξουν στην μουσική τους δεν λειτουργούν ως διακοσμητικές λεπτομέρειες, και δεν υπάρχουν για να προσδώσουν έναν αέρα εξωτισμού σε ένα metal άλμπουμ. Είναι αναπόσπαστο μέρος του πίνακα, της ατμόσφαιρας και της αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή, αλλά και ένα απίστευτο άλμα μπροστά από το Angels’s cry. Με λίγα λόγια απέφυγαν να κάνουν το αναμενόμενο και επέλεξαν έναν πολύ πιο περίπλοκο δρόμο. Δημιούργησαν έναν κόσμο όπου η συμφωνική metal μεγαλοπρέπεια συνυπάρχει με τους παραδοσιακούς ρυθμούς, όπου η τεχνική δεξιοτεχνία δεν επισκιάζει το συναίσθημα και όπου κάθε μουσική ιδέα υπηρετεί ένα μεγαλύτερο όραμα.
Από τα πρώτα λεπτά του δίσκου γίνεται σαφές ότι οι Angra δεν ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν την πεπατημένη. Το εξαιρετικό Nothing to say συνδυάζει επιθετικότητα και μελωδία με τρόπο που ελάχιστες μπάντες μπορούσαν να πετύχουν, το ομώνυμο Holy land λειτουργεί σχεδόν κινηματογραφικά, το Make believe είναι ένα μικρό θαύμα, ενώ τα The shaman, Carolina IV, παραμένουν μέχρι σήμερα από τα πιο φιλόδοξα κομμάτια που έγραψε ποτέ η μπάντα. Δεν πρόκειται απλώς για τραγούδια, αλλά για κεφάλαια μιας ενιαίας αφήγησης.
Το Holy land θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε καταρρεύσει κάτω από το βάρος των φιλοδοξιών του. Δεν είναι και εύκολο στο άκουσμα η αλήθεια να λέγεται. Οι συνεχείς αλλαγές, οι διαφορετικές επιρροές, οι πολυσύνθετες ενορχηστρώσεις και η προσπάθεια σύνδεσης τόσο διαφορετικών στοιχείων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ένα χαοτικό αποτέλεσμα. Αντί γι’ αυτό, οι Angra καταφέρνουν να διατηρούν μια εντυπωσιακή αίσθηση ισορροπίας. Πάνω από όλα όμως δεσπόζει η φωνή του Andre Matos. Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στις διαφορετικές όψεις του δίσκου. Άλλοτε λυρικός, άλλοτε δραματικός, άλλοτε σχεδόν εύθραυστος, οδηγεί τον ακροατή μέσα από τις συνεχείς μεταμορφώσεις της μουσικής χωρίς να χάνεται ποτέ η συνοχή.
Πολλές μπάντες κυκλοφόρησαν καλύτερους δίσκους από το ντεμπούτο τους. Λίγες όμως, μετρημένες στα δάχτυλα, κατάφεραν μέσα σε έναν μόλις δίσκο να επαναπροσδιορίσουν τόσο ριζικά τον εαυτό τους. Το Holy land δεν είναι απλώς η συνέχεια του Angels cry, ούτε καν, αλλά είναι η στιγμή που μια τολμηρή μπάντα από τη Βραζιλία έπαψε να ακολουθεί τις φόρμες και τις παραδόσεις άλλων και αποφάσισε να γράψει τη δική της ιστορία.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ
9/9/26



Δημοσίευση σχολίου