Υπάρχουν τόσες χιλιάδες ιστορίες πίσω από κάθε rock star, που αισθάνομαι ότι θα χρειαστώ 2 και 3 ζωές να τις καταγράψω. Κι όσες από αυτές ξέρω, γιατί σίγουρα θα υπάρχουν τόσες άλλες που έχουν μείνει θαμμένες. Πρωταγωνιστής στην σημερινή ιστορία, ένας από τους αγαπημένους μου blues rock τραγουδιστές, ο Paul Rodgers που τον μάθαμε σαν τραγουδιστή των Free και Bad Company, άντε να προσθέσω και τους Queen που την 5ετία 2004-2009 διετέλεσε τραγουδιστής. Πριν προχωρήσω στις 2 μεγάλες προτάσεις που απέρριψε, να θυμίσω ότι ο Paul Rodgres έχει μια καλή προσωπική δισκογραφία με 7 άλμπουμ, με τελευταίο το Midnight Rose (2023) αλλά αν ρωτάτε τη γνώμη μου, τα 2 καλύτερά του είναι τα Muddy Water Blues: A Tribute to Muddy Waters(1993) και Electric (2000). Γεννημένος το 1949 στο Middlesbrough, ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα σαν μπασίστας στους Roadrunners αλλά ο τραγουδιστής τους, τον έπεισε να αναλάβει τα φωνητικά με τον ίδιο να παίζει κιθάρα. Λίγο προτού εγκαταλείψει το Middlesbrough για το Λονδίνο, οι Roadrunners αλλάζουν το όνομά τους σε Wildflowers, με 2 προεξέχοντα μέλη, τον κιθαρίστα Micky Moody (αργότερα στους Whitesnake) και τον Bruce Thomas (αργότερα στους Elvis Costello and The Attractions). Το 1968 τον βρίσκουμε στους Free και μετά από τα πρώτα 2 αποτυχημένα εμπορικά άλμπουμ, έρχεται το All Right Now, για να κατακτήσουν όλον τον κόσμο. Σήμερα, το τραγούδι μετράει πάνω από 1.000.000 παιξίματα μόνο στο αμερικάνικο ραδιόφωνο! Η συνέχεια είναι λίγο πολύ γνωστή. Ηχογραφούν ακόμα 3 άλμπουμ, με τελευταίο το Heartbreaker (1973), διαλύονται και το 1974 σχηματίζει τους Bad Company με τους οποίους γράφει ιστορία. Αποχωρεί το 1983 και ακολουθεί προσωπική καριέρα, ενώ σχηματίζει τους Firm και Law χωρίς όμως κάτι σημαντικό.
Εδώ δεν θα διαβάσετε την ιστορία του αλλά πως κατέληξε να πει όχι σε 2 τεράστια συγκροτήματα, αφήνοντας να αιωρείται η ερώτηση «Πόσο εύκολα ή πόσο δύσκολα απορρίπτεις προτάσεις από Doors και Deep Purple»; Τα 2 συγκροτήματα έβλεπαν στη φωνή του, τη δική τους συνέχεια στην καριέρα τους και για να ξεκινήσουμε από την περίπτωση των Doors που προηγήθηκε χρονικά, γυρνάμε το χρόνο στο καλοκαίρι του 1971 όταν ο Jim Morrison έχει πλέον αποχωρήσει από τον μάταιο τούτο κόσμο και οι εναπομείναντες Krieger, Manzarek και Desmore, είχαν αρχίσει να ψάχνουν αντικαταστάτη του, έχοντας στείλει τον Krieger στο Λονδίνο, για να κάνει πρόταση στον πρώην πλέον τραγουδιστή των Free, που μόλις είχαν διαλυθεί, προσωρινά. «Εκείνη την εποχή, είχα εξαφανιστεί στην επαρχία, δουλεύοντας πάνω σε διάφορα πράγματα», δήλωσε ο Rodgers στο Uncut το 2011.
«Και δεν μπορούσαν καν να επικοινωνήσουν μαζί μου». Τελικά, οι Krieger και Ray Manzarek αφού άκουσαν και τον Jess Roden, ανέλαβαν οι ίδιοι τα φωνητικά καθήκοντα, με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας, κάτι που κορυφώθηκε με τη διάλυση του συγκροτήματος δύο χρόνια αργότερα, το 1973. Η εκφραστικότητα και το υψηλό επίπεδο ερμηνείας του Rodgers, μπορούσαν να σταθούν δίπλα στα αντίστοιχα του Morrison, αλλά η συζήτηση μεταξύ των 2 πλευρών δεν κατέληξε σε συμφωνία. Καλύτερα, γιατί οι Free επανασυνδέθηκαν ηχογραφώντας 2 άλμπουμ, τα Free at Last (1972) και Heartbreaker (1973)! Το όνομα του είχε μεγάλη …ζήτηση γιατί το 1973, μετά την αποχώρηση του Ian Gillan από τους Deep Purple, αγγλικό συγκρότημα χτύπησε την πόρτα του. «Οι Free είχαν παίξει με τους Deep Purple στην Αυστραλία και ήταν η τελευταία μας συναυλία», είχε δηλώσει ο Rodgers κάποτε στο Houston Press. «Είχα καλή σχέση με τον οργανίστα Jon Lord και είχαμε ανταλλάξει τηλέφωνα». Για άλλη μια φορά, όμως, ο Rodgers είχε άλλα σχέδια: «Αργότερα, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα για να συμμετάσχω, αλλά εκείνη την εποχή σχημάτιζα τους Bad Company, οπότε ήταν αδύνατον» είπε. Δύο απορρίψεις, σε δύο μεγάλα ονόματα και τις 2 φορές προτίμησε να συνεχίσει το δικό του δρόμο, την μια να επανασυνδεθεί με τους Free και την άλλη να σχηματίσει τους Bad Company, αφήνοντας ένα μεγάλο «τι θα γινόταν αν». Κλείνοντας, πρέπει απαραίτητα να σημειωθεί ότι η ιδέα να έλθει στους Deep Purple ήταν του Ritchie Blackmore και σίγουρα ταίριαζε περισσότερο σε αυτούς, παρά με τους αμερικανικούς ήρωες της αντικουλτούρας.
Την άλλη Κυριακή: Η ιστορία του Soundhouse Tapes των Iron Maiden.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
31/5/26



Δημοσίευση σχολίου