Η δεκαετία του ’70 θεωρείται δικαίως η χρυσή εποχή των live albums. Δίσκοι όπως το Made in Japan, το Frampton Comes Alive!,One More From The Road, - Alive ή το Live and Dangerous καθόρισαν όχι μόνο καριέρες, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την, αποτυπωμένη σε βινύλιο, συναυλιακή εμπειρία στο rock. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η κυριαρχία των εμβληματικών αυτών κυκλοφοριών είχε ως αποτέλεσμα δεκάδες άλλα live albums της εποχής να μείνουν στο περιθώριο. Όχι επειδή υστερούσαν ποιοτικά, αλλά επειδή δεν εξυπηρετούσαν την μεγαλομανία της επιτυχίας, το μέγεθος των προκατόχων τους, και την πάντα εξαιρετικά σκληρή πολλές φορές οπαδική άποψη του κοινού.
Σε αυτή την κατηγορία ανήκει και το Live in Europe 1979 των Uriah Heep, ένα άλμπουμ που θα μπορούσε να λειτουργήσει ιδανικά ως κεντρικό case study για το τι σημαίνει πραγματικά underrated live album. Έχετε ποτέ σκεφτεί τι πραγματικά κάνει ένα άλμπουμ να θεωρείται υποτιμημένο; Για ποιους λόγους; Γιατί όπως και η ίδια η έννοια της υποτίμησης δηλώνει, το άλμπουμ έχει αξία και ποιότητα αλλά αυτά τα δυο στοιχεία του δεν εκτιμήθηκαν στον σωστό χρόνο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα υποτιμημένα live albums των ’70s γιατί περί αυτού ο λόγος, μοιράζονται κάποια κοινά χαρακτηριστικά: ηχογραφήθηκαν σε μεταβατικές περιόδους της κάθε μπάντας, χωρίς κάποια ή κάποιο από τα εμβληματικά τους μέλη, δεν συνοδεύτηκαν από μεγάλη εμπορική επιτυχία, κυκλοφόρησαν καθυστερημένα ή χωρίς προώθηση και μοιραία συγκρίθηκαν με παλαιότερα και εμβληματικά αντίστοιχα άλμπουμ του συγκροτήματος. Δυστυχώς για αυτό, το Live in Europe 1979 πληροί όλες αυτές τις προϋποθέσεις και με το παραπάνω μάλιστα.
Το 1979, οι Uriah Heep δεν ήταν πια μέρος της πρώτης γραμμής της rock σκηνής. Η απόλυση του David Byron είχε αλλάξει δραστικά την εικόνα του συγκροτήματος και η παρουσία του John Lawton στα φωνητικά είχε οδηγήσει τη μπάντα σε πιο προσγειωμένα straightforward hard rock μονοπάτια και σε λιγότερο θεατρικό και πειραματικό ήχο. Παρά τα τρία πολύ αξιόλογα studio albums της περιόδου του Lawton, η μπάντα βρισκόταν εκτός του κυρίαρχου αφηγήματος της εποχής, αν και μουσικά παρέμεναν ποιοτικοί και εμπνευσμένοι.
Ηχογραφήθηκε μέσα σε αυτό το πλαίσιο κατά την Ευρωπαϊκή περιοδεία της μπάντας το 1979, και από έκδοση σε έκδοση έχει διαφορετικό set list αφού η remastered edition σε CD, περιέχει συν έξι τραγούδια σε σχέση με την αρχική του διπλού δίσκου.
![]() |
| Το εξώφυλλο του cd |
Δεν σχεδιάστηκε ως “statement” ούτε ως επιβεβαίωση μεγαλείου, αφού κυκλοφόρησε το 1986 σχεδόν μια επταετία μετά την ηχογράφηση των τραγουδιών του, για συγκεκριμένους λόγους. Ο πρώτος ήταν να καλύψει την περίοδο του Lawton, δεύτερον να δώσει μια ανάσα στην μπάντα που άσθμαινε βαριά στα 80s και τέλος στους οπαδούς της μια ποιοτική ευκαιρία να θυμηθούν τι εστί στην πραγματικότητα Uriah Heep. Ωστόσο καταγράφει, με απλά λόγια, μια μπάντα που εξακολουθούσε να παίζει δυνατά, επαγγελματικά και με συνοχή, μπροστά σε κοινό που της έδινε απλόχερα την ευκαιρία και την υποστήριξη του.
Ένας από τους βασικούς λόγους που δεν απέκτησε ποτέ τη φήμη που του άξιζε είναι η απουσία του rock «μύθου» γύρω από τον John Lawton. Σε αντίθεση με άλλους εμβληματικούς frontmen της δεκαετίας, ο Lawton δεν λειτούργησε ποτέ ως icon φιγούρα, όπως περίπου ήταν ο Byron. Κι όμως, στο συγκεκριμένο live, η φωνή του αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα. Καθαρή, δυνατή, ελεγχόμενη, χωρίς υπερβολές. Στα κλασικά κομμάτια όπως τα Easy Livin’, Look at Yourself και κυρίως στο July Morning, δεν επιχειρεί να αναπαράγει το παρελθόν, αλλά να το επαναδιατυπώσει με βάση τις δικές του δυνατότητες. Το αποτέλεσμα δεν είναι εντυπωσιακό με την παραδοσιακή έννοια, αλλά είναι απολύτως πειστικό και δείχνει μια μπάντα που πιστεύει στον εαυτό της και σε ότι έκανε. Αυτή ακριβώς η απουσία υπερβολής είναι που κάνει το άλμπουμ να μοιάζει σήμερα πιο αυθεντικό από πολλά άλλα διάσημα live της εποχής. Ένα από τα σοβαρά πλεονεκτήματα του είναι πως σε αντίθεση με αρκετά μεγάλα live των ’70s, δεν ακούγεται υπερβολικά «πειραγμένο». Ο ήχος είναι ωμός, άμεσος, με μικρές ατέλειες που ενισχύουν την αίσθηση της πραγματικής συναυλίας. Η μπάντα ακούγεται δεμένη, με τον Ken Hensley να παραμένει ο βασικός αρχιτέκτονας του ήχου και τον Mick Box να κινείται σταθερά στο γνώριμο, αλλά πολλές φορές αθόρυβο, ύφος του. Όπως και άλλα υποτιμημένες ζωντανές κυκλοφορίες, το Live in Europe 1979 δεν λειτουργεί ως σημείο αναφοράς, αλλά ως τεκμήριο. Δεν αποτυπώνει μια μπάντα στην κορυφή του κόσμου, αλλά μια μπάντα που συνεχίζει να υπάρχει, να εξελίσσεται και να παίζει με αξιοπρέπεια. Αυτό το χαρακτηριστικό το φέρνει δίπλα σε άλλες αντίστοιχες κυκλοφορίες εποχής που επανεκτιμήθηκαν πολύ αργότερα, όταν έπαψε να μας ενδιαφέρει μόνο το μέγεθος της επιτυχίας και άρχισε να μετράει περισσότερο η αυθεντικότητα της στιγμής.
Σήμερα, απαλλαγμένο πια από τις συγκρίσεις και τις προσδοκίες της εποχής του, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η ιστορία του rock δεν γράφτηκε μόνο από τους θριάμβους, αλλά και από εκείνες τις στιγμές που έμειναν στη σκιά και ίσως γι’ αυτό αξίζουν περισσότερο να ακουστούν. Έχει την εντιμότητα της φθίνουσας γοητείας που έχει το Last concert in Japan των Deep Purple, το Highway Song Live των Blackfoot ή το Lights out in Tokyo των UFO. Με λίγα λόγια, είναι ένα από τα τρία πιο αγαπημένα μου live και φυσικά το πλέον αγαπημένο μου, από μια μπάντα η οποία επισήμως έχει στην δισκογραφία της 18 live κυκλοφορίες…
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ
5/3/26



Δημοσίευση σχολίου