Είναι Ιούλιος του 1967. Καταμεσής του περίφημου «Καλοκαιριού της Αγάπης». Η νεολαία, και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, αναζητεί την ειρήνη και την ελευθερία μέσα από το κίνημα του χιπισμού, την ψυχεδέλεια και τα ναρκωτικά. Πρωταγωνιστές σε αυτό το κίνημα - ποιοι άλλοι; - οι Beatles! Που, σε αυτή τη φάση, τούς βρίσκουμε να έχουν μόλις βγει από το στούντιο, ύστερα από μήνες σκληρής δουλειάς, και να παρουσιάζουν το μνημειώδες άλμπουμ Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band, αφήνοντας κατάπληκτο τον κόσμο. Μέχρι και οι Pink Floyd, που την εποχή εκείνη διεκδικούσαν τα σκήπτρα της προοδευτικής μουσικής σκηνής, υποκλίνονται με θαυμασμό. Οι Beatles δεν θέλουν τίποτα άλλο πια, παρά να πάνε κάπου να ξεκουραστούν λίγο. Και πού διαλέγουν να πάνε; Ε, στην Ελλάδα, πού αλλού; Μόνο που οι Beatles δεν θέλουν να έρθουν στη χώρα μας απλώς για επίσκεψη. Έχουν και έναν απώτερο στόχο: να αγοράσουν ένα νησί!
Ο στόχος αυτός, όπως όλοι ξέρουμε, τελικά δεν επιτεύχθηκε. Εκείνο που δεν ξέρουμε, είναι πώς προέκυψε η ιδέα για την αγορά ενός ελληνικού νησιού, ποιοι ήταν οι λόγοι που εμπόδισαν την πραγματοποίηση αυτής της ιδέας και ποιες θα ήταν, άραγε οι επιπτώσεις στην πορεία των Beatles, αν οι επιδιώξεις τους είχαν ευοδωθεί.
ΑΝΑΓΚΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟ
Το 1967, οι Beatles βρίσκονταν στην κορυφή του κόσμου. Η μουσική τους είχε πλέον καταστεί το soundtrack μιας ολόκληρης γενιάς που ζούσε το «Καλοκαίρι της Αγάπης» και η επιρροή τους σε κάθε πτυχή της ζωής των νέων ήταν αδιαμφισβήτητη. Ωστόσο, παρά τη διεθνή αναγνώριση, ή μάλλον εξαιτίας αυτής, υπήρχε -και εντεινόταν όλο και περισσότερο- μια αίσθηση διαρκούς πίεσης, που τους οδηγούσε στην ανάγκη να δραπετεύσουν. Να βρουν ένα ησυχαστήριο, όπου θα μπορούσαν να «χαθούν» για όσο καιρό θα ήθελαν και να ασχοληθούν απερίσπαστοι με τη μουσική τους. Συγχρόνως, να μπορούν να ζουν μια φυσιολογική καθημερινότητα με τις οικογένειές τους και τους φίλους τους, να μπορούν να πίνουν ό,τι θέλουν, να καπνίζουν ό,τι θέλουν, να ξεφαντώνουν όπως θέλουν, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Τι πιο ενδεδειγμένο, λοιπόν, για ηρεμία και απομόνωση από ένα ιδιόκτητο νησί; Και, φυσικά, όχι ένα νησί στη μέση του πουθενά, αλλά κάπου που να έχουν εύκολη πρόσβαση και στον πολιτισμένο κόσμο, όποτε παραστεί ανάγκη. Ποια χώρα θα μπορούσε να προσφέρει αυτά που ζητούσαν; Η απάντηση μοιάζει αυτονόητη: η Ελλάδα! Η Ελλάδα, με τα 6.000 νησιά της, το ήπιο κλίμα της και την ζωντανή παράδοσή της, φάνταζε το ιδανικό σκηνικό για το όνειρό τους. Εμπρός λοιπόν, επόμενος σταθμός: Ελλάδα.
ΜΙΑ ΙΔΕΑ ΤΟΥ JOHN LENNON
Η ιδέα για την αγορά του ελληνικού νησιού ανήκει, ασφαλώς, στον John Lennon. Την ξεφούρνισε στους υπόλοιπους μια μέρα που είχαν μαζευτεί στο Λονδίνο να συζητήσουν τις λεπτομέρειες για το νέο τους project, το Magical Mystery Tour. Και μάλιστα, όχι μόνον ανακοίνωσε αυτή τη ρηξικέλευθη ιδέα, είχε ήδη σκεφτεί και τις λεπτομέρειες. Θα μετακόμιζαν εκεί με τις οικογένειές τους, τους τεχνικούς τους και τους φίλους τους. Θα έχτιζαν πέντε βίλλες, μία για κάθε μέλος του γκρουπ και μία για τον Brian Epstein (ζούσε ακόμη). Στο μέσο του νησιού, θα ανέγειραν ένα κέντρο ψυχαγωγίας, φτιαγμένο από γυαλί και ατσάλι (στο στυλ του Crystal Palace) και ένα στούντιο ηχογραφήσεων. Θα υπήρχαν βεβαίως και κτίρια για το προσωπικό και τους φίλους. Και όλα αυτά θα συνδέονταν μεταξύ τους με γέφυρες ή σήραγγες. «Θα πάμε να ζήσουμε εκεί για πάντα», έλεγε ο John Lennon, «θα ταξιδεύουμε στην Αγγλία μόνο ως επισκέπτες. Ή ίσως να μοιράζουμε τον χρόνο, έξι μήνες εδώ και έξι μήνες εκεί. Θα είναι υπέροχο να είμαστε μεταξύ μας, στο δικό μας νησί. Θα αξιοποιήσουμε και όσα κτίσματα βρούμε επάνω στο νησί και θα ζούμε εκεί όλοι μαζί, κοινοβιακά». Παρεμπιπτόντως, βλέπει κανείς εδώ κάποια τάση φυγής του John Lennon από τους Beatles, εξαιτίας της Yoko Ono; Αντιθέτως, αυτός πιστεύει ότι θα μείνουν όλοι μαζί για πάντα, κάτι αρκετά ουτοπικό, τη στιγμή που, λίγο-πολύ, όλοι τους είναι στη φάση παντρειάς και ανατροφής παιδιών.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΜΑΡΔΑ
Δεν ξέρουμε πώς ήρθε στον John η ιδέα για το ελληνικό νησί. Δεν ξέρουμε αν το σκέφτηκε μόνος του ή κάποιος άλλος του υπέβαλε την ιδέα. Το βέβαιο είναι, ότι στην ιδέα του αυτή είχε την αμέριστη υποστήριξη του καλού του φίλου Αλέξη Μάρδα, του “magic Alex”, όπως τον αποκαλούσε ο John. Αξίζει να σταθούμε λίγο στον άνθρωπο αυτόν, αν μη τι άλλο, γιατί ήταν Έλληνας και έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην πραγματοποίηση του ταξιδιού των Beatles στην Ελλάδα και στην αναζήτηση του κατάλληλου νησιού.
Ο Αλέξης Μάρδας γεννήθηκε στην Αθήνα, τον Μάιο του 1942. Γιός αξιωματικού του Ελληνικού Στρατού, αποφοίτησε από τη Σχολή Μωραΐτη και στη συνέχεια σπούδασε ηλεκτρονικός. Το 1963, τον βρίσκουμε στο Λονδίνο, με φοιτητική βίζα, να παλεύει για την προώθηση μιας ευρεσιτεχνίας του, που αποκαλούσε “Nothing Box”, μιας συσκευής για τη δημιουργία φωτιστικών εφέ (φωτό αριστερά). Η συσκευή αυτή σήμερα θα θεωρείτο απλοϊκή, τότε όμως ήταν πολύτιμη για το στήσιμο πρωτοποριακών ψυχεδελικών παραστάσεων. Στη φάση εκείνη, ο Μάρδας γνωρίστηκε με τον Brian Jones των Rolling Stones και, μέσω αυτού, με τον John Lennon. Με τον Lennon έτυχε να έχουν πολλά κοινά ενδιαφέροντα και, σύντομα, έγιναν πολύ καλοί φίλοι. Μάλιστα ο John, εντυπωσιασμένος από την ευχέρεια του Αλέξη στα ηλεκτρονικά, τον βάφτισε “magic Alex”. Οι άλλοι Beatles δεν έδειξαν τον ίδιο ενθουσιασμό, κυρίως μετά την ρήξη τους με τον γκουρού Μαχαρίσι, μια ρήξη που προήλθε από τις βιαστικές, και μάλλον αβάσιμες, καταγγελίες του Μάρδα κατά του Ινδού. Ο Lennon πάντως δεν έπαψε να υποστηρίζει τον φίλο του, του ανέθεσε μάλιστα και τη διεύθυνση της εταιρίας Apple Electronics, η οποία δεν πήγε καθόλου καλά, με αποτέλεσμα ο Μάρδας να απολυθεί από τον νεοφερμένο Αμερικανό μάνατζερ Allen Klein. Ανεξάρτητα από όλα αυτά, πάντως, το 1967 οι σχέσεις του Μάρδα με τους Beatles ήταν ακόμη ανέφελες και ο ρόλος του στην υπόθεση του ελληνικού νησιού ήταν ουσιώδης.
Το 1968, ο Μάρδας παντρεύτηκε την μέχρι τότε κοπέλα του, την Ευφροσύνη Δοξιάδη, κόρη του μεγάλου πολεοδόμου και αδελφή του γνωστού συγγραφέα Απόστολου Δοξιάδη. Η Ευφροσύνη ήταν (και είναι) μια εξαιρετική εικαστικός, που έγινε γνωστή κυρίως χάρη στην ενασχόλησή της με τους πίνακες Φαγιούμ. Κάποια στιγμή, οι δρόμοι των δύο νέων χωρίστηκαν και ο Αλέξης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου γνωρίστηκε με την ηθοποιό Τάνια Τρύπη. Οι δυο τους παντρεύτηκαν, έκαναν μια κόρη και, λίγα χρόνια αργότερα, χώρισαν. Ο Μάρδας είχε αποκτήσει, εν τω μεταξύ, ένα σπίτι στην Ύδρα, που έγινε ονομαστό για τα πάρτι που γίνονταν εκεί, με τη συμμετοχή της «υψηλής κοινωνίας». Τον Ιανουάριο του 2017, ο Αλέξης Μάρδας βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στο Κολωνάκι, ολομόναχος ύστερα από όλη αυτή την πολυτάραχη ζωή, με τις τόσες και τόσες γνωριμίες.
ΤΗΝ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ; ΤΗΝ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΝΕΙΣ;
Όλα ωραία και καλά με τα σχέδια των Beatles! Σκέφτηκε όμως άραγε κανείς ότι μόλις 3 μήνες νωρίτερα, στις 21-4-1967, επιβλήθηκε πραξικοπηματικά στην Ελλάδα ένα αυταρχικό, ανελεύθερο και σφόδρα συντηρητικό στρατιωτικό καθεστώς; Πώς ένιωθαν με αυτή την κατάσταση οι Beatles, που ήταν διεθνώς γνωστοί για τις δημοκρατικές τους ευαισθησίες; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό ήρθε από τον John Lennon και ήταν μάλλον απρόσμενη: «Δεν ανησυχώ με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τα σχέδιά μας. Δεν με νοιάζει αν η κυβέρνηση εκεί είναι φασιστική ή κομμουνιστική. Δεν με ενδιαφέρει. Όλοι, λίγο-πολύ, είναι τα ίδια χάλια με εδώ. Ίσως και χειρότερα, οι περισσότεροι». Και καθάρισε!
Αλλά ακόμα και έτσι κυνικά, που το αντιμετώπισε ο John, είχε δίκιο; Πώς θα αντιμετώπιζε η χούντα τους Beatles; Θα τους καλοδεχόταν; Ή θα έστελνε άκλαυτη την ιδέα τους να στήσουν ένα χίπικο κοινόβιο μέσα στην «Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών», όπου θα έπιναν, θα φουμάριζαν και θα έκαναν ελεύθερο σεξ όλη μέρα, διαφθείροντας τα ήθη της τοπικής κοινωνίας; Τα δείγματα, που είχε δώσει ως τότε το χουντικό καθεστώς, θα συμφωνούσαν με το σενάριο της κατηγορηματικής απόρριψης της όλης ιδέας. Γι΄ αυτό και αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη ότι οι Beatles έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό, κατά την άφιξή τους στο Ελληνικό. Όχι απλώς από κορυφαίους εκπροσώπους του Ελληνικού Τουρισμού, αλλά και από ορδές δημοσιογράφων και φωτορεπόρτερ. Μάλιστα, οι κυβερνητικοί παράγοντες είχαν μεριμνήσει και για την διοργάνωση μιας επίσκεψης των Beatles στη γραφική Αράχοβα, πριν ξεκινήσουν την αναγνωριστική κρουαζιέρα τους. Από την επίσκεψη αυτή είναι και η φημισμένη φωτογραφία των Beatles με δύο παραδοσιακούς Έλληνες μουσικούς.
Ποιος όμως προετοίμασε το έδαφος γι’ αυτήν την τόσο θερμή υποδοχή τού συγκροτήματος; Παρόλο που η τυχόν υλοποίηση της ιδέας των Beatles θα είχε έναν ανεκτίμητο αντίκτυπο στην αύξηση του τουρισμού, δεν πιστεύουμε, σε καμία περίπτωση, ότι οι χουντικοί θα ήταν τόσο διορατικοί. Είναι προφανές, ότι κάποιος άλλος είχε στρώσει τον δρόμο. Το πιθανότερο είναι να ήταν ο Αλέξης Μάρδας, ο οποίος είχε ένα μεγάλο κύκλο γνωριμιών, που μάλιστα μεγεθύνθηκε υπέρμετρα, χάρη στη σχέση του με την Ευφροσύνη Δοξιάδη. Άσε που ο πατέρας του, ο Αργύρης Μάρδας, λέγεται ότι ήταν ταγματάρχης της ΚΥΠ, είχε λοιπόν τις σχετικές καθεστωτικές διασυνδέσεις. Τέλος, να μην υποτιμήσουμε την καλή φιλία του Αλέξη Μάρδα με τον Νίκο Μαστοράκη.
Ένας άλλος, εξίσου σοβαρός, συντελεστής για την ενθουσιώδη υποδοχή των Beatles, ακούει στο όνομα Francis Noel-Baker, μεγαλοτσιφλικάς της Εύβοιας και βουλευτής των Εργατικών στο Βρετανικό Κοινοβούλιο, που θα είχε πολλά να κερδίσει αν τυχόν οι Beatles επέλεγαν ένα νησί γύρω από την Εύβοια (όπως θα δούμε, κατά κει πήγαινε το πράγμα). Άλλωστε, ο Noel-Baker ήταν πρόεδρος του ομίλου Ελληνοβρετανικής Φιλίας, οπότε μπορούσε να ασκήσει σημαντική επιρροή. Πάντως, δεν υπάρχει κάποια αντίφαση ανάμεσα στα δύο ενδεχόμενα (της επιρροής Μάρδα ή της επιρροής Noel-Baker). Αντιθέτως, το πιθανότερο είναι να συνέβησαν και τα δύο συγχρόνως.
ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΑ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ
Και, επιτέλους, το ταξίδι ξεκινάει, μόνον για τους τρεις Beatles, γιατί ο καημένος ο Ringo έπρεπε να επιστρέψει εσπευσμένα στο Λονδίνο. Όπως, μάλιστα, μας ενημερώνει η εφημερίδα «Το Βήμα» στις 26-7-1967, σε ρεπορτάζ του Λάμπη Τσιριγωτάκη: «Τόν Ρíνγκο καí τόν γραμματέα του, συνώδευσε μέχρι τό ἀεροδρόμιο, ὁ κ. Ἀργύρης Μάρδας, πατέρας τοῦ νέου πού φιλοξενεῖ ἐδῶ τούς Μπήτλς». Για την κρουαζιέρα τους είχε ναυλωθεί η θαλαμηγός “Arvi”, ένα υπέροχο ξύλινο σκαρί, με 24 κουκέτες και 8μελές πλήρωμα.
«Νοικιάσαμε ένα σκάφος και πλεύσαμε πάνω-κάτω στην ακτή από την Αθήνα, κοιτάζοντας νησιά», θυμόταν αργότερα ο George Harrison. «Κάποιος είχε πει ότι έπρεπε να επενδύσουμε κάποια χρήματα, οπότε σκεφτήκαμε: ‘Ωραία λοιπόν, ας αγοράσουμε ένα νησί. Θα πάμε εκεί και θα αποσυρθούμε’. Ήταν φοβερό ταξίδι. Ο John κι εγώ ήμασταν διαρκώς μαστουρωμένοι και καθόμασταν στην πλώρη, παίζοντας γιουκαλίλι. Είχαμε την Ελλάδα αριστερά μας και ένα μεγάλο νησί (Σ.Σ. την Εύβοια) δεξιά μας. Κάποια στιγμή, αποβιβαστήκαμε σε μια μικρή παραλία με έναν παλιό οικισμό, όμως μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη στεριά, άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Ήταν μια θύελλα με αστραπές και βροντές, οπότε καταφύγαμε στο μόνο όρθιο σπίτι της περιοχής, που ήταν το σπίτι ενός ψαρά. Στριμωχτήκαμε όλοι εκεί μέσα και του είπαμε του ανθρώπου: ‘Συγγνώμη αφεντικό, δεν θα είχες αντίρρηση να μας προσφέρεις ένα προσωρινό καταφύγιο, έτσι δεν είναι;’. Η παραλία ήταν γεμάτη μεγάλα βότσαλα, αλλά ο Alex (Σ.Σ. ο Αλέξης Μάρδας) μάς καθησύχασε: ‘Μην σας νοιάζει, θα βάλουμε τον Στρατό να τα απομακρύνει και να φέρει άμμο’. Όμως, γυρίσαμε στο yacht και φύγαμε και ούτε που το ξανάδαμε αυτό το νησάκι».
Σύμφωνα με το δρομολόγιο του σκάφους, οι Beatles επισκέφτηκαν το νησάκι Αγία Τριάδα, μέσα στον Ευβοϊκό Κόλπο και την Τσουγκριά, κοντά στη Σκιάθο. Φαίνεται ότι η Τσουγκριά τούς τράβηξε το ενδιαφέρον και ρώτησαν να μάθουν πόσο τιμάται. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Μακεδονία» της 29-7-1967, το κόστος του νησιού ανερχόταν σε 12,5 εκατομμύρια δραχμές (δηλαδή £ 150.000), όμως: «Tό ὑπουργεῖον γεωργíας ἀπηγόρευσε τήν πώλησιν καí ἀπέρριψε τήν παρέμβασιν τοῦ τουρισμοῦ, πού φαντάζεται ὅτι ὅλα εἶναι «παρᾶς» καí τíποτε ἄλλο καí ἐκινήθη ὑπέρ τῆς πωλήσεως». Η εφημερίδα παραθέτει επίσης ένα σχόλιο του Paul McCarrtney: «Θέλαμε νά τό ἀγοράσουμε, εἶπεν ὁ ἐκ τῶν Μπήτλς, Πώλ, ἀλλά δέν μάς τό πουλᾶνε πιά. Μᾶς εἶπαν ὅτι δέν ἐπιτρέπεται πιά ἡ πώλησις μεγάλων κομματιῶν γῆς στήν Ἑλλάδα»
.
Το δρομολόγιο περιλάμβανε ακόμα τα Λιχαδονήσια, ένα αρχιπέλαγος βορειοδυτικά της Εύβοιας, που ήταν -κατά πάσα πιθανότητα- η προτιμότερη επιλογή των Beatles, καθώς τα Λιχαδονήσια βρίσκονται κοντά τόσο στην Αιδηψό, όσο και στα Καμένα Βούρλα, κάτι που οι Beatles το εύρισκαν πολύ βολικό.
ΟΝΕΙΡΟ ΑΠΑΤΗΛΟ
Το όνειρο του νησιού δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Φαίνεται πως, τελικά, οι ιδεολογικές αναστολές των συνταγματαρχών ήταν ισχυρότερες από το κίνητρο της αύξησης του τουρισμού. Η γραφειοκρατία ύψωσε ανυπέρβλητα εμπόδια στα σχέδια των Beatles. Ίσως για καλό. Ποιος ξέρει πού θα κατέληγε αυτή η μόνιμη συγκατοίκηση τεσσάρων τόσο ισχυρών προσωπικοτήτων. Μπορεί το τέλος του συγκροτήματος να είχε επέλθει ακόμα νωρίτερα. Κι έτσι, η ιδέα του ιδιόκτητου νησιού αποδείχτηκε «ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό», που τραγουδούσε ο Σταμάτης Κόκοτας εκείνη την εποχή. Η ουτοπική έμπνευση του John Lennon θάφτηκε κάτω από την καυτή μεσογειακή άμμο. Και τίποτα δεν απέμεινε για να την θυμίζει. Τίποτα; Όχι ακριβώς! Σύμφωνα με τον ψύχραιμο (και πλακατζή) George Harrison, προέκυψε ένα απροσδόκητο κέρδος: «Ξέρετε, ήταν η πρώτη φορά που μια επιχείρηση των Beatles απέφερε κάποιο όφελος για το συγκρότημα. Προκειμένου να αγοράσουμε το νησί, είχαμε μετατρέψει σε δολάρια ΗΠΑ ένα ποσό 90.000 λιρών. Όμως, όταν επιστρέψαμε στην Αγγλία, η τιμή αγοράς του δολαρίου είχε αυξηθεί, οπότε, ξαναγυρίζοντας τα δολάρια σε λίρες, βγάλαμε κάπου 20 σελίνια ο καθένας».
Την άλλη Κυριακή: Ο Κώστας Τσιρανίδης παρακαολούθησε την Back to the Beginning συναυλία και Γράφει.
ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ
27/7/25






Δημοσίευση σχολίου