GENESIS – SECONDS OUT: ΟΝΕΙΡΟ ΘΕΡΙΝΗΣ ΝΥΚΤΟΣ

…ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, θερινών νυκτών. Την 23η Ιουνίου του 1976 και κυρίως τις τέσσερις βραδιές από 11 έως 14 Ιουνίου του 1977, όλες στο Παρίσι. Στο Pavillon de Paris, στην πρώτη περίπτωση, και στο  Palais des Sports στην δεύτερη. Πέντε καλοκαιρινές βραδιές, που οι Genesis έγραψαν ιστορία, αποδεικνύοντας ότι είναι μία από τις σημαντικότερες live μπάντες των 70s, με ένα εντυπωσιακό playlist, και ένα ακόμα πιο εντυπωσιακό stage show. Προϊόν των εμφανίσεων αυτών ήταν το live album Seconds Out, περί ου ο λόγος, που αποτελεί το θέμα του σημερινού μας αφιερώματος. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή (μία εύλογη αρχή!).
Κατά την προσφιλή μου τακτική, όταν ξεκινάω να γράφω για ένα live album (έχω παρουσιάσει τέσσερα συγκεκριμένα), κάνω μία αρκετά αναλυτική επισκόπηση της ιστορίας και της μουσικής του εκάστοτε συγκροτήματος μέχρι την κυκλοφορία της προς παρουσίαση live κυκλοφορίας.
Αυτή θα ήταν και η προσέγγιση μου στο Seconds Out των Genesis που πρόκειται να σας παρουσιάσω παρακάτω, αν δεν συνειδητοποιούσα ότι θα έπρεπε να αφιερώσω μία ιστορία αρκετά μεγάλη, μόνο και μόνο για να καταγραφεί επαρκώς (κατά την γνώμη μου) η λεγόμενη progressive περίοδος των Genesis, την οποία εγώ οριοθετώ στο σημείο που ο Steve Hackett αποχώρησε από το συγκρότημα. Εκεί κάπου στο 1977, όταν κατά το μιξάρισμα του Seconds Out, μετά την περιοδεία για το 8ο album τους Wind & Wuthering, ο ευφυέστατος και μειλίχιος κιθαρίστας αποφάσισε να συνεχίσει μόνος το μουσικό του ταξίδι. Ένιωθε ολοένα και πιο περιορισμένος από την έλλειψη ελευθερίας και το επίπεδο της συνεισφοράς που του επιτρεπόταν, ενώ επέμενε να συμπεριληφθεί περισσότερο από το υλικό του στο album, αλλά απορρίφθηκε σε αρκετές περιπτώσεις. Όταν το κομμάτι του Please Don't Touch αντικαταστάθηκε από το instrumental Wot Gorilla?, ενώ ένα άλλο, το Inside And Out (που παρεμπιπτόντως πιστώθηκε σε ολόκληρη την μπάντα), παραπέμφθηκε στο πρώτο EP τους Spot the Pigeon (1977), ήταν πλέον φανερό ότι πολλά θα άλλαζαν μουσικά στο συγκρότημα, και κατά πάσα πιθανότητα το όραμα των νέων Genesis, δεν τον περιλάμβανε στον ρόλο που ο ίδιος επιθυμούσε. Εν κατακλείδι, και εμμέσως πλην σαφώς, δεσμεύομαι δημόσια να παρουσιάσω σε άλλη προσφιλή στήλη του site μας την θεόπνευστη progressive rock φάση των Genesis.
 
ΓΙΑΤΙ ΤΟ SECONDS OUT ΚΙ ΟΧΙ ΤΟ GENESIS LIVE 
Σε δεύτερη φάση, θεωρώ ότι φυσικό είναι να αναρωτηθεί κανείς γιατί επιλέχθηκε το δεύτερο live album των Genesis, αντί του πρώτου, ιστορικού Genesis Live (1973) που για αρκετούς είναι το πλέον κλασικό δείγμα της επί σκηνής παρουσίας τους.
Ο λόγος δεν είναι μόνο ένας. Για αρχή περιέχει τραγούδια από τα κομβικά για τους Genesis (και για το progressive rock, γενικότερα) album, τα Selling England By The Pound και The Lamb Lies Down On Broadway, τα οποία εδραίωσαν τους πρώτους Genesis στις καρδιές και στο μυαλά του παγκόσμιου κοινού. Σίγουρα, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό να προκύψει χωρίς τα Trespass, Foxtrot και Nursery Cryme, που καθόρισαν το ιδιαίτερο progressive στυλ τους, αλλά και πάλι, η προστιθέμενη αξία των δύο προαναφερθέντων τελευταίων τους album με τον Gabriel, ανέδειξε το πλήρες δυναμικό του συγκροτήματος, χώρια το γεγονός ότι τους εδραίωσε και εμπορικά. To Selling England By The Pound (No3 UK), ήταν το πρώτο album τους που μπήκε στα αμερικάνικα charts (αν και στο Nο70) και έγινε χρυσό στις ΗΠΑ, ενώ ήταν και η πρώτη τους είσοδος στα αυστραλιανά charts. Το δε The Lamb Lies Down On Broadway βρίσκεται μονίμως στις λίστες με τα καλύτερα concept albums, με τα καλύτερα progressive rock albums, και μπορεί να πει κανείς ότι έχει πλέον το δικό του κοινό.




Σε αυτό θα ήθελα να προσθέσω και το set list καθώς θεωρώ πως τα τραγούδια που βρίσκονται στο live που θα παρουσιάσουμε παρακάτω είναι πραγματικά το κάτι άλλο.
Ένας άλλος λόγος που επέλεξα το συγκεκριμένο live είναι ο ήχος του. Αυτός ο γλυκός, ζεστός και νοσταλγικός ήχος του δεύτερου μισού της δεκαετίας του ’70. Τον αντίστοιχο ήχο του Genesis Live τον βρίσκω λίγο πιο «παλιακό», αν μου επιτρέπεται η οξύμωρη έκφραση, μιας και ασχολούμαι γενικά με μουσική από 4 και 5 δεκαετίες πίσω! Είναι καθαρά υποκειμενικό νομίζω, και το Seconds Out φέρνει την μαγεία πιο κοντά μου από αυτή την άποψη. Στην αντιπαραβολή των δύο αυτών άλμπουμ, θεωρώ πως λειτουργεί περισσότερο η κατάσταση με το Seconds Out.
Οι ίδιοι οι Genesis έχουν πει ότι δεν έκαναν ποτέ ένα Dark Side Of The Moon, αλλά ήρθαν πολύ κοντά με το Seconds Out, διότι μιλάμε για ένα κλασικό live album, το οποίο δείχνει δύο πράγματα: αισθητική ωριμότητα και μια εξαιρετικά δομημένη live συνοχή. Είναι επίσης επίδειξη των υψηλών σημείων της μουσικά σύνθετης εποχής της μπάντας μέχρι το 1977. Τα τραγούδια βρίσκονται σε υψηλό μουσικό επίπεδο και αποδίδονται με τις πιο καλαίσθητες ερμηνείες. Ο μουσικοί παίζουν τόσο έντονα ο ένας πλάι στον άλλο, που ο ακροατής δύσκολα αντιλαμβάνεται το ακραίο επίπεδο στο οποίο οι Genesis λειτουργούν ως σύνολο. Αυτή είναι μια από τις προφανείς διαφορές μεταξύ του Seconds Out και των άλλων δύο μεγάλων progressive rock live album της δεκαετίας του ’70, του Welcome Back My Friends To The Show That Never Ends των Emerson, Lake & Palmer και του Yessongs των Yes, όπου προσφερόταν στα μέλη τους μια σκηνή για να κάνουν επίδειξη των ικανοτήτων τους. Στο Seconds Out δεν υπάρχουν φθηνά εφέ, ξεπερασμένα ηχητικά παιχνίδια, υπερβολή για χάρη της υπερβολής, ακραία τέμπο, ή υπερβολικά, περιττά σόλο. Γι 'αυτό η μουσική σε αυτό το άλμπουμ φαίνεται διαχρονική. Ως εκ τούτου, το άλμπουμ είναι σημείο αναφοράς όχι μόνο για τους Genesis της δεκαετίας του ‘70 αλλά και για όλο το progressive rock της εν λόγω δεκαετίας, που πρωτοστάτησε και επέκτεινε τις καλλιτεχνικές και συνθετικές επιλογές του είδους.




Μαζί τους στη σκηνή, ο μπαρουτοκαπνισμένος Chester Thompson, που  είχε θητεύσει στο μεγάλο σχολείο του Frank Zappa και των Mothers Of Invention, στους jazz rockers Weather Report, και με ένα μικρό πέρασμα από τις Pointer Sisters (!) κατέληξε να κάνει πρόβες με τους Santana προκειμένου να ενταχθεί στο συγκρότημα. Δεν περνούν δύο εβδομάδες, και τον αρπάζουν οι Genesis, μέσω του Phil Collins, ο οποίος τον είχε ακούσει στο live Roxy & Elsewhere του Frank Zappa. Από τότε, και για τα επόμενα 15 χρόνια, ο Chester Thompson θα συνόδευε τους Genesis (και τον ίδιο τον Phil Collins, στις προσωπικές του δουλειές, αργότερα) στις περιοδείες τους, πάντα όμως σαν drummer περιοδείας και όχι σαν μόνιμο μέλος, κάτι το οποίο δεν έγινε ακόμα και όταν ο Collins απουσίαζε από το συγκρότημα στο κακό Calling All Stations(1997), όπου θα μπορούσε να πάρει επίσημα θέση drummer.  Ας επιστρέψουμε, ωστόσο, στο 1976, όπου η περιοδεία των Genesis είναι σε παγκόσμια υπερπτήση. Στην χώρα τους, όλες οι ημερομηνίες είναι sold-out, ενώ χαρακτηριστικά, στο Λονδίνο, περίπου 80 χιλιάδες θεατές παλεύουν για 8 χιλιάδες εισιτήρια. Ταυτόχρονα, στην κινηματογραφική πρεμιέρα του «Genesis:Live» στο West End του Λονδίνου, παρίστανται μέλη της βασιλικής οικογένειας. Στις ΗΠΑ το κοινό αυξήθηκε σημαντικά κατά τόπους, σε σχέση με τις παλιότερες επισκέψεις τους, ενώ έπαιξαν για πρώτη φορά σε ένα κατάμεστο Madison Square Garden στην Νέα Υόρκη. Σημειώνεται, δε, ότι κατά τις εμφανίσεις τους στην Βραζιλία, αναγκάστηκαν να ακυρώσουν μία προγραμματισμένη εμφάνιση μπροστά σε 100.000 κόσμου, με τον φόβο των επεισοδίων!


 
 TO STAGE SHOW
Για αρχή, παρουσιάζεται ένα εντυπωσιακό stage set. Τα laser και ο φωτισμός είναι τοποθετημένα και σκηνοθετημένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσδίδουν μία θεατρική, σχεδόν αρχαία δραματική αισθητική στο show των Genesis. Συγκεκριμένα, τα φώτα ήταν στην πραγματικότητα 50 (ή 64) προβολείς που χρησιμοποιούνταν για την προσγείωση αεροπλάνων τύπου Jumbo Jet, οι οποίοι συγχρονιζόντουσαν ή άναβαν ταυτόχρονα σε συνδυασμό με την μουσική, με αποτέλεσμα το κοινό να μένει τελείως άναυδο, μπροστά σε όλο αυτό το οπτικό, υποβλητικό μεγαλείο. Τα laser ήταν ολόδικα τους, πατενταρισμένα και «customized», πάνω στις προδιαγραφές που έδωσε το ίδιο το συγκρότημα. Και δεν ήταν μόνο το οπτικό κομμάτι.
 Ίσως λόγω της φωνής του Collins, και των ενορχηστρώσεων, τα τραγούδια στην αρχή της συναυλίας είχαν αυτή την χαρακτηριστική «ποιμαντική» αίσθηση, οδηγώντας σε αποκορύφωση τραγούδι με τραγούδι. Η εντυπωσιακή και εμπνευσμένη κιθάρα του Steve Hackett, μαζί με το μελωδικό υφαντό που έστηνε υπομονετικά στα πλήκτρα ο Banks, και το παιχνίδι του rhythm section, καταδείκνυε ότι το συγκρότημα δεν είχε εξαντληθεί μουσικά και ότι είχε πολλά παραπάνω να δώσει, με την νέα σύνθεση του. Το συγκρότημα προσέγγιζε τις ζωντανές εμφανίσεις του ως αναπαραγωγή του «στουντιακού» ήχου τους, σε βαθμό που να εντυπωσιάζουν με την μουσική τους ακρίβεια και την ηχητική τους τελειότητα. Ο Collins πλασάρει με επιδεξιότητα μία πιο κωμική και ανάλαφρη διάθεση, σε σχέση με την σοβαρή θεατρικότητα του προκατόχου του Gabriel, η οποία φαίνεται να βρίσκει ανταπόκριση στο κοινό, με αρκετές jazz πινελιές στο μουσικό παρασκήνιο από τους υπόλοιπους στο συγκρότημα. Επίσης, να πούμε ότι ένα από τα highlights των εμφανίσεων τους εκείνη την περίοδο, όπως και στην περιοδεία του Trick Of The Tail, ήταν το ταυτόχρονο jamming των δύο drummer, ένας εκ των οποίων ήταν σταθερά ο Phil Collins (που άφηνε το μικρόφωνο και καθόταν πίσω από ένα δικό του drum set) και ο άλλος ήταν ο Chester Thompson ή ο Bill Bruford (ανάλογα με την περιοδεία).
Κοντά στην ολοκλήρωση της περιοδείας, όταν το συγκρότημα περνούσε από το São Paulo της Βραζιλίας, κυκλοφόρησε το EP Spot The Pigeon, με το πολύ ωραίο Inside And Out του Steve Hackett, το οποίο είχε μείνει έξω από το Wind & Wuthering, όπως και τα άλλα δύο τραγούδια του. Το συγκεκριμένο κομμάτι, που συνδυάζει εύστοχα folk και progressive, ήταν και η τελευταία ηχογράφηση του Steve Hackett στους Genesis.
Ο τόσο σημαντικός για τους Genesis κιθαρίστας έφυγε από το συγκρότημα με το τέλος της περιοδείας. Η αποχώρηση του ανακοινώθηκε στην συνέντευξη τύπου που έδωσε το συγκρότημα για την κυκλοφορία του νέου, δεύτερου live album του, το κορυφαίο Seconds Out.
Στην γλώσσα του μποξ, Seconds Out είναι η εντολή που δίνεται στο τέλος των παύσεων μεταξύ των γύρων, για να περάσουν εκτός ρινγκ οι «δεύτεροι» του μποξέρ, η ομάδα του δηλαδή. Ωστόσο, στην περίπτωση μας, μπορεί απλά να σημαίνει ότι κυκλοφόρησε το «δεύτερο» άλμπουμ τους εκτός studio, δηλαδή live!
Η σειρά εκτέλεσης και το περιεχόμενο του Seconds Out δεν είναι ακριβώς το ίδιο με το πραγματικό setlist που έπαιξε η μπάντα τις νύχτες που ηχογράφησαν. Κάποια τραγούδια έμειναν εκτός του άλμπουμ, κυρίως (και παραδόξως) από το Wind & Wuthering που ήταν το νέο άλμπουμ που προωθούσαν σε αυτήν την περιοδεία, και συγκεκριμένα τα One For The Vine και …In That Quiet Earth, καθώς και το Inside And Out από το Spot The Pigeon.


Η «αρχαιοελληνική», λιτή και υποβλητική γραμματοσειρά με το όνομα του συγκροτήματος και τον τίτλο του album, τραβάει το βλέμμα ακαριαία, και κάνει την μισή δουλειά, να σε κάνει να αναρωτιέσαι τι θα ακούσεις. Ανοίγοντας το εσώφυλλο του διπλού δίσκου (ή το βιβλιαράκι του CD), δεν μπορεί κάποιος παρά να πάρει τον χρόνο του και να χαζέψει τα στιγμιότυπα από το έργο επί σκηνής, με όλους τους εμπλεκόμενους συντελεστές παρόντες. Με τις πρώτες νότες του Squonk να ξεπηδούν από τα ηχεία, γίνεται αντιληπτή η ηχητική ευφορία που σας ανέφερα και στην αρχή. Ο ήχος των Genesis είναι καθαρός, διακριτικά δυναμικός, με βάθος, και τοποθετεί τον ακροατή ακριβώς σε αυτά τα καλοκαιρινά βράδια. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να σου προσδίδει η χροιά του ήχου ακόμα και την ώρα (!) που παίζει το συγκρότημα. Αυτές οι ιδιότητες βελτιώθηκαν με τις επανακυκλοφορίες του album, όπου οι εκάστοτε μηχανικοί ήχου είχαν πιο σύγχρονα μέσα στην διάθεση τους. Σημειώνεται πως υπήρχαν φήμες (ή ενδείξεις για άλλους) ότι τα κιθαριστικά μέρη του Hackett «χαμηλώθηκαν» επίτηδες και μπήκαν λίγο πιο πίσω στο background, μετά την απόφαση του να φύγει από το συγκρότημα, η οποία χρονικά συνέπεσε με το μιξάρισμα του album.
Από τα δώδεκα τραγούδια που καταλαμβάνουν τις τέσσερις πλευρές βινυλίου, τέσσερα προέρχονται από το Trick Of The Tail, τρία από το Selling England By The Pound, δύο από το The Lamb Lies Down On Broadway και ένα από το Nursery Cryme, το Foxtrot και παραδόξως το Wind & Wuthering, που ήταν το προς περιοδεία album τους! Προφανώς η κυκλοφορία αυτή, όπως άλλωστε και πολλά άλλα live album της εποχής, χρησίμευε ως ένα άτυπο best of του συγκροτήματος, συμπληρώνοντας και το πρώτο τους live. Το Musical Box από το Nursery Cryme είναι το μόνο κοινό τραγούδι και στα δύο live.
Το album ξεκινάει με το Squonk, το τραγούδι που στάθηκε αφορμή για να πάρει την θέση του στο μικρόφωνο ο Phil Collins. Το Squonk είναι παρμένο από το βιβλίο Fearsome Creatures of the Lumberwoods, With a Few Desert and Mountain Beasts (ενός φανταστικού οδηγού για την φύση) του Αμερικάνου δασοκόμου William Thomas Cox. Είναι πλάσμα από τα δάση της Pennsylvania, που ντρέπεται τόσο πολύ για την άσχημη εμφάνιση του, που κλαίει συνεχώς. Μάλιστα, Οι κυνηγοί που προσπάθησαν να πιάσουν κάποιο Squonk διαπίστωσαν ότι το πλάσμα είναι ικανό να αποφύγει τη σύλληψη διαλύοντας εντελώς το σώμα του σε δάκρυα και φυσαλίδες όταν στριμώχνεται.

Ξεκινάει σιγά και χτίζεται στην διάρκεια του με αρμονικό τρόπο, με καθαρό και σταθερό ρυθμό, εξίσου έξυπνο riff,και την μελωδία από τα πλήκτρα να μας παίρνουν από το χέρι και να μας βάζουν στην συναυλία. Ίσως το Eleventh Earl Of Mar που ανοίγει το «Wind & Wuthering» να λειτουργούσε το ίδιο καλά (αν όχι καλύτερα) ως opening, αλλά επιλέγεται η γαλήνια βόλτα με το Squonk, προκειμένου να αγκιστρωθεί ο ακροατής. Που μας φέρνει με φυσικό τρόπο σε ένα μικρό αριστούργημα από The Lamb Lies Down On Broadway, το πολυαγαπημένο The Carpet Crawl.
Το συγκεκριμένο τραγούδι έχει δεχθεί πληθώρα ερμηνειών. Από τις βιωματικές εμπειρίες ενός ηρωινομανή, μέχρι την πορεία του ανθρώπου στη ζωή (από την γονιμοποίηση του ωαρίου μέχρι τον θάνατο), μέχρι την εξέλιξη ενός πνευματικού, μεταφυσικού ταξιδιού. Στην αρχική του studio εκτέλεση, με τίτλο The Carpet Crawlers, ο Gabriel ξεκινάει λέγοντας There is lambs' wool under my naked feet..., ωστόσο από το 1976 και μετά, ο Phil Collins παράβλεπε αυτή την εισαγωγή και έμπαινε κατευθείαν με τα λόγια The crawlers cover the floor.... Αυτός είναι και ο λόγος που στο «Seconds Out» το κομμάτι καταγράφεται ως The Carpet Crawl και όχι ως The Carpet Crawlers. Με το απαλό θρόισμα των πλήκτρων του Banks, και την γλυκιά ερμηνεία του Collins, το τραγούδι προχωράει με απαλούς, κατευναστικούς ήχους, δημιουργώντας μία ζεστή, μυστικιστική θα έλεγε κανείς, ατμόσφαιρα. Καμία απότομη εναλλαγή δεν διαταράσσει την γέφυρα της ισορροπίας που έχει δημιουργηθεί με το κοινό, το οποίο δέχεται τα ηλεκτρικά χάδια του Steve Hackett με δέος, μέχρι που αρχίζουν να ανεβάζουν τόνους, με τους Banks και Rutherford να συμμετέχουν στα φωνητικά. Και στο τέλος, ο Collins αφήνει ευγενικά το κομμάτι να ξεθωριάσει σιγά-σιγά, αντίστροφα απ’ ότι ξεκίνησε.
Λίγο χιούμορ δεν βλάπτει ποτέ, ειδικά αν αποδίδεται με ένα παιχνιδιάρικο jazz τρόπο. Όπως γίνεται στο Robbery, Assault And Battery, που ακολουθεί. Μετά το «δυναμικό» Squonk και το πιο «ευαίσθητο» The Carpet Crawl, το Robbery, Assault And Battery προσφέρει στο κοινό μία ακόμη ευχάριστη αλλαγή συναισθημάτων. Μία ελαφριά σάτιρα για το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, τους καλούς και τους κακούς, τους διώκτες και τους διωκόμενους. Άκρως διασκεδαστικό, χωρίς να βγάλει το κοινό έξω από τα νερά του, και με περίτεχνους μικρούς αυτοσχεδιασμούς στο ενδιάμεσο από τους μουσικούς της μπάντας.
Σχετικά με το κομμάτι που έρχεται μετά, μπορώ να πω ότι η live εκτέλεση βγάζει πολύ περισσότερο και ισχυρότερο συναίσθημα σε σχέση με την studio εκτέλεση του. Το Afterglow είναι μία αιθέρια μπαλάντα, με διαρκώς αυξανόμενη δυναμική, με τον Collins σε μία ειλικρινή και γήινη ερμηνεία που δεν αφήνει κανέναν ασυγκίνητο. Μουσικά, το κομμάτι πλαισιώνεται με το αριστοτεχνικό παίξιμο του Banks (του οποίου το τραγούδι είναι ουσιαστικά «παιδί» του), που μαζί με τον Thompson οδηγούν σε δυσθεώρητα ύψη αυτή την ειλικρινή μουσική εξομολόγηση. Επικό και συναισθηματικό, είναι ένα από τα τραγούδια των Genesis, που περνάει απαρατήρητο για κάποιο λόγο. Αυτό το κρεσέντο ευαισθησίας και απόλυτης μουσικής συμβίωσης κλείνει ιδανικά με τα διπλά drums από τους Thompson και Collins να παραδίδουν μαθήματα. Πολλοί μπορούν να πουν ότι δεν τους αγγίζει η φωνή του Phil Collins, αλλά δεν μπορούν παρά να παραδεχτούν ότι πρόκειται για έναν από τους καλύτερους drummer που πέρασαν από το rock, σε όλες του τις παραλλαγές.


Η δεύτερη πλευρά του δίσκου ανοίγει με το τραγούδι που με έκανε να αγαπήσω τους Genesis. Πραγματικά, όντας χωμένος μέσα σε πιο hard rock και metal παρακλάδια, στα εφηβικά μου χρόνια, δεν μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι κάτι τόσο επικό μπορεί να γραφτεί από ένα συγκρότημα που δεν ανήκει σε κάποιο από τα εν λόγω είδη. Μιλάμε για την εποχή που δεν υπήρχαν applications στα κινητά, δεν υπήρχε internet πρακτικά, και πλην πολύ συγκεκριμένων εντύπων ήταν δύσκολο, για εμάς που ζούσαμε εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων να βρούμε γρήγορα και εύκολα αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με διάφορες κυκλοφορίες. Μου πήρε λίγο καιρό να ανακαλύψω ότι αυτό που άκουγα στην κακογραμμένη κασέτα που είχα ήταν ότι η σαφώς αναγνωρίσιμη φωνή του Phil Collins δεν ήταν από κάποια solo δουλειά του, ότι ήταν από κυκλοφορία των Genesis και μάλιστα ζωντανή και δεν ήταν στο πρώτο live τους! Μιλάω για το αριστούργημα με τίτλο «Firth Of Fifth», από το θεμελιώδες για το progressive rock album τους «Selling England By The Pound».
Χωρίς την εισαγωγή με το πιάνο, όπως στο αντίστοιχο studio κομμάτι, το τραγούδι ξεκινάει λίγο απότομα, αλλά με καθαρότητα και αισθητική, με «ποιμαντική» και ποιητική χροιά. Και αυτό με τους δύο ντράμερ επί τω έργω, ακούγεται δυνατό και γεμάτο, και κάθε κομμάτι των δύο drum set αξιοποιείται στο έπακρο. Το πιο συγκλονιστικό εδώ βέβαια, είναι το μεσαίο κομμάτι του τραγουδιού. Πρώτα με τον Banks, που εκτοξεύει το συναίσθημα κλιμακωτά με την χρήση των πλήκτρων του, που δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις πως πήγες και ήρθες, ενώ, στην συνέχεια, έρχεται ο Steve Hackett να μας στραγγίξει συναισθηματικά, ο οποίος παίζει το υποδειγματικό, το πρότυπο, κατά πάσα πιθανότητα το καλύτερο σόλο κιθάρας που έχει παιχτεί στο progressive rock ιδίωμα, κατά την άποψη μου, και σίγουρα μέσα στα καλύτερα, με κάθε αντικειμενικό μέτρο. Ξέρετε, αυτό που λέμε «guitar god» στο progressive rock, δεν είναι απαραίτητο να αρχίζει και να τελειώνει με τον David Gilmour (με όλο τον σεβασμό). Η δραματική, κιθαριστική ραψωδία του Hackett φέρνει έναν αέρα ανακούφισης προς το τέλος, όπου με δύο απλά και καθαρά λόγια, ο Collins κλείνει το τραγούδι, αφήνοντας το κοινό σε έξαλλη και εκστατική κατάσταση!
Το πιο διασκεδαστικό τραγούδι των Genesis έρχεται να ελαφρύνει λίγο το κλίμα στην συνέχεια. Πρόκειται για το single από το «Selling England By The Pound», με τίτλο «I Know What I Like (In Your Wardrobe)». Με ανεπαίσθητο glam χαρακτήρα (!) είναι και η στιγμή που υπάρχει η αμεσότερη σύνδεση του συγκροτήματος με το κοινό. Να υπενθυμίσω ότι στο πλαίσιο της δικής τους συναυλιακής ρουτίνας, οι Genesis έκλιναν περισσότερα σε αυτό που κάνουν οι ηθοποιοί. Όριζαν τον χώρο τους και τους δικούς τους μουσικούς διαλόγους επί σκηνής, σαν θεατρική παράσταση, χωρίς να παρακινούν το πλήθος κάθε τρεις και λίγο (και πολλές φορές ψυχαναγκαστικά) να τους επευφημήσει. Στο τέλος κάθε πράξης (τραγουδιού) ευχαριστούσαν τον κόσμο και συνέχιζαν το θεόπνευστο έργο τους! Εδώ έχουμε την εξαίρεση στον κανόνα, με τον Collins να έχει ανοίξει μία πόρτα στο κοινό , παίζοντας μαζί τους, με τους υπόλοιπους σε εξίσου παιχνιδιάρικη διάθεση, να συνοδεύουν τις κωμικές εμπνεύσεις του frontman τους. Μέχρι αυτός να πάρει θέση πίσω από τα drums, και να αρχίσουν τις μικρές αναφορές σε άλλα τραγούδια τους όπως τα «Stagnation» και «Visions Of Angels» (από το «Trespass»), το «Dancing With The Moonlit Knight» από το «Selling England By The Pound», και ίσως λίγο από το «Blood On The Rooftops» (από το «Wind & Wuthering») στο μπάσο του Rutherford, ενώ ακούγεται και ένα μικρό δείγμα του τραγουδιού «I Love Paris» του 1953. Και με ένα «Merci Paris», που οδηγεί σε φρενήρη χειροκροτήματα, κλείνει και αυτό το ιδιότυπο παιχνίδι, αλλά δεν κατεβαίνουν οι τόνοι σε καμία περίπτωση.
Οι μηχανές ξαναπαίρνουν μπρος με το The Lamb Lies Down On Broadway από το ομώνυμο album. Αρκετά πιο ανεβασμένο σε τόνους, μουσικά, και με λιγότερη έμφαση στο θεατρικό και περισσότερη στο αυτοσχεδιαστικό κομμάτι, έρχονται να στρώσουν το έδαφος για το κλείσιμο, ουσιαστικά, του The Musical Box, που ακινητοποιεί τους fans οι οποίοι, για ακόμη μία φορά παρακολουθούν άναυδοι με θαυμασμό, ενώ ο Collins τρέχει ξανά πίσω από τα drums, για να ολοκληρώσουν αυτό το medley, και με τους Γάλλους να παρακαλούν για Une Autre, για encore, για μία ακόμη γερή δόση από τα ίδια!
Στην τρίτη πλευρά υπάρχει μόνο ένα τραγούδι, προφανώς αρκετά μεγάλο για να την καταλαμβάνει. Εδώ αποδίδεται ολόκληρο το Supper’s Ready που εκτελείται σε επτά μικρότερα κομμάτια, σε επτά μικρές πράξεις, με διαφορετική ιστορία στο καθένα. Με την μικρή αναγγελία από τον Collins, αποτελεί μία μυστικιστική και υπερβατική, θα έλεγε κάποιος, εμπειρία, αντιπροσωπευτικό δείγμα γραφής των πρώτων Genesis και της λυρικής θεατρικότητας που εισήγαγαν με πρωταγωνιστή τον Peter Gabriel στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70. Στα όρια του κινηματογραφικού, το Supper’s Ready αποδίδει σκηνές, καταστάσεις και σκέψεις της καθημερινότητας, με την χαρακτηριστική «αγγλικότητα» που τις χαρακτηρίζει. Δεν είναι μόνο η πολυδιάστατη ερμηνεία και η γήινη παρουσία του Collins κατά την διάρκεια του τραγουδιού, το ευρηματικό παίξιμο και η ανταλλαγή ρόλων μεταξύ των Banks και Hackett, το σταθερό αλλά και ευφάνταστο παίξιμο των Rutherford και Thompson,αλλά η μετάβαση από πράξη σε πράξη και η συνολική χημεία που χαρακτηρίζει τους Genesis σε αυτή την φάση της καριέρας τους, που αποδίδεται σε άρτια εκτελεσμένα και καλλιτεχνικά εμπνευσμένα 24 και πλέον λεπτά. Ίσως κάποιοι άπιστοι Θωμάδες να μην πίστευαν ποτέ ότι ο Collins μπορεί να φέρει εις πέρας την συγκλονιστική απόδοση του Gabriel, αλλά το πετυχαίνει και με το παραπάνω, επαναδιεκδικώντας το τραγούδι για δικό του. Εδώ να πω, αν και είναι αυτονόητο θεωρώ, ότι οι fans των Marillion θα εκτιμήσουν ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ό,τι θα ακούσουν σε όλη την διάρκεια αυτού του live, και πολύ περισσότερο εδώ, στο Supper’s Ready.
Η τέταρτη πλευρά ξεκινάει με το μοναδικό τραγούδι που επιλέχθηκε από την περιοδεία του Trick Of The Tail, με τον τεράστιο Bill Bruford στα drums, το Cinema Show, που ηχογραφήθηκε πάλι στο Παρίσι μ ένα περίεργο μοντάζ ελληνικής μυθολογίας (με αναφορές στον μάντη Τειρεσία) και σαιξπηρικού ρομαντισμού (Ρωμαίος και Ιουλιέτα). Όπως και στο Supper’s Ready, ο Collins επαναπροσδιορίζει το τραγούδι με τις ερμηνευτικές του ικανότητες, ενώ ο Bruford πραγματικά συνεισφέρει με το πηγαίο ταλέντο του, έχοντας τεράστιο ειδικό βάρος ο ίδιος. Μαζί με τον Collins προσφέρουν απολαυστικές στιγμές στα drums, και το τραγούδι ακούγεται αρκετά πιο διαφορετικό από την studio εκτέλεση του. Ξανά, και εδώ, ακούμε ένα συγκρότημα στα υψηλότερα επίπεδα απόδοσης του.
Ακολουθεί το Dance On A Volcano, ενώ επιστρέφουμε στην περιοδεία του Wind & Wuthering. Γκρίζα και επική η εισαγωγή του, ειδικότητα του Banks, ο οποίος είναι μαέστρος στο mellotron, βρίσκει τον Collins λίγο πιο πίσω. Ο Hackett με τον Banks ανταλλάσσουν ήχους προσπαθώντας να προσομοιώσουν την λάβα του ηφαιστείου, με τους δύο drummer (Thompson και Collins) να τους συμπληρώνουν και να αναδεικνύονται στους τελικούς πρωταγωνιστές. Εδώ έχουμε το πρώτο οργανωμένο «ντουέτο» στα drums από τους υπερταλαντούχους Collins και Thompson, που θα γίνει σταθερό μέρος της παράστασης για τις επόμενες περιοδείες. Αυτό είναι και το τελικό βήμα που μας φέρνει στην ολοκλήρωση του Seconds Out.
Δεν νομίζω ότι θα άρμοζε καλύτερο τέλος σε αυτό το live από το προφανές ...Los Endos, που όπως και στην studio εκτέλεση του, αναπαράγει το θέμα του Squonk. Ακούμε ξανά το κύριο θέμα του Squonk σε μία έκρηξη, μουσική και οπτική. Τα πυροτεχνήματα, αν θέλετε, που κλείνουν το show, όπου εισάγεται και μία ιδέα από το προηγούμενο τραγούδι. Έτσι όχι μόνο διατηρείται μία αρμονική μετάβαση, αλλά επιτυγχάνεται και η ιδανική κορύφωση. Τα χορωδιακά μέρη από το mellotron του Banks πλημμυρίζουν τα ηχεία, και οι μελωδίες από τον Hackett πετάνε από πάνω, προσπαθώντας να ακουστούν δυνατότερα από τους κεραυνούς που εξαπολύουν οι Collins και Thompson στα drums. Κλιμακτική αποκορύφωση, ο φωτισμός και τα ηχητικά σε πλήρη οργασμό, πάρτε κάτι για τον δρόμο, γεια σας, ευχαριστούμε, καληνύχτα. Ξανακούμε παρακάλια για «une autre», αλλά όπως ξέρουμε όλα τα ωραία έχουν ένα τέλος, και το Seconds Out, όπως αυτές οι βραδιές του Ιούνη στο Παρίσι, έχουν ένα αναπόφευκτο τέλος. Νομοτελειακά. Ίσως μία παρόμοια εμπειρία να ξαναέζησαν οι Παριζιάνοι στην περιοδεία του Breakfast In America από τους συμπατριώτες των Genesis, τους εξαιρετικούς Supertramp.


H πίσω πλευρά του εξώφυλλου με τους τίτλους των τραγουδιών

Με την φυγή του Hackett πριν την κυκλοφορία του Seconds Out, και την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή του Phil Collins, οι Genesis θα απέβαλλαν το προοδευτικό «δέρμα» τους σταδιακά, για να κατακτήσουν τα pop charts ανά τον κόσμο. Στη δεκαετία του '80, με επικεφαλής τον Collins, το συγκρότημα θα συνέχιζε να είναι συναυλιακά από τα πιο επιτυχημένα στον κόσμο, αλλά πλέον με έναν τεράστιο κατάλογο από pop επιτυχίες. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν ίδιος ο Collins με το προσωπικό του άλμπουμ Face Value, που θα ήταν και ο διάδρομος απογείωσης της υπερεπιτυχημένης προσωπικής του καριέρας. Ωστόσο, αν θέλετε να ακούσετε ένα εκ των πλέον πρωτοποριακών συγκροτημάτων στον χώρο της rock, στην καλύτερη στιγμή της καριέρας του, και να ζήσετε κι εσείς την θρησκευτική εμπειρία της ακρόασης μίας συναυλίας από ένα συγκρότημα, το οποίο αφήνει ένα τεράστιο ερωτηματικό του τι θα μπορούσε να δώσει επιπλέον, αν παρέμενε σε αυτή την τροχιά (σενάριο τύπου What If), κάντε την χάρη στον εαυτό σας και ακούστε (ή ακόμα καλύτερα, αγοράστε) το Seconds Out των Genesis. Μόνο κερδισμένοι θα βγείτε.


 
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
31/5/20/
Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment
  1. Credits taken from the album's sleeve notes.[14]

    Genesis

    Tony Banks – RMI Electra piano, Hammond T. organ, ARP Pro Soloist, Mellotron 400, Epiphone 12-string guitar, backing vocals
    Mike Rutherford – Shergold electric 12-string and bass guitar, 8-string bass guitar, Alvarez 12-string guitar, Moog Taurus bass pedals, backing vocals
    Steve Hackett – Gibson Les Paul, Hokada 12-string guitar
    Phil Collins – lead vocals, Premier and Gretsch drums
    with

    Chester Thompson – Pearl drums, percussion (except "The Cinema Show")
    Bill Bruford – Ludwig and Hayman drums, percussion ("The Cinema Show" only)

    ΑπάντησηΔιαγραφή