Όταν άκουσα για πρώτη φορά το τέταρτο άλμπουμ των Police, το Ghost in the Machine δεν απογοητεύτηκα, αλλά διέκρινα κάτι διαφορετικό στον ήχο τους. Η μουσική ακουγόταν σαν.. Police, αλλά ήταν προφανές ότι είχαν πειραματιστεί με τον χαρακτηριστικό τους ήχο ρέγκε-ροκ. Καθοριστικό ρόλο στην αναδιαμόρφωση του ήχου τους έπαιξε η αλλαγή παραγωγού. Ο Hugh Padgham αντικατέστησε τον Nigel Gray, ο οποίος είχε αναλάβει την παραγωγή των τριών προηγούμενων άλμπουμ του συγκροτήματος. Ο Padgham είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Peter Gabriel, τον Phil Collins και τους XTC. Τελικά, θα προχωρούσε μελλοντικά στην παραγωγή ορισμένων από τα σόλο έργα του Sting. Όταν άκουσα ξανά μετά από πολλά χρόνια το Ghost in the Machine, συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για το έργο τριών προσωπικοτήτων ( Sting φωνητικά, μπάσο,πλήκτρα, σαξόφωνο, Andy Summers κιθάρα, κιθάρα synthesiser και Stewart Copeland ντραμς,percussion που ανταγωνίζονται η καθεμία, για τον δικό της χώρο.
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Λόγω των συνεχών περιοδειών και ηχογραφήσεων, το συγκρότημα έδειχνε σαφώς σημάδια κόπωσης. Οι Police, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, πέρασαν από το να παίζουν σε μικρούς χώρους όπως το Bottom Line στη Νέα Υόρκη στο να γεμίζουν στάδια.
«Φρικτή», έτσι περιέγραψε ο Sting την κατάσταση του συγκροτήματος στο περιοδικό Q το 1993. «Πολύ σκοτεινή. Απαίσια. Οι γάμοι μας διαλύονταν, ο δικός μας γάμος διαλυόταν και, παρόλα αυτά, έπρεπε να ηχογραφήσουμε άλλο ένα άλμπουμ. Εφιάλτης! Τότε συνειδητοποιήσαμε ότι έτσι θα έπρεπε να βγάζουμε τα προς το ζην για το υπόλοιπο της καριέρας μας. Άρχισα να ψάχνω μια διέξοδο. Ήταν πολύ μεγάλο σοκ, γιατί από την αρχή είχα πει ότι οι Police θα διαρκέσουν τρία άλμπουμ και, λοιπόν, αυτό ακριβώς συνέβη». Οι Police αποφάσισαν να αλλάξουν στούντιο ηχογράφησης για το Ghost in the Machine, επιλέγοντας τα Air Studios στο Μοντσεράτ της Καραϊβικής αντί για τους κλειστοφοβικούς χώρους των Surrey Studios στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παράλληλα με την αλματώδη αύξηση των πωλήσεων και τις ψηλές θέσεις στα charts ήρθε και δυνατότητα να μπορεί το συγκρότημα να κάνει τις δικές του επιλογές χωρίς τον ασφυκτικό έλεγχο της εταιρείας. Έτσι άδραξαν την ευκαιρία να εμβαθύνουν σε θέματα που δεν συναντώνται συνήθως στην ποπ μουσική.
Ο τίτλος του άλμπουμ – για πρώτη φορά στα αγγλικά – βασίστηκε στο βιβλίο του Άρθουρ Κέστλερ The Ghost in the Machine, ένα φιλοσοφικό έργο του 1967 για τη σχέση νου-σώματος. Κυρίως όμως, τα τραγούδια αφορούν την υπερφόρτωση πληροφοριών και τον συνωστισμό της σύγχρονης ζωής (και αυτό πριν καν συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάποια μέρα θα περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο διαδίκτυο και κοιτάζοντας οθόνες), καθώς και τις προσωπικές προοπτικές που τους επιτρεπόταν πλέον να επιδιώξουν χάρη στη μεγαλύτερη δημιουργική ελευθερία. Μουσικά, οι Police εξελίχθηκαν, ενσωματώνοντας συνθεσάιζερ, πνευστά και πιάνο στα τραγούδια – ο Sting παίζει μάλιστα και σαξόφωνο – προσδίδοντάς τους μεγαλύτερη ευκρίνεια και μια αίσθηση ευρύτερης κλίμακας σε σύγκριση με τους προηγούμενους δίσκους, ειδικά τους δύο πρώτους, όπου το τρίο ακούγεται περιορισμένο.
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
Ο τραγουδιστής, μπασίστας και κύριος συνθέτης Sting ενσωμάτωσε πολλές από τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές θεωρίες του βιβλίου (καθώς και μερικές αόριστα θρησκευτικές) στα νέα του τραγούδια, συμπεριλαμβανομένου του εναρκτήριου Spirits in the Material World, μιας μουσικής σύνοψης τριών λεπτών του έργου του Κέστλερ. Το ξεκινά με ένα σύντομο απόσπασμα από τα ντραμς του Stewart Copeland, το οποίο ακολουθεί ένα κάπως επαναλαμβανόμενο, αλλά σημαντικό μέρος συνθεσάιζερ που παίζει καθ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού. Κάτω από αυτό κρύβονται τα γνωστά κιθαριστικά riffs του Andy Summers.
Το επόμενο κομμάτι, το Every Little Thing She Does Is Magic, είναι το single που εκτόξευσε το συγκρότημα σε μια εντελώς διαφορετική σφαίρα. Το τραγούδι έφτασε στο Top 3 των charts των singles στο Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, εδραιώνοντας τη θέση του συγκροτήματος ως γνήσιων pop rock stars. Το μεγάλο κατόρθωμα που κατάφεραν οι Police με αυτό το άλμπουμ είναι ότι μπόρεσαν να στρέψουν ελαφρώς την προσοχή τους προς τις pop ευαισθησίες του Sting, χωρίς να αποξενώσουν όσους είχαν ακούσει, τρία χρόνια νωρίτερα, δυνατά το Outlandos d’Amour, το ντεμπούτο LP τους που κυκλοφόρησε το 1978. Ο ζωηρός ρυθμός του θα μπορούσε εύκολα να φανεί εκτός τόπου σε σχέση με το υπόλοιπο άλμπουμ, αλλά το συγκρότημα καταφέρνει να το κάνει να λειτουργήσει. Το Invisible Sun αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα των σκοτεινών, μελαγχολικών μηνυμάτων του άλμπουμ, στα οποία αναφέρθηκε η συντάκτρια του Rolling Stone, Ντέμπρα Ρέι Κόεν, στην κριτική της, γράφοντας: «Δεν είναι ακόμα οι Clash. Όμως οι Police επιδεικνύουν περισσότερη αφοσίωση, περισσότερη πραγματική οργή, στο Ghost in the Machine από ποτέ».
Το βίντεο είχε τη διακριτική τιμή να απαγορευτεί από το BBC, επειδή περιείχε οπτικό υλικό από τις συγκρούσεις στη Βόρεια Ιρλανδία. Σε μια συνέντευξη του 2000, ο Sting είπε για το τραγούδι: «Στην πραγματικότητα έγραψα το τραγούδι στην Ιρλανδία, όπου ζούσα εκείνη την εποχή. Ήταν κατά τη διάρκεια των απεργιών πείνας στο Μπέλφαστ. Ήθελα να γράψω για αυτό, αλλά ήθελα να δείξω και κάποιο φως στο τέλος του τούνελ. Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει ένας Invisible Sun. Δεν μπορείς πάντα να τον δεις, αλλά πρέπει να υπάρχει κάτι που ακτινοβολεί φως στις ζωές μας». Το πιο αδύναμο κομμάτι στο Ghost in the Machine είναι το Hungry For You (J’Aurais Toujours Faim de Toil), το οποίο προμηνύει τις περιστασιακές εξορμήσεις του Sting στον κόσμο της επιτηδευμένης μουσικής κατά τη διάρκεια της σόλο καριέρας του. Ακόμα και όταν το άκουσα για πρώτη φορά το 1981, σκέφτηκα ότι δεν υπήρχε απολύτως καμία ανάγκη να ακούσω τον Sting να τραγουδάει στα γαλλικά. Αυτό το μικρό παραστράτημα δεν υπονομεύει καθόλου το άλμπουμ, καθώς το πέμπτο κομμάτι, που κλείνει την πρώτη πλευρά, είναι το εξαιρετικό Demolition Man. Ο Sting έγραψε το τραγούδι ενώ έμενε στο εξοχικό του ηθοποιού Peter O’Toole. Τελικά έδωσε το τραγούδι στη Grace Jones για να το ηχογραφήσει για το άλμπουμ της Nightclubbing, αλλά η ερμηνεία της ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που είχε οραματιστεί ο Sting. «Το Demolition Man ήταν το τραγούδι που ηχογραφήσαμε πρώτα», θυμήθηκε ο Summers κατά τη διάρκεια μιας συνέντευξης στο Creem το 1982. «Πρέπει να σπάσεις τον πάγο με κάτι, και αυτό ήταν εύκολο. Είναι ένα πολύ απλό τραγούδι. Όλοι ακούσαμε την εκδοχή της Grace Jones και σκεφτήκαμε: “Γαμώτο, μπορούμε να το κάνουμε πολύ καλύτερα από αυτό”. Ήταν δουλειά μιας μόνο ηχογράφησης. Για μένα, η δική μας εκδοχή είναι πολύ πιο τολμηρή, κάτι που θα περίμενες από την Grace Jones.»
Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το γρήγορο Too Much Information, το οποίο ακολουθούν τα Rehumanize Yourself και One World (Not Three). Αν και πρόκειται για τραγούδια πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, σε κάθε ένα από αυτά ξεχωρίζει το σαξόφωνο του Sting που έχει προστεθεί με overdub. Το Rehumanize Yourself γράφτηκε αρχικά από τον Stewart Copeland, αλλά οι στίχοι απορρίφθηκαν από τον Sting. Είναι το μόνο τραγούδι του άλμπουμ που συνυπογράφουν ο Sting και ο Copeland. Το άλμπουμ ολοκληρώνεται με τα Omega Man, Secret Journey και το μελαγχολικό Darkness, που γράφτηκαν από τους Summers, Sting και Copeland, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Summers η εταιρεία (A&M Records) είχε επιλέξει το Omega Man για πρώτο single του άλμπουμ, αλλά δε συμφώνησε ο Sting επιμένοντας για το Invisible sun, μια επιλογή που τον δικαίωσε καθώς έφτασε στο Νο 2 στα UK charts.
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Λίγες εβδομάδες μετά την κυκλοφορία του, στις 2 Οκτωβρίου 1981, το Ghost in the Machine εκτοξεύτηκε στα charts και έφτασε στη 2η θέση. Τα singles έγιναν επίσης επιτυχίες, ξεκινώντας με το Invisible sun, το Every Little Thing She Does Is Magic (που έφτασε στο Νο. 3), ακολουθούμενο από το Spirits in the Material World (Νο. 11) και το Secret Journey (που έμεινε λίγο έξω από το Top 40). Οι Police έγιναν ακόμα πιο δημοφιλείς με το Synchronicity, το μοναδικό τους άλμπουμ που έφτασε στο Νο. 1, από το οποίο προήλθε και το μοναδικό τους Νο. 1 single, το Every Breath You Take. Δυστυχώς οι εσωτερικές διαμάχες και ο αγώνας για τον έλεγχο του συγκροτήματος, που τελικά οδήγησαν στη διάλυση μετά από το Synchronicity, είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές από την εποχή του Ghost in the Machine.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το Ghost in the Machine ήταν για τους Police ότι το White Album για τους Beatles. Ποιο είναι το στοιχείο που κάνει τόσο ξεχωριστό; Η προφανής απάντηση είναι επειδή απομακρύνθηκαν από τη φόρμουλα του προηγούμενου άλμπουμ τους, του Zenyatta Mondatta (1980). Ενώ τα περισσότερα συγκροτήματα θα είχαν επιλέξει τον εύκολο δρόμο και θα είχαν κάνει ένα Zenyatta Mondatta Part 2, οι Police πίεσαν τους εαυτούς τους δημιουργικά και, σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, κυριολεκτικά πίεσαν ο ένας τον άλλον, με το αποτέλεσμα να αποδεικνύεται εξαιρετικό. Τα τραγούδια έγιναν πιο μεγαλοπρεπή και δυναμικά, ένα κρίσιμο στοιχείο στην εξέλιξη του συγκροτήματος. Είναι το πρώτο τους άλμπουμ που φέρει τίτλο στα αγγλικά και στο εξώφυλλο δεν εμφανίζεται το συγκρότημα.
Το Ghost in the Machine, πιο σκοτεινό από οποιοδήποτε προηγούμενο άλμπουμ του συγκροτήματος, ήταν η αρχή και το τέλος. Ήταν η τελευταία φορά που όλα τα μέλη του συγκροτήματος τα πήγαιναν κάπως καλά μεταξύ τους. Ήταν επίσης το πιο έξυπνο και περίπλοκο έργο τους. Ήταν καλύτερο από όσα άλμπουμς είχαν προηγηθεί, αλλά πιο λιτό από το επόμενο.
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
5/8/26



Δημοσίευση σχολίου