ROCKWAVE FESTIVAL 2018 ΗΜΕΡΑ 1η : ACCEPT-SAXON-SABATON-JUDAS PRIEST. Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙ

Judas Priest
Πέμπτη 19 Ιουλίου 2018. Έφτασε επιτέλους η πρώτη από τις δύο δυνατές συναυλιακές ημέρες των φίλων του metal στην Ελλάδα. Η προσμονή μεγάλη και o ενθουσιασμός ακόμα μεγαλύτερος. Η μέρα προβλεπόταν έντονη. Καυτή από την καλοκαιρινή ζέστη και με μεγάλες συγκινήσεις.
Η μικρή αλλά παρ όλο αυτά δυναμική ομάδα μας συγκεντρώθηκε σε κομβικό σημείο προκειμένου να προμηθευτούμε τα απαραίτητα για την μεγάλη διαδρομή μέχρι το Terra vibe Park της Μαλακάσας. 4 μ.μ. και δεν κυκλοφορούσε τίποτα και κανείς στους δρόμους την δεδομένη χρονική στιγμή. Επιλέξαμε αυτή την ώρα διότι σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα της διοργάνωσης, οι θρυλικοί Accept θα έβγαιναν στις 17:50.
Δυστυχώς οι Accept ορίστηκαν να βγουν πολύ νωρίς στο πρόγραμμα, με αποτέλεσμα να αναγκαστούμε να φύγουμε από Αθήνα στην κόψη του ξυραφιού λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων κάποιων μελών της παρέας μας.
Πριν τις 5 το απόγευμα  η μικρή σκηνή του Terra Vibe δεν είχε κόσμο...
Καφέδες, νερά, φαγώσιμα, μοίρασμα στα αυτοκίνητα και λίγα λεπτά αργότερα ξεκινάμε για την Εθνική Οδό προκειμένου να ζήσουμε για ακόμη μία φορά την εμπειρία του Rockwave. Ευχάριστη ή δυσάρεστη, αυτή είναι και αυτό το ξέρετε ήδη πολύ καλύτερα όσοι έχετε πάει εκεί έστω και μία φορά.
Μετά από μία ώρα περίπου, και χωρίς να πετύχουμε ιδιαίτερη κίνηση προσεγγίσαμε τον χώρο (για πρώτη φορά) από την ανατολική είσοδο του, όπου φτάνει κανείς από τον παράδρομο στην έξοδο του Αγίου Στεφάνου. Καθώς αντικρίζουμε τα πρώτα σταθμευμένα αυτοκίνητα, συνειδητοποιούμε ότι τα περιθώρια για ανετότερη πρόσβαση με όχημα μηδενίζονται, και ως εκ τούτου θα ακολουθήσει ποδαρόδρομος. Όλα παίζουν σε αυτή την μικρή εκστρατεία, αντηλιακά, καπέλα και όλος ο απαραίτητος εξοπλισμός. Συμβουλή προς όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τον χώρο: φροντίστε να ντυθείτε άνετα, να βάλετε τα κατάλληλα παπούτσια και ρούχα, όχι πολύ φορτωμένοι και φυσικά αντηλιακό τους καλοκαιρινούς μήνες, διότι ο ήλιος και η (αναγκαστικά) περπατήσιμη απόσταση δεν κοιτούν ούτε στυλιστικές επιλογές ούτε επιδείξεις αντοχής. Το ζητούμενο είναι να φτάσουμε στον χώρο της συναυλίας όσο πιο άνετα γίνεται για να τις χαρούμε, πόσω μάλλον δε, για να ξεκινήσουμε πάλι προς τα πίσω και να φτάσουμε εξαντλημένοι πλέον στα αυτοκίνητα!
...μετά όμως ο χώρος γέμισε.
Μετά από ένα εικοσάλεπτο περπάτημα, και έναν πρώτο έλεγχο με εισιτήρια ανά χείρας, φτάνουμε στην ανατολική είσοδο του πάρκου, όπου συναντάμε το κύριο σημείου ελέγχου το οποίο διαθέτει και τουρνικέ. Στις 17:30 που φτάσαμε εμείς δεν είχε πολύ κόσμο και η είσοδος ήταν χαλαρή, χωρίς ουρές. Αφού έχουμε περάσει όλοι μέσα, φροντίζουμε να προμηθευτούμε μάρκες από το κοντινότερο κουβούκλιο, προκειμένου να πάρουμε νερά, μπύρες κτλ. Τελικά, με την αναμονή στην ουρά, απλά ακούσαμε εξ’ αποστάσεως το εναρκτήριο κομμάτι των Accept (οι οποίοι ξεκίνησαν πέντε λεπτά νωρίτερα), το Die By The Sword από το τελευταίο τους άλμπουμ The Rise Of Chaos που κυκλοφόρησε πέρυσι. Δεν με πείραξε, διότι έφτασα πολύ μπροστά στην σκηνή όταν μπήκε το δεύτερο κομμάτι, που είναι και από τα αγαπημένα μου, το Restless And Wild. Ο ήχος ήταν εξαιρετικός, αν και δεν έλειψαν τα προβλήματα με τις κιθάρες των Wolf Hoffman και του δεύτερου κιθαρίστα Uwe Lulis (πρώην Grave Digger). Όλα τα απρόσμενα τεχνικά θέματα αντιμετωπίστηκαν με καλή διάθεση από το συγκρότημα, χωρίς να χάσουν τον ρυθμό και την ορμή τους, αποδεικνύοντας έτσι πόσο άρτια καταρτισμένοι και εμπειροπόλεμοι είναι.

 Ο Tornillo για μία ακόμη φορά έδινε ρέστα στα φωνητικά, ο Peter Baltes ακούραστος, κρατούσε τον ρυθμό εκεί που έπρεπε κοιτώντας μας στα μάτια, ενώ ο αμερικάνος Christopher Williams σφυροκοπούσε τα drums με χαρακτηριστική άνεση, ρίχνοντας το κονίαμα πάνω στο οποίο το δίδυμο Hoffman-Lulis κεντούσε με τις κιθαριστικές του εμπνεύσεις. Είναι εγγύηση οι Accept επί σκηνής και δεν απογοήτευσαν ούτε αυτή την φορά. Μόνο και μόνο που ξανακούσαμε ζωντανά τους ύμνους Princess Of The Dawn, Metal Heart και Fast As A Shark έφτανε και περίσσευε για να γίνει πανδαιμόνιο, ενώ μας αποτελείωσαν με την τριπλέτα Balls To The Wall, I'm Α Rebel και Burning. Δεν ξέρω αν είναι μόνο προσωπική μου άποψη αλλά θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι λίγο πιο ψηλά στην σειρά εμφάνισης, λαμβάνοντας υπόψη την λατρεία των μεταλλάδων προς το πρόσωπο τους. Ωστόσο, ακόμα και κάτω από τον έντονο αττικό ήλιο, έκλεψαν τις εντυπώσεις και έδωσαν τον τόνο που θα ακολουθούσε στην συνέχεια του φεστιβάλ.

Και ενώ πίστευα ότι ήταν σχεδόν αδύνατο να ακολουθήσει κάτι εξίσου οργασμικό αυτήν την απόλυτη Accept εμφάνιση, πατάνε στο σανίδι οι Saxon. Χωρίς πολλές φιοριτούρες, σκηνικά, διακοσμητικά και λοιπά βοηθήματα. Εντάξει, είναι γνωστό στις τάξεις των metal οπαδών ότι οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι για το live, αλλά καλό είναι να το θυμίζουμε που και που σε όσους, για κάποιον απροσδιόριστο δικό τους λόγο, δεν έχουν δει τους Saxon ζωντανά ακόμα. Ξεκίνησαν με το Thunderbolt από το πιο πρόσφατο στούντιο άλμπουμ τους, και από εκεί και έπειτα δεν είχε τελειωμό το πάρτυ. Motorcycle Man(με το χαρακτηριστικό σφύριγμα α λα Biff) και το ρυθμικό Strong Arm Of The Law, το Ride LikeT he Wind που ζητήθηκε επίμονα από τον κόσμο, αν και ο Biff αστειευόταν πως δεν θέλουν να παίξουν διασκευή αλλά δικά τους κομμάτια, μία αφιέρωση στην κλασική τριάδα των Motorhead (They Played Rock ‘N’ Roll), το επικό Crusader που σήκωσε το ακροατήριο στον αέρα, Princess Of The Night(σε αντιδιαστολή, θαρρείς, με το Princess Of The Dawn των Accept) και Heavy Metal Thunder, και στο τέλος δύο από τα καλύτερα metalάσματα που έχουν γραφτεί ποτέ: Wheels Of Steel και Denim And Leather.

 O Biff Byford ξέρει πως να έρχεται σε επαφή με το κοινό, και πως να χειρίζεται και τα πιο απαιτητικά ακροατήρια, κάτω που έχει μάθει να κάνει αρκετά νωρίς τα τελευταία 40 χρόνια που τον γνωρίζουμε ως frontman των Saxon.Αλλά ο φίλος με το αμάνικο τζιν, το οποίο δανείστηκε, φόρεσε και επιπλέον υπέγραψε ο Biff κατά το Denim And Leather, ίσως να έζησε την πιο ξεχωριστή συναυλιακή εμπειρία της ζωής του. Είναι από αυτές τις πολύ ξεχωριστές στιγμές στην συναυλιακή «καριέρα» των οπαδών, την οποία όλοι οι υπόλοιποι ζηλέψαμε και ελπίζω αυτός να το χάρηκε και με το παραπάνω! Τουλάχιστον, στον άτυπο διαγωνισμό του Wheels Of Steel, εμείς οι Evil Motherfuckers εκ των δεξιών της σκηνής νικήσαμε κατά κράτος και με χαρακτηριστική ευκολία τους Crazy Bastards (τα ονόματα μας τα έδωσε ο Biff), εκ των αριστερών, παρότι τρώγαμε τον ήλιο κατακούτελα

Κάπως έτσι τελείωσαν και οι αγαπημένοι Saxon, και εμείς σπάσαμε, με κάποια μέλη της ομάδας μας να κατευθύνονται προς το Vibe Stage για να πάρουν θέση στο πεδίο μάχης που είχαν σκοπό να στήσουν οι Sabaton. Εγώ προτίμησα να απολαύσω ένα ωριαίο, χαλαρωτικό διάλειμμα. Άρχισα να περιπλανιέμαι μεταξύ μπαρ και ταμείων, για να καταλήξω στο κιόσκι του merchandise. Ούτε κατά διάνοια, βέβαια εκείνη την στιγμή να βρω κάτι που θα με ενδιέφερε σφόδρα, αλλά παρόλαυτα θα ήθελα να κάνω μία σημείωση: πέρα από τις πολύ περιορισμένες επιλογές, οφείλω να πω ότι οι τιμές ήταν απαράδεκτες. Είδη με 30 και 40 Ευρώ θα έπρεπε να ανήκουν σε ξεχωριστή κατηγορία merchandise, και όχι απλά καπέλα και μπλουζάκια με προφανές χαμηλό κόστος παραγωγής. Υποτίθεται ότι σε μία συναυλία, το merchandise θα όφειλε να είναι φθηνότερο, μιας και οι οπαδοί άμεσα προσεγγίζουν το συγκρότημα και έχουν ήδη πληρώσει ένα κάποιο αντίτιμο για δουν τους καλλιτέχνες, για να μην συμπεριλάβω και τα υπόλοιπα κόστη λόγω του συγκεκριμένου χώρου. Παραδόξως όμως αρκετά κομμάτια είχαν φύγει και δεν είχαν μείνει παρά μόνο ελάχιστα νούμερα, σε t-shirtsτουλάχιστον που κοιτούσα εγώ. Με εξαίρεση τους Sabaton, όλα τα άλλα συγκροτήματα είχαν σχεδόν ξεπουλήσει.
Joakim Broden (Sabaton)
Αναφορικά με τα μπαρ, επίσης να πούμε ότι ενώ είχε πολλά, δύσκολα θα περίμενε κανείς λιγότερο από ένα εικοσάλεπτο για να εξυπηρετηθεί. Και φυσικά βίωσα και το αμίμητο που από το ένα και μοναδικό σημείο που έφτιαχναν καφέδες δεν μου έδωσαν νερό, παρά μόνο με παρέπεμψαν στο διπλανό ταμείο με τριάντα άτομα ουρά, για να πάρω ένα μπουκαλάκι, επειδή το δικό τους ταμείο «δεν έπαιρνε μάρκες για οτιδήποτε άλλο εκτός από καφέ». Με εξαίρεση ένα ξεχασμένο μπαρ στα αριστερά της Vibe Stage, όλα τα υπόλοιπα, σε όλα τα μήκη και πλάτη του χώρου, δούλευαν εντατικά, προσπαθώντας να καλύψουν τις ανάγκες των θεατών με φιλότιμες προσπάθειες, και την πράσινη μπύρα γνωστής εταιρείας να πωλείται στα 5 Ευρώ το ποτήρι, κάτι που δεν άρεσε σε πολύ κόσμο. Όπως επίσης και το ότι οι στεγαζόμενες τουαλέτες θύμιζαν συνθήκες πολέμου, μιας και δεν διέθεταν κάποιου είδους χαρτί ή νερό. Εντελώς ανθυγιεινή κατάσταση, κυρίως για τον γυναικείο πληθυσμό του φεστιβάλ, και κάπως εξοργιστική, αν μη τι άλλο για όλους μας. Τέλος, κάτι που μου φάνηκε ιδιαίτερα αστείο, ήταν η παρουσία δύο γνωστών ραδιοφωνικών σταθμών της Αθήνας, γνωστών και για τα playlist-κονσέρβα που σερβίρουν στο ραδιοφωνικό κοινό καθημερινά, και ειλικρινά αναρωτιόμουν αν έχουν παίξει ποτέ Accept, Sabaton, κάποιο κομμάτι των Saxon εκτός της διασκευής που έχουν κάνει στο Ride Like The Wind ή Judas Priest πέρα από το Breaking The Law ή στην καλύτερη το Living After Midnight. Η παρουσία τους, ως εκ τούτου, μου φάνηκε ιλαρή, αλλά συνάμα και τραγική, μιας και δεν άνηκαν στο συγκεκριμένο φεστιβάλ ξεκάθαρα, και πραγματικά δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς έκαναν εκεί. Θυμηθείτε το την επόμενη φορά που θα ακούσετε το πρόγραμμα τους, ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε!
To tank των Sabaton στη σκηνή του Terra Vibe.
 Μετά από ανάκριση που διεξήγαγα από τους πολύ κοντινούς στην Vibe σκηνή των Sabaton, αλλά και από ιδία εμπειρία,  παρακολουθώντας από κάποια απόσταση, όντως οι Σουηδοί power metallers διέθεταν ένα από τα πολύ δυνατά stages hows, με το περίφημο tank να κουβαλάει τα ντραμς του Hannes van Dahl, πλαισιωμένο από βίντεο προβολές, τουφέκια στα micstands, εκρήξεις, φωτιές και μία έκρηξη σερπαντίνων στο τέλος, με το κλείσιμο του To Hell And Back. Ξεκινώντας με το Ghost Division έπαιξαν ένα αναμενόμενο set με γνωστά στους οπαδούς τους κομμάτια που σαν επιλογή ικανοποίησε, και απέτισε και ένα φόρο τιμής στην χώρα μας, με κομμάτια όπως το Sparta και το Coat Of Arms. Ωστόσο, οι Sabaton προδόθηκαν σε διάφορα σημεία από τον υποδυέστερο της περίστασης ήχο τους, κάτι που έριξε την εμφάνιση τους κατά γενική ομολογία. 
Οι Sabaton στη σκηνή

Από την άλλη πάλι, το κοινό τους, κυρίως μικρότερων ηλικιών, ευχαριστήθηκε αρκετά, με τον τραγουδιστή Joakim Broden να επικοινωνεί αρκετά καλά με το κοινό, να αραδιάζει μερικές πολύ συνηθισμένες στην καθομιλουμένη ελληνικές λέξεις και να μας «απειλεί» με ένα κιθαριστικό σόλο προσφέροντας έτσι έναν κωμικό τόνο στην όλη φάση. Η ετυμηγορία μας κλίνει προς το ουδέτερο, διότι παρά την απουσία του κλασικού που χαρακτήριζε τους υπόλοιπους headliners, και τον ελαττωματικό ήχο, οι Sabaton το πάλεψαν αρκετά καλά και ευχαρίστησαν σίγουρα τους οπαδούς τους, καθώς και μερίδα του κόσμου που τους παρακολουθούσε διακριτικά, αναμένοντας το γεγονός της βραδιάς στην μεγάλη σκηνή Terra Stage, που πρωτύτερα είχε φιλοξενήσει τους Acceptκαι τους Saxon. Το γιατί βρίσκονται πιο ψηλά από τους Accept και τους Saxonσηκώνει μεγάλη συζήτηση, και ίσως την κάνουμε κάποια άλλη στιγμή.
Sabaton.
 Η αναμονή για τους Metal Gods (τουλάχιστον τριών εξ αυτών, πλέον, μετά την αναγκαστική αποχώρηση του Glenn Tipton, λόγω του γνωστού προβλήματος υγείας) είχε κορυφωθεί. Ο κόσμος ανταποκρινόταν ακόμα και στους τεχνικούς οι οποίοι προσπαθούσαν να τελειώσουν το στήσιμο του σκηνικού, και αυτό ανέβαζε ακόμα περισσότερο την ένταση, την οποία προσπαθούσαν οι ηχολήπτες να κατευνάσουν με διάφορα γνωστά hard rockκαι metal κομμάτια. Μόλις έσβησαν τα φώτα ένα κύμα ενθουσιασμού ξεσηκώθηκε ανάμεσα στο πολυπληθές κοινό, που με πρόχειρους υπολογισμούς μου την δεδομένη στιγμή θα έπρεπε να ανέρχεται σε 16 με 18.000 κόσμου, από όλη την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό, κρίνοντας από τις σημαίες που εθεάθησαν σε διάφορα σημεία του ακροατηρίου.
Οι θρυλικοί Judas Priest βγαίνουν στην σκηνή με το ομώνυμο κομμάτι της τελευταίας τους κυκλοφορίας, του άλμπουμ Firepower, και ρίχνουν φωτιά, φωτιά στο διψασμένο για metal πλήθος, που υποδέχτηκε με ιδιαίτερη θέρμη τους Αρχιερείς του metal, όπως άλλωστε γίνεται και κάθε φορά που επισκέπτονται την χώρα μας. Ο Halford, αν και μου φάνηκε λίγο «σπασμένος» οπτικά (είναι και 67 ετών, ας μην το ξεχνάμε αυτό) απέδωσε κατά πολύ ανώτερα από τα δικά μου αναμενόμενα στάνταρ τουλάχιστον. Κάτι που διαπίστωσα στην πρώτη, για εμένα προσωπικά, κορύφωση, στο τρίτο τους κομμάτι, το εντυπωσιακό Sinner, όπου και ο παιχταράς Richie Faulkner απέδωσε δεξιοτεχνικά το φοβερό κιθαριστικό break του κομματιού, με τον αντικαταστάτη του GlennTipton και παραγωγό των Priest, Andy Sneap να μένει περισσότερο στα ρυθμικά μέρη, όπως και στα περισσότερα ρυθμικά μέρη των κομματιών του set. Παίζoντας αυστηρά με Gibson και Epiphone Flying-V (oFaulkner με τα προσωπικά του custom μοντέλα που μοστράρει συχνά-πυκνά στους λογαριασμούς τους), καθώς και Gibson Explorer, το κιθαριστικό δίδυμο των Priest έδειχνε αρκετά καλό οπτικά και εκτελεστικά. Κάποιος ή κάποια τυχερός/η έπιασε και τα Ray Banτ ου Faulkner,όταν αυτός τα πέταξε στο κοινό κάποια στιγμή κατά την διάρκεια του set. Κατατάσσεται στην ίδια αξιοζήλευτη θέση με τον φίλο των Saxon που αναφέραμε παραπάνω. 

Μετά ήρθε το μεταλλικό τέρας που ακούει στο όνομα The Ripper, από το ίσως καλύτερο metal album των 70s (και σίγουρα στα 5 καλύτερα όλων των εποχών) το Sad Wings Of Destiny. Εδώ απλά να πω ότι δεν ακούσαμε τον απόλυτο metal ύμνο από το ίδιο άλμπουμ, το ένα και μοναδικό έπος Victim Of Changes, προς μεγάλη μου έκπληξη. Το επόμενο high light ήταν το απίστευτο groove του Saints In Hell, του πιο άγριου (για τα δεδομένα της εποχής) και ενός εκ των 3 αγαπημένων μου άλμπουμ από τους Priest, του Stained Class. Καθώς το εξώφυλλο του εν λόγω δίσκου πρόβαλλε στις γιγαντοθόνες, ξεκίνησε η εισαγωγή του κομματιού, και όπως και εγώ έτσι και πολλοί άλλοι άρχισαν να παίζουν air guitar. Ο ήχος απίστευτος, η απόδοση του Halford, παρά τους φόβους μου, πολύ καλή (ίσως με ένα χεράκι βοήθειας από την κονσόλα ήχου, αλλά και πάλι...) και η πώρωση στα ύψη. Όπου και διατηρήθηκε.  
Σε πρώτο πλάνο ο Andy Sneap.
 Turbo Lover με το απόλυτα 80s feeling του. Υποβλητικό Prelude καιTyrant από το επικό Sad Wings Of Destiny. Επιπλεόν, προς μεγάλη μου ευχαρίστηση άκουσα live το πιο αργό και συναισθηματικά φορτισμένο Night Comes Down που έδωσε ένα ιδιαίτερο χρώμα στην βραδιά, με το καταιγιστικό Freewheel Burning να ακολουθεί, και τα δύο παρμένα από το καλύτερο άλμπουμ τους στα 80s, το τεράστιο Defenders Of The Faith (και του t-shirt που φορούσα). Κάπως έτσι, και χωρίς να το καταλάβουμε, φτάσαμε στο ξεσηκωτικό You’ve Got Another Thing Comin’, και έπειτα στο Hell Bent For Leather με την πάντα τρομερή είσοδο του Rob Halford πάνω στην Harley-Davidson μοτοσυκλέτα του να βρυχάται στην αρχή του κομματιού και ένα από τα πιο πολυπαιγμένα air guitar solos όλων των εποχών. Στο τέλος ήρθε η σειρά του Scott Travis να απευθυνθεί στο κοινό, ρωτώντας ποιο κομμάτι θέλουμε να ακούσουμε, και εκεί φυσικά εισέπραξε την αναμενόμενη και μοναδική απάντηση που θα μπορούσε να πάρει. Τίποτα άλλο δεν άρμοζε στην στιγμή όσο το Painkiller, το οποίο όπως ήταν αναμενόμενο, σήκωσε τους πάντες στο πόδι και έσπειρε τον πανικό σε όλα το εύρος του κοινού. Στα ασπρόμαυρα βίντεο που έπαιζαν επί σκηνής είδαμε και τον μεγάλο απόντα της βραδιάς, GlennTipton, με την χαρακτηριστική Hamer custom κιθάρα του να σολάρει παράλληλα με το συγκρότημα, πιο πολύ για να μας αποτυπωθεί και οπτικά η παρουσία του, η οποία προϋπήρχε νοερά μέχρι εκείνη την φάση.
Και ο Glenn Tipton ήταν εκεί....
 Οι μεταλλικές κλαγγές του encoreσηματοδότησαν την αρχή του Metal Gods, με τον κόσμο να παραληρεί και τον Halford να κινείται σαν ρομπότ, ενώ, επίσης από το ιστορικό British Steel, ήταν και τα δύο τελευταία κομμάτια της συναυλίας, τα Breaking The Law και Living After Midnight. Ομολογώ ότι σε εκείνο το σημείο είχα ήδη αρχίσει να κατευθύνομαι προς το σημείο συνάντησης μας, μιας και θα ακολουθούσε μαζική φυγή και σε κάθε περίπτωση, λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων ορισμένων από την παρέα το επόμενο πρωί, κάθε λεπτό σε προβάδισμα μετρούσε. Ένα πράγμα που γυρνούσε στο μυαλό μου κατά την νυχτερινή πορεία μέχρι τα αυτοκίνητα ήταν πως γίνεται αυτό το πράγμα κάθε φορά με τους Judas Priest, κάθε μα κάθε φορά να ξεπερνούν τους εαυτούς τους με κάθε εμφάνιση; Μεταξύ μας άλλες 10 ώρες να έπαιζαν, δεν θα είχα κανένα παράπονο! Επίσης, αναρωτιόμουν πόσο metal να αντέξει κανείς στην διάρκεια λίγων ωρών; Πως θα ξεπεραστεί η συνολική εμπειρία αυτής της ημέρας (και νύχτας) της Πέμπτης;
Ο φωτισμός κατά τη διάρκεια της εμφάνισης των Judas Priest.

Φτάνοντας σπίτι, έγινε ανασύνταξη πόρων, δυνάμεων και φωτογραφικού υλικού, έχοντας κατά νου την επόμενη μέρα του Rockwave. Την ημέρα ( ή μάλλον την βραδιά) της 20ης Ιουλίου που πήρα την πληρωμένη απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις που είχα θέσει στον εαυτό μου και στην παρέα μου κατά την περιπλάνηση μας στους παράδρομους της Εθνικής, στην περιοχή της Μαλακάσας, όντας εξαντλημένος και κατευχαριστημένος από το metal υπερθέαμα που έζησα με μεγάλη μου χαρά για μία ακόμη φορά, και από ότι κατάλαβα και από τους εκατοντάδες συνοδοιπόρους μας που τραγουδούσαν στην επιστροφή, και προς δική τους μεγάλη χαρά.

Κείμενο/φωτό: ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ





Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *