THIN LIZZY – LIVE AND DANGEROUS ΙΣΩΣ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ LIVE ALBUM ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ

Πως ξεκινάει κάποιος να γράψει για το «Live And Dangerous»;  Για τους Thin Lizzy στο απόγειο της καριέρας τους; Για το δεύτερο ζωντανό ιερό τέρας των seventies μετά το θεϊκό «Made In Japan» των θεών Deep Purple; Ένας δίσκος που έθεσε τα πρότυπα για τα live albums που θα ακολουθούσαν (μαζί με το εξίσου τεράστιο «Strangers In The Night» των U.F.O. που ακολούθησε 8 μήνες αργότερα) Για καιρό δίσταζα να γράψω για το συγκεκριμένο live. Το ειδικό του βάρος, βλέπετε, ο θρύλος που έχει αφήσει πίσω του, το γεγονός ότι έχει παρουσιαστεί και αναλυθεί όσο λίγα live albums στην ιστορία του rock, μιας και πολλάκις έχει φιγουράρει στο πάνω ράφι των καλύτερων live album όλων των εποχών (το καλύτερο για κάποιους), με αποθάρρυναν από το να επιχειρήσω κάτι παρόμοιο.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι απλό από τώρα. Δεν έχει υπάρξει και ούτε πρόκειται να ξαναυπάρξει συγκρότημα σαν τους Thin Lizzy. Δεν λέω «μεγαλύτερο», δεν λέω «πιο επιτυχημένο», δεν λέω «επιδραστικότερο». Μιλάω για αυτό το «κάτι», τον απροσδιόριστο παράγοντα, την αύρα, την ενέργεια, που τους χαρίζει εύκολα μία θέση στο πάνθεο της μουσικής κληρονομιάς του αιώνα που μας πέρασε, στο rock και όχι μόνο.

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ
Η χρονιά είναι 1976, μέχρι να δείξουν τα δόντια τους σε όλο τον κόσμο του hard rock, είχαν ήδη περάσει επτά χρόνια «φαγούρας» από την ίδρυση τους, και οι Thin Lizzy ήταν σε θέση να παρουσιάσουν ένα μόνο ουσιαστικό hit στην σταδιοδρομία τους, το «Whisky In The Jar» (το οποίο ήταν, μάλιστα, διασκευή σε ένα παραδοσιακό ιρλανδικό τραγούδι) από το 1972. Το συγκεκριμένο κομμάτι είχε πάει στο ιρλανδικό νο. 1 ως single, ενώ στην Μ. Βρετανία είχε ανέβει επίσης ψηλά, στο νο. 6. Παρόλαυτα, ο χαρισματικός Phil Lynott, δυσαρεστήθηκε κάπως με την επιτυχία του συγκεκριμένου single, διότι κατά την άποψη του δεν ήταν ενδεικτικό της δυναμικής του συγκροτήματος, και θεώρησε ότι η δημοφιλής κέλτικη μελωδία του επισκίαζε τις όποιες άλλες μουσικές ιδέες ήθελε να εξαπολύσει στο κοινό τους.


Οι τροχοί της αλλαγής ξεκίνησαν όταν για πρώτη φορά βρέθηκε μαζί το, κατά προσωπική μου εκτίμηση και κατά πάσα πιθανότητα, καλύτερο κιθαριστικό δίδυμο όλων των εποχών. Ήτοι, οι κ.κ. Scott Gorham εξ Αμερικής και Brian Robertson, εκ Σκωτίας. 
Μόνο που ο Lynott δεν θα έμενε έρμαιο των επιλογών του κάθε μουσικού στο συγκρότημα του. Αυτή την φορά αποφάσισε να προσκαλέσει στους Thin Lizzy όχι έναν αλλά δύο κιθαρίστες, με διττό σκοπό. Αρχικά, όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος, με την απλή λογική ότι σε περίπτωση που έφευγε ο ένας, θα είχε δεύτερο να τον καλύψει (όταν καείς στον χυλό…φυσάς και το γιαούρτι!). Επιπλέον, θα αποτολμούσε την κιθαριστική προσέγγιση που πρώτοι οι Wishbone Ash είχαν εισάγει στο βρετανικό ροκ (το είχαν δουλέψει και οι Allman Brothers στις ΗΠΑ λίγο παλιότερα), τις αρμονικές, μεγαλοπρεπείς και γλυκές καθαριστικές δισολίες, που έδιναν βάθος, έκταση και ατμόσφαιρα στα τραγούδια, ενώ θα εξυπηρετούσαν ιδανικά το λυρικό στυλ της μουσικής που ο Lynott τόσο πολύ ήθελε να γράφει και να παίζει. Ουσιαστικά, θα ήταν η πρώτη φορά που δύο κιθαρίστες θα ενσάρκωναν την διπλή συγχρονισμένη κιθαριστική επίθεση με περίτεχνα συντονισμένα σόλο. Ο Καλιφορνέζος Scott Gorham ήταν γαμπρός του ντράμερ των Supertramp Bob Siebenberg (είχε παμντρευτεί την αδελφή του) που έπεισε τον Gorham να τον ακολουθήσει στην Αγγλία, με την ελπίδα να παίξουν στο ίδιο σχήμα. Ο Gorham δεν μπόρεσε να συνεργαστεί με τον φίλο του, οπότε άρχισε να παίζει με μια σειρά από μπάντες σε παμπ εντός Λονδίνου, πριν ξεκινήσει τη δική του μπάντα, τους Fast Buck (για την ιστορία οι Fast Buck έβγαλαν ένα άλμπουμ όλο κι όλο, μετά την αποχώρηση του Gorham, ενώ ο κιθαρίστας τους Ed Hamilton έγραψε το μεγάλο hit «Night Games» για τον Graham Bonnet).

Το 1974, ένας γνωστός του μουσικός, ο Ruan O'Lochlainn, του πρότεινε να πάει στις οντισιόν που πραγματοποιούσε κάποιος … Phil Lynott, ο άτυπα αρχηγός και ένας εκ των ιδρυτών του συγκροτήματος (ο άλλος ήταν ο τεράστιος drummer τους Brian Downey) των Thin Lizzy. Με τον Gorham ως βάση, το δίδυμο συμπληρώθηκε με έναν νεαρό και φασαριόζο Σκωτσέζο, τον 18χρονο Brian Robertson από την Γλασκόβη. Επαγγελματικά, ο ταλαντούχος «Robbo» (όπως τον αποκαλούσε ο Lynott για να τον ξεχωρίζει από τον έτερο Brian, τον Downey), ξεκίνησε ουσιαστικά με τους Thin Lizzy, και σχετικά νωρίς φάνηκε ότιήταν ικανός για το καλύτερο επί σκηνής, αλλά και για το χειρότερο εκτός σκηνής (όπως δυστυχώς αποδείχθηκε στην συνέχεια). Ο Robertson ήρθε και έκατσε τέλεια με τους υπόλοιπους Thin Lizzy, οι οποίοι πλέον φαίνονταν να εξελίσσονται σε μία μουσική μπάντα-συμμορία, φουλ σε τεστοστερόνη, παρά μία τυπική συνεύρεση τεσσάρων μουσικών. Η αντίθεση που έκανε με τον Scott Gorham, τόσο στην κιθαριστική προσέγγιση, όσο και στην παρουσία, λειτούργησε ως καταλύτης στην πετυχημένη (από κάθε άποψη) συνεργασία τους για τα επόμενα τέσσερα χρυσά χρόνια.



 




LIVE AND DANGEROUS: ΤΙ ΚΡΑΤΑΕΙ Ο ΑΚΡΟΑΤΗΣ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΟΥ
Ο χαρισματικός Phil Lynott ήταν, το δίχως άλλο, μία από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες στο χώρο του rock. Εκεί ψηλά με προσωπικότητες όπως ο Lemmy, o Bon Scott και ο Freddie Mercury. Δεν υπάρχει άλλο εξώφυλλο άλμπουμ, εκτός του «Live And Dangerous» που να γίνεται πιο αισθητή η δύναμη και η αύρα που έβγαζε αυτός ο φοβερός τύπος. Αναμφίβολα ο σταρ και φυσικός ηγέτης των Thin Lizzy, από μαύρο Βραζιλιάνο πατέρα, και Ιρλανδή μητέρα, συνδύαζε τον αέρα του Jimi Hendrix με την σοφία και ποίηση του δρόμου, όπως την εξέφραζε ο συμπατριώτης του Van Morrison. Ένας σωστός «αρχηγός αγέλης», με παραδοσιακές αξίες, έντονη ζωή και ακόμα πιο έντονα πάθη, από τα οποία δεν μπορούσε να ξεφύγει. Μετρημένα προκλητικός, «αρσενικός» με υπερβολικά δυναμικό (οριακά επιθετικό) τρόπο, έξυπνος, ετοιμόλογος και αστείος (σαν σωστός Ιρλανδός), συναισθηματικός, χαλαρός και υποστηρικτικός σε άλλες περιπτώσεις, o Lynott μαγνήτιζε το κοινό και το κρατούσε στο χέρι, από το πρώτο κιόλας λεπτό, χρησιμοποιώντας μάλιστα και το μπάσο του, έχοντας αντικαταστήσει το πλαστικό pickguard του με ένα κομμάτι καθρέφτη που άστραφτε καθώς οι προβολείς αντανακλούσαν επάνω του. Είναι από τις μεγάλες αμαρτίες στην ιστορία του rock, που η ηρωίνη θα χαράμιζε έναν τόσο ιδιαίτερο και ταλαντούχο καλλιτέχνη, θα ρουφούσε σταδιακά την ζωή από μέσα του, θα τον έκανε ψεύτη, δύσκολο και θα κατέστρεφε τις οικογενειακές του σχέσεις. Φαινομενικά, μόνο δύο άτομα μπορούσαν να σταθούν με σθένος στο πλευρό του. Το ένα ήταν η μητέρα του Philomena Lynott.
Το άλλο ήταν ο βράχος, η ήρεμη δύναμη των Thin Lizzy, o άπαιχτος drummer τους, ο Brian Downey. Γέννημα-θρέμμα του Δουβλίνου, του άρεσε πολύ η jazz, αλλά και κλασικά rock συγκροτήματα από την δεκαετία του ’60, όπως οι Kinks, οι Beatles και οι Rolling Stones. Σε καμία περίπτωση ένας υπερβολικά τεχνικός ή επιδειξίας drummer, που δεν διέθετε την εικόνα και την στόφα ενός rock star (σε τέλεια αντίθεση με τον Lynott), o Downey ήταν απλά ο τέλειος παίχτης για τους Thin Lizzy. Οι ρυθμοί και τα μοτίβα που αναπαρήγαγε στο στούντιο και στις συναυλίες ήταν απολαυστικά, θεμελίωναν ιδανικά τα τραγούδια, και ήταν μαιτρ της οικονομίας και αποτελεσματικότητας στο παίξιμο, που εγώ προσωπικά μπορώ άνετα να τον συγκρίνω με τον μεγάλο Jeff Porcaro των Toto. Αλλά για τον Lynott, η μεγαλύτερη υπόθεση ήταν ότι παρέμεινε μαζί του μέχρι το τέλος.
Το κιθαριστικό δίδυμο-φωτιά των Gorham και Robertson, με ένα ελαφρύ κούρδισμα προς τα κάτω (ένα ημιτόνιο) απέκτησε ένα πιο βαρύ και δυναμικό ήχο, κάτι που είχε κάνει πρώτος ο Hendrix παλιότερα. Πρακτικά, εξελίσσουν το στυλ των Wishbone Ash και δημιουργούν την πλατφόρμα πάνω στην οποία τόσοι και τόσοι πάτησαν, ως προς τον τρόπο που γραφόταν και παιζόταν μουσική από δύο κιθαρίστες. Εντυπωσιακοί σαν υπερήρωες, με τις δύο Gibson Les Paul τους να εκτοξεύουν ατελείωτες ριπές ηλεκτρισμού ξεχωριστά και συντονισμένα, δεν χαλάλιζαν τίποτα και σε κανέναν.
Με το πρώτο άγγιγμα της βελόνας στο βινύλιο, έχουμε την ιδανική αρχή με το «Jailbreak», από το ομώνυμο τους album του 1976. Γεμάτο μελωδία και κοφτά, ρυθμικά riff, ξεσηκώνει αμέσως το εύφλεκτο κοινό, που δεν θέλει πολλά-πολλά για να αρχίσει να επευφημεί τους Lizzy με το καλημέρα (ή πιο σωστά καλησπέρα, μιας και ήταν βράδυ η συναυλία). Η σειρήνα πριν τα σόλο βοηθάει στην δημιουργία κλίματος αναρχίας στις τάξεις του κόσμου.


Το τραγούδι που ακολουθεί είναι πάλι από το «Jailbreak» και είναι μαγικό. Απλά επικό. Ο Lynott αναζητά Ιρλανδικό αίμα στο κοινό, και αναγγέλλει το «Emerald». Αιθέριο, ιαμβικό, ιστορίες για μάχες και συγκρούσεις, μπολιασμένες με το πάθος του Lynott για την ιρλανδική μυθιστορία, που ήταν ένα ακόμα αγαπημένο του θέμα έμπνευσης, πέρα από τα βιώματα του και τον δρόμο, με τα καλά του και τα κακά του. Αν δεν πειστήκατε με το «Jailbreak» που ξεκινάει το album, το «Emerald» θα ξεκαθαρίσει το πρόβλημα μια και καλή. Απίστευτα τα κιθαριστικά μέρη, τόσο στις δισολίες όσο και στα ξεχωριστά σόλο όπου ανταλλάσσουν πυρά οι Gorham και Robertson.
Ώρα για λίγη χαλάρωση, και είναι η κατάλληλη στιγμή για το «Southbound», τραγούδι που συνάδει με την ταξιδιάρικη και ανήσυχη φύση του Lynott, όπως όταν πρωτοπήγε νότια στο Λονδίνο από το Δουβλίνο, στις αρχές της καριέρας τους. Τραγικά έρχεται στο μυαλό και η φευγαλέα μοίρα του. Παρόλαυτα, ταιριάζει απόλυτα ο χαρακτήρας του αφηγητή, του περαστικού ταξιδιώτη που έρχεται και φεύγει ελεύθερος, όποτε το επιλέξει ο ίδιος, με την φυσιογνωμία του αλήτη ποιητή Phil Lynott.
Η πρώτη πλευρά του album κλείνει με το «δανεικό» από τον Bob Seger «Rosalie», με την προσθήκη του θέματος «Cowgirl’s Song», που επιμελήθηκαν οι Lynott και Downey. Κάπου εκεί στην μέση του κομματιού, ο Lynott δίνει μικρόφωνο στο κοινό, που χειροκροτεί ρυθμικά και έχει πάρει φωτιά σαν καμίνι. Όλος ο χώρος δονείται από τις ατάκες του Lynott και τις εκδηλώσεις του κόσμου.
Γυρνώντας το βινύλιο και βάζοντας πάλι σε κίνηση τις στροφές, ακούγεται το πιο πρόσφατο (για την εποχή) hit του συγκροτήματος, το ανέμελο «Dancing in the Moonlight (It's Caught Me in Its Spotlight)». Φήμες λένε ότι ο Lynott είχε στο μυαλό του τους υποστηρικτές της αγαπημένης του Manchester United όταν το έγραφε, ελαφρώς στο πνεύμα του «Moondance» από τον επίσης αγαπημένο του Van Morrison. Οι Thin Lizzy αποδεικνύουν εμφατικά ότι δεν σνομπάρουν τα άλλα μουσικά είδη, παραδίδοντας ένα κομμάτι με swing και jazz γυρίσματα, παιχνιδιάρικη διάθεση και το πολύ όμορφο σαξόφωνο του John Earle από το support group τους, τους Graham Parker & The Rumour (στην στούντιο εκτέλεση το σόλο σαξόφωνο είναι από τον John Helliwell των Supertramp). Απλά, ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των fans.
Σε διάστημα μικρότερο των τριών λεπτών ακούμε την κραυγή αγωνίας του «Massacre», που ακολουθεί. Σχεδόν πολεμοχαρές, από αυτά τα τραγούδια με τον καλπάζοντα ρυθμό που τόσο πολύ αγαπάμε, και επηρέασαν καλλιτέχνες όπως οι Maiden (άλλωστε όπως προείπα, το διασκεύασαν ως b-side σε single τους). Σκοτεινό, βιωματικό με παραλληλισμούς για τον ίδιο τον Lynott, για τους προσωπικούς του «δαίμονες».
Και κάπου εδώ έρχεται το δεύτερο προσωπικό μου highlight του album μετά το «Emerald». Η μπαλάντα που τελειώνει όλες τις μπαλάντες. Το «φτωχό» «Still In Love With You» που πρωτοακούσαμε στο «Nightlife» του 1974, αποθεώνεται σε μία live εκτέλεση δίχως προηγούμενο, προκαλώντας την καρδιά και τα συναισθήματα με κάθε του δευτερόλεπτο. Ωδή στον χαμένο έρωτα από τις λίγες, σε όλα τα είδη μουσικής όλων των δεκαετιών. Μαγικό το σόλο από τον Brian Robertson (το σόλο στο στουντιακό κομμάτι ήταν από τον Gary Moore), πλασμένο μόνο για την σπαραξικάρδια ερμηνεία του Phil Lynott. Μουσική για σεμινάριο, στίχοι για πολλά ποτά και τσιγάρα, τεκμήριο για το πως οι Thin Lizzy άγγιξαν την τελειότητα.
Βαρύ το φορτίο οποιουδήποτε κομματιού θα ακολουθούσε, αλλά μόνο οι Lizzy έχουν την ευχέρεια να συνεχίσουν μετά από το έπος. Και κλείνουν την δεύτερη πλευρά του «Live And Dangerous» με το σχεδόν … disco (!) «Johnny the Fox Meets Jimmy the Weed», αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά πως ο Lynott ήξερε να εξιστορεί και να «ζωγραφίζει» ιστορίες, σαν τους παραμυθάδες του παλιού καιρού. Είναι λίγο ύποπτο, αλλά και funky, σαν κάποιος μάγκας να σε στραβοκοιτάει από την γωνιά του δρόμου. Λέγεται πως αυτό το κομμάτι ήταν ένα από τα δύο τραγούδια των Thin Lizzy που γινόταν έμμεση αναφορά στον υπόκοσμο του Manchester, και συγκεκριμένα σε μία παρέα από gangster με το «εταιρικό» όνομα «The Quality Street Gang». Ο Johnny (The Fox) και ο Jimmy (The Weed) ήταν πραγματικά ονόματα από μέλη αυτής της παρέας, και μάλιστα όταν το album έγινε χρυσό, ο Lynott δώρισε τον δικό του χρυσό δίσκο στον Jimmy (The Weed).
Μετά την αγχωτική και βασανιστική διαδικασία να μπει το επόμενο βινύλιο κάτω από την βελόνα του πικάπ (στα cd δεν υφίσταται τέτοιο θέμα), οι Thin Lizzy μας παίρνουν από το χέρι για μία ακόμη βόλτα, αυτή την φορά στην Άγρια Δύση, με έναν cowboy που συνδύαζε την όψη του Clint Eastwood, τον αέρα του Ροδόλφο Βαλεντίνο και την μοναδικότητα του … George Best! Το «Cowboy Song» είναι ένα ακόμη εξαιρετικό δείγμα γραφής του πως δύο κιθάρες μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά και εντυπωσιακά, ενώ θεματικά είναι εμπνευσμένο από τις περιπλανήσεις των Lizzy στην Αμερική, στην περιοχή που λέμε Midwest. Στο τέλος του τραγουδιού έρχεται η τέλεια στιγμή σε ένα τέλειο live. «..the cowboy’s life...is the life for me» και….
… δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος πρόλογος για το πιο γνωστό και επιτυχημένο τραγούδι των Thin Lizzy. Ο απανταχού ύμνος της παρέας, το φοβερό «The Boys Are Back In Town». Το τραγούδι που τους χάρισε επιτυχία σε Ευρώπη και ΗΠΑ, που ακόμα παίζεται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς ανά τον κόσμο, το μοναδικό τραγούδι που φέρνει τους Thin Lizzy στο μυαλό των πολλών. Εντυπωσιακή η υποδοχή από το κοινό, μιας και είναι από τα αγαπημένα τραγούδια. Ο Lynott σχεδόν απαγγέλει τους στίχους (σαν να σου μιλάει προσωπικά), και καλεί όλη την «συμμορία» από κάτω στα όπλα. Είναι περίεργο, αν σκεφτεί κανείς, ότι το συγκεκριμένο τραγούδι παραλίγο να μείνει εκτός του album «Jailbreak», και μία από τις περιπτώσεις που το management επέμεινε και κέρδισε το στοίχημα, όταν το «The Boys Are Back in Town» άρχισε να ανεβαίνει ψηλά στα charts. Ακόμη μία έμμεση αναφορά στην «Quality Street Gang» που σύχναζε στο Clifton Grange (ή Showbiz) Hotel του Manchester (ανάμεσα τους και ο διάσημος George Best, που ήταν φίλος του Lynott), όπου εργαζόταν η Philomena Lynott. Εμπνευσμένο από τους fans στις συναυλίες και με σεβασμό στους βιοπαλαιστές της εργατικής τάξης που έβγαιναν έξω και απλά ήθελαν να χαλαρώσουν και να περάσουν καλά, το «The Boys Are Back In Town» είναι πάνω απ’ όλα ένα φοβερό rock τραγούδι-ύμνος στον ενθουσιασμό, την διασκέδαση και το αίσθημα να είσαι μέλος μιας δεμένης παρέας, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι Thin Lizzy ήθελαν να κάνουν το ακροατήριο τους να νιώσει.
Η τριάδα που ακολουθεί είναι πραγματικά δυναμίτης. Ξεκίνημα με το «Don’t Believe A Word» που διαλύει τα πάντα στο πέρασμα του, ένα τραγούδι που ο ίδιος ο Robertson, μετά από έντονη λογομαχία με τον Lynott, μετουσίωσε από ένα αργό και ατμοσφαιρικό blublues κομμάτι, σε ένα hard rock τυφώνα δύο λεπτών και κάτι (!) που δεν χαρίζει ούτε μία σπιθαμή εδάφους. Το νόημα διττό. Είτε πρόκειται για κάποιον που ειρωνικά απευθύνεται στην κοπέλα που αγαπάει και αυτή τον αμφισβητεί, είτε την προειδοποίει για τον άστατο χαρακτήρα του και την συμβουλεύει να μην τον πιστέψει. Όπως και να έχει πρόκειται για έναν ακόμη rock ύμνο, καταιγιστικό, σαν τον χαρακτήρα των ίδιων των Lizzy, και επίσης πολυαγαπημένο τραγούδι των fans.
Ακολουθεί το τρίτο προσωπικό μου highlight από το album, το μέχρι τότε απλά καλό «Warriors» από το «Jailbreak», το οποίο αποκτά επικές διαστάσεις στο «Live And Dangerous». Δισολίες, τέμπο καλπασμού, ρυθμικό με ιδιαίτερο groove, το «Warriors» είναι επίδειξη διπλής κιθαριστικής ισχύος, που αφήνει το κοινό εμβρόντητο. Αντιπολεμικό το θέμα, το οποίο δουλεύει εξαιρετικά σε αντίθεση με το ηχητικό background.
Η τρίτη πλευρά του δίσκου κλείνει με το «Are You Ready», το οποίο πολλοί θα ήθελαν να έχουν για ξεκίνημα στο live ρεπερτόριο τους (αλλά δεν το είχαν), όπως συχνά έκαναν και οι Thin Lizzy, για να ζεστάνουν το κοινό, και εδώ μπορούν και το βγάζουν στο πλαίσιο του live album τους χωρίς να το έχουν κυκλοφορήσει πουθενά και ποτέ! Μία έκπληξη για τους fans, η ερώτηση προφανώς και είναι ρητορική, μιας και όσοι τους είχαν ξαναδεί ήξεραν τι τους περιμένει και αυτοί που πήγαιναν για πρώτη φορά δεν είχαν την παραμικρή ιδέα τι θα τους συνέβαινε! Απλά σαρωτικό.
Στην τελευταία πίστα της ζωντανής αυτής περιπέτειας, το εμπνευσμένο από την αμερικανική τηλεοπτική σειρά «Perry Mason» με τίτλο «Suicide» ξεκινάει την τέταρτη πλευρά του «Live And Dangerous». Το επεισόδιο «The Case Of The Lover’s Leap» είχε κάνει ιδιαίτερη αίσθηση στον Lynott, που έγραψε ένα τραγούδι για την υπόθεση του Roy Comstock που διαχειρίζεται το οικονομικό μέρος σε μια συμφωνία ακινήτων με τον Peter Brent. Ωστόσο, το διαζύγιό του Comstock του αποσπά την προσοχή, με τον Brent να ανησυχεί για τις απώλειες που μπορεί να υποστεί. Ο Comstock, στην συνέχεια, υποτίθεται ότι αυτοκτονεί, ο Brent κατηγορείται για τη δολοφονία του και ο εισαγγελέας Perry Mason καλείται να φέρει την αλήθεια στο φως. Οι δισολίες του «Suicide» θα σας θυμίσουν έντονα Iron Maiden.
Το πραγματικό μαργαριτάρι σε αυτό το τμήμα του live, ωστόσο, είναι το «Sha La La» που έπεται, και αναδεικνύει περίτρανα το μεγαλείο του φοβερού drummer των Thin Lizzy, του Brian Downey. Ίσως κάποιοι να το χαρακτήριζαν filler, ένα συμπλήρωμα απλά για να γεμίσει το διπλό βινύλιο, αλλά το κυριολεκτικά καταιγιστικό σόλο του Downey αναιρεί κάθε τέτοιο ισχυρισμό, παρόλο που και το κομμάτι το ίδιο είναι εξαιρετικό, με αναφορές στο βουντού και στα ερωτικά «μαντζούνια».
Ακολουθεί παιχνίδι με το κοινό στο επίσης πρωτοεμφανιζόμενο εδώ «Baby Drives Me Crazy», όπου ο Lynott ξεσηκώνει το κοινό, με τον 12-μετρο blues αυτοσχεδιασμό που είναι απλά ένα jam του συγκροτήματος με απλούς στίχους από τον Lynott. Το κομμάτι αυτό παιζόταν από την εποχή του «Nightlife», και στην φυσαρμόνικα συμμετέχει ο Huey Lewis! Θεωρώ ότι απλά είναι μία φάση που οι Lizzy χαλαρώνουν και ετοιμάζονται να κλείσουν το live, με τον Lynott να συστήνει όλους τους επί σκηνής συντελεστές και να ευχαριστεί το πολυαγαπημένο τους road crew, την δική τους συμμορία, την δική τους αγέλη, όπου για να μπει κανείς έπρεπε να απαντήσει πρώτα θετικά σε τρεις ερωτήσεις (σύμφωνα με τον Scott Gorham). Αν ήξερε να αλλάζει χορδές, αν μπορούσε να δουλέψει για ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, και αν ήταν σε θέση να … πλακώνεται στο ξύλο! Αυτό νομίζω τα λέει όλα για την ομάδα Thin Lizzy!
 To «Live And Dangerous» κλείνει πανηγυρικά με το παλιότερο από όλα τα κομμάτια του set τους, γραμμένο επί ημερών Eric Bell στο συγκρότημα (από το album «Vagabonds of the Western World» του 1973), το τραγούδι του οποίου ο Lynott ήταν ζωντανή ενσάρκωση, με τίτλο «The Rocker». Με όλο τον σεβασμό στον Lemmy, ο Lynott ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο καλύτερος μπασίστας/frontman που πέρασε ποτέ από συγκρότημα. Αλλά πολύ παραπάνω από αυτό ήταν ο αληθινός rocker, αυτός που έζησε για λίγο, έφυγε νωρίς, αλλά το πέρασμα του άφησε μία ανεξίτηλη λάμψη στο μουσικό στερέωμα της αγαπημένης μας μουσικής.
Περιέργως, το «Whiskey In The Jar», η μοναδική τους επιτυχία μέχρι το 1976,  απουσιάζει απότο playlist του «Live And Dangerous»!
 

ΦΑΚΕΛΟΣ OVERDUBS
Πολύς λόγος γίνεται για το «πείραγμα» των live albums με σκοπό να ακούγονται με στουντιακή τελειότητα, αψεγάδιαστα, πεντακάθαρα, και τακτοποιημένα. Φυσικά το Live And Dangerous δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Αμέτρητες ερωτήσεις και εκτενέστατη αμφισβήτηση πως γίνεται ένα τόσο τέλειο live album να μην έχει «πειραχτεί» στο μιξάρισμα. Προσωπικά θα παρότρυνα (και θα προκαλούσα) τον καθένα να ακούσει κάποιο από τα bootleg ή και επίσημα live που κυκλοφόρησαν πολλά χρόνια αργότερα από τους Thin Lizzy, όπως τα «U.K. Tour ‘75» (περιοδεία για το album τους «Fighting», που κυκλοφόρησε το 2008) καθώς και το «Still Dangerous» (2009), από τις ίδιες εμφανίσεις στο Tower Theatre της Φιλαδέλφειας, από όπου αντλήθηκε περιεχόμενο και για το «Live And Dangerous». 
Εκεί θα διαπιστώσει μέχρι και ο τελευταίος άπιστος περί τίνος πρόκειται όταν μιλάμε για live εμφάνιση Thin Lizzy, μιας και οι ηχογραφήσεις έρχονται ατόφιες από την κονσόλα του ήχου, και δεν έχουν πειραχτεί ούτε στο ελάχιστο. Είναι, λοιπόν, άξιο απορίας το γιατί ο παραγωγός τους επί ημερών «Bad Reputation» (1977), «Live And Dangerous» (1978) και «Black Rose: A Rock Legend» (1979), ο Tony Visconti, επέμενε τόσο πολύ, σε σημείο που να γίνεται προκλητικός, ότι το «Live And Dangerous» είναι κατά 75% κατασκευασμένο στο studio. Βαριές κατηγορίες για ένα συγκρότημα που η φήμη του προερχόταν κυρίως από τις εκρηκτικές live εμφανίσεις τους! Μάλιστα ισχυρίζεται ότι τα μόνα στοιχεία που δεν έχουν υποστεί επεξεργασία ήταν οι ήχοι του κοινού και τα drums του Brian Downey. Αρχικά, ο Lynott ζήτησε να ξανακάνουν κάποια προβληματικά σημεία στα φωνητικά, τα οποία επανηχογραφήθηκαν στην εντέλεια. Όταν είδε το αποτέλεσμα, ο Lynott ζήτησε να κάνουν το ίδιο για όλα τα φωνητικά. Εντούτοις, κατά το δεύτερο αυτό πέρασμα, διαπίστωσαν ότι τα δεύτερα φωνητικά από τους Gorham και Robertson έλειπαν κατά το μισό διάστημα των ηχογραφήσεων!
Κάτι το οποίο εξόργιζε τους δύο κιθαρίστες αλλά και τον Lynott. O Robertson υποστηρίζει ότι όποια διόρθωση έγινε ήταν ελάχιστη, ότι ο ίδιος δεν άλλαξε τίποτα, ενώ ο Gorham, με τη σειρά του, είπε πως ξαναδούλεψε μόνο ένα σόλο του και κάποια δεύτερα φωνητικά. O manager τους, Chris O’ Donnell, αναφέρθηκε στην ανάποδη αναλογία, δηλ. 75% live και 25% overdubbing στο studio. Κατά πάσα πιθανότητα, στα φωνητικά του Lynott το περισσότερο. Ο ίδιος ο frontman των Lizzy, το 1980, δήλωσε ότι περιόρισαν τα overdubs στο ελάχιστο, αφού το να πειράξουν τις ηχογραφήσεις παραπάνω θα κατέστρεφε την ατμόσφαιρα, και θα ήταν και κοροϊδία προς τους ίδιους τους fans τους.
Οπότε το ερώτημα για εμάς τους απλούς fans παραμένει. Τι έχει συμβεί πραγματικά; Όντως το πείραξαν σε τόσο μεγάλο βαθμό στο studio; Μήπως ο Visconti τα έσπασε μαζί τους μετά το 1979 και είπε αυτά που είπε; Δεν ξέρω αν θα μάθουμε ποτέ. Το θέμα είναι κατά πόσο αυτό έχει σημασία. Ακόμα και αν στερείται αυθεντικότητας μέχρι ενός σημείου, οι Thin Lizzy μπορούσαν αναμφίβολα να στηρίξουν την μεγάλη φήμη τους μέχρι τέλους. Προξενεί στον ακροατή την αίσθηση (όχι απλά την εντύπωση) ότι κρυμμένο μέσα στα ηχεία είναι το ίδιο το Hammersmith Odeon, σαν να στέκεται στους πάγκους εκεί, σε μία, ίσως, πιο γυαλισμένη εκδοχή. Άλλωστε όλοι όσοι έχουμε πάει σε συναυλία ξέρουμε πόσα πράγματα μπορούν να πάνε λάθος, αλλά και πόσο κακή μπορεί να γίνει η ίδια η ποιότητα του ήχου. Γιατί να θέλει κάποιος, λοιπόν, να πάρει μία τόσο ωμή απόδοση της συναυλίας, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για επίσημη live κυκλοφορία; Οπότε ο στόχος είναι να ακουστεί όσο καλύτερο γίνεται, χωρίς να επέλθει συμβιβασμός με ένα απλό «live στο studio». Άλλωστε, αυτό το album προοριζόταν να το ακούσουν πολλοί που δεν είχαν την τύχη να είναι παρόντες στα live. Και αυτό το έργο το επιτελεί άριστα, ακόμα και μετά τα 42 χρόνια που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι φωτογραφίες στο διπλό εξώφυλλο του άλμπουμ
 
Το Live And Dangerous κυκλοφόρησε την 2η Ιουνίου 1978 και έφτασε στο Νο. 2 των βρετανικών charts, ενώ έμεινε για 62 (!) εβδομάδες. Τελικά έγινε δύο φορές πλατινένιο, πουλώντας πάνω από μισό εκατομμύριο (600.000 για την ακρίβεια) αντίτυπα. Το μόνο album που τους στέρησε την κορυφή ήταν το γλυκανάλατο soundtrack της ταινίας «Grease» με τον John Travolta και την Olivia Newton-John. Ένα «best of» των Thin Lizzy στην ουσία, δεν είναι, σε καμία περίπτωση, υπερβολή να πούμε ότι πήγε το είδος του live album ένα βήμα πιο πέρα, και έθεσε το πρότυπο που πολλοί ακολούθησαν στην συνέχεια. Κυριολεκτικά, σε βάζει μέσα στο κλίμα από το πρώτο δευτερόλεπτο και σε κρατάει καθηλωμένο και ενθουσιασμένο μέχρι το τέλος. Το 1980 κυκλοφόρησε και το οπτικό ντοκουμέντο της συναυλίας, σε βιντεοκασέτα, από την εμφάνιση τους στο Rainbow Theater του Λονδίνου τον Μάρτιο του 1978. 
  • Ο αρχικός τίτλος του ήταν Thin Lizzy Live και η Vertigo προχωρούσε την εκτύπωση δίσκων και εξώφυλλου με αυτόν τον τίτλο. Μια τυχαία συζήτηση του manager τους Chris O'Donell με τον manager των Clash, Bernard Rhodes, έκανε τον O'Donell να σκεφτεί για τίτλο το Live and Dangerous και τηλεφώνησε αμέσως στον Lynott ώστε με την σειρά του να ενηερώσει την Phonogram ότι ο οριστικός τίτλος είναι Live and Dangerous!

Το εξώφυλλο του VHS
 
ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ BRIAN ROBERTSON

Το συγκρότημα άρχισε να περιοδεύει για να προωθήσει το άλμπουμ, αλλά μετά από μια μοναδική συναυλία στην Ίμπιζα, ο Lynott και ο Robertson είχαν έναν άσχημο καυγά, με αποτέλεσμα ο δεύτερος να εγκαταλείψει τους Thin Lizzy δια παντώς, για να σχηματίσει τους Wild Horses με τον πρώην μπασίστα του Rainbow, Jimmy Bain. Αντικαταστάθηκε από τον Gary Moore (στην τρίτη θητεία τους στους Lizzy) με τους οποίους κυκλοφόρησαν το υπέροχο Black Rose: A Rock Legend το 1979, που έφτασε επίσης στο Nο.2 των βρετανικών charts. Η πορεία τους, εντούτοις, θα ήταν ταραχώδης από εκεί και πέρα, διότι τα ναρκωτικά είχαν πάρει τον έλεγχο των Lynott και Gorham, σε βαθμό που φάνηκε ότι οι Thin Lizzy δεν θα ήταν σε θέση να σώζουν το παιχνίδι για πολύ ακόμη. Με μία μικρή τελευταία αναλαμπή το 1983, οπότε και κυκλοφόρησαν το εντυπωσιακότατο, φοβερό Thunder And Lightning (Nο. 4 UK), με τον νεαρό θεό της κιθάρας John Sykes στο πλευρό του Gorham, αποφάσισαν να κλείσουν τον κύκλο τους με μία αποχαιρετιστήρια περιοδεία, από όπου κυκλοφόρησε το δεύτερο διπλό τους live, με τίτλο Live Life (Nο. 29 UK). Εκεί θα ήταν και η τελευταία εμφάνιση του Brian Robertson, πλάι στους υπόλοιπους κιθαρίστες που πέρασαν από το συγκρότημα, στο απίθανο μαζικό σόλο του The Rocker που κλείνει το album. Τρία χρόνια αργότερα, ο κόσμος της rock, θα θρηνούσε την απώλεια του μεγάλου οπλαρχηγού και ρομαντικού ποιητή, του μοναδικού Phil Lynott, από υπερβολική δόση ναρκωτικών, την 4η Ιανουαρίου του 1986, σε ηλικία μόλις 36 χρονών..
Δεν έχει υπάρξει και ούτε πρόκειται να ξαναϋπάρξει συγκρότημα σαν τους Thin Lizzy. Και ατράνταχτο τεκμήριο αυτής της πεποίθησης μου είναι ένα από τα καλύτερα live album στην ιστορία της μουσικής, το θεϊκό Live And Dangerous. Μένει μόνο να το διαπιστώσετε κι εσείς, ακούγοντας το ξανά, ή αν είστε τυχεροί, για πρώτη φορά, οπότε και είστε άξιοι ζήλιας και τρομερών ανακαλύψεων!
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
21/6/20

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου