ΒΑCKGROUND ΚΑΙ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Το Μan On The Line συνέχισε την επιτυχία του Τhe Getaway και σηματοδότησε τη στροφή του Chris de Burgh σε έναν πιο σύγχρονο, synth-driven pop-rock ήχο της δεκαετίας του '80, περιλαμβάνοντας τη μεγάλη επιτυχία High on Emotion. ‘Eχοντας κλείσει την περιοδεία του Getaway το 1983, με μεγάλα open air shows όπου άνοιγε για τους Supertramp, έχοντας αρχίσει να έχει μεγαλύτερη απήχηση από αυτούς και συνεχίζοντας με δικές του συναυλίες στην Αμερική, τους 2 πρώτους μήνες του 1984 ξεκίνησε να ηχογραφεί στο Monkstown τα καινούρια τραγούδια για το νέο άλμπουμ.
Μια σημαντική προσθήκη στην μπάντα υπήρξε η ένταξη του εξαιρετικά τεχνικού κιθαρίστα Danny Mc Bride, που είχε συμμετάσχει στην επανένωση των Steppenwolf και είχε υπάρξει υποψήφιος για audition στους Rolling Stones. Εκτός των Danny Mc Bride και Chris De Burgh, στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ, συμμετείχε μια ομάδα από εξαιρετικά διακεκριμένους session μουσικούς και σπουδαίους καλεσμένους της pop-rock σκηνής όπως οι Tina Turner Φωνητικά στο κομμάτι The Sound of a Gun,Howard Jones Πιάνο (Grand piano) στο κομμάτι The Head and the Heart,Phil Palmer Ηλεκτρικές κιθάρες (γνωστός για τις συνεργασίες του με Eric Clapton και Dire Straits), John Giblin: Μπάσο (σπουδαίος μπασίστας που έχει παίξει με Kate Bush, Peter Gabriel και Phil Collins), Jeff Phillips: Ντραμς / κρουστά (επιπλέον drums στο Transmission Ends), Ian Kojima Σαξόφωνο, συνθεσάιζερ, κιθάρα και Glenn Morrow Πλήκτρα, συνθεσάιζερ.
Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ RUPERT HINE
O θρυλικός παραγωγός Rupert Hine έπαιξε καταλυτικό και μεταμορφωτικό ρόλο στο Man on the Line. Ουσιαστικά, ο Hine πήρε έναν κλασικό folk/pop τροβαδούρο και τον μετέτρεψε σε έναν σύγχρονο, stadium-rock καλλιτέχνη της ηλεκτρονικής εποχής.
Οι κύριες παρεμβάσεις του περιλαμβάνουν:
-Ηλεκτρονική υφή και Synth-Driven αισθητική: Ως κορυφαίος keyboardist και προγραμματιστής ο ίδιος, ο Hine, γέμισε το άλμπουμ με στρώματα από συνθεσάιζερ και samples. Στο ομότιτλο κομμάτι Man on the Line, χρησιμοποίησε κοφτούς, επαναλαμβανόμενους ηλεκτρονικούς παλμούς για να δημιουργήσει την ψυχρή, αγωνιώδη ατμόσφαιρα ενός τηλεφωνήματος ή ενός ρολογιού που μετράει αντίστροφα.
-Ψηφιακή παραγωγή: Ήταν από τους πρωτοπόρους της ψηφιακής τεχνολογίας. Ηχογραφημένο στα Farmyard Studios, το άλμπουμ απέκτησε έναν εξαιρετικά «καθαρό», κρυστάλλινο και «αιχμηρό» ήχο, που ήταν το σήμα κατατεθέν της high-tech pop των μέσων της δεκαετίας του '80.
-Ορχηστρικές διευθετήσεις : Παράλληλα με τα synths, ο Hine έπαιξε και ενορχήστρωσε τις ορχηστρικές λεπτομέρειες του δίσκου. Κατάφερε να παντρέψει τα παραδοσιακά έγχορδα με τα ηλεκτρονικά beats, δίνοντας στα κομμάτια μια κινηματογραφική και δραματική διάσταση.
-«Χαλινάρι» στον ρομαντισμό: Ο Hine πίεσε τον De Burgh να βγάλει μια πιο «άγρια» και δυναμική πλευρά στη φωνή του. Αντί για τις απαλές, γλυκές ερμηνείες του παρελθόντος, τον καθοδήγησε να τραγουδήσει με ένταση, θυμό και θεατρικότητα, στοιχεία απαραίτητα για να σταθούν rock κομμάτια όπως το High on Emotion.
-Οι «χρυσές» διασυνδέσεις: Επειδή ο Hine έκανε εκείνη την περίοδο την παραγωγή και στο ιστορικό άλμπουμ Private Dancer της Tina Turner, ήταν εκείνος που κανόνισε να έρθει η Turner στο στούντιο και να κάνει τα δεύτερα φωνητικά στο The Sound of a Gun, απογειώνοντας το κομμάτι.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΤHE ECSTASY OF FLIGHT (I LOVE THE NIGHT): Ξεκίνημα με ένα σούπερ dance «νυχτερινό» synth pop κομμάτι, γεμάτο από τα ατμοσφαιρικά keyboards και drum machines του Rupert Hine, όπου ο Chris De Burgh τραγουδά με πάθος την αναζήτηση της περιπέτειας και τη μεταμόρφωση από αυτό που είμαστε στη μέρα στην ελευθερία και το ρομαντισμό της νύχτας: (“Ι love the night/ I love the night/I love the element of danger and the ecstasy of flight”)
SIGHT AND TOUCH: ΄Εχει μια δυστοπική και φουτουριστική χροιά. Περιγράφει έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη επαφή, τα συναισθήματα και οι λέξεις του παρελθόντος έχουν απαγορευτεί και νοσταλγεί την αληθινή αγάπη και ζεστασιά που προσφέρουν η όραση και το άγγιγμα, σε μια εποχή απομόνωσης. Eπηρεασμένο από το «1984» του Όργουελ.
ΤAKING IT TO THE TOP: H αντίθεση, ένα πολύ δυναμικό και αισιόδοξο κομμάτι, με ξεσηκωτικό synth pop rock ρυθμό, μιλάει για την αποφασιστικότητα να ξεπεράσει κανείς τα εμπόδια από τα νεανικά χρόνια μέχρι την πορεία για την κορυφή.
ΤΗΕ HEAD AND THE HEART: Πρόκειται για μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες μπαλάντες του Chris De Burgh, η οποία κλιμακώνεται σε μια θεατρική κορύφωση. Στο πιάνο ο Howard Jones, ανερχόμενος τότε pop star στην Αγγλία. Το κομμάτι περιγράφει το κλασικό δίλημμα ανάμεσα στη λογική και το συναίσθημα, το οποίο βιώνει ένας άντρας που βρίσκεται σε μια βαθιά αλλά δυσλειτουργική ερωτική σχέση.
ΤΗΕ SOUND OF A GUN: Σε αντίθεση με την προηγούμενη ρομαντική μπαλάντα, πρόκειται για ένα «κινηματογραφικό», aggressive τραγούδι. Στους στίχους και στην ερμηνεία αντικατοπτρίζεται η απώλεια της αθωότητας, η βία, η ένταξη και ο εθισμός στην τρομοκρατία. Οι λέξεις bela soma σημαίνουν «όμορφο ναρκωτικό» και είναι παρμένες από το βιβλίο του Aldus Ηuxley «Φανταστικός Νέος Κόσμος». Στα φωνητικά συμμετέχει η Tina Turner.
HIGH ON EMOTION: Το κομμάτι «ακρογωνιαίος λίθος» του album. O Chris ήθελε απεγνωσμένα να αποδείξει ότι μπορεί να ξεσηκώσει μεγάλα στάδια. Το High on Emotion σχεδιάστηκε εξαρχής ως μια «ένεση αδρεναλίνης»: με καταιγιστικά τύμπανα, ηλεκτρικές κιθάρες και ένα εκρηκτικό ρεφρέν, έπρεπε να είναι ένα stonking rock song. Το τραγούδι περιγράφει την απόλυτη ένταση του έρωτα και του πάθους, παρομοιάζοντάς την με μια φωτιά που ξεκινά από μια σπίθα και γίνεται ανεξέλεγκτη φλόγα (moving from a spark to a flame).
MUCH MORE THAN THIS: Μια ακόμη μπαλάντα βασισμένη στα πλήκτρα, που εξερευνά τις ρεαλιστικές προκλήσεις μιας μακροχρόνιας σχέσης.
ΜAN ON THE LINE: Οι δύο πλευρές της ιστορίας του τραγουδιού: α.Η επιφάνεια: Μια ιστορία εμμονής και ζήλιας. Σε πρώτο επίπεδο, οι στίχοι περιγράφουν έναν άνδρα που δέχεται συνεχώς ενοχλητικά τηλεφωνήματα μέσα στη νύχτα από έναν άγνωστο. Ο άγνωστος αυτός δεν μιλάει στον ίδιο, αλλά ψιθυρίζει επίμονα το όνομα της γυναίκας του. Αυτό προκαλεί στον πρωταγωνιστή μια παρανοϊκή ζήλια και καχυποψία για τη σύντροφό του: «He's got me deep in suspicion, he's got me looking at you... tell me what did you do?» β.Το βαθύτερο νόημα: Η ανθρωπότητα σε οριακό σημείο. Πίσω από το σκηνικό με το τηλέφωνο, ο Chris de Burgh ήθελε να περάσει μια μεταφορά για την κατάσταση του κόσμου το 1984 (στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου). Η φράση Man on the line στα αγγλικά έχει διπλή σημασία: σημαίνει τόσο τον «άνθρωπο στη γραμμή του τηλεφώνου» όσο και τον «άνθρωπο που βρίσκεται σε οριακό σημείο / σε κίνδυνο». Για να αποδοθεί αυτή η αγωνία, ο παραγωγός Rupert Hine χρησιμοποίησε έναν κοφτό, επίμονο synth-rock ρυθμό που θυμίζει τον ήχο του τηλεφώνου που χτυπάει ή τον κρίσιμο χτύπο ενός ρολογιού, ενισχύοντας το αίσθημα του κινδύνου που διατρέχει όλο το άλμπουμ.
ΜΟΟNLIGHT AND VODKA: Σε αυτό το ατμοσφαιρικό κομμάτι ο Chris λειτουργεί ως ένας σύγχρονος τροβαδούρος που «ζωγραφίζει» μια ολοζώντανη εικόνα. Το τραγούδι αφηγείται την ιστορία ενός Αμερικανού κατασκόπου που βρίσκεται εγκλωβισμένος στην παγωμένη, εχθρική Μόσχα κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Το «φεγγαρόφωτο» και η «βότκα» λειτουργούν ως τα μόνα μέσα διαφυγής από τη σκληρή πραγματικότητα της κατασκοπείας.
ΤRANSMISSION ENDS: Η πλοκή: ένα ζευγάρι κάθεται σε μια παραλία, κοιτάζοντας τα αστέρια και ακούγοντας ραδιόφωνο. Η κινηματογραφική εναλλαγή: Οι στίχοι ξαφνικά «τραβιούνται» προς τα πίσω, σαν μια κάμερα που απομακρύνεται από τη Γη. Το τραγούδι αγγίζει αντιπολεμικά μηνύματα (η φράση brother lead and sister steel αναφέρεται σε έναν πόλεμο που μαίνεται κάπου στον κόσμο), για να καταλήξει τελικά με μια συνειρμική δομή σε ένα διαστημόπλοιο , όπου λαμβάνει το τελευταίο σήμα από τη γη, μετά από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα: This is station planet Earth, we’re closing down, transmission ends, transmission ends. Mέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος και το χάος της ανθρωπότητας, το μόνο που έχει πραγματική σημασία είναι η αγάπη. Η Παραγωγή: Η παραγωγή του Rupert Hine χρησιμοποιεί «βαριά» keyboards και synths της εποχής, δημιουργώντας μια αίσθηση απομόνωσης και διαστήματος που ταιριάζει με τον τίτλο («Η μετάδοση τελειώνει»).
AΠΗΧΗΣΗ
Το άλμπουμ είχε εξαιρετική απήχηση, ιδιαίτερα στην κεντρική Ευρώπη:
• Γερμανία & Ελβετία: Έφτασε στο Νο. 1 των charts,
• Ηνωμένο Βασίλειο (UK): Σκαρφάλωσε μέχρι το Νο. 11.
• ΗΠΑ: Μπήκε στο Billboard 200 φτάνοντας στο Νο. 69, νούμερο σημαντικό για έναν Ευρωπαίο singer/songwriter εκείνης της εποχής.
Το κομμάτι High on Emotion ήταν ο «κινητήρας» πίσω από τις πωλήσεις του δίσκου. Έγινε διεθνές hit, μπαίνοντας στο top-20 σε αρκετές χώρες και στο Top 5 σε Γαλλία, Ιρλανδία και Ελβετία, καθώς και στο Top 50 σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία. Χάρη στο άλμπουμ, ο Chris de Burgh έγινε εκείνη τη χρονιά (1984) ο δεύτερος πιο επιτυχημένος καλλιτέχνης σε πωλήσεις εισιτηρίων συναυλιών στην Ιρλανδία, αμέσως μετά τους Rolling Stones, ενώ πραγματοποίησε μια τεράστια, sold-out περιοδεία σε Ευρώπη και Καναδά. Ανείπωτη ευτυχία του έφερε και η γέννηση της κόρης του Rosanna Davison τον Απρίλιο του 1984. Συνοψίζοντας, το Μαn On The Line έγινε ο πιο πετυχημένος δίσκος του Chris De Burgh ως τότε και υπήρξε καθοριστικό βήμα για τη διεθνή του καταξίωση, στρώνοντας το έδαφος για την παγκόσμια εκτόξευση που ακολούθησε δύο χρόνια μετά με το Into the Light.
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΕΤΡΟΥ
30/9/26


Δημοσίευση σχολίου