Ο κάθε ένας από εμάς έχει το δικό του προσωπικό γούστο στην μουσική, το αγαπημένο του σχήμα και τους αγαπημένους του δίσκους. Ομοίως όλοι έχουμε και τις μουσικές μας «αντιπάθειες» και ενστάσεις στις κυκλοφορίες των συγκροτημάτων που εκτιμάμε περισσότερο. Τα άλμπουμ, που όσο πετυχημένα (ή όχι) και εάν είναι, εμάς δεν μας «κάθισαν» καλά, δεν μας άρεσαν, δεν μας ενθουσίασαν. Όμως σήμερα, και είμαι σίγουρος ότι αυτό έχει συμβεί και εσάς, κάποιους από αυτούς του δίσκους, μπορεί να τους υπερασπιζόμαστε με πάθος και να τους εκτιμούμε πολύ, παρα το γεγονός πως όταν πρωτοκυκλοφόρησαν… δεν μας έλεγαν και πολλά. Ίσως τους ακούσαμε βιαστικά, ίσως τους συγκρίναμε άδικα, αλλά η άβολη αλήθεια είναι ότι τότε, τους απορρίψαμε σχεδόν αντανακλαστικά. Μήπως απλά εμείς, δεν ήμασταν ακόμη έτοιμοι γι’ αυτούς;
Η ιστορία της μουσικής είναι γεμάτη από λίστες «αδικημένων» άλμπουμ. Δίσκοι που δεν πούλησαν όσο έπρεπε, που δεν αναγνωρίστηκαν, που, υποτίθεται , περίμεναν τη δικαίωση του χρόνου. Αλλά αυτό το κείμενο δεν αφορά τέτοιες περιπτώσεις. Δεν είναι μια προσπάθεια αποκατάστασης της αξίας κάποιων δίσκων και δεν είναι κατάλογος κρυμμένων διαμαντιών. Όμως είναι κάτι πολύ πιο προσωπικό και σίγουρα 100% ειλικρινές. Η παραδοχή ότι μερικούς δίσκους δεν τους αδίκησε το κοινό τους, αλλά τους αδικήσαμε εμείς οι ίδιοι. Και επειδή δεν μπορώ να γράψω για την δική σας λίστα των Delayed Appreciation Albums, θα σας αποκαλύψω την δική μου! Και θα σας μιλήσω για δίσκους που δεν κατάφερα να τους «ακούσω» πέρα από τις προσδοκίες της στιγμής.
Ο ακροατής δεν είναι ποτέ ουδέτερος. Ακούει με μνήμη, με συγκρίσεις, με εικόνες του παρελθόντος, με προσδοκίες και απαιτήσεις. Και όταν ένα άλμπουμ δεν ταιριάζει με αυτό που περιμένει, η αντίδραση συχνά δεν είναι η αξιολόγηση, αλλά είναι η αντίσταση ή η αντίδραση. Ο χρόνος όμως έχει έναν παράξενο τρόπο να επαναδιαπραγματεύεται τη μουσική. Δίσκοι που κάποτε μας φάνηκαν «λάθος», αδύναμοι ή απλώς αδιάφοροι, χρόνια μετά επιστρέφουν με διαφορετικό βάρος. Σαν να άλλαξε ο ίδιος ο ήχος τους, ενώ στην πραγματικότητα, το μοναδικό που άλλαξε, είμαστε εμείς. Η ηλικία, οι εμπειρίες, η απόσταση από το hype της εποχής και κυρίως και πάνω από όλα λείπει η απουσία της σύγκρισης. Έτσι ένα άλμπουμ που κάποτε προσπεράσαμε απογοητευμένοι ή με αδιαφορία καταφέρνει με τον χρόνο να μετατρέπεται σε μια προσωπική αποκάλυψη. Δεν είναι η νοσταλγία εδώ που λειτουργεί υπέρ του δίσκου νομίζω, αλλά η ετεροχρονισμένη κατανόηση του, και απομάκρυνση μας από το περιβάλλον της εποχής του. Αυτό το άρθρο είναι μια μικρή συγγνώμη, μια καθυστερημένη συμφιλίωση με δίσκους που δεν τους κατάλαβα και δεν τους εκτίμησα όταν τους συνάντησα πρώτη φορά.
Και αν υπάρχει ένα άλμπουμ που ενσαρκώνει σχεδόν ιδανικά αυτή την εμπειρία, αυτό είναι το Isolation των Toto, και δεν μιλάμε για έναν αδύναμο δίσκο. Αλλά επειδή έμοιαζε με κάτι που δεν ταίριαζε ούτε στη καρδία, ούτε στην λογική διότι τον βάρυνε η απουσία του Bobby Kimball. Κατά συνέπεια, υπήρξα εξ αρχής αρνητικός διότι ένιωσα πως δεν υπήρχε η γνώριμη αίσθηση του ύφους της μπάντας. Έτσι έκανα αρκετά χρόνια να του δώσω την ευκαιρία. Και όταν τον άκουσα, ένιωθα ότι υπήρχε μια διαφορετική ατμόσφαιρα, ένας ελαφρώς ψυχρότερος τόνος, μια ηχητική μετατόπισης που δύσκολα πέρασε απαρατήρητη από εμένα. Και κάπου εκεί όμως ενεργοποιείται ένας από τους πιο ύπουλους, αλλά λογικούς, μηχανισμούς της μουσικής μας εμπειρίας. Η σύγκριση. Κι όχι απαραίτητα με τον ίδιο τον δίσκο, σαν καλλιτεχνική έκφραση, αλλά με αυτό που περιμένεις να ακούσεις. Και αυτό που περίμενα να ακούσω, δεν ήταν αυτό που τελικά άκουσα τότε. Το Isolation δεν κρίθηκε ποτέ ουδέτερα. Εκείνα τα χρόνια κρίθηκε μέσα από την απουσία, μέσα από την θεωρητική ανάγκη της συνέχειας, και φυσικά από μια σχεδόν αντανακλαστική αντίσταση απέναντι στην αλλαγή. Αρκετά χρόνια μετά όμως, απαλλαγμένο από το βάρος της πρώτης μου προσδοκίας και τη σκιά της σύγκρισης που του έριξα, το άλμπουμ άρχισε να ακούγεται πολύ διαφορετικά.
Πιο καθαρά, και πιο δίκαια. Όταν επήλθε η ουδετερότητα, όλα άλλαξαν. Και τότε το Isolation παύει να είναι «ο Toto δίσκος χωρίς τον Kimball» και μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ουσιαστικό. Έναν εξαιρετικά καλογραμμένο Toto δίσκο με θαυμάσιες συνθέσεις και άπειρες μουσικές προτάσεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά το Stranger in town πιθανόν να είναι το πλέον αγαπημένο μου τραγούδι των Toto.
Αλλά οι προσδοκίες και οι συγκρίσεις δεν είναι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο ένας ακροατής μπορεί να κρατήσει έναν, δίσκο, ασυνείδητα πολλές φορές, σε απόσταση. Υπάρχει και μια άλλη, αθόρυβη, κατηγορία. Τα ήσυχα άλμπουμ, αυτά που δεν κάνουν πάταγο, αλλά είναι εκεί και δεν δημιουργούν έντονες αντιδράσεις, δεν γεννούν καν απογοήτευση με την μουσική τους. Απλώς δεν καταφέρνουν να σε κερδίσουν στην ώρα τους ώσπου κάποια στιγμή μετά από χρόνια, έτσι χωρίς λόγο νιώθεις ότι είναι η ώρα να τα επανεξετάσεις και τα τραβάς πάλι έξω. Και τότε τα ανακαλύπτεις! Πολύ πρόσφατα έγραψα στην στήλη Garden of Eden για ένα τέτοιο άλμπουμ. To Holidays in Eden των Marillion. Υπάρχει όμως και ακόμα ένα που εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Το Sea of Light των βασανισμένων Uriah Heep είναι μια σχεδόν ιδανική περίπτωση αυτού του φαινομένου. Δεν συνοδεύτηκε από τον θόρυβο που συνήθως περιβάλλει μια «μεγάλη» κυκλοφορία. Δεν προκάλεσε έντονες συζητήσεις, δεν δίχασε, δεν δημιούργησε καν την αίσθηση του γεγονότος όταν κυκλοφόρησε. Ήταν ένας δίσκος που πέρασε ήρεμα, σχεδόν διακριτικά και εκεί ακριβώς κρύβεται η ιδιαιτερότητά του κατά την άποψη μου.
Και πέρασε χωρίς προσοχή και από εμένα, ένα απλά «καλό», αν και τον αγόρασα σχετικά κοντά στην ημερομηνία κυκλοφορίας του. Μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι αυτό που κάποτε σου φαινόταν απλώς «καλό», έχει αποκτήσει μια εντελώς διαφορετική βαρύτητα. Και αυτό δεν συμβαίνει επειδή έχει αλλάξει ο δίσκος φυσικά, αλλά επειδή άλλαξε ο τρόπος που τον ακούς. Κάπως έτσι, το Sea of Light μετατρέπεται σε έναν δίσκο με παράξενη αντοχή στον χρόνο, έναν δίσκο που επιστρέφεις χωρίς να το αντιληφθείς άμεσα, μέχρι που συνειδητοποιείς ότι έχει καταλάβει πολύ πιο κεντρική θέση στη μουσική σου μνήμη απ’ ό,τι φανταζόσουν. Η καθυστερημένη σύνδεση με το έργο γίνεται πράξη και εδώ ο σεβασμός σε αυτό χρειάζεται πολύ χρόνο για να αποκατασταθεί!.
Και ίσως αυτή είναι η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά των Delayed appreciation albums γιατί δεν υπάρχει ένας μόνο δρόμος που οδηγεί σε αυτή την εμπειρία, ούτε ένας συγκεκριμένος μηχανισμός που εξηγεί γιατί ένας δίσκος χρειάζεται χρόνο για να αποκαλυφθεί ξεχωριστά στον καθένα μας, ακόμα και εάν έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα. Απλά κάποια άλμπουμ μένουν σε απόσταση επειδή δεν προκαλούν αρκετό θόρυβο αλλά και κάποια άλλα για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Επειδή ο θόρυβος γύρω τους είναι ήδη υπερβολικά έντονος. Το Restless Heart των Whitesnake είναι μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της δεύτερης κατηγορίας. Δεν ήταν ένας δίσκος που πέρασε απαρατήρητος. Ήταν ένας δίσκος που κουβαλούσε ένα σχεδόν ασήκωτο βάρος, την κληρονομιά του ονόματος Whitesnake σε μια πολύ συγκεκριμένη και εχθρική για την μουσική μας εποχή. Σήμερα οφείλω να ομολογήσω πως από εμένα τότε αυτό το άλμπουμ δεν κρίθηκε γι’ αυτό που πραγματικά ήταν.
Κρίθηκε γι’ αυτό που δεν ήταν. Κρίθηκε γιατί δεν ήταν το επόμενο βήμα ανάμεσα στο Slide it in και το 1987, μια λογική συνέχεια του Slip of a tongue, γιατί δεν ήταν arena monster, αν και μου άρεσε που δεν είχε την ηχητική υπερβολή. Για να είμαι ειλικρινής, το είδα τότε σαν μια υποχώρηση, σαν ένα βήμα πίσω. Μια μουσική «μετάνοια» του Coverdale για την υπερβολή του 1987 και ίσως εδώ να μην το έκρινα άδικα από αυτή την οπτική. Χρόνια μετά όμως, απαλλαγμένο από αυτή την ανάγκη συνέχειας και το βάρος των αναπόφευκτων παραλληλισμών, το Restless Heart άρχισε να αποκαλύπτεται διαφορετικά. Όχι ως «ο δίσκος που θα έπρεπε να βγάλουν οι Whitesnake», αλλά ως κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ειλικρινές, γιατί στην ουσία αυτό είναι. Ένας εξαιρετικά ώριμος, καλογραμμένος και ατμοσφαιρικός Whitesnake δίσκος, χωρίς πολλές φωνές, χωρίς εκκωφαντικές κιθάρες και drums, αλλά γεμάτος με αυτό που δίδαξε ο Coverdale από την αρχή της καριέρας του με την ερμηνεία του. Ψυχή!
Όπως είπα και πιο πάνω, ένα Delayed Appreciation Album, δεν είναι απαραίτητα εμπορική αποτυχία. Ισα -ισα που το επόμενο, είναι ένα από τα πλέον εμπορικά πετυχημένα άλμπουμ. Άλλωστε η προσωπική αποδοχή ενός δίσκου δεν σχετίζεται απαραίτητα με την εμπορική πορεία ή την αποδοχή. Δεν εξαρτάται από πωλήσεις, charts ή την καθολική αναγνώριση. Στην rock μουσική, η προσωπική σχέση με τη μουσική λειτουργεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και είναι φορές όπου η εμπορική επιτυχία προκάλεσε δυσαρέσκεια. Ένα άλμπουμ μπορεί να έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα και ταυτόχρονα να έχει χρειαστεί χρόνια για να βρει χώρο στη δική σου ακουστική συνείδηση. Επειδή εσύ δεν ήσουν ακόμη έτοιμος να το ακούσεις έξω από το πλαίσιο της εποχής του, ή δεν δέχτηκες την αλλαγή.
Και αν αυτό μοιάζει παράδοξο, γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον όταν μεταφερόμαστε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Σε συγκροτήματα όπου η αλλαγή δεν αφορά απλώς ύφος ή διάθεση, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της ταυτότητάς τους.
…Και ίσως εκεί ακριβώς αρχίζει το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της μικρής προσωπικής εξομολόγησης. Γιατί μέχρι εδώ μιλάμε για δίσκους που χρειάστηκαν χρόνο για να αποκαλυφθούν. Από ένα σημείο και μετά όμως, μπαίνουμε σε μια άλλη περιοχή, σε άλμπουμ που δεν άλλαξαν απλώς στη δική μου αντίληψη, αλλά άλλαξαν και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι την ίδια τη μουσική. Το Keep the Faith των Bon Jovi ήταν μια τέτοια περίπτωση. Όταν κυκλοφόρησε, πολλοί από εμάς περιμέναμε απλώς την συνέχεια του γνώριμου κόσμου των ’80s. Τον ίδιο ήχο, την ίδια αισθητική, την ίδια σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση υπερβολής που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο της μπάντας. Ξενοιασιά, party, ανεμελιά και νεανική rock αισθητική! Αντί γι’ αυτό, το άλμπουμ έμοιαζε να έρχεται από μια διαφορετική πραγματικότητα. Ο ήχος ήταν πιο γειωμένος, η διάθεση πιο ώριμη, οι συνθέσεις πιο εσωστρεφείς, η μπάντα διαφορετική. Δεν ήταν ο κόσμος και το ύφος που περιμέναμε. Και όταν η προσδοκία δεν συναντά την πραγματικότητα, ο ακροατής συχνά αντιδρά σχεδόν αντανακλαστικά. Χρόνια μετά όμως, όταν το άκουσα ξανά χωρίς εκείνες τις άτιμες τις συγκρίσεις να βαραίνουν το μυαλό μου, το άλμπουμ αποκαλύφθηκε αλλιώς. Όχι ως απομάκρυνση από το παρελθόν των Bon Jovi, αλλά ως η στιγμή που αποφάσισαν να μεγαλώσουν. Και κάπως έτσι, ένας δίσκος που κάποτε μου φαινόταν περίεργος, σήμερα μοιάζει ως το απόλυτα φυσικό βήμα προς τα εμπρός και η εποχή της ωρίμανσης της μπάντας! Και για τα γούστα μου; Το καλύτερο τους άλμπουμ!
Από εκεί και πέρα όμως, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η αλλαγή δεν αφορά απλώς το ύφος μιας μπάντας, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα της ταυτότητάς της, και για αυτό για εμάς σημαίνει συναγερμός! Πυροδοτεί άμυνες, αναχώματα και ναρκοπέδια. Πλησιάζουμε, όπως πλησιάζουν τα ΟΥΚ την εχθρική περιοχή! Θα μπορούσαν να έχω επιλέξει το Come taste the band για αυτή εδώ την παράγραφο, αλλά για κάποιο λόγο προτίμησα το Purpendicular των Deep Purple είναι ίσως μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση. Είναι ο εύκολος στόχος για τον ακροατή να πει «Ως εδώ!» Για πολλούς και ομολογώ πως για χρόνια ήμουν ένας από αυτούς η πρώτη επαφή με το άλμπουμ ήταν περισσότερο μια διαδικασία σύγκρισης παρά πραγματικής ακρόασης, όπως είχε συμβεί και με το Come taste the band. Η απουσία του Ritchie Blackmore λειτουργούσε σαν φίλτρο μέσα από το οποίο περνούσε κάθε νότα. Χρειάστηκε χρόνος για να καταλάβω ότι ο δίσκος δεν προσπαθούσε να αναπαραστήσει το παρελθόν. Προσπαθούσε να δημιουργήσει κάτι νέο. Και εκεί ακριβώς κρύβεται και η μεγαλύτερη δύναμή του. Ο Steve Morse δεν μπήκε στη μπάντα για να αναπαράγει μια κληρονομιά, αλλά για να ανοίξει έναν διαφορετικό δρόμο. Και μέσα από τραγούδια όπως το Sometimes i feel like screaming, αυτός ο δρόμος αποδείχθηκε όχι απλώς ενδιαφέρων, αλλά ουσιαστικός και απολαυστικός με το πέρασμα του χρόνου.
Κάπου εκεί όμως φτάνουμε ίσως στο πιο προσωπικό κομμάτι αυτής της ιστορίας. Γιατί υπάρχουν και άλμπουμ που δεν άργησα απλώς να εκτιμήσω, άλμπουμ που στην αρχή σχεδόν απέρριψα. Και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για μένα είναι το Rust in Peace των Megadeth. Όταν το άκουσα για πρώτη φορά, δεν κατάφερα να συνδεθώ μαζί του. Ίσως επειδή η τεχνική του ένταση και η σχεδόν μαθηματική ακρίβεια των συνθέσεων μου φάνηκαν ψυχρές. Ίσως επειδή εκείνη την εποχή αναζητούσα κάτι διαφορετικό στη μουσική ή για μένα υπήρχαν μουσικά στεγανά. Όπως κι αν έχει, για χρόνια το προσπερνούσα σχεδόν αδιάφορα, δίνοντας πιο πολύ βάρος στις μεθύστερες κυκλοφορίες τους. Και όμως, κάποια στιγμή επέστρεψα σε αυτό. Και τότε κατάλαβα πόσο λάθος είχα κάνει. Γιατί το Rust in Peace δεν είναι απλώς ένας σπουδαίος thrash metal δίσκος. Είναι ένα από τα πιο ολοκληρωμένα και ευφυή έργα που έχουν δημιουργηθεί ποτέ μέσα σε αυτό το ιδίωμα. Σήμερα, το εξώφυλλό του είναι το wallpaper στο κινητό μου, μια μικρή καθημερινή υπενθύμιση ότι μερικές φορές η μουσική χρειάζεται απλώς να συναντήσει τη σωστή στιγμή στη ζωή μας και το αντίστροφο.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσία όλων αυτών των δίσκων. Δεν είναι «παρεξηγημένοι», ούτε «αδικημένοι». Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η μουσική. Ήταν ο χρόνος. Ή μάλλον, η στιγμή στην οποία τη συναντήσαμε. Γιατί ο ακροατής αλλάζει, μεγαλώνει, κουβαλά νέες εμπειρίες και ακούει με διαφορετικά αυτιά. Και κάποια άλμπουμ περιμένουν υπομονετικά ακριβώς αυτό, τη στιγμή που θα είμαστε επιτέλους έτοιμοι να τα ακούσουμε. Αρκεί να βρούμε τον χρόνο και την στιγμή. Και κάπως έτσι συνειδητοποιείς ότι η σχέση μας με έναν δίσκο δεν είναι ποτέ στατική. Δεν είναι μια στιγμή ακρόασης, αλλά μια διαδρομή. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και με το Savage Amusement των Scorpions. Για χρόνια το αντιμετώπιζα ως έναν «περίεργο» και αδιάφορο δίσκο μέσα στη δισκογραφία τους με μια δυο εξαιρέσεις μόνο. Δεν είχε την ωμή ενέργεια του Blackout, ούτε το άμεσο χτύπημα του Love at First Sting. Έμοιαζε πιο στιλιζαρισμένο, πιο προσεγμένο, πιο computerized από όσο έπρεπε για εκείνα τα χρόνια, ίσως και πιο συγκρατημένο. Εκείνη την εποχή το είχα εκλάβει σχεδόν ως αδυναμία και κούραση της μπάντας. Χρόνια μετά όμως, ακούγοντάς το πάλι, άρχισα να ανακαλύπτω μια άλλη διάσταση του. Έναν δίσκο με χαρακτήρα, με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα και με τραγούδια που έχουν αντέξει πολύ περισσότερο από όσο του αναγνώριζα τότε και με πολύ περισσότερη ποιότητα στο κάτω-κάτω της γραφής.
Αν όμως το Savage Amusement μου φάνηκε κάποτε απλώς «παράξενο», το Dark Days in Paradise του Gary Moore ήταν κάτι ακόμα πιο δύσκολο να αποδεχτώ. Για έναν ακροατή που είχε στο μυαλό του τον Moore ως έναν από τους σπουδαιότερους blues–rock κιθαρίστες της γενιάς του, εκείνος ο δίσκος έμοιαζε σχεδόν σαν απόκλιση. Η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική, η παραγωγή πιο σύγχρονη, το ύφος πιο σκοτεινό και εσωτερικό. Για πολύ καιρό δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό το άλμπουμ. Και όμως, όταν το ξανά άκουσα χρόνια μετά, χωρίς την ανάγκη να το συγκρίνω με τα Still Got the Blues ή After Hours, άρχισα να το βλέπω διαφορετικά. Όχι ως παρένθεση, αλλά ως μια τολμηρή και ειλικρινή καλλιτεχνική αναζήτηση. Σεβάστηκα όχι την δική μου προσωπική άποψη που θέλει έναν καλλιτέχνη να επαναλαμβάνεται συνεχώς, αλλά σεβάστηκα τον καλλιτέχνη που θέλει να κάνει κάτι διαφορετικό από ότι μπορεί να αρέσει σε εμένα. Και το είδα ως μια αυτόνομη μουσική πρόταση. Δύσκολο; Ναι, δύσκολο. Ασυνήθιστο; Αιρετικό; Τολμηρό; Όλα μαζί. Αλλά κάποιες φορές, και δεν μας συμβαίνει συχνά, είναι αναγκαίο γιατί έτσι αφήνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό «ελεύθερο», όταν αφήνουμε πίσω μας τις προσδοκίες και επιλέγουμε μόνο την μουσική. Και ο Gary Moore, στην καριέρα του άλλαξε φόρμα και στυλ στην μουσική του όχι λίγες φορές. Απλά εδώ η αλλαγή ήταν έντονη και ξένη. Χρειάστηκαν χρόνια να την καταλάβω, μα δεν είναι ποτά αργά, ούτε για ανοχή, ούτε για κατανόηση.
Και κάπου εκεί έρχεται και το Renegade των Thin Lizzy. Ένας δίσκος που για χρόνια στεκόταν στη σκιά των μεγάλων στιγμών της μπάντας. Δεν είχε το κύρος του Jailbreak ή τη δυναμική του Black Rose. Για πολλούς οπαδούς και ομολογώ πως κάποτε ανήκα κι εγώ σε αυτούς, έμοιαζε σαν ένα μικρότερο κεφάλαιο μέσα σε μια τεράστια ιστορία. Αλλά όσο περνούν τα χρόνια, αρχίζεις να ακούς διαφορετικά. Αρχίζεις να εκτιμάς τη μελωδία, την ατμόσφαιρα, εκείνη τη χαρακτηριστική μελαγχολία που πάντα έκρυβε η μουσική του Phil Lynott. Και τότε το Renegade παύει να είναι «ο μικρός δίσκος των Thin Lizzy» και γίνεται απλώς ένας ακόμα όμορφος σταθμός στη διαδρομή τους, με την σφραγίδα του πιο χαλαρού και ήρεμου Snowy White.
Υπάρχει όμως και μια περίπτωση που αποδεικνύει πόσο απρόβλεπτα λειτουργεί μερικές φορές η σχέση μας με τη μουσική. Το Sumogrip των Lucifer's Friend ήταν για χρόνια ένας δίσκος που απλώς υπήρχε στη δισκοθήκη μου. Τον είχα αγοράσει, τον είχα ακούσει ίσως μια–δυο φορές, αλλά ποτέ δεν είχα σταθεί πραγματικά πάνω του. Μέχρι που μια μέρα, ακούγοντας ένα σποτ στο διαδικτυακό ραδιόφωνο του Rockmachine.gr, έπεσα πάνω στο εισαγωγικό riff από το One Ticket to Hell. Το riff με σταμάτησε αμέσως. «Τι είναι αυτό;» ρώτησα. Όταν μου είπαν το τραγούδι και το άλμπουμ, η αντίδρασή μου ήταν σχεδόν κωμική! Mα αυτό το άλμπουμ το έχω ήδη. Κι έτσι, σχεδόν τυχαία, ξαναανακάλυψα το Sumogrip, έναν δίσκο που περίμενε υπομονετικά τόσα χρόνια στο ράφι για να του δώσω τελικά την προσοχή που του άξιζε. Και την άξιζε και με το παραπάνω, κάπως έτσι κατάλαβα για άλλη μια φορά ότι μερικά άλμπουμ δεν αποκαλύπτονται όταν τα αγοράζεις, αλλά όταν έρθει απλώς η σωστή στιγμή να τα ακούσεις.
Πιθανόν αυτή να είναι τελικά η ουσία όλων αυτών των άλμπουμ. Δεν είναι αδικημένοι δίσκοι, δεν είναι χαμένα αριστουργήματα που περίμεναν τη δικαίωση του χρόνου. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η μουσική. Ήταν η στιγμή. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο όμορφο πράγμα στη σχέση μας με τη μουσική. Το ότι δεν είναι ποτέ οριστική. Δεν είναι πάντα μια απόφαση που παίρνουμε μια φορά και τελειώνει εκεί. Το μόνο σίγουρο στους δίσκους που ακούμε μέσα στον χρόνο, είναι πως η μουσική τους δεν έχει αλλάξει ούτε μία νότα. Αυτό που αλλάζει όμως είναι ο ακροατής, είμαστε εμείς οι ίδιοι!
Κοιτάζοντας σήμερα αυτή τη μικρή προσωπική λίστα, δεν βλέπω λάθη της δισκογραφίας ή παρεξηγημένα άλμπουμ. Βλέπω στιγμές όπου εγώ δεν ήμουν ακόμη έτοιμος να ακούσω πραγματικά αυτά που είχαν να πουν. Και ίσως γι’ αυτό, όταν επιστρέφεις σε έναν τέτοιο δίσκο χρόνια μετά και ξαφνικά τον ανακαλύπτεις από την αρχή, η αίσθηση είναι σχεδόν μαγική. Σαν να ξαναβρίσκεις κάτι που ήταν πάντα εκεί, αλλά απλώς δεν το είχες προσέξει. Και ίσως η πιο “αιρετική” επιλογή αυτής της λίστας να είναι το Rust in Peace. Όχι επειδή πρόκειται για έναν δίσκο που δεν αναγνωρίστηκε. Το αντίθετο. Από την πρώτη στιγμή θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους thrash metal δίσκους της εποχής του. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ το άλμπουμ. Το πρόβλημα ήμουν εγώ, που χρειάστηκα χρόνια για να καταλάβω πραγματικά τι είχαν καταφέρει οι Megadeth εκεί μέσα. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμα thrash metal δίσκος. Ήταν κάτι πολύ μεγαλύτερο. Και η πρώτη μου αντίδραση ήταν ένα περίεργο μείγμα θαυμασμού και… ενοχής. Θαυμασμός για το πόσο σπουδαίο ήταν αυτό που άκουγα, και ενοχή γιατί χρειάστηκαν τόσα χρόνια για να το καταλάβω!
Και κάπως έτσι, αυτά τα άλμπουμ γίνονται κάτι περισσότερο από απλές κυκλοφορίες. Γίνονται μικρές προσωπικές συμφιλιώσεις με τη μουσική. Μια καθυστερημένη συγγνώμη σε δίσκους που κάποτε προσπεράσαμε είτε βιαστικά, είτε γιατί απλά δεν ήταν τότε η στιγμή μας μαζί τους. Και μια υπενθύμιση ότι η μουσική, όπως και η ζωή, χρειάζεται μερικές φορές απλώς χρόνο. Συμφωνείτε;
Εσείς; Σε ποιους δίσκους οφείλετε μια συγγνώμη;
Την άλλη Κυριακή: 10 πολύ γνωστοί που απολύθηκαν κι έκαναν τεράστια καριέρα!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ
5/4/26








Δημοσίευση σχολίου