ΓΙΑΤΙ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΜΕ ΝΑ ΑΓΟΡΑΖΟΥΜΕ ΒΙΝΥΛΙΑ!

Το βινύλιο ΠΟΤΕ δεν πεθαίνει. Από το 1991 και μετά οι δισκογραφικές εταιρείες έκαναν ότι μπορούσαν να εξαφανίσουν το βινύλιο, και τα κατάφεραν! Μέσα στο 1991 οι εκδόσεις δίσκων σε βινύλιο καταργήθηκαν και με τη σειρά τους έκλεισαν και τα εργοστάσια που τους τύπωναν, ξεκινώντας μια 15ετία (έως το 2005), κυριαρχίας του cd που σταδιακά έσβησε για να περάσουμε στην ψηφιακή εποχή του streaming. Κι όμως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που αγοράζουν-και καλά κάνουν- δίσκους είτε σε αναλογική μορφή είτε σε cd, Ο Δημήτρης Σειρηνάκης, αναλύει την ψυχολογία του αγοραστή βινύλιου, τις διαθέσεις του, τοποθετώντας τα πράγματα σε μια σειρά, μην ξεχνώντας να αναφερθεί στα cd και στις επανεκδόσεις.  
ΑΓΟΡΑΖΟΥΜΕ ΔΙΣΚΟΥΣ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΜΕ ΜΟΥΣΙΚΗ Ή ΜΗΠΩΣ ΟΧΙ;
 
Υπάρχει μια βολική εξήγηση για την αγορά δίσκων, ότι αγαπάμε τη μουσική και θέλουμε να την ακούμε στον καλύτερο δυνατό ήχο και με την καλύτερη δυνατή ποιότητα στα πλαίσια φυσικά των  οικονομικών δυνατοτήτων μας. Είναι μια ωραία, καθαρή αφήγηση και μια γενική παραδοχή. Και σε κάποιο βαθμό αληθινή. Είναι όμως αυτή η μόνη αλήθεια; Όχι! Ούτε καν ολόκληρη αλήθεια είναι αλλά και ούτε η μοναδική. Γιατί αν η αγορά δίσκων ήταν ξεκάθαρα μόνο θέμα ήχου, τότε οι περισσότεροι από εμάς θα είχαμε σταματήσει εδώ και χρόνια να αγοράζουμε και θα είχαμε πουλήσει τους δίσκους μας. Το streaming καλύπτει τα πάντα από όσα θεωρητικά θέλουμε, δεν έχει κόστος, δεν έχει κόπο, δεν απαιτεί πικάπ, δεν θέλει ενισχυτές, δεν χρειάζονται ηχεία της προκοπής, καλώδια, προενισχυτές, σωστή διάταξη επίπλων(!)παντού και ότι ώρα θες μπορείς να ακούσεις ότι θες. Μια σύνδεση στο internet, ένα ζευγάρι καλά ακουστικά και ακούς μουσική. Τέρμα, αυτό είναι. Ούτε βελόνες, ούτε καλώδια, ούτε scratch στον δίσκο, ούτε τίποτα! Άσε που δεν χρειάζεται να έχεις και ένα-δυο δωμάτια στο σπίτι σου γεμάτα με δίσκους, cd και dvd να πιάνουν τον χώρο και να ακούς και γκρίνια από πάνω, «Δυο σπίτια θα είχαμε ακόμα, εάν δεν αγόραζες όλα αυτά τα σκουπίδια που πιάνουν χώρο στο σπίτι! Και  να πω ότι τα άκουγες; Τα μισά δεν τα έχεις καν ακούσει!!» Εναλλακτικά ακούς και το «Δυο σπίτια θέλουμε με όλα αυτά που αγοράζεις..» ή ακόμα «Τι το θες αυτό;; Αφού το έχεις σε cd, γιατί χάλασες λεφτά να το πάρεις και σε δίσκο ε;;» Άδικο έχω; Η για να γίνω δίκαιος, άδικο έχουν; Και εσύ; Πόσες φορές από μέσα σου δεν έδωσες αυτή την απάντηση; “Α, παράτα με, αφού δεν μπορείς να καταλάβεις!» Και καλέ μου φιλέ αναγνώστη, θα σου κάνω εγώ την ίδια ερώτηση. Εσυ; Μπορείς να καταλάβεις γιατί το κάνεις;  
Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΑΒΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΙΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ.
Δεν αγοράζουμε, ούτε κρατάμε τους δίσκους μας μόνο για να ακούσουμε μουσική. Τους αγοράζουμε και τους κρατάμε  για να φυλάξουμε κάτι που φοβόμαστε ότι χάνεται, ή ότι μήπως εμείς χάνουμε κάτι από μέσα μας ή κάτι που συμπληρώνει το παζλ της προσωπικότητα μας. Πόσες φορές κρατάς στα χέρια σου ένα δίσκο και απλά τον κοιτάς, ή τον μυρίζεις και δεν τον βάζεις να παίξει;  Εγώ κάνω και κάτι ακόμα χειρότερο, πέρα από τους δίσκους, παίρνω και παλιά (δεν φαντάζεστε πόσο παλιά) τεύχη του ΠΟΠ & ΡΟΚ και τα ξεφυλλίζω! Γιατί; 
Ο ΔΙΣΚΟΣ ΣΑΝ ΑΠΟΤΥΠΩΜΑ ΧΡΟΝΟΥ 
Κάθε δίσκος που μπαίνει στο ράφι δεν είναι απλώς ένα μέσο αναπαραγωγής και το ξέρουμε πολύ καλά, γιατί ακόμα και όταν κάνουμε χρόνια να τον ακούσουμε, μας αρκεί το ότι είναι εκεί.  Είναι ένα αποτύπωμα χρόνου. Ένα αντικείμενο που αντιστέκεται στην αορατότητα του μουσικού αρχείου (πχ mp3) και στην ευκολία της λήθης και της αποπροσωποποίησης. Και όσο περνούν τα χρόνια, τόσο λιγότερο μοιάζει με απλή “αγορά” και τόσο περισσότερο με πράξη μνήμης, μια δήλωση μας ενάντια στον χρόνο, μια καταγραφή της ζωής μας και ένα αποτύπωμα της προσωπικότητας μας, του περάσματος μας.
Όμως η αλήθεια είναι πως δεν αγοράζουμε όλοι δίσκους για τον ίδιο λόγο. Ακόμα και όταν νομίζουμε ότι το κάνουμε. Ο ακροατής θέλει τη μουσική και την εμπειρία της ακρόασης. Δεν θα αγοράσει τα πάντα, παρα μόνο αυτά που του αρέσουν.


Ο συλλέκτης θέλει το αντικείμενο, τη συνοχή, την αίσθηση πληρότητας. Για αυτό και θα αγοράσει πολλές φορές δίσκους που δεν του αρέσουν απλά και μόνο για να έχει ολοκληρωμένη μια δισκογραφία ενός συγκροτήματος ή σαν επένδυση των χρημάτων του όταν μιλάμε για πανάκριβες εκδόσεις ή πολύ περιορισμένες ή οτιδήποτε θεωρεί ότι μπορεί μελλοντικά να πάρει πολύ μεγαλύτερη αξία. Και υπάρχει και εκείνος που αναζητά κάτι πιο άπιαστο, την πρώτη μορφή του έργου. Όχι την καλύτερη, αλλά την αρχική. Εκείνη που κυκλοφόρησε χωρίς να ξέρει τι θα σημαίνει στο μέλλον. Η διαφορά του με τον συλλέκτη είναι ότι τελευταίος είναι μια μορφή αγοραστή που εμφανίστηκε κυρίως  μετα τα 90s όταν τα βινύλια εκείνης της δεκαετίας απέκτησαν μεγάλη αξία, λόγω του μικρού αριθμού εκτύπωσης τους εκείνα τα χρόνια.  Ο συλλέκτης μπορεί χάριν της πληρότητας, να επιθυμεί και την σύγχρονη επανέκδοση ενός βινυλίου, αυτός όμως που αναζητά και επενδύει ΜΟΝΟ στην πρώτη έκδοση και απορρίπτει οτιδήποτε άλλο, έχει μια άλλη οπτική, άλλη ψυχολογία  και αγνοεί την επανέκδοση όσο ακριβή ή limited μπορεί να είναι.  
 

Η ΔΙΣΚΟΘΗΚΗ ΩΣ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΑΣ.



Η δισκοθήκη δεν είναι απλώς ένας χώρος όπου φυλάμε δίσκους. Είναι το αποτύπωμα της προσωπικής μας ιστορίας, ένας καθρέφτης της μουσικής που μας έχει διαμορφώσει, αλλά και του τρόπου που βιώνουμε τον χρόνο. Κάθε ράφι, κάθε στοίβα, κάθε μικρό σημάδι φθοράς αφηγείται μια στιγμή, ποιος ήμασταν όταν αγοράσαμε έναν δίσκο, τι αναζητούσαμε, πώς τον ακούγαμε, πως αυτός μίλησε στην ψυχή μας. Για τον συλλέκτη, η δισκοθήκη είναι χώρος ιερός, τάξης αλλά και δημιουργίας. Είναι το πεδίο όπου τοποθετεί αντικείμενα με σημασία, όχι απλώς μουσική. Ο τρόπος που οργανώνει τους δίσκους, η σειρά που επιλέγει, οι κενές θέσεις που αφήνει για όσα θα έρθουν, όλα μιλούν για τις αξίες το, δείχνουν τα βιώματα του, και τις επιθυμίες του. Η συλλογή γίνεται προέκταση του εαυτού μας, ένα “σώμα” που μεγαλώνει μαζί μας, που εξελίσσεται, που κουβαλάει μνήμες. Ακόμη, υπάρχει η μικρή χαρά της καθημερινής ανακάλυψης. Όταν βρίσκεις σε ένα δισκάδικο ή στο διαδίκτυο, την κυκλοφορία που αναζητούσες μήνες, ή όταν ανακαλύπτεις ένα δύσκολο pressing που σε ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, η εμπειρία αυτή δεν έχει σχέση μόνο με τον ήχο. Είναι η αίσθηση ότι αποκτάς κάτι ειδικό με προσωπικότητα, που δεν αλλοιώνεται από τον χρόνο και έχει αποτυπώσει μια εποχή.  
Η δισκοθήκη, με άλλα λόγια, γίνεται τόπος ταυτότητας. Μας θυμίζει ποιοι είμαστε, ποιοι ήμασταν και, με έναν τρόπο, ποιοι θα θέλαμε να γίνουμε. Νομίζω ότι και για πολλούς από εμάς αποτελεί και ένα είδος καταφυγίου και ησυχαστήριο σε στιγμές δύσκολες. Και όσο πιο προσωπική και επιμελημένη είναι, τόσο περισσότερο λειτουργεί και σαν ασπίδα απέναντι στην ψηφιακή αφθονία και την αοριστία του streaming. Εκεί που όλα περνούν και χάνονται, η δισκοθήκη αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και μένουμε μέσα σε αυτή τα παιδιά που κάποτε έτρεχαν με λαχτάρα  να αγοράσουν την πρώτη τους κασέτα.  Κάθε δίσκος που προστίθεται δεν είναι μόνο μουσική. Είναι ψηφίδα στην προσωπική αφήγηση, ένας μικρός θησαυρός που λέει κάτι για τη σχέση μας με τον χρόνο, την αξία της αναμονής, την αίσθηση της ολοκλήρωσης και φυσικά την προσωπική μας διαδρομή. Είναι ένα μονοπάτι που έχουμε διαβεί  και αποτυπώνεται σε κάθε δίσκο και σε κάθε εξώφυλλο. Και ειλικρινά προσωπικά θυμάμαι για σχεδόν κάθε μου δίσκο και cd, αν όχι πότε, αλλά σίγουρα από που το αγόρασα. Και αυτό είναι που κάνει τον ακροατή – συλλέκτη να συνεχίζει να ψάχνει, να επενδύει, να αισθάνεται ότι κάθε δίσκος έχει λόγο ύπαρξης πέρα από τον ήχο του. Ένας δίσκος δεν είναι μόνο μουσική, είναι ένα μικρό κομμάτι ψυχής, άσχετα με το πόσες φορές θα τον ακούσεις, αρκεί απλά που είναι στο ράφι. 

ORIGINAL Vs REISSUE ΑΛΛΟ ΕΝΑ ΔΙΛΗΜΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΙΚΟ
Ασε και το άλλο! Οι επανεκδόσεις! Είναι συχνά καλύτερες, πιο φροντισμένες, με ανώτερο mastering, bonus υλικό (είτε σε liner notes, είτε σε μουσική), αποκατεστημένα εξώφυλλα, και πόσα άλλα... Κι όμως, συνεχίζουμε να ψάχνουμε, να πληρώνουμε, να περιμένουμε, να αγχωνόμαστε για την πρώτη έκδοση. Στην επιφάνεια, η απάντηση μοιάζει απλή, η επανέκδοση είναι σχεδόν πάντα ανώτερη,  καλύτερος ήχος, περισσότερη φροντίδα, πληρότητα και ότι μπορείτε να φανταστείτε. Αν θέλεις απλώς να ακούσεις τη μουσική, δεν υπάρχει λογικός λόγος να προτιμήσεις κάτι άλλο. Κι όμως, το original pressing ασκεί μια έλξη που δεν εξηγείται με τεχνικούς όρους. Σκεφτείτε για παράδειγμα το Wake of Magellan των Savatage, η επανέκδοση είναι διπλός δίσκος, με βελτιωμένο ήχο και bonus υλικό, στοιχίζει μόλις 30–35 ευρώ. Και όμως πολλοί ψάχνουν την πρώτη έκδοση, όχι για να την ακούσουν καλύτερα, αλλά για την αίσθηση ότι κρατούν το “πρωτότυπο”. Ή το No More Tears του Ozzy, η επανέκδοση κοστίζει μόνο 40 ευρώ! 
ΔΙΣΚΟΙ ΤΩΝ ’70s και 80Ss Vs ’90s, ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ ΔΥΟ ΨΥΧΟΛΟΓΙΕΣ
Η ψυχολογία του ακροατή και συλλέκτη δεν είναι ίδια για όλες τις περιόδους και  τα χρόνια. Η δεκαετία που κυκλοφόρησε ένας δίσκος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό  την αξία του αλλά εδώ μας ενδιαφέρει το πώς τον αντιμετωπίζουμε εμείς και γιατί.
Δίσκοι των ’70s και 80s – κλασικοί αλλά σχετικά προσιτοί


Οι πρώτες εκδόσεις πολλών κλασικών LP των ’70s, όπως το Led Zeppelin IV ή το Thin Lizzy – Johnny the Fox, είναι ακόμα σε λογικές τιμές, μιας και τότε οι εκτυπώσεις σε βινύλιο γινόντουσαν σε τεράστιους αριθμούς, γίνονταν συχνές επανεκδόσεις κλπ. Οπότε δεν υπήρξε ποτέ κάποια ιδιαίτερη σπανιότητα.  Όμως οι σύγχρονες επανεκδόσεις είναι συχνά πολύ πιο πλούσιες, remastered ήχος, deluxe packaging, bonus tracks, αφίσες και βιβλιαράκια. Μερικές φορές ολόκληρα box! Ο συλλέκτης εδώ αντιμετωπίζει ένα διπλό δίλημμα, να κρατήσει το “πρωτότυπο” για το αυθεντικό feeling ή να πάρει την επανέκδοση για μια πιο ολοκληρωμένη ακουστική εμπειρία. Άσχετα από την οικονομική δυνατότητα του καθενός μας, η ψυχολογία σε αυτή την περίπτωση βασίζεται  κυρίως στην συναισθηματική σύνδεση με την ιστορία και το χρόνο που γεννήθηκε ο δίσκος, τα ακούσματα και πόσο είναι «δεμένος» ο ακροατής με την κάθε κυκλοφορία. Εδώ το δίλημμα μας κυρίως είναι ότι εφόσον έχουμε την original κυκλοφορία, εάν θα αποκτήσουμε και την re-issue έκδοση, ή σε μερικές περιπτώσεις που η μουσική βιομηχανία το παρακάνει, έχουμε να διαλέξουμε αναμεσά σε δυο τρεις εκδόσεις του re-issue.
Επιγραμματικά, 
•    η πρώτη έκδοση είναι συχνά χειρότερη ηχητικά
•    λιγότερο ολοκληρωμένη
•    πιο εύθραυστη
•    αντικειμενικά λιγότερο value for money
•    Πολύ πιθανόν με φθορές
Δίσκοι των ’90s – η σπανιότητα συναντά την τιμή
Σε αντίθεση με τους δίσκους των ’70s, πολλές πρώτες εκδόσεις των ’90s είναι πλέον πολύ ακριβές (π.χ. Savatage – Wake of Magellan, Ozzy – No More Tears, Van Halen – Balane, Queensryche – Promised land έτσι να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα), ενώ οι επανεκδόσεις είναι φτηνότερες, πληρέστερες και με καλύτερο ήχο, κάποιοι συχνά προτιμούν το original, παρά το υψηλό κόστος, όχι για τεχνικούς λόγους. Η επιλογή ανάμεσα σε ένα πλήρες, νέο reissue και το πρωτότυπο, με τη μαγεία να γέρνει προς το original παρά το κόστος. Αυτή η σύγκριση δείχνει καθαρά ότι η ψυχολογία  μας  δεν είναι ομοιόμορφη. Εξαρτάται από τον χρόνο κυκλοφορίας, την τιμή, τη σπανιότητα και, κυρίως, από το πώς το αντικείμενο συνδέεται με τη δική μας ιστορία υποσυνείδητα. Αν γίνω λίγο πιο σκληρός θα πω και με την ωριμότητα μας!  
Έτσι γεννάται το παράδοξο των 200 ευρώ, ένα ερώτημα που δύσκολα ομολογούμε,
Γιατί είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε 200 ευρώ για μια πρώτη έκδοση των 90s, όταν μπορούμε να αποκτήσουμε μια σαφώς καλύτερη επανέκδοση με 40 του 2024 πχ;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στον ήχο, ούτε στην ποιότητα. Βρίσκεται στον χρόνο. Η επανέκδοση είναι λιγότερο “ιερή”. Δεν έχει το ρίσκο, τη μυρωδιά, το ειδικό βάρος της πρώτης στιγμής που το προσδίδει ο χρόνος. Γιατί δεν πληρώνουμε τον δίσκο. Πληρώνουμε χωρίς να το καταλαβαίνουμε  τη θέση του στον χρόνο και κυρίως την σπανιότητα. Την εγγύτητα στη στιγμή που γεννήθηκε το έργο. Την ψευδαίσθηση ότι αγγίζουμε κάτι που έχει φορτωθεί μύθο, επιτυχία ή αποτυχία και το βλέπουμε ως μνημείο ή κειμήλιο μιας εποχής που έδειχνε ότι βινύλιο πέθανε. Γιατί στην ουσία δεν αποκτούμε ένα ανώτερο προϊόν, πληρώνουμε την ιστορία και αγοράζουμε και την εγγύτητα στο παρελθόν. Και στις πραγματικές αγορές, αυτή η αίσθηση ενισχύεται από στιγμές που ζούμε, όταν βρίσκουμε ένα δίσκο σε δισκάδικο που δεν περιμέναμε, όταν τον αποκτάμε μετά από χρόνια αναμονής, όταν τον κρατάμε στα χέρια μας κάτι σπάνιο  και νιώθουμε ότι η ιστορία του συμπίπτει με τη δική μας. Όλα αυτά όμως έξω στην αγορά πληρώνονται και πληρώνονται πανάκριβα για όποιον έχει την διάθεση να πληρώσει. Εδώ συγνώμη που θα το πω, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο η ποιότητα συμβαδίζει με την αξία. 

Ποιος έχει δίκιο; Για μένα αυτός που πρακτικά σκεπτόμενος θα πάρει την επανέκδοση, εφόσον δεν διαθέτει την πρώτη 90s έκδοση. Από την άλλη, ποιος θα κατηγορήσει τον ρομαντικό; Κανείς, εκτός βέβαια από την οικογένεια του στην περίπτωση που την στερεί από τα βασικά για να επενδύσει σε πρώτες εκδόσεις. Εδώ μιλάμε  για ηλιθιότητα. 
Αλλά όλοι γνωρίζουμε ακόμη και για τις λιγότερο  “υψηλού κόστους” συλλογές, η στιγμή που βρίσκεις ένα πρώτο pressing των Thin Lizzy ή μια σπάνια έκδοση των Uriah Heep φέρνει ένα μικρό ρίγος, η χαρά της ανακάλυψης, η επιβεβαίωση ότι η υπομονή ανταμείβεται, η αίσθηση ότι κρατάς κάτι που από πέρασμα του χρόνου άντεξε και έφτασε στα δικά σου χέρια. Καμία υποτίμηση! Η επανέκδοση είναι αποτέλεσμα επίγνωσης, το original είναι επιλογή. 
ΚΑΙ ΑΝ;
Και ίσως το παράδοξο να μην είναι απόλυτο, αλλά να αίρεται υπό συνθήκες. Γιατί αν υποθέσουμε ότι μια πρώτη έκδοση της δεκαετίας του ’90 δεν κόστιζε σήμερα 200 ευρώ, αλλά 60  δηλαδή μια τιμή μεν αυξημένη, αλλά ακόμη προσβάσιμη, ενώ η επανέκδοση, πιο προσεγμένη, σε διπλό βινύλιο, με bonus υλικό, καλύτερο mastering και συνολικότερη επιμέλεια, κόστιζε 40, τότε το δίλημμα θα άλλαζε ουσιαστικά χαρακτήρα. Σε αυτή την περίπτωση, ο οπαδός δεν θα ένιωθε ότι καλείται να υπερασπιστεί μια “σωστή” επιλογή απέναντι σε μια “δεύτερη”, ούτε ότι πρέπει να πληρώσει υπέρογκα ποσά για να αποδείξει την αφοσίωσή του. Η επιλογή δεν θα ήταν πια μια πράξη αντίστασης απέναντι στην αγορά ή στον χρόνο, αλλά μια ήρεμη, σχεδόν ειλικρινής δήλωση για το τι ακριβώς σημαίνει ο δίσκος γι’ αυτόν, ως μουσικό έργο που θέλει να απολαύσει στο παρόν, ή ως αντικείμενο-φορέας μνήμης που τον συνδέει με μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Και ίσως ακριβώς εκεί να αποκαλύπτεται κάτι βαθύτερο, ότι όταν η τιμή παύει να λειτουργεί εκβιαστικά, τότε ο συλλέκτης αναγκάζεται να κοιτάξει πιο καθαρά μέσα του και να απαντήσει όχι στο τι “πρέπει” να αγοράσει, αλλά στο ουσιαστικό του,  γιατί αγοράζει. 
ΝΑΙ, ΑΛΛΑ...…
Υπάρχει και ένα ακόμη, λιγότερο ομολογημένο παράδοξο, δύο σπάνιοι heavy metal δίσκοι της δεκαετίας του ’80, από μικρές εταιρίες, με περιορισμένη διανομή και αντίστοιχα χαμηλή «ορατότητα», μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική μοίρα στην αγορά. Ο ένας να αγγίζει τα 2.500 ευρώ και να αντιμετωπίζεται ως συλλεκτικό τρόπαιο, ενώ ο άλλος να παραμένει στα 10 ευρώ, σχεδόν αόρατος, παρότι μουσικά στέκεται εξίσου τίμια. Ο λόγος δεν είναι πάντα η ποιότητα, αλλά η αφήγηση που τον συνοδεύει  ή η απουσία της. Η υψηλή τιμή λειτουργεί ως σήμα κύρους, ως επιβεβαίωση ότι πρόκειται για κάτι “σημαντικό”, ενώ ο φτηνός σπάνιος δίσκος απαιτεί από τον συλλέκτη κάτι πιο δύσκολο, προσωπικό κριτήριο, ρίσκο και την αποδοχή ότι ίσως είναι μόνος σε αυτή την ανακάλυψη. Και κάπου εκεί αποκαλύπτεται μια άβολη αλήθεια, ότι συχνά δεν αγνοούμε τον φτηνό δίσκο επειδή δεν αξίζει, αλλά επειδή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τη συλλογική άδεια να αξίζει, δεν έχει φήμη, δεν έχει αίγλη.  Και μαζί με όλα αυτά προκύπτει ένα άλλο ερώτημα που σχετίζεται με την ίδια τη δυναμική της αγοράς, πώς αυτορυθμίζεται η τιμή ενός σπάνιου δίσκου; Πώς αποφασίζεται ότι κάποιος θα κοστίζει χιλιάδες ευρώ και κάποιος άλλος λίγα; Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό σπανιότητας, ζήτησης, φήμης, ιστορίας και της συλλογικής συναίνεσης των αγοραστών, η αγορά είναι ταυτόχρονα οικονομική και ψυχολογική, και οι τιμές της αντανακλούν περισσότερο την αξία που της δίνει η κοινότητα, ανεξάρτητα από την ξεκάθαρη ποιότητα του περιεχομένου. Αλλά αυτό φίλοι μου, είναι ένα άλλο μεγάλο ζήτημα, θα το δούμε αναλυτικά στο μέλλον.
ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΘΕ ΔΙΣΚΟΣ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΑΠΟ ΤΟ CD



Και κάπου εδώ προκύπτει το τελευταίο, επίμονο ερώτημα, Γιατί ο δίσκος έχει σχεδόν πάντα μεγαλύτερη συναισθηματική αξία από το CD; Και γιατί, ενώ έχουμε ήδη μια κυκλοφορία σε CD, θέλουμε χρόνια μετά να την αποκτήσουμε και σε βινύλιο; Είμαστε τόσο βλαμμένοι τελικά;;
Η απάντηση δεν έχει να κάνει με την ανωτερότητα του ενός μέσου απέναντι στο άλλο. Το CD είναι τέλειο, καθαρό, πρακτικό. Δεν απαιτεί κατά βάση κάποια τελετουργία. Δεν κουβαλά ίχνη χρήσης, δεν γερνά μαζί μας τόσο όσο το βινύλιο. Είναι μέσο ακρόασης και για να μην είμαστε άδικοι, πολύ καλό μέσο ακρόασης. Αλλά… Ο δίσκος, αντίθετα, είναι εμπειρία. Θέλει χώρο, κίνηση, συμμετοχή. Έχει πλευρές, σιωπές, φθορά. Θέλει να τον σηκώσεις, να τον ακουμπήσεις, να τον φροντίσεις. Και ακριβώς επειδή φθείρεται, αποκτά ιστορία. Όταν ξαναγοράζουμε σε βινύλιο κάτι που είχαμε σε CD, δεν αναζητούμε απαραίτητα καλύτερο ήχο. Αναζητούμε κύρος. Θέλουμε η μουσική που μας συνόδεψε να αποκτήσει μεγαλύτερη  φυσική παρουσία. Να μην είναι απλώς κάτι που ακούσαμε, αλλά κάτι που έχει μια άλλη  διάσταση και οντότητα. Γιατί θεωρούμε όλοι μας υποσυνείδητα ότι ο original ήχος είναι το βινύλιο και όχι το CD στο τέλος της ημέρας. 


ΕΠΙΛΟΓΟΣ. ΤΙ ΤΕΛΙΚΑ ΚΡΑΤΑΜΕ;
Νομίζω πως το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι πιστεύουμε ότι κρατάμε και όταν αγοράζουμε έναν δίσκο. Γιατί η αγορά δίσκων παραμένει μια πράξη συναισθηματική. Ένας τρόπος να δώσουμε βάρος και κύρος σε κάτι άυλο. Να καθυστερήσουμε αυτό που περνά, τον χρόνο. Ίσως τελικά να μην αγοράζουμε δίσκους μόνο για να ακούσουμε μουσική. Ίσως τους αγοράζουμε για να θυμόμαστε ποιοι ήμασταν όταν τη χρειαστήκαμε, γιατί τελικά θέλουμε να «αγοράσουμε» χρόνο. Και οι δίσκοι που μένουν, δεν είναι πάντα οι πιο σπάνιοι ή οι πιο ακριβοί. Είναι εκείνοι που συνεχίζουμε να βάζουμε στο πικάπ, χωρίς φόβο. Εκείνοι που, παρά την αξία τους, εξακολουθούν να κάνουν αυτό για το οποίο δημιουργήθηκαν, να παίζουν. Και κάντε μια χάρη στον εαυτό σας, να έχετε δίσκους που τους ακούτε, μπορεί να έχετε και δίσκους που απλά πλουτίζουν την δισκοθήκη σας και δεν τους ακούτε σχεδόν ποτέ γιατί έτσι σας αρέσει, ίσως να έχετε δίσκους απλά για διακόσμηση,  αλλά κυρίως να έχετε δίσκους (και CD) που μια μέρα θα είναι το soundtrack της ζωής σας, και στην δισκοθήκη σας θα αντικατοπτρίζεστε εσείς και δεν θα έχετε ποτέ μετανιώσει για τα πολλά χρήματα που δαπανήσατε για αυτόν το «καθρέφτη».

Την άλλη Κυριακή: Ποιος ήταν ο πρωτοπόρος του glam; Η έκρηξη του glam rock στη Μ.Βρετανία, τα 4 μεγάλα ονόματα που διαμόρφωσαν το είδος, η "μόλυνσή" της Αμερικής και τα σημαντικότερα βρετανικά συγκροτήματα που τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 70, άλλαξαν το rock.     

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΕΙΡΗΝΑΚΗΣ

8/2/26

 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment
  1. Ωραίο άρθρο. Να δούμε όμως και ποιοι αγοράζουν φυσικό format σήμερα. Αν εξαιρέσεις τους μέταλ οπαδούς μίας ηλικίας από 40 και άνω και κάποιους που ακούνε κλασική μουσική μεγαλύτερης ηλικίας δεν νομίζω ότι υπάρχει αγοραστικό κοινό. Βγαίνουν οι επανεκδόσεις αλλά με υπερβολικό κόστος για τον αγοραστή όπως heaven and hell καινούριο box set π.χ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Εξαιρετικό αφιέρωμα φίλε Δημήτρη

    ΑπάντησηΔιαγραφή