ΚΙΘΑΡΙΣΤΕΣ, ΠΕΡIΑΥΤΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΤΤΟΛΟΓΩΝΤΑΣ



Ο Κώστας Θεοδωρακάκος επιχειρεί ένα καθαριστικό ταξίδι στα νιάτα του αλλά και στην σημερινή πραγματικότητα. ξεκινώντζς από τον....
...Φλεβάρη του 1978 έπεσε σαν βόμβα στην σύγχρονη μουσική η κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ ενός νέου συγκροτήματος. Van Halen.
Και η κατάσταση από τότε δεν θα ήταν ποτέ πια η ίδια. Κανείς δεν μπορούσε να είχε προβλέψει την αλυσιδωτή αντίδραση που θα πυροδοτούσε τα επόμενα χρόνια μέχρι και σήμερα αυτό το άλμπουμ, ούτε πολύ περισσότερο να φαντασθεί τις επιπτώσεις που θα είχε στην πορεία και την εξέλιξη της μουσικής για το καλύτερο ή το χειρότερο, είναι υποκειμενικό και συζητήσιμο.
Την δεκαετία του 1980, σε ένα Monsters of Rock, δεν θυμάμαι ακριβώς την χρονιά και δεν έχει σημασία, ο Bernie Marsden μαζί με τον Gary Moore παρακολουθούσαν από τα παρασκήνια το show των Van Halen. Ο εμβρόντητος  Gary Moore δεν πίστευε σε ό,τι έβλεπε και άκουγε. Ο Marsden το αντιλήφθηκε και γνωρίζοντας την κλάση και το επίπεδο του Gary, του είπε ΄΄…μα και εσύ μπορείς να παίξεις έτσι…΄΄ Ο Gary Moore αρνήθηκε κατηγορηματικά. Δεν μπορούσε.
Όταν λοιπόν κάτι τέτοιο έρχεται από έναν μουσικό ειδικά σαν αυτόν με τέτοιο pedigree, αλλά και από τον Marsden φυσικά, τότε κάτι πραγματικά διαφορετικό έχει συμβεί. Εμείς τότε δεν είχαμε αντιληφθεί την σημασία του για το μέλλον. Μας  άρεσε, ήταν δυνατό και φρέσκο και μέχρι εκεί. Μαζί με εμάς όμως, το ανώνυμο κοινό, το είχαν ακούσει και ορδές νέων επίδοξων κιθαριστών. Και ξεκίνησαν όλοι να παίζουν-παπαγαλίζουν με το τρέμολο, το wah-wah, και φυσικά tapping. Πολύ tapping. Και πολύ hammering.
Το 1982 σκοτώθηκε ο Randy Rhoads. Είχε προλάβει να ηχογραφήσει δύο άλμπουμ με τον Ozzy. Ο θάνατός του εκτόξευσε την δημοτικότητά του και οι έπαινοι για τις ικανότητές του ήταν τώρα περισσότεροι από όταν ήταν εν ζωή.
Το τρίτο και εξίσου σπουδαίο γεγονός συνέβη επίσης το 1982. Εμφανίσθηκε ένας τύπος που έμελλε να στοιχειώσει τις νύχτες αϋπνίας τους. Yngwie Malmsteen.
Στο λεξιλόγιο των κιθαριστών ο όρος «δεξιοτεχνία» έγινε απόλυτη προτεραιότητα. Και το σκηνικό είχε στηθεί. Jason Becker, Marty Friedman, Impelitteri, Steve Stevens, Paul Gilbert, Satriani, Steve Vai, Petrucci, Steve Morse, Shawn Lane, δεν έχει τέλος η λίστα. Όλοι αυτοί, και οι κλώνοι αυτών, απίστευτοι σε ικανότητες κιθαρίστες έπαιζαν και παίζουν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Ο κάθε ένας με τον δικό του τόνο, με τις δικές του αγαπημένες κλίμακες, με τις δικές του custom made signature κιθάρες. Ο Les Paul απέκτησε την δική του το 2013 τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, και οκτώ μετά τον Slash. Το καταλάβατε;
Αυτή η νεώτερη γενιά μουσικών σύντομα συσπειρώθηκε και έγινε μία συντεχνία, με guitar clinics, guitar lessons, guitar techniques, ακόμα και αδελφότητα guitar brotherhood δημιουργήθηκε. Και φυσικά με shows. Όπου ο ένας καλεί τον άλλο, ανεβαίνουν 3-4 και παραπάνω στην σκηνή και αρχίζει η μάχη. Βλέποντας πού και πού τον ντράμερ να έχει σοβαρή ημικρανία και τον μπασίστα να σκέφτεται το κορίτσι του και τις θυσίες που κάνει για το μεροκάματο, καταλαβαίνεις πόσο δυστυχισμένος μπορεί να καταλήξει κάποιος. Εν τω μεταξύ εμπρός γίνεται σφαγή. Παίζει ο κάθε ένας μόνος του, μετά οι δύο τους μετά και οι τρείς μαζί, παρεμβαίνει ενθουσιασμένος ο Billy Sheehan που έχει μπερδευτεί και πιστεύει πως παίζει μπάσο, ο ένας παίζει την κιθάρα του άλλου, γίνονται πολλά κόλπα. Υπέροχα. Και αφού επιβεβαιώσουν έτσι ο ένας τον άλλο, φεύγουν ικανοποιημένοι. Καμιά φορά όμως  η συνταγή μπορεί  να χαλάσει, και είχα γελάσει πολύ όταν ο Satriani έκανε το λάθος και κάλεσε στους G3 τον Malmsteen. Ήταν απολαυστικό να βλέπεις τον Vai και τον Satriani χαρούμενους, περιποιημένους, γεμάτους θετική αύρα την ώρα του δικού τους μέρους. Και μετά βγήκε έξω ο Σουηδός με τα κιλά του και την επίγνωση της ανωτερότητάς του. Δράμα. Αμηχανία. Κλεφτές ματιές, τι παίζει ο τύπος τώρα;
Με σεβασμό στην αντίληψή σας ότι θα καταλάβετε τι προσπαθώ να πω με αυτό το άρθρο, θα χρησιμοποιήσω ένα μη δόκιμο παράδειγμα. Πηγαίνεις να φας σε ένα καλό μαγειρείο.  Όλα καλά. Πηγαίνεις σε ένα εκλεκτό ρεστοράν. Φινέτσα, πολυτέλεια, εκλεκτά πιάτα. Νοστιμιά υπάρχει; Εν ολίγοις δεν είμαστε όλοι γκουρμέ. Ή μήπως η «καλή» κουζίνα αφορά μόνο κάποιους γνώστες και οι υπόλοιποι έχουμε αδυναμία να την κατανοήσουμε;
Και είναι γεγονός  πως οι μουσικοί ακούν την μουσική διαφορετικά από τους υπόλοιπους. Τα κριτήριά τους απέχουν πολύ από αυτά του casual ακροατή. Όταν αυτοί  ακούν κάποιον άλλο μουσικό μοιράζονται, και επικοινωνούν μαζί σε μία μυστική γλώσσα άγνωστη στους πολλούς, βλέπουν τις αρετές και τις αδυναμίες, και συμμετέχουν σε κάτι σχεδόν μεταφυσικό που αφορά όμως μόνον τους ίδιους.
Είναι δεδομένο πως κάθε μουσικός πρέπει να έχει απόλυτη ελευθερία έκφρασης και δεν οφείλει σε κανέναν τίποτε.  Χρειάζεται όμως να αναγνωρίσουμε πως μαζί με την αδιαμφισβήτητη δεξιοτεχνία τους και τα υπόλοιπα, έφεραν μαζί τους και κάτι ακόμα. Την τεκμηριωμένη πλέον ανικανότητά τους να γράψουν ένα τραγούδι. Ένα!
Περιχαρακωμένοι στην ασφάλεια των τεχνικών τους αρετών φάνηκαν «λίγοι» στον σημαντικότερο παράγοντα της τέχνης τους, την σύνθεση, μετατρέποντας το πλέον συμβολικό όργανο στην μουσική, την κιθάρα, από μέσο έκφρασης σε μέσο ακροβατικών επιδείξεων.
Γιατί, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα τραγούδια τα φέρνει ο κιθαρίστας. Δεν τα φέρνει ο Coverdale, o Dio. Δεν τα φέρνει ο Robert Plant και o Freddie Mercury. Την μουσική, το θέμα έρχεται από τον Tony Iommi , τον John Sykes, τον Vivian Cambell, τoν Jimmy Page, τον Brian May. Τέλος. Οι τραγουδιστές  γράφουν τους στίχους και δημιουργούν την top line πάνω στην οποία θα τραγουδήσουν. Αυτό.
Εκεί λοιπόν θα αποδώσουμε και την σημερινή φτώχια και παρακμή του rock. Δεν έχουμε πια τραγούδια. Δεν φταίνε παράγοντες όπως η βιομηχανοποίηση της μουσικής, το mp3, το internet και το downloading. Αυτά είναι προφάσεις εν αμαρτίες. Οι δισκογραφικές παρακαλάνε για τραγούδια, και δεν τα έχουν.  Ας υπήρχαν συνθέσεις, ας υπήρχαν τραγούδια και όλα θα ήταν διαφορετικά. Ή μήπως ο βιρτουόζος κιθαρίστας μας κρατάει μυστικό την καλή του ιδέα για να μην του την κλέψουν στο διαδίκτυο; Δηλαδή της στραβής ……, τα μαλλιά της φταίνε; Αστειότητες.
Οι σημερινοί βιρτουόζοι δεν έχουν κίνητρο. Καταξιωμένοι στον χώρο τους με ένα πιστό κοινό αποτελούμενο από μουσικούς και φανατικούς ρέκτες της κιθάρας, δεν έχουν κανένα  λόγο να ρισκάρουν να συνθέσουν ένα τραγούδι 4-5 λεπτών με αρχή μέση και τέλος και να εκτεθούν. Διότι εάν το κάνουν θα μπουν στο μικροσκόπιο και θα κριθούν. Εάν είναι καλό και όμορφο, ή σαχλαμάρα. Και προτιμούν την ασφάλεια των δεξιοτήτων τους. Γιατί ποιός θα τους επικρίνει για αυτές; Εγώ, που δεν ξέρω που μπαίνει το βύσμα στην κιθάρα;
Ο φίλτατος Steve Vai ισχυρίζεται πως ο Jeff Beck είναι πιθανόν να μην ξέρει τι είναι πεντατονική. Συμφωνώ. Θα ήθελα να προσθέσω τον Rory Gallagher, τον Brian Robertson, τον Martin Barre, τον Angus Young, τον Mick Box, τον Dave Gilmour, τον Michael Schenker. Και τον Hendrix. Είμαι σίγουρος. Νομίζω δεν χρειάζεται να το κάνω πιο λιανά.
Ο Satriani (συνειδητοποίησα πως είναι 60 ετών εφέτος) πήγε για έξι μήνες στους Purple και έφυγε όταν κατάλαβε τι του ζητούσαν όταν του πρότειναν να παραμείνει. Γιατί είναι διαφορετικό να κάνεις μία τουρνέ, και διαφορετικό να έχεις την ευθύνη να μπεις στο στούντιο και να γράψεις τραγούδια για συγκρότημα τέτοιου επιπέδου. O Malmsteen πρότεινε τον εαυτό του με κριτήριο, προσέξτε, πως μπορούσε να παίξει το Made in Japan νότα προς νότα. Όχι εάν μπορούσε να προσφέρει ανανέωση. Ο Gillan δεν μάσησε, το τελευταίο που ήθελε ήταν πονοκέφαλοι, και έτσι προσελήφθη ως δημόσιος υπάλληλος ο συμπαθής κιθαρίστας των κιθαριστών Steve Morse, ο οποίος εδώ και 20 χρόνια παίζει το… Made in Japan νότα προς νότα. Και οι Deep Purple αντί για ανανέωση έκαναν αναπαλαίωση. Καλοφάγωτη. Περίεργα πράγματα, λυπάμαι αλλά έτσι είναι.
Για να πούμε επιτέλους κάποιες αλήθειες, οι τρεις κατά τεκμήριο σπουδαιότεροι βιρτουόζοι στον κόσμο, απέτυχαν με τον ένα ή άλλο τρόπο να γράψουν τραγούδια για ένα συγκρότημα ακρογωνιαίο λίθο στο rock (την μουσική στους Purple την γράφει επί το πλείστον ο Roger Glover, όχι ο Morse). Γι΄αυτό και η δυστοκία των Deep Purple σε δίσκους τα τελευταία χρόνια. Και όσο πιο σπουδαίο όνομα είσαι τόσο περισσότερα περιμένει από εσένα ο κόσμος. Δεν γίνεται να σε λένε Tony Mc Alpine και να μην έχει απαιτήσεις το κοινό. Ό,τι και να γράψεις θα συγκριθεί τουλάχιστον με το Perfect Strangers. Και αυτό, όλοι το φοβούνται. Ποιος  έχει τάσεις επαγγελματικής αυτοκτονίας;
Ο Vinnie Moore προτίμησε και αυτός την σχετική ασφάλεια των UFO, ενός γκρουπ με ταραχώδες παρελθόν και προβληματικές προσωπικότητες. Έκτοτε παίζει το Rock Bottom κάθε βράδυ κάνοντας προφανώς μία συνθηκολόγηση με τις φιλοδοξίες του.
Όταν Ο Steve Vai συμβουλεύει «είναι προτιμότερο να αποφύγεις να αντικαταστήσεις κάποιον διάσημο» δεν εννοεί επί σκηνής, εκεί μπορεί να είσαι και αρτιότερος τεχνικά, εννοεί πως ό,τι γράψεις αναπόφευκτα θα μπεί στη ζυγαριά με την δουλειά του προηγούμενου. Ποιά προσωπικότητα βεντέτα θέλει να υποβληθεί σε τέτοια διαδικασία; Καμία.
Έχουμε λοιπόν μία συγκλονιστικά καλή φουρνιά κιθαριστών, τέτοια που ποτέ άλλοτε δεν υπήρξε, οι οποίοι στο αποκορύφωμα των ικανοτήτων τους και της φήμης τους, δεν κάνουν και σπουδαία πράγματα για την τέχνη τους και τους εαυτούς τους.
Τα χωρίς αιτία και νόημα σόλος εξαφάνισαν την μελωδία και τα riffs. Και όταν λέμε μελωδία δεν εννοούμε Richard Clayderman. Εννοούμε πως το War Pigs είναι μία μελωδία, ή και περισσότερες μαζί. Νότες τοποθετημένες έτσι που μπορείς να τις τραγουδήσεις ή να τις σφυρίξεις και μόνος σου. Και το σόλο (του War Pigs) πάλι μία μελωδία είναι που έγινε μέρος του τραγουδιού και το τραγουδάει όλος ο κόσμος. Όταν το σόλο του Hotel California των Eagles γίνεται τόσο σημαντικό όσο το ίδιο το τραγούδι, τότε ξέρεις πως εξυπηρετεί σωστά το τελικό αποτέλεσμα. Το ίδιο στο Stairway to Heaven. Όλοι το θυμόμαστε απέξω.
Και όσο για τα riffs, άφαντα. Είναι τελικά δυσκολότερο να είσαι δημιουργός, παρά  εκτελεστής. Όταν λοιπόν γράφεις στο google: guitar heroes και πρώτο λήμμα εμφανίζεται το παιχνίδι και όχι ο Eric Clapton ας πούμε, και όταν ο Edge θεωρείται σημαντικότερος από τον Bert Jansch και τον Robert Fripp από το Rolling Stone…, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.
Όλα αυτά τα χρόνια τα top guns βομβάρδισαν και σκότωσαν με εκατομμύρια ανέμπνευστες ανούσιες  νότες το rock, ψυχρά, επαγγελματικά. Την ίδια στιγμή το Locomotive Breath πόσες νότες είναι; Για θυμίστε μου.
Στο λογικό επιχείρημα «αυτοί έτσι προτιμούν να παίζουν και έτσι τους αρέσει να εκφράζονται» η εύλογη απάντηση είναι «πλέον, δεν μπορούν διαφορετικά». Η προσέγγισή τους στην κιθάρα και στην μουσική έχει γίνει νευρική αντίδραση, ένα τέρας που κυβερνά το μυαλό και κατευθύνει τα χέρια τους να παίζουν κλινικά και μονοδιάστατα, δίχως συναίσθημα. Και είναι λυπηρό γιατί όχι μόνον καλά τραγούδια δεν έχουμε, αλλά και γιατί, ούτε καλή guitar instrumental  μουσική έχουμε αν το έχετε παρατηρήσει.
Κλείνοντας με την γκρίνια, υπάρχει ανάμεσά τους ένας, ο οποίος κάνει αυτό που λογικά θα μπορούσαν και άλλοι να κάνουν, ο κάθε ένας με το δικό του στυλ. Δεν είναι άγνωστος, αλλά…,  λίγοι  (ούτε ο Ριχάρδος) έχουν ασχοληθεί με την εξαιρετική δουλειά του. Δεν έχω αρκετά θερμά λόγια για να τον εκθειάσω, κάνει όσα κάνουν οι σύγχρονοί του και οι παλαιότεροι μαζί, και περισσότερα.
Η ...λύση του μυστηρίου στην επόμενη επαφή μας, που δεν θα αργήσει.
Κώστας Θεοδωρακάκος
Ιανουάριος 2016
Διαβάστε εδώ κι εδώ τα προηγούμενα άρθρα του Κώστα Θεοδωρακάκου

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. Πολύ ενδιαφέρον άρθρο και με βρίσκει σύμφωνο σε αρκετά σημεία του. Στα '90s πάντως βγήκαν καλοί κιθαρίστες. Από το 2000 και μετά, η αλήθεια είναι πως δυσκολεύεται κάποιος να ακούσει σε ένα δίσκο μαζεμένα 5-6 σόλο της προκοπής. Περιμένω με ανυπομονησία την απάντηση ως προς τον σύγχρονο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *