IRON MAIDEN - PIECE OF MIND (1983): ΜΕ ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΑΠΟ ΜΥΘΟΥΣ, ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ


 Η επιτυχία ενός άλμπουμ μπορεί να αποτελέσει ευλογία αλλά και μεγάλο βάρος. Αυτό ακριβώς συνέβη με τους Iron Maiden και το θρυλικό The Number of the Beast(1982, Νο1 Μ.Βρετανία). Η τρίτη τους κυκλοφορία, και πρώτη με τον Bruce Dickinson στα φωνητικά, αλλάζοντας οριστικά τη μοίρα του συγκροτήματος και μετατρέποντας την πεντάδα από το Ανατολικό Λονδίνο σε μία από τις σημαντικότερες νέες δυνάμεις του heavy metal παγκοσμίως. Αυτό σήμαινε ότι οι Maiden έπρεπε να αποδείξουν άμεσα ότι διέθεταν τα προσόντα για να πάνε ακόμα παραπέρα και ότι το άλμπουμ που θα ακολουθούσε δεν θα ήταν προϊόν συγκυριών ή τύχης.

Η πορεία των Maiden δεν ανακόπηκε ούτε από τις αντιδράσεις ορισμένων θρησκευτικών κύκλων, κυρίως στις ΗΠΑ, που τους κατηγόρησαν για προώθηση σατανιστικών μηνυμάτων. Αντίθετα, οι διαμαρτυρίες ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη δημοσιότητά τους, δημιουργώντας γύρω από το όνομα του συγκροτήματος μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυθολογικών διαστάσεων. Η δε περιοδεία Beast on the Road, προς προώθηση του The Number of the Beast, αποδείχτηκε απόλυτος θρίαμβος σε παγκόσμιο επίπεδο, εδραιώνοντάς τους στις μεγάλες αρένες.

Η ίδια η μπάντα, ωστόσο, είχε πολύ πιο πρακτικά ζητήματα να αντιμετωπίσει στο εσωτερικό της. Για τέταρτο συνεχόμενο άλμπουμ, οι Iron Maiden προχώρησαν σε αλλαγή σύνθεσης. Μετά την αντικατάσταση του Dennis Stratton από τον Adrian Smith και την αποχώρηση του Paul Di’Anno για να έρθει ο Bruce Dickinson, αυτή τη φορά το ζήτημα αφορούσε τον ντράμερ Clive Burr. Οι ακριβείς λόγοι της αποχώρησής του αποτέλεσαν αντικείμενο διαφορετικών αφηγήσεων. Αναφέρθηκαν η εξάντληση από τον ασταμάτητο ρυθμό των περιοδειών, προσωπικά προβλήματα και δυσκολίες στις ζωντανές εμφανίσεις, ενώ ο ίδιος ο Burr αρνιόταν τους ισχυρισμούς περί προβλημάτων με το αλκοόλ και θεωρούσε ότι απομακρύνθηκε άδικα από το συγκρότημα.

ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΕΣ NICKO 
Οι Trust δεξιά ο McBrain

Η λύση βρέθηκε στο πρόσωπο του Michael Henry «Nicko» McBrain. Ο ντράμερ των Γάλλων Trust είχε γνωρίσει τους Maiden σε προηγούμενη περιοδεία και είχε ήδη αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τα μέλη τους. Αρχικά κάλυψε τη θέση του Burr στις εναπομείνασες εμφανίσεις της περιοδείας Beast on the Road και τον Δεκέμβριο του 1982 έγινε οριστικά μέλος της μπάντας. Η αλλαγή αυτή αποδείχθηκε καθοριστική. Ο Burr είχε συνδέσει το όνομά του με τον δυναμικό, σχεδόν punk χαρακτήρα των τριών πρώτων δίσκων, ενώ ο McBrain έφερε μεγαλύτερη τεχνική ακρίβεια, πιο σύνθετες ρυθμικές ιδέες, απίστευτη ευχέρεια στο μονό πετάλι και εντυπωσιακά γεμίσματα. Η ένταξή του δεν αποτέλεσε απλώς αντικατάσταση ενός μουσικού, αλλά ολοκλήρωσε την κλασική, χρυσή σύνθεση των Iron Maiden.

Στις 2 Ιανουαρίου 1983, το νέο line-up εγκαταστάθηκε για περίπου έξι εβδομάδες στο ξενοδοχείο Le Chalet, στο νησί Jersey. Το εστιατόριο του ξενοδοχείου μετατράπηκε σε χώρο προβών, όπου το συγκρότημα έγραψε και επεξεργάστηκε το μεγαλύτερο μέρος του νέου υλικού. Για πρώτη φορά ο Dickinson μπορούσε να συμμετάσχει ουσιαστικά στη σύνθεση, έχοντας πλέον απαλλαγεί από τις συμβατικές υποχρεώσεις που τον είχαν περιορίσει κατά τη δημιουργία του προηγούμενου δίσκου. Ο Adrian Smith εξελισσόταν επίσης σε σημαντικό συνθετικό συνεργάτη, ενώ ο Dave Murray συνέβαλε περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Ο Steve Harris παρέμενε ο βασικός δημιουργικός πυρήνας, όμως το Piece of Mind ήταν πλέον προϊόν μιας ουσιαστικά συλλογικής διαδικασίας.

ΟΙ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ  


Τον Φεβρουάριο, οι Maiden ταξίδεψαν στις Μπαχάμες για να ηχογραφήσουν στα περίφημα Compass Point Studios του Nassau, έναν χώρο που είχε φιλοξενήσει μεγαθήρια όπως οι AC/DC και οι Rolling Stones. Η επιλογή του στούντιο αντανακλούσε τη νέα διεθνή εμβέλεια και την οικονομική επιφάνεια του συγκροτήματος. Παραγωγός παρέμεινε ο Martin Birch, ο οποίος διαμόρφωσε έναν καθαρότερο και πιο ανοιχτό ήχο, αναδεικνύοντας τις κιθαριστικές αρμονίες, τα τύμπανα του Nicko και τη σύνθετη ενορχήστρωση χωρίς να περιορίσει στο ελάχιστο την επιθετικότητα της μπάντας.

Οι ηχογραφήσεις ολοκληρώθηκαν τον Μάρτιο του 1983. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μια επανάληψη του The Number of the Beast, αλλά ένα πιο ώριμο, τεχνικό και πολυδιάστατο έργο. Με τη νέα σύνθεση, τη διευρυμένη συνθετική συνεργασία και τον εξελιγμένο ήχο του Birch, το Piece of Mind έθεσε τις βάσεις για την πιο δημιουργική περίοδο της καριέρας των Iron Maiden.

Από τα πρώτα χρόνια της πορείας τους, οι Iron Maiden έδειχναν ιδιαίτερη προτίμηση στη λογοτεχνία, την ιστορία και τον κινηματογράφο ως πηγές έμπνευσης. Στο Piece of Mind, όμως, η προσέγγιση αυτή αποκτά για πρώτη φορά συστηματικό χαρακτήρα. Σε αντίθεση με τα δύο πρώτα άλμπουμ, όπου υπήρχαν κυρίως ιστορίες της καθημερινότητας στους δρόμους του Ανατολικού Λονδίνου, ο τέταρτος δίσκος του συγκροτήματος στρέφεται σχεδόν αποκλειστικά σε ιστορικά γεγονότα, μύθους, λογοτεχνικά έργα, πολεμικές αφηγήσεις και φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Το άλμπουμ ξεκινά με το καταιγιστικό Where Eagles Dare, σύνθεση του Steve Harris βασισμένη στην ομώνυμη πολεμική ταινία του Brian G. Hutton και στο μυθιστόρημα του Alistair MacLean. Η ιστορία τοποθετείται στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ακολουθεί μια αποστολή Βρετανών κομάντος σε ένα απόρθητο οχυρό στις Βαυαρικές Άλπεις. Το τραγούδι μεταφέρει την ένταση και την αίσθηση κινδύνου της αποστολής, ενώ το εντυπωσιακό drum intro του Nicko McBrain λειτουργεί ως ιδανική πρώτη παρουσίαση του νέου ντράμερ. Οι συνεχείς ρυθμικές μεταβολές και οι κιθαριστικές αρμονίες δείχνουν πόσο είχε εξελιχθεί μουσικά η μπάντα.




Στο Revelations, ο Bruce Dickinson παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε τόσο μεγάλη έκταση ως αυτόνομος συνθέτης. Οι στίχοι συνδυάζουν αναφορές στον G. K. Chesterton, εικόνες από την Αποκάλυψη και ιδέες που σχετίζονται με τον Aleister Crowley. Αντί για μια επιφανειακή αποκρυφιστική δήλωση, το τραγούδι χρησιμοποιεί θρησκευτικά και φιλοσοφικά στοιχεία για να εξετάσει την πίστη, τη γνώση και την ανθρώπινη φύση. Η πολυεπίπεδη μουσική δομή του, που μεταβαίνει από λυρικά περάσματα σε καταιγιστικά μεταλλικά ξεσπάσματα, το καθιστά μία από τις πιο φιλόδοξες συνθέσεις του δίσκου.

Το Flight of Icarus, γραμμένο από τους Dickinson και Adrian Smith, μεταφέρει στη heavy metal γλώσσα τον ελληνικό μύθο του Ίκαρου. Η επιλογή του ως πρώτου single ήταν και στρατηγική, καθώς το πιο συγκρατημένο tempo και το μελωδικό ρεφρέν θεωρήθηκαν κατάλληλα για την αμερικανική αγορά. Η απόφαση δικαιώθηκε απόλυτα, αφού το τραγούδι γνώρισε σημαντική προβολή από το MTV και αποτέλεσε μέχρι τότε τη μεγαλύτερη ραδιοφωνική επιτυχία των Maiden στις ΗΠΑ. Το Die With Your Boots On, αντίθετα, επιστρέφει σε πιο άμεσο heavy metal ύφος, χρησιμοποιώντας τις προφητείες του Νοστράδαμου και την εμμονή με το τέλος του κόσμου ως αφετηρία για ένα τραγούδι αποφασιστικότητας και αντίστασης στον φόβο.

Και έπειτα έρχεται το The Trooper, ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση όπου οι Iron Maiden μετατρέπουν ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός σε μία heavy metal περιπέτεια. Το τραγούδι αναφέρεται στην Έφοδο της  (βρετανικής) Ελαφράς Ταξιαρχίας στη Μάχη της Μπαλακλάβας το 1854, κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, αντλώντας έμπνευση και από το ποίημα του Alfred Lord Tennyson. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο τοποθετεί τον ακροατή μέσα στη μάχη, ενώ το καλπάζον μπάσο του Harris και οι δίδυμες κιθάρες των Murray και Smith αποδίδουν μουσικά την προέλαση του ιππικού. Το single έφτασε στο Νο. 12 της Βρετανίας και εξελίχθηκε σε διαχρονικό συναυλιακό highlight του συγκροτήματος.



Το Still Life αλλάζει απότομα ατμόσφαιρα, στρεφόμενο στον ψυχολογικό τρόμο και βασιζόμενο στο διήγημα The Inhabitant of the Lake του Ramsey Campbell. Παράλληλα, το περίφημο ανάποδο μήνυμα που ηχογράφησε ο Nicko McBrain στην εισαγωγή αποτέλεσε μια σαρκαστική απάντηση στις κατηγορίες των Αμερικανών φονταμενταλιστών περί κρυφών σατανιστικών μηνυμάτων. Το Quest for Fire, βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του Jean-Jacques Annaud, μεταφέρει την αφήγηση στην προϊστορία. Πρόκειται για το τραγούδι που δέχθηκε τις περισσότερες επικρίσεις, κυρίως για το απλοϊκό στιχουργικό περιεχόμενο και τον ιστορικό αναχρονισμό σχετικά με τη συνύπαρξη ανθρώπων και δεινοσαύρων.

Το Sun and Steel μεταφέρει το ενδιαφέρον στην Ιαπωνία του 17ου αιώνα και στον Miyamoto Musashi, θρυλικό σαμουράι και συγγραφέα του Book of Five Rings. Ο τίτλος παραπέμπει παράλληλα στο δοκίμιο Sun and Steel του Yukio Mishima, ενώ το τραγούδι επικεντρώνεται στον κώδικα τιμής, την αυτοπειθαρχία και τη φιλοσοφία του Musashi, μέσα από ένα γρήγορο και κοφτό ρυθμό. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με το To Tame a Land, βασισμένο στην εποποιΐα Dune του Frank Herbert. Οι Iron Maiden είχαν αρχικά σκοπό να χρησιμοποιήσουν τον τίτλο Dune, όμως οι εκπρόσωποι του συγγραφέα αρνήθηκαν κατηγορηματικά να τους παραχωρήσουν την άδεια. Ο Harris στράφηκε έτσι στην ατμόσφαιρα του πλανήτη Αρράκις, στις πολιτικές συγκρούσεις και στην πνευματική διάσταση του έργου. Η μεγάλη διάρκεια, οι ανατολίτικες κλίμακες και η προοδευτική δομή του το καθιστούν μία από τις πιο φιλόδοξες συνθέσεις του δίσκου.

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ 

Από τις Βαυαρικές Άλπεις και την Κριμαία μέχρι την αρχαία Ελλάδα, την Ιαπωνία και τον πλανήτη Αρράκις, το Piece of Mind αποδεικνύει ότι οι Iron Maiden είχαν πλέον μετατρέψει την αφήγηση σε βασικό στοιχείο της μουσικής τους ταυτότητας, χρησιμοποιώντας το heavy metal ως μέσο για να διηγηθούν ιστορίες πολέμου, μύθου, φιλοσοφίας και φαντασίας.

ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ 

Όπως και στους προηγούμενους δίσκους, ο Derek Riggs διαμόρφωσε καθοριστικά την αισθητική του άλμπουμ. Στο εξώφυλλο, ο Eddie εμφανίζεται αλυσοδεμένος σε ένα σκοτεινό κελί, φορώντας ζουρλομανδύα και έχοντας υποστεί μετωπιαία λοβοτομή. Το χειρουργικό ράμμα στο μέτωπό του, σε συνδυασμό με το απειλητικό βλέμμα του, δημιουργεί μια χαρακτηριστική εικόνα: ακόμη και μετά την επέμβαση, ο Eddie παραμένει επικίνδυνος. Η αρχική ιδέα Food for Thought αντικαταστάθηκε από το λογοπαίγνιο Piece of Mind, που παραπέμπει τόσο στην έκφραση peace of mind όσο και στο κομμάτι του εγκεφάλου που λείπει. Το ίδιο χιούμορ συνεχίζεται στο εσώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, όπου η δήλωση No synthesizers or ulterior motives σατιρίζει τόσο τη χρήση συνθεσάιζερ όσο και τις θεωρίες περί «κρυφών προθέσεων».

Όταν το Piece of Mind κυκλοφόρησε στις 16 Μαΐου 1983 (No3 UK Albums, No14 USA), αποτελώντας την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των Maiden στην Αμερική μέχρι τότε. Παράλληλα γνώρισε σημαντική επιτυχία στην υπόλοιπη Ευρώπη, καταλαμβάνοντας ψηλές θέσεις (εντός του top-10) στα περισσότερα ευρωπαϊκά charts. Τα δύο singles λειτούργησαν συμπληρωματικά, ενώ οι κριτικοί αναγνώρισαν τη συνθετική πρόοδο του συγκροτήματος.




Για την προώθηση του άλμπουμ, οι Iron Maiden πραγματοποίησαν τη γιγαντιαία World Piece Tour από τις 2 Μαΐου έως τις 18 Δεκεμβρίου 1983, δίνοντας συνολικά 139 συναυλίες σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Η περιοδεία είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη headlining tour των Maiden, χωρίς να λειτουργούν ως support act. Ήταν επίσης η πρώτη μεγάλη περιοδεία με τον Nicko McBrain, επιτρέποντας στη νέα σύνθεση να εδραιωθεί επί σκηνής. Παράλληλα καθιερώθηκαν στοιχεία-σταθμοί, όπως η εμφάνιση του Bruce Dickinson ως Βρετανού στρατιώτη στο The Trooper και οι θεατρικές παρουσίες του Eddie. Η περιοδεία έκλεισε θριαμβευτικά στο Ντόρτμουντ της Γερμανίας, δίπλα σε ονόματα όπως οι Judas Priest, οι Scorpions, οι Def Leppard και o Ozzy Osbourne.

Αναδρομικά, το Piece of Mind κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία των Iron Maiden, καθώς ολοκλήρωσε την καλλιτεχνική τους ταυτότητα. Εδώ διαμορφώθηκε η κλασική σύνθεση Harris–Dickinson–Murray–Smith–McBrain και η μπάντα απέκτησε μια πιο συλλογική συνθετική φιλοσοφία. Παράλληλα, καθιερώθηκε η αφηγηματική της φυσιογνωμία, αποτελώντας το θεμέλιο για τα θρυλικά άλμπουμ που ακολούθησαν και για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες μετά, παραμένει σημαντικό ακριβώς επειδή αποτυπώνει τη στιγμή που οι Maiden πέρασαν από την απλή επιτυχία στη διαχρονική καλλιτεχνική αθανασία.

Κάπως έτσι, στο κλείσιμο, αισθάνομαι υποχρεωμένος να σας μιλήσω και για τον προσωπικό μου δεσμό με το Piece of Mind. Αυτό επισφραγίστηκε πολλά χρόνια πίσω, πάνω από τρεις δεκαετίες, σε μία δημοφιλή καλοκαιρινή κατασκήνωση στην Χαλκιδική. Εκεί, μετά από ώρες ατελείωτου μπάσκετ, συναντούσα τον ξάδελφό μου και έναν φίλο του, περνώντας πολλά βράδια παρέα. Ένα βράδυ, μέσα από ένα φτηνό κασετόφωνο, μου έβαλε να ακούσω το The Trooper, από μια κασέτα με επιλογές των Maiden. Το σοκ ήταν ακαριαίο. Ο ρυθμός και οι κιθάρες αποτυπώθηκαν σαν πύρινη παρτιτούρα στο μυαλό μου, σφραγίζοντας την αγάπη μου για τη μπάντα. Επιστρέφοντας από τις διακοπές άρχισα αμέσως την αναζήτηση, και όταν πρωτάκουσα το Revelations στην εκτέλεση του Live After Death, η μύηση μου ολοκληρώθηκε και η μοίρα μου ως αιώνιος οπαδός των Iron Maiden σφραγίστηκε.



ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

4/9/26 

 

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ ΓΙΑ ΤΟ PIECE OF MIND 


Η πρώτη οπτική επαφή μου με τους Iron Maiden ήταν το εξώφυλλο του Number of the beast και η τεράστια περιέργεια που μου είχε προκαλέσει όταν το είχα δει. Η πρώτη όμως ακουστική εμπειρία από την μπάντα ήταν το Where eagles dare όταν το άκουσα ένα μεσημέρι από την περίφημη εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη «Από τις 4 στις 5» στο Πρώτο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας (ΕΡΤ). Ομολογώ πως στα απαίδευτα τότε ακόμα αυτιά μου, είχε ακουστεί πολύ σκληρό, επιθετικό και ακατέργαστο, αλλά γοητευτικό. Η δεύτερη μου επαφή μου ήταν, και το θυμάμαι σαν χτες, από την εκπομπή «Μουσικόραμα» της ΕΡΤ του Γιώργου Γκούτη, που πρόβαλε το video του Flight of Icarus. Με το πέρασμα του χρόνου και την απόκτηση πια του Piece of mind, σε κασέτα αρχικά, ομολογώ πως το συγκεκριμένο άλμπουμ μαζί με τον προκάτοχο του έγιναν οι δύο πιο αγαπημένοι μου δίσκοι των Maiden. Το Piece of mind ήταν ένα μεγάλο βήμα μπροστά, η καθαρή παραγωγή που έχει,του έδωσε ένα ακόμα πιο σκληρό και επιθετικό ήχο, η μπάντα δοκίμαζε τα μουσικά όρια της ακόμα και η νεανική ορμή τους έβρισκε την ιδανική ισορροπία με την επαγγελματική νοοτροπία που θα τους οδηγούσε την καταξίωση. Με την κυκλοφορία του, οι Iron Μaiden έκαναν το δεύτερο σταθερό και αποφασιστικό βήμα προς την κορυφή του κόσμου, καθώς με ευκολία απέδειξαν ότι είναι μια μπάντα με ιδέες, σταθερότητα, έμπνευση, ορμή, σχέδιο και όραμα. Και εάν με το Number of the beast έγιναν σε παγκόσμιο επίπεδο μια  wonder new comer heavy metal  band, εδώ έδειξαν, πέραν πάσης αμφιβολίας,  ότι ο στόχος ήταν να φτάσουν εκεί που καμιά ξεκάθαρα metal μπάντα δεν είχε φτάσει πριν από αυτούς. Και τα κατάφεραν.  

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment