PAUL RODGERS - A TRIBUTE TO MUDDY WATERS(1993): ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ


 Ένα από τα δισκογραφικά γεγονότα που χαρακτήρισαν τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 90, ήταν οι πολλές κυκλοφορίες tribute άλμπουμ σε έναν καλλιτέχνη. Ένα από αυτά, ήταν και το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του πρώην τραγουδιστή των Free και Bad Company, Paul Rodgers, Muddy Water Blues: A Tribute to Muddy Waters (1993), μια αναμενόμενη κυκλοφορία του σπουδαίου τραγουδιστή που μεγάλωσε με τα αμερικάνικα Blues. Ένα tribute έχει μια καλειδοσκοπική θεώρηση για το πως θα το επεξεργαστεί ο καλλιτέχνης, σαν μια πιστή νέα ηχογράφηση των τραγουδιών ή σαν μια ευκαιρία να δώσει σε κλασικά τραγούδια, μια άλλη οπτική; Στην προκειμένη περίπτωση, ο Paul Rodgers, δεν ξεφεύγει από την κλασική οδό των αρχικών ηχογραφήσεων, κάνοντας τον ήχο πιο σύγχρονο. Κι εδώ που τα λέμε, τι διαφοροποίηση να κάνει σε τραγούδια που γράφτηκαν τις δεκαετίες του 50 και 60 κι έχουν την ταυτότητα του κλασικού; Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα πολύ καλό blues rock άλμπουμ, με τον Rodgers να έχει επιλέξει μια σειρά μουσικών που κι αυτοί έχουν επηρεαστεί από τα Blues του Muddy Waters. Ατελείωτος ο κατάλογος των καλεσμένων: David Paich, Pino Palladino, Jason Bonham, Buddy Guy, Trevor Rabin, Jeff Beck, Steve Miller, David Gilmour, Slash, Gary Moore, Brian May, Neal Schon, Richie Sambora κ.α. με το κυριότερο να είναι ότι όλοι αυτοί δεν ακούγονται παράταιροι αλλά απόλυτα συνδεδεμένοι κι αυτό οφείλεται στη δουλειά του παραγωγού Bill Sherwood και τα 14 τραγούδια λες κι έχουν γραφτεί για τη φωνή του! 
Ένας μοναδικός φόρος τιμής μέσα από μια σειρά διαμαντιών του McKinley Morganfield όπως είναι το πραγματικό όνομα του Muddy Waters, με τα  (I'm Your) Hoochie Coochie Man, I Can't Be Satisfied, I Just Want to Make Love to You, Rollin' Stone, Good Morning Little School Girl, τραγούδια που όχι μόνο ερμήνευσε αλλά κι έγραψε για άλλους. Κερασάκι στην τούρτα, η σύνθεση του Rodgers, που συνέθεσε το (συγκινητικό) ομώνυμο κομμάτι Muddy Waters Blues, που ακούγεται σε 2 εκτελέσεις, ηλεκτρική με τον Neal Schon και την ακουστική με τον Buddy Guy.

Υπάρχει και μια τρίτη ηχογράφηση του τραγουδιού με τον Bryan Adams στην κιθάρα που κυκλοφόρησε σε CD single. Θα κάνω μια ξεχωριστή αναφορά για τη σύνθεση των Booker T. Jones, Carl Wells, Al Jackson Jr, Donald Dunn και Steve Copper, μέλη των Booker T MG’s (εκτός του Wells), The Hunter που πρωτοηχογραφήθηκε από τον Albert King αλλά κι από τους Ike and Tina Turner, Canned Heat και Blue Cheer. Οι Free το ηχογράφησαν για το ντεμπούτο άλμπουμ τους Tons of Sobs, δίνοντας του μια πιο rock διάσταση κι έκτοτε παρέμεινε τόσο στα set lists των Free όσο και Rodgers. Το The Hunter πρέπει να είναι από τα αγαπημένα τραγούδια του Paul Rodgers, αφού το ηχογράφησε  δύο ακόμη φορές, πρώτα στο δικό του άλμπουμ The Royal Sessions(2014) και 10 χρόνια αργότερα στο άλμπουμ διασκευών του Slash, Orgy of the Damned(2024). Με το πρώτο άκουσμα, εκείνο που γίνεται κατανοητό είναι ότι το κεντρικό στοιχείο του δίσκου δεν είναι η ηλεκτρική διασκευή των τραγουδιών αλλά η ατμόσφαιρα που διακατέχει τα  15 κομμάτια του άλμπουμ.  



ΜΗΤΗΡ ΜΑΘΗΣΕΩΣ
Αν το όνομα του Αμερικάνου πολυμουσικού Bill Sherwood σας ακούγεται οικείο, έχετε απόλυτα δίκιο αφού ήταν ο μουσικός που αντικατέστησε τον Chris Squire στο μπάσο στους Yes, ενώ έχει παίξει με τους Circa, Yoso, World Trade, Lodgic, έχει περιοδεύσει με τους Asia, ενώ έχει συμμετάσχει σε tribute albums των Pink Floyd, The Beatles, Queen κ.α., έχοντας κυκλοφορήσει 10 προσωπικά άλμπουμ.
 

ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΜΕΤΑ
Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του Muddy Water Blues: A Tribute to Muddy Waters , ο Paul Rodgers κυκλοφόρησε το live Ep, The Hendrix Set.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

2/10/26
 

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΥΜΕΛΙΑΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ MUDDY WATERS BLUES” A TRIBUTE TO MUDDY WATERS

Το οπισθόφυλλο


Έχει σημασία να δούμε πότε κυκλοφόρησε το album αυτό: ήταν το 1993, σε μια εποχή όπου τα blues είχαν ήδη αρχίσει ν’ ανεβαίνουν σε δημοφιλία και ν’ αποκτούν ένα νεότερο κοινό, καθώς λίγα χρόνια πριν συνέβησαν δύο γεγονότα που «έσπρωξαν» πολύ κόσμο προς τη μεριά τους: η κυκλοφορία του Still Got The Blues(1990) album του Gary Moore, που γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και ο ξαφνικός θάνατος του Stevie Ray Vaughan τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, που όσο σόκαρε τον πλανήτη, άλλο τόσο τον ενέπνευσε ν’ ασχοληθεί με τα blues. Το ενδιαφέρον του κόσμου αναζωπυρώθηκε, άρχισαν να βγαίνουν και νέα ταλέντα, όπως ο Eric Gales (τον θαυμάσαμε πρόσφατα στην Τεχνόπολη) που όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο του (1991) ήταν μόλις 17 χρονών! Παράλληλα, η καριέρα του Paul Rodgers φαινόταν να μην πηγαίνει «κάπου», καθώς η μουσική βιομηχανία και το κοινό φαινόταν να ξεχνούν τους Μεγάλους των προηγουμένων δεκαετιών και ν’ απομακρύνονται από το hard rock με το οποίο είχε συνδεθεί ο Rodgers. Οπότε η ιδέα του να επιστρέψει στις ρίζες του και να ηχογραφήσει ένα album με βαριά, κλασσικά blues κομμάτια φαινόταν να τον «γλιτώνει» κι από το πρόβλημα του να διαλέξει τραγούδια ή ηχητική κατεύθυνση για το -μόλις δεύτερο!- solo album του. Έτσι κι αλλιώς, οι πάντα σπουδαίες ερμηνείες του, «όφειλαν» πολλά σε αυτή τη μουσική… Κάλεσε όμως και κάποιους πρωτοκλασσάτους κιθαρίστες- πολλοί από αυτούς ήταν φίλοι του- που με χαρά ανταποκρίθηκαν στον ζωντανό θρύλο των 60s’ και 70s’ προσθέτοντας τη δική τους ξεχωριστή ηχητική «πινελιά». Με εξαίρεση το ομότιτλο κομμάτι που υπογράφει ο ίδιος (εδώ υπάρχει σε ακουστική και ηλεκτρική εκδοχή), το album βασίζεται αποκλειστικά σε κλασσικά blues κομμάτια, όχι μόνο του Muddy Waters (όπως λέει ο υπότιτλος) αλλά και άλλων Μεγάλων των blues όπως οι Willie Dixon, Sonny Boy Williamson κ.ά.. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό και πέτυχε απόλυτα το σκοπό του, καθώς όχι μόνο ξαναθύμισε στους παλιούς οπαδούς του τί ήταν αυτό που τον έκανε σπουδαίο, αλλά σύστησε τον Paul Rodgers σε ένα νεαρότερο κοινό. Και χωρίς να έχει καν αυτό το σκοπό, αποτέλεσε κι ένα ταχύρρυθμο «μάθημα»/αναδρομή στην ιστορία αυτής της μουσικής… Το Muddy Water Blues αντιμετωπίστηκε θετικότατα όταν κυκλοφόρησε και βοήθησε τον Rodgers να κάνει ένα δυνατό comeback. Μάλιστα, βγήκε και μια limited έκδοση με ένα ακόμα CD που περιείχε -απλά συμπαθητικές- επανηχογραφήσεις κλασσικών κομματιών των Free και Bad Company, («για να μαθαίνουν οι νεότεροι…»). Η δε συνεργασία του με τον επίσης σπουδαίο Neal Schon (Journey, Santana κ.ά.) όχι μόνο συνεχίστηκε κι επί σκηνής, αλλά έβγαλε κι ένα live EP που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, με τίτλο The Hendrix Set και είναι ακριβώς ό,τι «λέει στο κουτί»… Στη συνέχεια, έδωσε πολλές συναυλίες ανά τον κόσμο με τον Geoff Whitehorn να τον συνοδεύει στην κιθάρα και μάλιστα, έπαιξε και στην Ελλάδα. Στην εμφάνισή του στο Ρόδον ήταν εξαιρετικός, έπαιξε κομμάτια από το νέο album και από τη μέση και πέρα το «τερμάτισε» με τους ύμνους των Free και Bad Company κι έκανε πολύ κόσμο να παραμιλάει με τη φωνή του, παρόλο που η συναυλία απείχε κάμποσο από το να γίνει sold out…
 

O Δημήτρης Συμελιάδης είναι συνεργάτης του Metal Hammer

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου