MOODY BLUES - DAYS OF FUTURE PASSED (1967): ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΠΟΥ ΕΝΩΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ

 

Το 1967 ήταν μια χρονιά ορόσημο στη rock μουσική, καθώς με το Pet Sounds οι Beach Boys διεύρυναν τους μουσικούς ορίζοντες και άνοιξαν νέους δρόμους σε συγκροτήματα όπως οι Beatles, οι Moody Blues, οι Pink Floyd, οι Rolling Stones και πολλοί άλλοι. Καθένα από αυτά τα τεράστια συγκροτήματα επέλεξε τη δική του πορεία. Οι Pink Floyd κυνήγησαν το απόλυτο ηχητικό acid όραμα, οι Beatles επέλεξαν να εξελίξουν και να τελειοποιήσουν τη βρετανική pop, οι Rolling Stones να κινηθούν σε πιο σκληρό rock ήχο και οι Moody Blues το αδιανόητο: να παντρέψουν το rock με την κλασική μουσική.
Η ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ
Ενώ το Go Now, το πρώτο τους single, έφτασε στην κορυφή των charts στο Ηνωμένο Βασίλειο και μπήκε στην πρώτη δεκάδα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1964-1965, οι Moody Blues δυσκολεύτηκαν να βρουν μια δυνατή συνέχεια και σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι η εταιρεία τους (Decca) κυκλοφόρησε το I Don't Want to Go On Without You, πριν το συγκρότημα ολοκληρώσει την ηχογράφηση. Αν και διατήρησαν τη δημοτικότητά τους μέσω των συναυλιών, η εταιρεία που είχε αναλάβει το management τούς εγκατέλειψε κρατώντας όλα τα κέρδη τους και αφήνοντάς τους ουσιαστικά χρεοκοπημένους. Ο Brian Epstein τους αναλαμβάνει για λίγο, αλλά το 1966, ο μπασίστας Clint Warwick εγκαταλείπει το συγκρότημα, ακολουθούμενος σύντομα από τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Denny Laine, οδηγώντας τον Epstein να τερματίσει τη σύντομη συνεργασία τους. Τη θέση του μπασίστα καλύπτει ο John Lodge. Ο Mike Pinder επικοινωνεί με τον Eric Burton που του συστήνει έναν ταλαντούχο τύπο, ονόματι Justin Hayward για να καλύψει το κενό του κιθαρίστα-τραγουδιστή. Ο Lodge και ο Hayward θα αποδεικνύονταν τελικά θεόσταλτοι, αλλά προς το παρόν, οι Moodies αποφασίζουν να συνεχίσουν να φορούν τα μπλε κοστούμια για τα οποία ήταν γνωστοί και δεν έκαναν καμία αλλαγή στον βασικό R&B προσανατολισμό τους. Το Οκτώβριο του 1966 οι Moody Blues έχουν μόλις αλλάξει σύνθεση, με την είσοδο του Justin Hayward (κιθάρα-φωνητικά) και του John Lodge (μπάσο-φωνητικά), που πλέον πλαισιώνουν τους: Ray Thomas (φλάουτο-φωνητικά), Graeme Edge (ντραμς) και (Mike Pinder-mellotron). Σύμφωνα με τον Justin Hayward, το πρόβλημα με τους πρώιμους Moody Blues ήταν ότι προσπαθούσαν να είναι ένα αμερικανικό R&B συγκρότημα. «Δεν είχαμε ζήσει αυτή τη ζωή», λέει ο Hayward. Έτσι αποφασίζουν να γράψουν αντλώντας έμπνευση από τα προσωπικά τους βιώματα. To συγκρότημα μετακoμίζει στο Mouscron του Βελγίου για να γράψει νέο υλικό και να κάνει μια σύντομη περιοδεία. Οι συναυλίες τους αποτελούνται συνήθως από δύο σετ, το πρώτο με διασκευές rhythm and blues συμπεριλαμβανομένου του Go Now και το δεύτερο από πρωτότυπα τραγούδια που έχουν γράψει πρόσφατα. Η δισκογραφική τους εταιρεία, η Decca, δεν τους εμπιστεύεται και μετά βίας είναι διατεθειμένη να αφήσει το συγκρότημα να συνεχίσει να κυκλοφορεί single λόγω των χαμηλών τους πωλήσεων. 

Από την άλλη πλευρά τους θεωρεί ιδανικούς για την ηχογράφηση ενός demo LP με σκοπό την προώθηση του νέου στερεοφωνικού της συστήματος Deramic Sound System (DSS). Ήδη στα μέσα του 1967 το συγκρότημα είχε επίσημα χρέη 5000 λιρών, όταν τους δόθηκε τελεσίγραφο: Ηχογραφήστε ό,τι σας λέμε ή αλλιώς...  Η Decca ζητά από τους Moody Blues να παίξουν ποπ/ροκ τραγούδια, σε συνδυασμό με κλασική μουσική και συγκεκριμένα τη Συμφωνία No.9 του Antonín Dvořák. Για τις ανάγκες της ηχογράφησης δημιουργείται η London Festival Orchestra, συμφωνική ορχήστρα τη διεύθυνση της οποίας αναλαμβάνει ο Peter Knight. Ο Night παρακολουθεί μια συναυλία των Moodies στην οποία παίζουν πολλά νέα τους κομμάτια και θεωρεί ότι είναι ιδανικοί για να συνδυάσουν την κλασική μουσική του Dvorak, με τραγούδια όπως το Blue suede shoes! Σε αντάλλαγμα η εταιρεία δέχεται να εξαλειφθούν τα χρέη του συγκροτήματος που προέρχονταν από προκαταβολές που εισέπραξαν χωρίς να παραδώσουν υλικό. Οι Moody Blues κατ’ αρχήν συμφωνούν, αλλά στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρονται και τόσο να παίξουν το έργο τού Dvořák. Ήθελαν να ηχογραφήσουν τις συνθέσεις τους, αλλά για να το πετύχουν, πηγαίνοντας κόντρα στην επιθυμία της εταιρείας, πρέπει να στήσουν μια … συνωμοσία με τη βοήθεια και του παραγωγού Tony Clarke, ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή στα δύο singles που έχουν κυκλοφορήσει. Όταν ξεκινούν οι ηχογραφήσεις οι Moody Blues αισθάνονται ότι η εταιρεία τούς θεωρεί καμένο χαρτί, οπότε αποφασίζουν να ρισκάρουν καλλιτεχνικά καθώς δεν έχουν κάτι να χάσουν. Έτσι γεννιέται και η ιδέα ενός concept album που περιγράφει μια μέρα της ανθρώπινης ζωής. Η ηχογράφηση γίνεται στα Decca Studios στο Λονδίνο, από τον Μάιο έως τον Οκτώβριο του 1967, με τους Moody Blues να ηχογραφούν χωριστά από την ορχήστρα, με το mellotron του Mike Pinder να λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα σε δυο εκ πρώτης όψεως διαφορετικούς κόσμους: του rock και της κλασικής μουσικής. Αρχικά ηχογραφεί το συγκρότημα, στη συνέχεια ηχογραφούνται τα δεύτερα φωνητικά και τα μέρη του mellotron, ακολουθεί η ηχογράφηση της ορχήστρας και τελικά γίνεται το οριστικό stereo mix. Το mellotron του Mike Pinder συχνά ξεκουρδίζεται και χρειάζεται να επαναληφθούν οι ηχογραφήσεις, αλλά  ο ήχος του δίνει ονειρική διάσταση στο άλμπουμ. Ευτυχώς που ο Pinder είχε εργαστεί για την εταιρεία που κατασκεύασε το όργανο και ήξερε πώς να το χειριστεί και να το αποσυναρμολογήσει. Είχαν επίσης την τύχη να συνεργαστούν με έναν λαμπρό μηχανικό, τον Derek Valnals, ο οποίος βοήθησε τον Pinder και τον Clarke για να επινοήσουν μερικές λύσεις που έκαναν το πολύπλοκο όργανο να παράγει συνεπείς ορχηστρικούς ήχους. Πολλοί μουσικοί της London Festival Orchestra δεν έχουν ιδέα ποιοι είναι οι Moody Blues και θεωρούν ότι ηχογραφούν απλώς background μουσική, ενώ δυσανασχετούν όταν ενημερώνονται ότι συμμετέχουν σε δίσκο rock συγκροτήματος. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα περιλαμβάνει λίγες εβδομάδες ηχογραφήσεων, που τελικά γίνονται μήνες. Το κόστος ανεβαίνει πολύ και το πιθανότερο είναι ότι η Decca θα είχε διακόψει τις ηχογραφήσεις, αν δεν είχε δεσμευτεί να προωθήσει το DSS. Όταν οι υπεύθυνοι της εταιρείας άκουσαν το άλμπουμ, δεν ήξεραν τι να κάνουν καθώς ήταν πολύ διαφορετικό από όσα είχαν συμφωνηθεί, αλλά τελικά έδωσαν το ΟΚ να κυκλοφορήσει μετά από συνεννόηση με τους Αμερικανούς συναδέλφους τους.




ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
The Day Begins-The Day Begins/Morning Glory (Knight-Edge): Εισαγωγή με τον απόκοσμο ήχο από το mellotron του Pinder, που τελικά δίνει τη θέση του σε ένα ορχηστρικό κρεσέντο βασισμένο στη μελωδία του Dawn Is a Feeling. Στο επόμενο τμήμα, ήχος από φλάουτα οδηγεί σε μια σύντομη προεπισκόπηση του Another Morning, ακολουθούμενη από μια πλούσια απόδοση του κύριου μοτίβου του Forever Afternoon (Tuesday?). Το τελευταίο ορχηστρικό τμήμα είναι μια εκτεταμένη εξερεύνηση του Nights in White Satin, που εκφράζεται δεόντως με πάθος και σεβασμό για την υπέροχη μελωδία. Αν και τρία από τα τραγούδια έμειναν εκτός της εισαγωγής, ο Peter Knight επέλεξε τα τέσσερα με τις πιο δυνατές μελωδίες, με αποτέλεσμα μια εξαιρετικά συναρπαστική ενορχήστρωση. Ακολουθεί η απαγγελία από τον Mike Pinder του ποιήματος του Graeme Edge, Morning Glory. Γιατί Pinder και όχι Graeme, ρωτάτε; Απλά ο Graeme θεώρησε ότι η φωνή του Mike ήταν πιο υποβλητική και έδινε στην αφήγησή του λυρικό τόνο. Αν και η ιστορία πίσω από το ενδιαφέρον του Graeme για την ποίηση περιλαμβάνει έναν δάσκαλο που τον έφερε σε επαφή με τον T. S. Eliot και τον Dylan Thomas σε ηλικία δέκα ετών, η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε αυτούς τους στίχους έχει περισσότερα κοινά με τους αγγλικούς ρομαντικούς ποιητές όπως ο Shelley και ο Keats.
Dawn: Dawn Is a Feeling (Pinder): Η London Festival Orchestra δεν ήταν η κανονική ονομασία της ορχήστρας, αλλά ένα όνομα που επινόησε η μπάντα για να δώσει στο σύνολο κάποια αξιοπιστία. Στην ουσία οι μουσικοί, που την αποτελούσαν, προέρχονταν από διάφορες ορχήστρες και ήταν εξαιρετικά ταλαντούχοι Αλλά ο άνθρωπος-κλειδί σε αυτό το project ήταν ο Peter Knight που ενορχήστρωσε τα κλασικά μέρη του δίσκου. Σύμφωνα με τον Justin ήταν ο σημαντικότερος ρομαντικός ενορχηστρωτής της εποχής του. Η εισαγωγή στο Dawn Is a Feeling σίγουρα επιβεβαιώνει την εκτίμηση του Justin. Ωραίος, απαλός τρόπος για να χαιρετίσεις τη μέρα, τέλεια ενορχήστρωση που βασίζεται σε φλάουτο, κλαρινέτο και έγχορδα. Τα φωνητικά που ακολουθούν μοιράζονται μεταξύ του Justin και του Mike, με τον πρώτο να παίρνει τους στίχους και τον δεύτερο να παίρνει τη γέφυρα. Το mellotron καλύπτει το μέρος των εγχόρδων. Η ορχήστρα επιστρέφει για το κλείσιμο, με τον ήχο του όμποε να επαναδιατυπώνει τη μελωδία. Από μουσική άποψη, το τραγούδι χτυπά όλες τις σωστές νότες ακριβώς τη σωστή στιγμή. Οι στίχοι μπορεί να φαίνονται λίγο υπερβολικοί, αλλά αν λάβετε υπόψη ότι ο τίτλος ισχυρίζεται ότι η αυγή είναι ένα συναίσθημα, η υπερβολή είναι απολύτως δικαιολογημένη.
The Morning: Another Morning (Thomas): Ο Ray πρωτοστατεί με μια χαρούμενη εισαγωγή με φλάουτο, και παρόλο που δεν θα ήταν ποτέ τόσο εφευρετικός όσο ο Ian Anderson, είχε εξαιρετικό τόνο και ήξερε πώς να ζωντανέψει μια μελωδία. Τα φωνητικά του Ray είναι από τα καλύτερά του και ο John Lodge ξεχωρίζει με το πληθωρικό του μπάσο. Λατρεύω τα φωνητικά στις δύο τελευταίες γραμμές των στίχων, τα οποία χρησιμεύουν για να τονίσουν το σημαντικό μήνυμα του τραγουδιού.

 
Lunch Break: Peak Hour (Lodge): Η μακροσκελής ορχηστρική εισαγωγή μπορεί να φαίνεται υπερβολική στην αρχή, καθώς ο Knight επέλεξε να επαναφέρει τη μελωδία του "Dawn Is a Feeling" αντί να παραθέσει το Peak Hour. Η απλή αλήθεια είναι ότι το "Peak Hour" είναι το πιο σκληρό rocker του άλμπουμ, με λίγα να προσφέρει από μελωδική άποψη. Αντίθετα, ο Knight έστησε μια διασκευή παιγμένη σε γρήγορο ρυθμό, που χαρακτηρίζεται από τη χρήση χάλκινων πνευστών οργάνων, για να μεταφέρει εικόνες και ήχους της πολύβουης πόλης, αντανακλώντας με ακρίβεια το στιχουργικό θέμα του τραγουδιού. Ο John Lodge και ο Graeme Edge δημιουργούν ένα υπέροχο rhythm section και πραγματικά λάμπουν στο συγχρονισμένο ρεφρέν. Το θέμα μπορεί να συνοψιστεί σε μια απλή ερώτηση: «Γιατί βιαζόμαστε;».
The Afternoon- Forever Afternoon (Tuesday?) (Hayward)/(Evening) Time to Get Away (Lodge): Όταν ο Justin εμφανίστηκε στην εκπομπή του Ed Bernstein στο Λας Βέγκας λίγο μετά την ανακοίνωση ότι οι Moodies είχαν επιτέλους μπει στο Rock 'n' Roll Hall of Fame, ο Bernstein τον ρώτησε για την προέλευση αυτού που όλοι γνωρίζουμε ως "Tuesday Afternoon". «Το έγραψα σε ένα πάρκο σε ένα κτήμα. . . που ονομάζεται Lypiatt Park με όμορφα περιποιημένους κήπους . . . Η μητέρα μου και εγώ πηγαίναμε τον αείμνηστο αδερφό μου εκεί όταν ήμασταν παιδιά. . . και έφερνα την ακουστική μου κιθάρα. Είχα επίσης ένα σκυλί που το έλεγαν Tuesday. . . και το έγραψα το απόγευμα μιας Τρίτης». Καθώς ο Justin έγραψε το τραγούδι σε ακουστική κιθάρα, οι συγχορδίες είναι σχετικά εύκολες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Justin ακολούθησε τις συγχορδίες ήταν αρκετά καινοτόμος, δημιουργώντας μια σύνθεση γεμάτη συγχορδιακή ένταση, που συνεχίζει να κεντρίζει το ενδιαφέρον χωρίς να διακυβεύονται οι υπέροχες μελωδίες. Η παρουσία του mellotron του Pinder κυριαρχεί παρέχοντας μια αίσθηση συνέχειας στις νότες και τις συγχορδίες του.


Evening—The Sunset (Pinder)/Twilight Time (Thomas): Είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ και είναι πάντα μια απόλαυση να το ακούς. Σε καθηλώνει ο τρόπος που ο ήχος μεταβαίνει από την ψυχεδελική pop σε πιο ορχηστρική μουσική ή σε pop με folk στοιχεία. Το The Sunset έχει μια υπέροχη ανατολίτικη ατμόσφαιρα, ενώ το Twilight Time έχει εμφατικά ταχύτερο ρυθμό που οδηγείται από τις συγχορδίες του πιάνου του Pinder και το μπάσο του Lodge. Η επανάληψη του ρεφρέν στην τελευταία στιγμή ξεθωριάζει μάλλον γρήγορα σε μια υπέροχη ορχηστρική επανάληψη της μελωδίας επιτρέποντας στον ακροατή να αφιερώσει λίγο χρόνο να προετοιμαστεί για το μεγάλο φινάλε.
The Night—Nights in White Satin (Hayward)/Late Lament (Edge-Knight): Το 1967 ήταν η χρονιά που ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν δύο από τα σπουδαιότερα τραγούδια που κλείνουν ένα άλμπουμ: A Day in the Life και Nights in White Satin/Late Lament. Ο τίτλος του τραγουδιού ήρθε με τη μορφή δώρου από μια φίλη του Justin: ένα σετ από λευκά σατέν σεντόνια. Ο Justin έγραψε τους στίχους και τη μουσική σε ηλικία δεκαεννέα ετών, ενώ καθόταν σε ένα κρεβάτι ξενοδοχείου στο Mouscron. Είναι το μόνο τραγούδι από το Days που γράφτηκε πριν πραγματοποιηθούν οι ηχογραφήσεις. O Justin γύρισε στο δωμάτιο μετά από ξενύχτι και κάθισε στο πλάι του κρεβατιού του πολύ νωρίς το πρωί. Ήξερε ότι οι υπόλοιποι θα περίμεναν να έχει κάτι να τους παίξει την επόμενη μέρα, γιατί είχαν κανονίσει μια συγκέντρωση. Ήταν στο τέλος μιας μεγάλης ερωτικής σχέσης και στην αρχή μιας άλλης. Κάθε λέξη σε αυτό το τραγούδι έχει απόλυτο νόημα και αναδεικνύει τα συναισθήματά του. Όταν ο Justin έπαιξε το τραγούδι οι υπόλοιποι Moodies το αντιμετώπισαν με δισταγμό, μέχρι που ο Mike Pinder ζήτησε από τον Justin να το παίξει ξανά με συνοδεία mellotron. Η προσθήκη εγχόρδων έκανε τη διαφορά και το τραγούδι σύντομα τοποθετήθηκε ως το The Night στο Days of Future Passed. Το Nights in White Satin, αν και αφήνει αίσθηση θλίψης, εξακολουθεί να ακούγεται όμορφο, ρομαντικό και ασύγκριτα ερωτικό. Το outro της αφήγησης δεν είναι το αγαπημένο μου σημείο, καθώς σπάει τη ροή, αλλά στη συνέχεια επιστρέφουμε για μια τελευταία φορά σε ατμόσφαιρα κλασικής μουσικής πριν όλα ολοκληρωθούν με το χτύπημα ενός γκονγκ. Ο τέλειος τρόπος για να κλείσεις το σχεδόν τέλειο άλμπουμ.
 

ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

Το οπισθόφυλλο


Το εξώφυλλο είναι δημιουργία του David Anstey, το όνομα του οποίου συναντάμε σε πολλά εξώφυλλα από άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στα τέλη 60’s με αρχές των 70’s. Είναι πίνακας που δημιουργήθηκε με την τεχνική κολλάζ και περιέχει πολλές πολύχρωμες εικόνες. Παρατηρώντας με προσοχή βλέπουμε ένα διαστημόπλοιο, μια κλεψύδρα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου μιας γυναίκας, μερικά προφίλ προσώπων, ιππότες έφιππους, μια ηλιακή έκλειψη και πολλές άλλες αναφορές σε εποχές του παρελθόντος. Η συνάντηση του συγκροτήματος με τον David έγινε σε μια παμπ! Του εξήγησαν τη θεματολογία του δίσκου και πολύ σύντομα δημιούργησε τον αρχικό πίνακα, από τον οποίο προήλθε το εξώφυλλο.  
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Το Days of Future Passed κυκλοφόρησε στις 17 Νοεμβρίου 1967 στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ τον Μάρτιο του 1968. Έφτασε στο νούμερο 27 στο UK Albums Chart. Στις ΗΠΑ, είχε σταθερές πωλήσεις στα τέλη της δεκαετίας του 1960, βοηθούμενο από το ραδιόφωνο που έπαιζε συνεχώς  το Nights in White Satin και τελικά έφτασε στο νούμερο 2 στο αμερικανικό Billboard Chart το 1972. Οι κριτικοί μεγάλων μουσικών εντύπων (πχ Rolling Stone), ήταν πολύ φειδωλοί σε θετικά σχόλια και χρειάστηκε να περάσουν χρόνια μέχρι το Days of future passed να αναγνωριστεί ως άλμπουμ ορόσημο στην πορεία των Moody Blues και στην ιστορία του rock. Η επόμενη πενταετία ήταν η πλέον δημιουργική και πετυχημένη περίοδος για το συγκρότημα, με την κυκλοφορία έξι σπουδαίων άλμπουμς. 
 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Eίναι το Days of Future Passed επιτηδευμένο; Ναι. Είναι λίγο υπερβολικό;  Αναμφισβήτητα.  Είναι όμως μια καταπληκτική εμπειρία ακρόασης;  Απολύτως! Ένα άλμπουμ που δεν κουράζομαι να ακούω. Αν και δεν είναι κλασική μουσική, κατάφερε μια ολόκληρη γενιά να στρέψει το ενδιαφέρον της στη μαγεία τού έργου σπουδαίων κλασικών συνθετών. Όσο η χρονική απόσταση από την κυκλοφορία του Days of Future Passed μεγαλώνει, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε πόσο μπροστά ήταν για την εποχή του και πόσο τολμηρά καλλιτεχνικά ρίσκα πήραν οι Moody Blues για να το ολοκληρώσουν. Ρίσκα που απέδωσαν σε μεγάλο βαθμό, καθώς αυτό το άλμπουμ διατηρεί κάθε κομμάτι τού σθένους και της φρεσκάδας που είχε τη στιγμή της κυκλοφορίας του. Οι Moodies ήταν τυχεροί που συνάντησαν ανθρώπους που πίστευαν σε αυτό που προσπαθούσαν να επιτύχουν, αλλά ο παράγοντας που θα χαρακτήριζα ως το κλειδί για την επιτυχία του άλμπουμ αφορά μια θεμελιώδη αλήθεια: είναι πάντα καλύτερο να είσαι ο εαυτός σου παρά να προσπαθείς να γίνεις κάποιος που δεν είσαι.
 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ

27/2/26


Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ DAYS OF FUTURE PASSED

Ποτέ οι Moody Blues δεν ήταν αυτό που λέμε «αγαπημένο μου συγκρότημα». Ακούω ευχάριστα κάποια τραγούδια τους, κι έως εκεί. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι το Days of Future Passed δεν είναι απλά ένα καλό άλμπουμ, αλλά ένα εξαιρετικό εγχείρημα, χρόνια μπροστά από την εποχή του, που συγκρίνεται μόνο με τα Sgt. Pepper και Pet Sounds, τόσο σε σύνθεση όσο και σε μουσική. Τα  ψυχεδελικά στοιχεία που ακούγονται σκόρπια σχεδόν σε όλα τα τραγούδια, η ανάμειξη rock με Συμφωνική, κάτι πρωτοποριακό για την εποχή του αλλά και γενικά για το συγκεκριμένο είδος, έκαναν το άλμπουμ να ακούγεται με το ίδιο ενδιαφέρον που το άκουγαν τότε.






Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου