Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ UFO ΑΛΜΠΟΥΜ ΠΡΟΣ ΑΛΜΠΟΥΜ 1969-1979 Α' ΜΕΡΟΣ

O Κώστας Τσιρανίδης (διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Rockmachine.gr) γράφει την ιστορία των UFO. Ένα μακροσκελές άρθρο που χωρίζεται σε 2 μέρη (σήμερα το πρώτο) με παρουσίαση της ιστορίας τους κι ανάλυση κάθε δίσκου τους. Για να είμαστε ειλικρινείς, τέτοιο άρθρο δεν έχει δημοσιευτεί ποτέ σε ελληνικό rock περιοδικό και σε site! Θαυμαστής όχι μόνο του βρετανικού συγκροτήματος αλλά και του ίδιου του σπουδαίου Michael Schenker, ο Κώστας Τσιρανίδης παρουσιάζει την πληρέστερη καταγραφή για τους UFO. Φτιάξτε ένα καφέ και αρχίστε την ανάγνωση...
ΜΕΡΟΣ Α!
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι οι UFO έπαιζαν μουσική ταυτόχρονα με συγκροτήματα όπως οι Led Zeppelin και οι Deep Purple, όπου αυτοί όριζαν το πρότυπο του Heavy Rock και του Metal για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν. Στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν για ένα live και δύο ημι-ψυχεδελικά boogie στούντιο άλμπουμ πριν κατασταλάξουν στο αληθινό τους ταλέντο, το Heavy Rock, θα ήταν πιθανό οι UFO να αναγνωρίζονται ως ένα από τα συγκροτήματα που καθόρισαν το συγκεκριμένο είδος, με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν (και θεωρούνται μέχρι και σήμερα) οι Zeppelin και οι Deep Purple. Αναμφισβήτητα αξίζουν αυτή την αναγνώριση με τον ίδιο τρόπο. Παίζοντας ένα πιο ευθύ, και λιγότερο μεγαλοπρεπές ή επιτηδευμένο ύφος heavy rock, χωρίς ποτέ να είναι απλοϊκοί, θα ήταν δίκαιο να θεωρήσουμε ότι οι UFO επηρέασαν πολλά συγκροτήματα τις επόμενες δύο δεκαετίες όπως τα έτερα δύο μεγαθήρια. Για το καλύτερα κρυμμένο μυστικό της αγαπημένης μας μουσικής θα μιλήσουμε εκτενέστατα στο παρόν άρθρο.
Οι UFO από αφίσα του γερμανικού περιοδικού POP

Η μουσική σκηνή του Λονδίνου των τελών της δεκαετίας του ’60 ήταν ένα χωνευτήρι ιδεών, καλλιτεχνών και καινοτομιών. Ήταν η εποχή όπου η μόδα, ο κινηματογράφος και η μουσική απέκτησαν αγγλική σφραγίδα πρωτοπορίας και ποιότητας. Το παγκόσμιο μουσικό ενδιαφέρον είχε εστιαστεί στα όρια της Αγγλικής επικράτειας. Η beat σκηνή με προεξέχοντες τους Beatles, rock συγκροτήματα όπως οι Rolling Stones, οι πιο rhythm and blues Animals, οι εκρηκτικοί Who και οι Kinks, αποτέλεσαν την κύρια πηγή έμπνευσης μουσικά και πολιτισμικά για τους Βρετανούς νεαρούς της εποχής. Για τους νέους των οποίων οι γονείς φρόντισαν να ξεφύγουν από όλο τον τρόμο και την φρίκη του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, που οι ίδιοι είχαν βιώσει στο πετσί τους.
Παράλληλα, η βρετανική μπλουζ με καλλιτέχνες όπως ο John Mayall, οι Cream, οι Yardbirds και οι Fleetwood Mac, δημιούργησαν τον ήχο εκείνο που με κύριο μέσο έκφρασης την ηλεκτρική κιθάρα θα οδηγούσε στην δρομολόγηση των εξελίξεων όσον αφορά την σκληρή μουσική των αρχών της δεκαετίας του ’70. Καταλυτική ήταν και η παρουσία του άρτι αφιχθέντος Jimi Hendrix στο Λονδίνο, ο οποίος βρήκε το μουσικό του καταφύγιο στην Αγγλία, μετά από προτροπή του τότε manager του Chas Chandler, πρώην μπασίστα των Animals. Άλλες μουσικές, όπως το folk rock, αντλώντας απευθείας από την βρετανική μουσική παράδοση, καθώς και η ψυχεδέλεια (χαρακτηριστικότεροι όλων οι Pink Floyd), που προσπαθούσε να αναπαράγει μέσω της μουσικής την παραισθησιογόνα και εμπειρία διαφόρων ουσιών, άρχισαν να πληθαίνουν με συγκροτήματα και καλλιτέχνες που στιγμάτισαν μια ολόκληρη εποχή.
Μέσα σε αυτήν την εποχή κοινωνικοπολιτικής απελευθέρωσης, οικονομικής ευμάρειας, μόδας και πειραματισμών κάθε είδους, διασταυρώθηκαν τα μονοπάτια του κιθαρίστα Mick Bolton και του μπασίστα Pete Way, οι οποίοι ως επίδοξοι χίπηδες αποφάσισαν να σχηματίσουν μία μπάντα. Μία μπάντα η οποία προσπαθούσε να εξελιχθεί μουσικά, αλλά τελικά απλά άλλαζε όνομα, αρχικά ως The Boyfriends, και στη συνέχεια σε Hocus Pocus, έπειτα σε The Good the Bad and the Ugly και τέλος σε Acid (φυσικά).

Ένα βράδυ, ο παλαίμαχος πρωταθλητής παίδων (!) στην πυγμαχία Phil Mogg, διαβαίνει το κατώφλι της «οικίας» Way. Ο Mogg παράτησε την πυγμαχία και εργαζόταν ως εφαρμοστής μοκέτας, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργούσε την πιο rock πλευρά του εκείνη την εποχή, προσπαθώντας αρχικά να καθιερωθεί ως ντράμερ, αλλά σύντομα κατάλαβε πως το δυνατότερο του προσόν ήταν η φωνή του, ενώ ήταν και fan του Jack Bruce (Cream). Εκεί βλέπει έναν κιθαρίστα που του θυμίζει τον Marc Bolan των T-Rex, να παίζει με τον σπιτονοικοκύρη μπασίστα και οραματίζεται τον εαυτό του ως τραγουδιστή της ιδιόμορφης αυτής μπάντας. Ο Mogg σύντομα τα βρίσκει με τους δύο μουσικούς και σε μία από τις εξόδους τους στην τοπική pub «The Golden Lion», το καλοκαίρι του 1969, ανακαλύπτουν τον 17χρονο drummer Andy Parker. Ο Parker έπαιζε ήδη στους Aurora Borealis, μία blues μπάντα, που είχε φτιάξει με τον φίλο του Steve Casey (κατά ειρωνικό τρόπο, ο «κρυφός» κιθαρίστας του Michael Schenker για κάποιο διάστημα στα 80s). Οι Hocus Pocus βρισκόντουσαν εκεί αναζητώντας έναν χώρο για να δοκιμάσουν νέους drummer, και η τύχη τα έφερε έτσι ώστε ο Parker να μιλήσει με τον Mick Bolton και να δοκιμαστεί, με αποτέλεσμα τελικά να ενταχθεί στο συγκρότημα. Όλα τα θέματα είχαν κλείσει, εκτός προφανώς, του ονόματος του συγκροτήματος.
Tο συγκρότημα κλείδωσε τελικά στο όνομα UFO. Όχι εμπνεόμενο από εξωγήινα όντα ή φαινόμενα, αλλά εξαιτίας ενός πολύ διάσημου λονδρέζικου club της εποχής, στην περιοχή του West End, που φιλοξένησε ζωντανές εμφανίσεις από νέα, προοδευτικά συγκροτήματα της εποχής όπως οι Pink Floyd, οι Caravan, οι Soft Machine και οι Procol Harum (όταν η μεγάλη τους επιτυχία «A Whiter Shade Of Pale» ήταν στο νο.1. Προς τιμή λοιπόν του εν λόγω club, επειδή εκεί τους ανακάλυψε ο Noel Moore, στέλεχος της πρώτης τους δισκογραφικής, της Beacon Records. άλλαξαν για τελευταία φορά το όνομα τους.
Έχοντας σταθεροποιήσει την σύνθεση τους και με το δισκογραφικό συμβόλαιο στα χέρια, οι UFO μπαίνουν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το ντεμπούτο τους UFO 1, το οποίο και κυκλοφόρησε το 1970. Το ύφος τους παρέπεμπε σε μία μίξη space και hard rock της εποχής, με πολύ μπάσο από τον Pete Way, και φαινομενικά ατελείωτα τζαμαρίσματα μεταξύ των μουσικών, στο προαναφερθέν στυλ, με την κάπως συγκρατημένη ερμηνεία του Mogg. Δέκα τραγούδια περιέχει αυτό το άλμπουμ, εκ των οποίων τρεις διασκευές (μεταξύ αυτών το αντιπολεμικό τραγούδι Come Away Melinda που διασκεύασαν και οι Uriah Heep στο πρώτο τους άλμπουμ) και ένα ορχηστρικό κομμάτι. Λίγο επηρεασμένοι από τους The Move και τους Small Faces, περασμένο μέσα από blues, boogie και λίγο progressive φίλτρα, το συγκρότημα δείχνει να μην έχει κάποιο σαφή προσανατολισμό. Ωστόσο, και παρόλο που η συγκεκριμένη κυκλοφορία πέρασε στα ψιλά στις ΗΠΑ και στην Μ. Βρετανία, ήταν η διασκευή τους στο C’Mon Everybody του Eddie Cochran που ξεσήκωσε κύματα ενθουσιασμού στην Ιαπωνία, καθώς και στην Γερμανία και την Γαλλία, με αποτέλεσμα να περιοδεύσουν στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου,και να πουλήσουν πάρα πολλά αντίτυπα στις χώρες αυτές. Μάλιστα, κάποιοι ακροατές έφτασαν στο σημείο να θεωρούν ότι οι κατα τ’άλλα γέννημα-θρέμμα Λονδρέζοι UFO ήταν γερμανικό συγκρότημα! Όπως και να ΄χει, κατά τον King Diamond, κάθε πραγματικός heavy metal οπαδός έχει ένα αντίτυπο του δίσκου αυτού στην συλλογή του.
Έχοντας αποκτήσει αρκετή ορμή από την απρόσμενη διεθνή τους επιτυχία συνεχίζουν τις α λα Spinal Tap «Jazz Odyssey» εξερευνήσεις τους στο δεύτερο τους album, που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά (1971), με τον σαφώς επεξηγηματικό τίτλο UFO 2: Flying – One Hour of Space Rock. Χτισμένο κυρίως γύρω από τις ατελείωτες κιθαριστικές εμπνεύσεις του Bolton, ο δίσκος περιείχε (λες και προκαλούσαν την τύχη τους) δύο τεράστια σε διάρκεια κομμάτια, το Star Storm των 19 περίπου λεπτών, και το προκλητικά μεγάλο Flying, στα μόλις...26 και κάτι λεπτά, το μεγαλύτερο σε διάρκεια rock κομμάτι μέχρι την κυκλοφορία του! Τα τραγούδια που έκαναν κάποια διαφορά σε αυτή την κυκλοφορία ήταν το ζεύγος Prince Kajuku - The Coming of Prince Kajuku (ένα εντελώς φανταστικό πρόσωπο, προϊόν μυθοπλασίας, εμπνευσμένο από κάποιο μέλος της περιοδείας τους) , πιθανόν μία ευχαριστήρια χειρονομία προς τους Ιάπωνες φίλους του συγκροτήματος. Μπορεί σήμερα να ακούγεται κάπως περίεργο, αλλά για κάποιους η συγκεκριμένη δουλειά θεωρείται η δημιουργική κορυφή των UFO, και οι οποίοι ακόμα αναρωτόνται τι θα γινόταν αν ο Bolton παρέμενε στο συγκρότημα. Προσωπικά, πιστεύω ότι θα παρέμεναν σε παγωμένα cult βάθη, χωρίς η πλειονότητα του κόσμου να έχει την ευκαιρία να ζήσει την χρυσή εποχή που θα ακολουθούσε στην συνέχεια.
Ίσως είναι περιττό να αναφέρω ότι στα αμερικάνικα και τα βρετανικά charts οι δύο πρώτοι δίσκοι των UFO ήταν άφαντοι. Ενώ στην Άπω Ανατολή γνώριζαν πρωτόγνωρη επιτυχία, στην πατρίδα τους θα τους έβρισκε κάποιος μέχρι και στις τοπικές pub, έως ότου καταλήξουν να παίζουν σε μέρη όπως το Marquee. Πέρα, όμως από την σχετική επιτυχία που γνώρισαν σε άλλες χώρες, το συγκρότημα δούλευε αρκετά τίμια στις live εμφανίσεις του, μαθαίνοντας πράγματα στην πορεία. Και όχι μόνο βελτιωνόντουσαν μέσω των συνεχών ζωντανών εμφανίσεων τους, αλλά, κατάφεραν να κάνουν την ισως σπουδαιότερη μεταγραφική κίνηση στην ιστορία του hard rock, που θα γύριζε την τύχη τους και θα καθήλωνε τα ακροατήρια για το υπόλοιπο της δεκαετίας του ‘70.
Η τρίτη τους κυκλοφορία, στο πλαίσιο μιας προσφιλούς για την εποχή πρακτικής, ήταν μία live κυκλοφορία, με τον τίτλο Live, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά στην Ιαπωνία (1971) και την επόμενη στην Γερμανία (1972). Ήταν η τελευταία τους κυκλοφορία για την Beacon Records, αλλά και με τον Mike Bolton στο συγκρότημα, οποίος αποχώρησε παράλληλα με την κυκλοφορία του Live. Οι UFO βρέθηκαν στην Ιαπωνία, πιστεύοντας αρχικά ότι θα ανοίξουν την εμφάνιση των Three Dog Night, εν τούτοις, όμως, βρέθηκαν να παίζουν ως headliners στο Πάρκο Hibiya του Τόκυο, συναυλία η οποία ηχογραφήθηκε. Το ζωντανό αυτό album περιελάμβανε κομμάτια από τις δύο πρώτες τους δουλειές και ηχογραφήθηκε στη συναυλία τους. Απολογιστικά, οι τρεις πρώτες κυκλοφορίες τους εξασφάλισαν τρία εκατομμύρια πωλήσεις μόνο σε Ιαπωνία, Γερμανία και Γαλλία, διόλου άσχημα για ένα συγκρότημα που στην Αμερική και στην ίδια τους την χώρα ήταν πρακτικά άγνωστο.
Η αποχώρηση του Bolton οδήγησε το συγκρότημα σε αναζήτηση νέου κιθαρίστα, θέση η οποία αρχικά καλύφθηκε από τον Larry Wallis. O Wallis ήταν μέλος των Blodwyn Pigs, οι οποίοι είχαν κάποια επιτυχία τις δύο προηγούμενες χρονιές, και είχαν περιοδεύσει ανοίγοντας για τους Yes. To 1972 ήρθε ως κιθαρίστας στους UFO, εντυπωσιάζοντας τον Way και τον Parker, αλλά όχι τόσο πολύ τον Mogg. Μετά απο μία ατελείωτη Ευρωπαϊκή περιοδεία, όπου ο τότε μάνατζερ τους έμπλεξε σε μία ιστορία με τον γερμανικό υπόκοσμο με αποτέλεσμα να τους «ξαλαφρώσουν» από την Bentley τους, ο Wallis, σε μια βραδιά της ιταλικής περιοδείας τους, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να εκφράσει στον Mogg τα συναισθήματα του (όντας μεθυσμένος εννοείται) και κάπου εκεί τελείωσε η θητεία του στους UFO. Ο Wallis συνέχισε στους Pink Fairies, ενώ έπειτα έγινε μέλος του πρώτου line-up των Motörhead, με τους οποίους ηχογράφησε και την πρώτη δουλειά του συγκροτήματος, το διάσημο πλέον On Parole.
Ένας άλλος (πρώϊμος τότε) ήρωας της ηλεκτρικής κιθάρας, o Bernie Marsden, εντάσσεται στο συγκρότημα στα τέλη του 1972. Ημιεπαγγελματίας μέχρι τότε, η θέση αυτή δούλεψε πιο πολύ σαν «πρακτική» για τον Marsden, ο οποίος 5 χρόνια αργότερα, ως έμπειρος και επαγγελματίας μουσικός θα γινόταν διάσημος ως μέλος των καταπληκτικών Whitesnake. Η προσφορά του μεγάλου αυτού κιθαρίστα στους UFO έγκειται στην συνεισφορά του στην σύνθεση σε τρία τραγούδια (το Sixteen, μία εμβρυακή εκδοχή του Doctor Doctor και το Oh My που θα συμπεριλαμβάνονταν στον επερχόμενο τους δίσκο), το πέρας της ευρωπαϊκης περιοδείας του συγκροτήματος, αλλά - πολύ πιο σημαντικό - το εύστοχο scouting του σε μία εμφάνιση των Scorpions στην Γερμανία, όπου υπέδειξε στους υπόλοιπους τον νεαρό κιθαρίστα του συγκροτήματος, έναν ξανθό πιτσιρικά, ονόματι Michael Schenker.

Ό,τι και να πει κανείς για τον ξανθό μάγο της κιθάρας είναι πολύ λίγο. Πιθανόν να χρειαζόμασταν ένα ακόμα τεράστιο άρθρο για να καταγράψουμε το μέγεθος της διάνοιας, της τεχνικής και της επιρροής του Michael Schenker σε όλο το φάσμα του hard rock και του heavy metal. Στην παρούσα φάση ωστόσο, θα προσπαθήσουμε όσο πιο περιεκτικά γίνεται να καταγράψουμε την πορεία του στους UFO και τις όποιες επιπτώσεις είχε αυτή. Και φυσικά δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να εκτιμήσουμε το μουσικό μεγαλείο του, από το να ακούσουμε τα έξι άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην εταιρεία Chrysalis, με αυτόν στο συγκρότημα, την περίοδο 1974-1979 (μαζί με το live Strangers In The Night του 1979 και αφού ο Schenker είχε αποχωρήσει ήδη από τους UFO).
Γεννημένος στο Sarstedt της, τότε, Δυτικής Γερμανίας, κοντά στο Αννόβερο, ο Michael Schenker μεγάλωσε σε μία οικογένεια που αγαπούσε την μουσική, με τον μεγαλύτερο του αδελφό Rudolf να ασχολείται πιο σοβαρά με το να συνθέτει και να παίζει rock. Ενώ ο Rudolf είχε την τάση να χτίζει και να προγραμματίζει μακροπρόθεσμα, ο Michael ήταν λάτρης της εξάσκησης, του αυτοσχεδιαμού και της λεπτομέρειας. Τα ακούσματα του περιελάμβαναν σχήματα από τη beat σκηνή, όπως οι Shadows και οι Beatles, ενώ στην συνέχεια ήρθε σε επαφή και με πιο ηλεκτρικά blues ακούσματα, μέσα απο κιθαριστικές δεξιότητες του Leslie West, του Jeff Beck και του Jimmy Page. Πριν καλά-καλά κλείσει τα 18, ο Michael ήταν ήδη καταξιωμένος κιθαρίστας, που ο εξαιρετικά σταθερός και αξιοκρατικός (Γερμανός γαρ) αδελφός του πείστηκε πως έπρεπε να γίνει ο lead κιθαρίστας στο συγκρότημα του, τους Scorpions, όπου έπαιξε στο ντεμπούτο τους, το Lonesome Crow του 1972. Όταν σε μία συναυλία των Scorpions, η χορδή της Gibson Les Paul που έπαιζε, έσπασε, και όντας στα πρόθυρα του σόλο του κομματιού, βούτηξε την Gibson Flying V του αδελφού του, και εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησε πως αυτή ήταν η κιθάρα για αυτόν, τόσο από πλευράς look όσο και από πλευράς ήχου. H περίφημη ασπρόμαυρη Flying V είναι η κιθάρα σήμα-κατατεθέν του, που παίζει μέχρι και σήμερα, αν και τα τελευταία χρόνια, έχει το δικό του custom μοντέλο από την Dean, οπότε και άφησε την V της Gibson, τουλάχιστον στις δημόσιες εμφανίσεις του.
Η ιστορία μάς λέει, λοιπόν, ότι στην διάρκεια των εμφανίσεων των UFO στην Γερμανία, κατά το 1973, o Marsden απέτυχε να συναντηθεί με το υπόλοιπο συγκρότημα, μιας και είχε ξεχάσει το διαβατήριο του. Μην έχοντας και πολλές επιλογές, οι UFO ρώτησαν τον Rudolf Schenker και τον Klaus Meine των Scorpions, του συγκροτήματος που άνοιγε τις συναυλίες των UFO στην εν λόγω τουρνέ, εάν μπορούν να «δανειστούν τον κιθαρίστα τους». Ακολούθησε το ξεμονάχιασμα του νεαρού Rudolf, ο οποίος μάλιστα δεν μπορούσε καλά-καλά να μιλήσει αγγλικά, και έπεσε στο τραπέζι η επίμαχη πρόταση, δηλαδή να τον πάρουν μαζί τους στο συγκρότημα και στο Λονδίνο. Ο Michael Schenker δέχτηκε και από εκείνο το βράδυ της 18ης Ιουνίου 1973 στο Regensburg της Βαυαρίας, έγινε ο νέος κιθαρίστας των UFO.

Ο Bernie Marsden, παρόλαυτα, μας λέει μία διαφορετική εκδοχή. Η δική του ιστορία λέει πως ο ίδιος αποφάσισε πως δεν του ταιριάζει τόσο το μουσικό κλίμα στους UFO, και οικειοθελώς παραιτήθηκε (πιθανόν έχοντας ήδη συμφωνήσει με το συγκρότημα των Wild Turkey), αφού βέβαια τους προέτρεψε να πάρουν τον Schenker για αντικαταστάτη του (ζητώντας του συγνώμη για όσα τράβηξε τα επόμενα χρόνια ως μέλος των UFO!). Το σίγουρο είναι πως έφυγε σε καλό κλίμα, και ακόμα και σήμερα είναι ευγνώμων για ό,τι αποκόμισε από το συγκρότημα. Επίσης, ο ίδιος ο Schenker δεν «κρέμασε» τον αδελφό του, ο οποίος έδωσε την ευλογία του για την νέα συνεργασία του Michael με τους UFO. Του πρότεινε και αυτός τον αντικαταστάτη του, κάποιον φίλο του ονόματι Uli Jon Roth από τους Red Dawn, οι οποίοι είχαν στο μπάσο τον Francis Buchholz και τον Jürgen Rosenthal στα ντραμς, καθώς και τον Achim Kirschning στα πλήκτρα. Τα δύο συγκροτήματα συγχωνεύτηκαν υπό το όνομα των Scorpions, και από εκείνο το σημείο ξεκίνησε και η δική τους πορεία προς την δόξα. Χωρίς την φυγή του Michael στους UFO εκείνο το βράδυ, ποιος ξέρει πως θα είχαν σήμερα τα πράγματα, με τον Rudolf σήμερα, αστειευόμενο, να θεωρεί την παραίτηση του Michael δώρο Θεού!
Ταυτιζόμενοι πλήρως με το όνομα της νέας τους δισκογραφικής εταιρείας, της Chrysalis, οι UFO μεταμορφώνονται με τον Schenker στην κιθάρα, και φαίνεται ότι όλα τα κομμάτια του παζλ έχουν μπει στην σωστή θέση. Αρχικά κυκλοφορούν άμεσα ένα διπλό single, με τα νέα κομμάτια Give Her The Gun και Sweet Little Thing, με παραγωγό τον Derek Lawrence, ο οποίος είχε δουλέψει με τους Deep Purple στα τρία πρώτα album τους, καθώς και τους Wishbone Ash στα επίσης τρία μεγάλα πρώτα album τους (μεταξύ των οποίων και το θρυλικό Argus). Ίσως ακουστεί περίεργο, αλλά κιθαριστικά οι UFO με τον Schenker παραπέμπουν σε πρώιμους Wishbone Ash. Οι UFO ξεκολλάνε από το απροσδιόριστο space-progressive-boogie rock της πρώτης τους περιόδου, και πλέον εμφανίζονται πιο σίγουροι για αυτό που θέλουν, φαίνεται να έχουν ένα καθαρό όραμα για το τι θέλουν να παίξουν. Και μιλάμε για όλη τον ρόλο της κιθάρας στην σύνθεση του κάθε κομματιού, όλη την αισθητική του hard rock λυρισμού. Παράλληλα, Ο Mogg εμπνεύστηκε αρκετά από τους Led Zeppelin, τους Free και τους Lynyrd Skynyrd, και τον τρόπο που συνδύαζαν τα blues με την rock, συμπεραίνοντας πως αυτή ήταν η κατεύθυνση που πρέπει να πάρει το συγκρότημα.
Στην καρέκλα του παραγωγού κάθεται ο Leo Lyons (μπασίστας των Ten Years After) και το 1974 οι UFO κυκλοφορούν το πρώτο αλμπουμ με την νέα ανανεωμένη τους σύνθεση, το μοναδικό Phenomenon. Το έξυπνο εξώφυλλο της Hipgnosis που κοσμεί την συγκεκριμένη δουλειά δεν δίνει και πολλά στοιχεία για την ηχητική εμπειρία που κρύβεται μέσα, αφήνοντας ένα μυστήριο να πλανάται. To rhythm section των Way και Parker είναι πάρα πολύ σφιχτό και συνεργάζεται ιδανικά, προσφέροντας το κατάλληλο παρασκήνιο στον Schenker για να ξεδιπλώσει το πλούσιο ταλέντο του, και αυτό προκάλεσε τον κόσμο να ακούσει και να δώσει βάση στην κιθαριστική δουλειά των UFO. Με το boogie «Oh My» και το αργόσυρτο Queen Of The Deep (όπου ξεχωρίζει το παίξιμο του Schenker), οι UFO βρίσκονται ήδη αρκετά μακριά από τον παλιό τους εαυτό, ενώ στο γλυκόπικρο Crystal Light και στο χαλαρό Time On My Hands και o Mogg ερμηνεύει στο στυλ του Rod Stewart (εποχή Faces). Το Too Young To Know δίνει μία πιο αμερικάνικη νότα στο ρεπερτόριο του συγκροτήματος, και το παρελθόν τους αντηχεί ελαφρά στο Space Child. Η διασκευή στο Built For Comfort του Willie Dixon ακούγεται ευχάριστα, αλλά δεν προσδίδει κάτι ιδιαίτερο στο σύνολο.
Σίγουρα όμως τα κομμάτια του Phenomenon που ξεχωρίζουν είναι τα Doctor Doctor και Rock Bottom. Το Doctor Doctor (ένα τραγούδι τόσο καλό που δεν αντιλαμβάνεται κάποιος ότι π.χ. δεν υπάρχει κιθαριστικό σόλο) είναι το πιο γνωστό κομμάτι των UFO. Είναι το μοναδικό κομμάτι (ίσως με το Belladonna) που ενδεχομένως να ακούσει κάποιος και να αναγνωρίσει τους UFO. Στην χώρα μας, είναι το μοναδικό rock κομμάτι των UFO που παίζουν τα mainstream «ραδιόφωνα», και οι Iron Maiden συνηθίζουν να το χρησιμοποιούν ως εισαγωγικό κομμάτι πριν βγουν στην σκηνή.
Από την άλλη, το Rock Bottom ήταν (τουλάχιστον μέχρι να κυκλοφορήσει το ντεμπούτο των Van Halen) ένα τραγούδι-σταθμός για τους απανταχού guitar heroes, κυρίως στην Μεγάλη Βρετανία. Μία σπουδή στην ηλεκτρική κιθάρα, ένα κρεσέντο του Michael Schenker στην Flying V του, που διαλύει τα στερεότυπα με ένα καταιγιστικό σόλο και σφραγίζει τον ήχο του δίσκου αλλά και της γενιάς του.

Όταν πολλά χρόνια αργότερα ερωτήθηκε ο Phil Mogg τι ενέπνευσε το θέμα του τραγουδιού στιχουργικά, ο τραγουδιστής δήλωσε πως έμπνευση ήταν μία ταινία τρόμου, που του διέφευγε ο τίτλος, πιθανό είναι ωστόσο, να αναφέρετε σε ένα παραδοσιακό τραγουδάκι, το «The Unquiet Grave» (από το 1400 περίπου). Το τραγούδι αυτό συνοπτικά, περιγράφει, πως ένας άνδρας θρηνεί την αγάπη του, που πέθανε, για "δώδεκα μήνες και μία μέρα". Στο τέλος αυτής της περιόδου, η νεκρή γυναίκα παραπονιέται ότι το κλάμα του την εμποδίζει να αναπαυθεί εν ειρήνη. Ο άνδρας ζητάει ένα φιλί και αυτή του λέει ότι το φιλί της θα τον  σκοτώσει. Όταν αυτός επιμένει, θέλοντας να ενωθεί μαζί της στον θάνατο, αυτή του εξηγεί ότι από τη στιγμή που θα ήταν και οι δύο νεκροί, οι καρδιές τους απλώς θα σάπιζαν, και τώρα που ζει θα έπρεπε να απολαμβάνει τη ζωή για όσο την έχει. (Σ.τμ: Κλασικές γυναίκες! Εδώ και 6 και πλέον αιώνες δεν έχει αλλάξει τίποτα!)
Ο 19χρονος Τεύτονας θεός της κιθάρας έδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο πως ήρθε για να μείνει. Για πολλούς από τους οπαδούς του συγκροτήματος, δε, αυτή είναι και η καλύτερη δουλειά τους.
Έχοντας μεγαλώσει το ακροατήριο τους με την κυκλοφορία του Phenomenon, και προκαλώντας το ενδιαφέρον σε Μεγάλη Βρετανία και Αμερική, οι UFO προσλαμβάνουν ως δεύτερο κιθαρίστα τον Ουαλλό Paul Chapman, προκειμένου να διευρύνουν τον ήχο τους. Ο Chapman προερχόταν από τους Ιρλανδούς Skid Row, έχοντας αντικαταστήσει τον Gary Moore, όντας μόλις 16 ετών. Κρατάει μόνο μέχρι το τέλος της περιοδείας του Phenomenon. Φημολογείται πως ο Schenker ήθελε να έχει την πρωτοκαθεδρία στην κιθαριστική παραγωγή του συγκροτήματος, κάτι το οποίο δεν είναι εντελώς ανυπόστατο. Ο νεαρός Schenker ήταν πολύ ευερέθιστος, με πολλές από τις ιδιορρυθμίες που μπορεί να κουβαλάει μία διάνοια και έπαιρνε πολύ σοβαρά τον εαυτό του, σε βαθμό που γινόταν αρκετές φορές δύσκολος στην συνεργασία και την εν γένει συμπεριφορά του μέσα στο συγκρότημα. Ο Chapman αποχωρεί και σχηματίζει την δική του μπάντα, τους Lone Star. Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο, πως σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Chapman με τον Schenker ήταν πολύ καλοί φίλοι, και στην ουσία δεν τα βρήκε με τους υπόλοιπους στο συγκρότημα ενώ είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του τους Lone Star που επιθυμούσε να προωθήσει. Επίσης, συμπλήρωσε, πως ο επαγγελματισμός του δεν ήταν το δυνατότερο σου χαρακτηριστικό εκείνη την εποχή, με αποτέλεσμα να τεθεί εκτός συγκροτήματος πριν την έναρξη της αμερικάνικης περιοδείας τους.


Το 1975 οι UFO κυκλοφορούν το Force It, το άλμπουμ που θεωρείται, από πολλούς, η πεμπτουσία του βρετανικού hard rock μέχρι και τις μέρες μας. Μεγαλύτερος ήχος, πιο μεστά hard rock κομμάτια και οριστική αποχώρηση από το space rock παρελθόν, το συγκρότημα φαίνεται να είναι σε μεγάλη φόρμα, όταν ακόμα δεν τους είχαν καταβάλει οι καταχρήσεις και οι έριδες. H Chrysalis, όμως, είχε απλά την σκέψη ότι της αρκούσε η επιτυχία του συγκροτήματος στην Γερμανία και την Ιαπωνία και κράτησε το budget του άλμπουμ σε πολύ συντηρητικά επίπεδα. Και ενώ για το Phenomenon είχαν 10 μέρες στην διάθεση τους για να το ολοκληρώσουν στο studio, αυτή την φορά πήραν αναβάθμιση σε...15 μέρες! Στην καφετέρια των Morgan Studios που χρησιμοποιούσαν (ορμητήριο σύγχρονων συγκροτημάτων των UFO όπως οι Thin Lizzy, οι Jethro Tull, οι Yes και οι Mott The Hoople), είχαν περιστασιακά επισκέψεις από τον Ozzy Osbourne και τον John Bonham.

Πάλι με τον Leo Lyons στην παραγωγή στα Morgan Studios και με ένα ακόμα έξυπνο εξώφυλλο από την Hipgnosis, οι UFO εξαπολύουν μία δίχως προηγούμενο επίθεση με τους δυναμίτες Let It Roll και Shoot Shoot, ρίχνοντας ευχάριστα τους τόνους με το High Flyer. Το Force It είναι μία ακόμη επίδειξη δύναμης από τον Schenker, με κομμάτια που έμελε έκτοτε να αποθεώνει στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος, όπως το Out In The Street, το highlight του δίσκου Mother Mary, με χαρακτήρα μουσικά μεταξύ Black Sabbath και Budgie καθώς και τον θρησκευτικό του χρωματισμό, και το This Kid’s, όπου το τελευταίο σβήνει μέσα στο Between The Walls, μία ορχηστρική σύνθεση του Schenker που ταξιδεύει τον ακροατή. Τα Love Lost Love (με ένα σκέρτσο του Schenker να ανοίγει το τραγούδι) και Dance Your Life Away, φαίνονται να απευθύνονται ευθέως στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, διότι δεν είναι τυχαίο ότι με το Force It, οι UFO εμφανίζονται έστω και χαμηλά (Νο. 71), στα αμερικανικά charts, σε μία αγορά που είχε πλήρη και καθολική άγνοια για την δουλειά τους. Ο Chick Churchill, ερχόμενος και αυτός από τους Ten Years After, έρχεται ως session μουσικός να προσθέσει για πρώτη φορά τον ήχο των πλήκτρων, δίνοντας μία επιπλέον διάσταση στον ήχο του συγκροτήματος, κάτι που ο Parker, ως fan των Ten Years After, απόλαυσε ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συνεργασίας του με δύο πρώην μέλη τους. Πολύ περισσότερο, ωστόσο, η μεγαλύτερη βελτίωση παρατηρείται στην ερμηνεία του Phil Mogg, ο οποίος φαίνεται πως πλεόν έχει κατοχυρώσει την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του τραγουδιστή των UFO, με το ιδιαίτερο του στυλ, χωρίς να επιδίδεται σε υπερβολικούς μανιερισμούς ή κορώνες, αλλά με μαγκιά και μία σιγουριά που τον ξεχωρίζει από τον σωρό των μιμητών. Εκφράζεται με την καλύτερο δυνατό συνδυασμό φωνής και χροιάς, σωστός Βρετανός, και η μοναδική του ερμηνεία αναγνωρίζεται άμεσα, κάτι σαν Άγγλος Bon Scott!

Η τελειομανία του Mogg, σε συνδυασμό με το πηγαίο ταλέντο, την εργασιακή πειθαρχία και την ευμετάβλητη διάθεση του Schenker, μαζί με τις συνθετικές ικανότητες του Way και την σταθερή παρουσία του Parker ώθησαν το συγκρότημα σε νέες, μεγαλύτερες πτήσεις. Ο Mogg με τον Schenker πάλευαν για την πρωτοκαθεδρία στο συγκρότημα, αλλά η κόντρα αυτή είχε εξαιρετικά δημιουργικό αποτέλεσμα. Η θορυβώδης σύντηξη των προτιμήσεων και των αντιθέσεων τους τους άνοιγε δρόμους μουσικά, συνθετικά και συναυλιακά. Οι βαριές καταχρήσεις δεν είχαν μπει ακόμα στο προσκήνιο, και τα ξεσπάσματα των Mogg, Schenker και Way (ο Parker ήταν ένας πιο χαλαρός, ήρεμος τύπος) ήταν προς το παρόν εκτός εικόνας. Έχοντας ένα πολύ δυνατό live show, οι UFO βαθμιαία αναγγέλλονται ως «special guests» αντί «opening act» στις συναυλίες που δίνουν ως support στην Αμερική.Το συγκρότημα έκανε αρκετή αίσθηση επί σκηνής, υιοθετώντας ένα look διαφορετικό από τους συναδέλφους τους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο ήθελαν να φαίνονται σαν μέλη του κοινού τους. Σε μεγάλη φόρμα, o Pete Way καθορίζει τον τρόπο ντυσίματος των μπασίστων για την επόμενη δεκαετία, με τις ολόσωμες ριγέ και πουά φόρμες του, αναγκάζοντας κάποιους νεαρούς τότε, όπως ο Steve Harris, ο Rick Savage, μέχρι και ο Nikki Sixx, να δίνουν το στίγμα τους επί σκηνής με το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ντύσιμο, τουλάχιστον από την μέση και κάτω. Ο δε Schenker, από το 1977 και μετά, φοράει κάτι πιο δερμάτινο και σκοτεινό, ανταγωνιζόμενος τον K.K. Downing των Judas Priest, με τους οποίους βρισκόντουσαν σε μία άτυπη κόντρα μουσικά και στυλιστικά όπως φαίνεται! Τα πειράγματα στον Andy Parker είχαν πιάσει κόκκινο, με τους Mogg και Way να τον έχουν γονατίσει κυριολεκτικά. Το παρατσούκλι No Neck που του είχαν αποδώσει ακουγόταν πλέον σε ρεσεψιόν ξενοδοχείων και σε δηλώσεις αεροδρομίων στα μικρόφωνα, προς τέρψη του διδύμου Mogg-Way.


Παρ’ όλα αυτά, οι πρώτες ρωγμές άρχισαν να εμφανίζονται με το επόμενο τους άλμπουμ.
Πλέον τα μέλη του συγκροτήματος θεωρούν το No Heavy Petting του 1976 ως μία μικρή πτώση, η οποία ενδεχομένως να αντικατοπτρίζει την διάθεση τους εκείνη την εποχή, παρά την ποιότητα της συγκεκριμένης δουλειάς, παραγωγός της οποίας είναι ξανά ο Lyons. Τα πλήκτρα γίνονται επίσημα μέρος του line-up, με την θέση να πληρώνεται από τον Danny Peyronel, ο οποίος είχε θητεύσει στους Heavy Metal Kids και είχε αξιοζήλευτη μουσική παιδεία, έχοντας σπουδάσει πιάνο, μουσική θεωρία και σύνθεση πλάι σε μεγάλους μουσικούς της εποχής όπως τον Ρώσο Sascha Grumberg και τον Καταλανό José Marti-Llorca, κλείνοντας με ανώτερες σπουδές στο Juilliard School της Νέας Υόρκης. Μετά τους UFO, ο Peyronel, μεταξύ άλλων δραστηριοτήτων, συνεργάστηκε με μέλη των Pink Floyd, με τον Meat Loaf αλλά και με pop καλλιτέχνες όπως η Sade.

Ο δίσκος ξεκινάει δυνατά με το Natural Thing (αγαπημένο κομμάτι του Joe Elliott, μεταξύ άλλων), που έμελλε να γίνει και σταθερή προσθήκη στο συναυλιακό τους σετ, έκτοτε. Το I’m A Loser, που ακολουθεί, έχει ένα ευχάριστο vibe από τα αμερικάνικα 70s διαθέτει ένα από τα καλύτερα solo του Michael Schenker, κάτι το οποίο συμβαίνει και με το Reason’s Love. Το I’m A Loser μπορεί να ακούγεται χαρωπό, αλλά ουσιαστικά αναφέρεται στους άστεγους και απελπισμένους θαμώνες του σταθμού Euston του κεντρικού Λονδίνου. Στην πρώτη πλευρά του δίσκου περιλαμβάνεται και το μελαγχολικό Belladonna, μία από τις πιο κλασικές rock μπαλάντες και σίγουρα μία πολύ μεγάλη επιτυχία στην χώρα μας, μιας και πέραν του «Doctor Doctor» είναι το πιο γνωστό και πολυπαιγμένο τραγούδι των UFO στο ελληνικό ραδιόφωνο. Το εν λόγω κομμάτι ήταν μεγάλη επιτυχία και στην (τότε) Σοβιετική Ένωση, όπου το διασκεύασε ο Alexander Barykin. Το επίπεδο, ωστόσο, μετριάζεται κάπως από τις συνεισφορές του Peyronel όπως τα γρήγορα Can You Roll Her και Highway Lady, καθώς και του τραγουδιού που κλείνει τον δίσκο, Martian Landscape. Παρόμοια επίπτωση έχει και το αργόσυρτο On With The Action όπου ακούμε τον Schenker σε δεύτερα φωνητικά, ενώ υπάρχει και η συμπαθητική διασκευή στο A Fool In Love του Frankie Miller.
Πλέον τα χρόνια της αθωότητας έχουν παρέλθει χωρίς επιστροφή. Το συγκρότημα αρχίζει να ζει σε όλη του την έκταση το lifestyle των rock stars, έχοντας περιοδεύσει κάμποσες φορές επί αμερικανικού εδάφους και καταγράφοντας αμέτρητες εργατοώρες σε περιοδείες και studio. Ο Schenker είχε ξεπεράσει την αρχική του εσωστρέφεια και πλέον διεκδικούσε στα ίσα από τους Mogg και Way την μερίδα του λέοντος όσον αφορά την κατεύθυνση του συγκροτήματος. Πλέον τα ακροατήρια και το airplay έγιναν μεγαλύτερα, και ως εκ τούτου και οι απαιτήσεις. Και οι αυξημένες απαιτήσεις έφεραν την αταξία στους κόλπους του συγκροτήματος. Νοσοκόμες ακολουθούσαν την μπάντα παρέχοντας την απαραίτητη ποσότητα ηρεμιστικών (Mandrax εν προκειμένω), οι groupies πηγαινοέρχονταν, άλλοτε υπερδραστήριες, άλλοτε διακοσμητικές, και επί τω έργω σε κάποιες περιπτώσεις, όπου πχ ο Schenker σε ένα παρακμιακό ενσταντανέ συζητούσε με τον Mogg, κατά την διάρκεια της πράξης, με τα χέρια του απασχολημένα με τσιγάρο και μπύρα – η groupie είχε αναλάβει το υπόλοιπο σώμα – να ξεκινάει μία συζήτηση περί ηχούς στον συναυλιακό χώρο που έπαιξαν εκείνο το βράδυ. Και όταν πλακωνόντουσαν, o Way έμπαινε στην μέση για να χωρίσει και ο Parker παρατηρούσε αμέτοχος την όλη φάση. O δε Peyronel αποχώρησε από το συγκρότημα. Ένα βράδυ o Schenker αποπειράθηκε να ρίξει κάτω την πόρτα του δωματίου του για να του πάρει ηρεμιστικά που πίστευε ακράδαντα ότι ο Peyronel έκρυβε, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να παραιτηθεί σχεδόν άμεσα. Στην πραγματικότητα ωστόσο, μάλλον βαπτίστηκε ως ο αποδιοπομπαίος τράγος που οι πωλήσεις του No Heavy Petting δεν έπιασαν τα αναμενόμενα. Γενικότερα, πάντως, ο Schenker υποστήριζε πως για αυτόν μόνο η μουσική μετρούσε, ενώ το rock ‘n’ roll, εννοώντας τον τρόπο ζωής, τον άφησε χάρισμα στους Mogg και Way. Πλεόν, είχαν πέσει με τα μούτρα στα ναρκωτικά και το αλκοόλ, παρασύροντας μέχρι και ραδιοφωνικούς παραγωγούς και tour managers στο πάρτι της παρακμής, σε βαθμό που αυτοί έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια στο συγκρότημα! Παρόλο το κάψιμο των καταχρήσεων, οι UFO συναυλιακά τουλάχιστον, είχαν βρει την χρυσή τομή. Έτσι, ενώ αλλά πολύ πιο επιτυχημένα στην Μ. Βρετανία συγκροτήματα, όπως οι Status Quo και οι Slade γυρνούσαν από τις ΗΠΑ «με την ουρά στα σκέλια», αφήνοντας ασυγκίνητο το αμερικανικό κοινό, οι UFO κατάλαβαν από νωρίς σχετικά ότι οι μαζεμένοι και ακίνητοι rockers δεν γινόντουσαν ανεκτοί και αποδεκτοί. Ήξεραν ότι έπρεπε να είναι σε διαρκή κίνηση, να είναι εκρηκτικοί και να κερδίζουν άμεσα το κοινό, έτσι ώστε να μένουν αξέχαστοι. Επίσης, είχαν μία ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ, που έφερνε όχι μόνο τους δικούς τους ανθρώπους αλλά και συγκροτήματα με τα οποία μοιραζόντουσαν την σκηνή, σε αμήχανη θέση, πέρα από το κωμικό της υπόθεσης. Οι Rush έπεσαν θύματα αρκετές φορές στην κοινή τους περιοδεία, άλλοτε βρίσκοντας γούνινες παντόφλες καρφωμένες στο δάπεδο της σκηνής, ή φάσεις που ο Mogg κυρίως περνούσε ανάμεσα από το εφέ της ομίχλης που χρησιμοποιούσαν οι Καναδοί prog rockers θέλοντας να φτιάξουν ατμόσφαιρα, και με το κοινό να αναρωτιέται ποιος είναι ο τύπος που περιφέρεται ανάμεσα στους καπνούς.
Ron Nevison

Για την επόμενη δουλειά του συγκροτήματος, η Chrysalis επιστρατεύει τον Ron Nevison. Ο Nevison ήταν αρκετά φρέσκος στην καρέκλα του παραγωγού, με αξιοσημείωτη την παραγωγή στο Nightlife των Thin Lizzy, και του Head First των Babys του John Waite. Ωστόσο, πλουσιότερο ήταν το βιογραφικό του ως μηχανικός ήχου. Είχε εργαστεί σε μνημειώδεις κυκλοφορίες όπως το Quadrophrenia των Who, το Physical Graffiti των Led Zeppelin και το ντεμπούτο των Bad Company (όπως επίσης και στα Straight Shooter και Run With The Pack), αποκτώντας, αν μη τι άλλο,  μία εξαιρετική βάση. Έφερε μαζί του τον Alan McMillan, ο οποίος  ως ενορχηστρωτής είχε δουλέψει σε άλμπουμ του Alice Cooper (Muscle of Love, Welcome To My Nightmare) και των Kiss (Destroyer), καθώς και με τον Lou Reed, διεκπεραιώνοντας με επιτυχία την συγγραφή και εκτέλεση των συμφωνικών ορχηστρικών κομματιών. Για να σας προϊδεάσω λίγο, τα έγχορδα που ακούτε στο καλύτερο, ίσως, τραγούδι των UFO, το θρυλικό Love To Love, είναι δουλειά του McMillan, καθώς και η αντίστοιχη επένδυση του Alone Again Or.
Παράλληλα, το 1977 ήταν και η χρονιά που ήρθε στο συγκρότημα ο έμπειρος βετεράνος Paul Raymond, στα πλήκτρα και ως δεύτερη κιθάρα. Γιός κομμώτριας, και πρώην κομμωτής ο ίδιος, o Raymond έχει μείνει στην μνήμη όλων των οπαδών των UFO (καθώς και των MSG) ως ο τύπος με το κορακίσιο μαλλί, με την ιδιαίτερη κόμμωση, η οποία παραμένει, μέχρι και σήμερα απρόσβλητη από τον χώρο και τον χρόνο και είναι το σήμα κατατεθέν του όσο και η μουσική του παραγωγή! Ερχόμενος ως μουσικός-πολυεργαλείο, είχε θητεύσει στους Chicken Shack αντικαθιστώντας την Christine McVie (η οποία την έκανε για τους Fleetwood Mac), ενώ από το 1971 έως το 1976 ήταν μέλος των ιστορικών blues rockers Savoy Brown, οι οποίοι είχαν μία κάποια πέραση στις ΗΠΑ περισσότερο, παρά στην πατρίδα τους, την Μ. Βρετανία.
Με τον Ron Nevison στην θέση του παραγωγού, οι UFO έρχονται αρκετά πιο κοντά στον ήχο της εποχής τους. Ο Lyons είχε δουλέψει ικανοποιητικά στα προηγούμενα άλμπουμ, ωστόσο το ηχητικό αποτέλεσμα φαινόταν επίπεδο, ίσως και λίγο μονότονo. Ο Lyons, για παράδειγμα, έδινε αρκετό χώρο στον Michael Schenker να «αλωνίσει» στην κιθάρα, αλλά στο rhythm section έχανε λίγο στο βάθος και στην δύναμη των Way και Parker. Με τον Nevison, οι UFO εμβάθυναν τον ήχο τους και έδωσαν λίγο περισσότερο χαρακτήρα στα σημεία που χρειάστηκε. Ο Way ακόμα υποστηρίζει ότι η βελτίωση του συγκροτήματος με τον Nevison ήταν παραπάνω από αισθητή και ο ήχος τους στο στούντιο έπιασε περισσότερο την εποχή και το διεθνές κοινό. Για πολλούς άλλωστε, αυτή ήταν και η πρώτη μεγάλη παγκόσμια επιτυχία των UFO, ένα άνοιγμα στην παγκόσμια αγορά. Προς τιμή του Lyons, πάντως, που είχε δημιουργήσει έναν πολύ ισχυρό δεσμό με τους UFO, του ζητήθηκε να αναλάβει μάνατζερ του συγκροτήματος, παρόλο που αποχώρησε από την καρέκλα του παραγωγού. Τουλάχιστον αυτό συνέβη για ... 10 ημέρες!Μετά αντιλήφθηκαν και οι δύο πως αυτό δεν θα δούλευε, με την παρουσία στελεχών της Chrysalis, και αποφάσισαν να μην συνεχίσουν ως μανατζερ με συγκρότημα.
O Nevison είχε μία διπλή πρόκληση να αντιμετωπίσει την στιγμή που ξεκίνησε η ηχογράφήση του νέου δίσκου, ενδεικτική αν θέλετε της μάχης για την πρωτοκαθεδρία στο συγκρότημα. Πρώτον, έπρεπε να διαχειριστεί το γεγονός ότι ο Schenker δεν έγραφε τα τραγούδια με τους υπόλοιπους. Σε πολλές περιπτώσεις έπρεπε να αλλάξει την δομή και τις ενορχηστρώσεις, προκειμένου να φιλοξενηθούν τα κεραυνοβόλα riffs και τα solos του εκκεντρικού Γερμανού. Επίσης, προσπαθούσε παράλληλα να ενσωματώνει εγκαίρως την στιχουργική δουλειά του Mogg, ο οποίος ήταν διάσημος για το γεγονός ότι αυτό το καθήκον το άφηνε πάντα για την τελευταία στιγμή. Όταν είσαι παραγωγός, θέλεις να ξέρεις σε τι αναφέρεται το τραγούδι και πως να χτίσεις την ατμόσφαιρα και τον ήχο για να το συνοδεύει κατάλληλα. Με τον Mogg να προσφέρει τους στίχους του στο παρά πέντε, λογικό ήταν να ανησυχεί ο φουκαράς ο παραγωγός, μιας και δεν ήταν σίγουρος αν το θέμα των στίχων έδενε με το χρώμα της μουσικής, και με το ρίσκο να πάει χαμένη όλη του η προσπάθεια. Γεγονός είναι, πάντως, ότι όχι μόνο τα κατάφερε, αλλά έστησε σαν μέγας προπονητής όλη την πεντάδα ιδανικά, παίρνοντας το καλύτερο από τον καθένα. Για αρχή, τους ανέβασε στην ταράτσα του κτιρίου του studio και τράβηξε καλώδια μέχρι επάνω, για να πάρει αυτό το feeling της ζωντανής ατμόσφαιρας που τόσο άρτια απέδιδαν οι UFO. Η ερμηνεία του Mogg στα καλύτερα της, το σφυροκόπημα των Way και Parker ανελέητο όπου και όταν έπρεπε, ο Raymond να καλύπτει όλους τους κενούς χώρους με ευρηματικότητα και μαεστρία, χωρίς να πνίγει ή να περιορίζει τοους υπόλοιπους και κυρίως τον Schenker, οποίος ως μάγος παίζει στα δάχτυλα τον ηλεκτρισμό σαν άλλος Tesla. Ο δε Way επηρέασε άθελα του, στυλιστικά, άπαντες τους metal μπασίστες της δεκαετίας του ’80 με την χαρακτηριστική του ολόσωμη ριγέ φόρμα, και την στάση με το πόδι επάνω στο monitor του. Είμαι σίγουρος ότι μόλις τώρα κάποιος πολύ συγκεκριμένος σας ήρθε στο μυαλό. Παράλληλα, κάποιος άλλος Βρετανός κιθαρίστας από το Birmingham, που έπαιζε σε ένα από τα πλέον μεγαλύτερα metal συγκροτήματα όλων των εποχών, ξανθός και αυτός, άρχισε να ντύνεται με επίσης ολόσωμη μαύρη δερμάτινη φόρμα, όπως ο Michael Schenker, δένοντας με το στυλ που είχε υιοθετήσει ο frontman του.

Τον Μάϊο του 1977, κυκλοφορεί ο πρώτος δίσκος (έκτος τους συνολικά) της νέας και πιο επιτυχημένης περιόδου των UFO, το ιστορικό Lights Out. Προσωπικά είναι ο αγαπημένος μου δίσκος, αλλά και, όπως φαίνεται, για πολλούς άλλους φίλους του συγκροτήματος εξ Αμερικής κυρίως, οι οποίοι το πήγαν στο Νο. 23 των charts, ενώ στην πατρίδα τους, έφτασε μέχρι το φτωχό Νο. 54. Ωστόσο, ο δίσκος και η επερχόμενη περιοδεία έδωσε το έναυσμα στους Βρετανούς να εκτιμήσουν το μεγαλείο των UFO, κάτι που έγινε έκδηλο στις επόμενες κυκλοφορίες τους. Ο Ron Nevison, επίσης, θυμάται χαρακτηριστικά πως όταν πήγε στο Los Angeles και αφού έπαιξε ολόκληρο τον δίσκο σε όλο το προσωπικό της δισκογραφικής τους, αυτοί σηκώθηκαν όρθιοι και άρχισαν να χειροκροτούν, κάτι που τον έκανε ιδιαίτερα χαρούμενο και περήφανο.


Με το ξεκίνημα, το Too Hot To Handle (που σαν τίτλος είναι αναφορά στην σεξουαλική ζωή του Pete Way!) θέτει πολύ ψηλά τον πήχη και ξεκινάει τον δίσκο δυναμικά, για να ακολουθήσει το κάπως πιο ανάλαφρο Just Another Suicide, δια χειρός Mogg, με την πρώτη εμφάνιση εγχόρδων στο άλμπουμ. Σε ένα ξέσπασμα ευαισθησίας έρχεται το σπαρακτικό Try Me, μία φοβερή μπαλάντα, με τον Mogg να δίνει ρέστα ερμηνείας και τον Schenker να επισφραγίζει με ένα φοβερό σόλο, ενώ η πρώτη πλευρά κλείνει με το καταιγιστικό Lights Out, το δυσκολότερο κομμάτι της ηχογράφησης, κατά τον Nevison, επειδή απαιτούσε πλήρη συγχρονισμό από όλους σε αρκετά μεγάλη ταχύτητα. Το ομώνυμο κομμάτι είναι ακόμα και σήμερα μέρος του live set του συγκροτήματος, ένα προσχέδιο για πάρα πολλά NWOBHM κομμάτια που ακολούθησαν τις επόμενες χρονιές, με τον χαρακτηριστικό καλπάζοντα ρυθμό από τους Way και Parker, και την φρενήρη κιθάρα του Schenker να γαζώνει μετά το δεύτερο ρεφραίν.  Η δυναμική του τραγουδιού οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Moog, με μια πολιτική χροιά, αντιτίθεται στον απολυταρχισμό της εξουσίας, με αφορμή, ενδεχομένως, τις απεργίες των ανθρακωρύχων που συγκλόνιζαν την χώρα εκείνη την εποχή. Ελαφρός καθησυχασμός στην έναρξη της δεύτερης πλευράς με το ανέμελο Getting Ready, σχεδόν παρήγορο θα έλεγε κανείς, ενώ ακολουθεί η υπέροχη διασκευή στο Alone Again Or των Love, (τσεκάρετε το και στην πολύ ωραία διασκευή από τους The Damned), όπου οι Nevison και McMillan δίνουν έξτρα διάσταση στον ήχο με τις ορχηστρικές τους προσθήκες. Το επόμενο κομμάτι, το Electric Phase, με το υπέροχο groove του αρχικού riff, είναι το πρώτο κομμάτι που άκουσα ποτέ από UFO. Ηλεκτρίζει και σε παρασύρει στον κολλητικό ρυθμό του, με τον Schenker να παραδίδει μαθήματα κιθαριστικού solo στους νεαρότερους, κάτι που αντηχεί και στις βρετανικές hard rock κυκλοφορίες των επόμενων ετών. Ο δίσκος κλείνει με το έπος Love To Love (αγαπημένο του παραγωγού Nevison, καθώς και πολλών άλλων φαντάζομαι), ξεκινώντας απαλά στην εισαγωγή του Raymond και κορυφώνοντας το συναίσθημα διαδοχικά, «Misty Green and Blue» όπως γράφει και ο Mogg, αποκαλύπτοντας ψυχικές καταστάσεις που μόνο αυτό το τραγούδι μπορεί να περιγράψει. Η κιθάρα του Schenker ξερνάει ηλεκτρικές εκκενώσεις με ψυχή και πάθος, καίγοντας όλο το οξυγόνο στην ατμόσφαιρα. Μόλις ξεψυχήσει και η τελευταία νότα του magnum opus του συγκροτήματος, ο ακροατής λογικά θα έχει μείνει άναυδος, και κατά πάσα πιθανότητα το Lights Out θα έχει αποτυπωθεί μια για πάντα στο μυαλό και στην καρδιά του. Κρίμα που για το συγκρότημα αυτό το άλμπουμ με την επερχόμενη περιοδεία του ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι των αντοχών τους, τουλάχιστον με αυτή την κλασική τους σύνθεση.

Για μία στιγμή, κάπου εκεί στα τέλη των ‘70s, φάνηκε πως οι πλανήτες είχαν ευθυγραμμιστεί για τους UFO. Στην Αμερική είχαν πλησιάσει περισσότερο από ποτέ στο Top-20 και πλέον περιόδευαν ως headliners σε μεγάλους χώρους, ή άνοιγαν για ήδη επιτυχημένα σχήματα, όπως οι Styx, κερδίζοντας την πολυπόθητη προβολή στην Αμερική. Κοινό και κριτικοί είχαν ενθουσιαστεί με το Lights Out και οι προσθήκες του Paul Raymond στο εκτελεστικό μέρος, καθώς και του Ron Nevison στην παραγωγή φάνηκε ότι ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόντουσαν οι UFO για να επιστεγάσουν χρόνια σκληρής δουλειάς και περιοδειών με την πολυπόθητη παγκόσμια καταξίωση. Ωστόσο, ο αστάθμητος παράγοντας δεν ελήφθη υπόψη στις προσδοκίες των οπαδών του συγκροτήματος. Και αυτός ο αστάθμητος παράγοντας είχε να κάνει με την ψυχοσωματική κατάσταση των ίδιων των μελών του συγκροτήματος.
Δεν είναι αλήθεια ότι οι σχέσεις των μελών του συγκροτήματος ήταν διαταραγμένες πέρα από κάθε επανόρθωση. Απλά, χρόνια ατελείωτων, φαινομενικά, ηχογραφήσεων, περιοδειών και όλων των καταχρήσεων που μπορεί να παίζουν εντός και εκτός αυτών, είχαν φτάσει κάποιους από αυτούς στα άκρα. O Schenker, όντας μοναχικός τύπος ενδεχομένως να είχε παρεξηγηθεί από τους υπόλοιπους, κυρίως από τον Mogg, που ήταν ο έτερος πυλώνας. Ο Γερμανός υποχώρησε κάτω από όλη αυτή την πίεση και στις παραμονές της μεγαλύτερης και σημαντικότερης αμερικάνικης περιοδείας τους, εγκατέλειψε σύξυλο το συγκρότημα, αμέσως μετά το πέρας του βρετανικού σκέλους.
Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να επαναφέρουν τον Schenker εγκαίρως στην Αμερική, το management του συγκροτήματος προσλαμβάνει έναν παλιό γνώριμο, τον Paul Chapman, ο οποίος έβαλε τους Lone Star στον πάγο, για να επιστρέψει στους UFO επειδή αντιλαμβανόταν την ανοδική τους πορεία,και ήθελε να είναι και αυτός μέρος της. Παράλληλα, για να ρίξουν κάπως τους τόνους στους θαυμαστές του Schenker, τον έβγαλαν λίγο-πολύ τρελό, μέχρι που και δημοσιεύματα ανέφεραν ότι οι αμερικανικές αρχές τον αναζητούν σε θρησκευτικές ομάδες που κάνουν πλύση εγκεφάλου στους ακόλουθους τους. Στην πραγματικότητα, ο Schenker εξαφανίστηκε επειδή φοβήθηκε με την επιτυχία, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό. Προσπαθείς χρόνια με τα χρόνια να κάνεις επιτυχία σαν ένας από τους πιο ταλαντούχους μουσικούς της γενιάς σου και όταν το καταφέρεις σε πιάνει πανικός. Τουλάχιστον αυτά έπαιζαν στο μυαλό του ανθρώπου που μέχρι τότε είχε αποκτήσει τα προσωνύμια «Mad Mickey» και «Krazy Kraut».
Μετά από δύο μήνες αγνοούμενος, o Schenker, πρόσκαιρα ήρεμος, επέστρεψε στο συγκρότημα, με την διαμεσολάβηση του Pete Way (ξανά σε ρόλο πυροσβέστη) με τον Chapman να βλέπει διακριτικά την πόρτα της εξόδου για δεύτερη φορά. Τελικά, προέκυψε ότι βρισκόταν στην Ισπανία με την κοπέλα του, απλά κάνοντας διακοπές και χαλαρώνοντας μακριά από όλη αυτό τον χαμό. Ο Way τον έπεισε με κάποιον τρόπο να επιστρέψει, όταν ζήτησε να του στείλουν τον εξοπλισμό του. Παρ’ όλα αυτά ο Schenker πίστευε πως αυτός ο δίσκος θα ήταν και ο τελευταίος του με το συγκρότημα. Και οι υπόλοιποι του φερόντουσαν κάπως πιο χαλαρά, με αποτέλεσμα ο Schenker να αποθρασυνθεί κάπως απέναντι τους. Ο Mogg και ο Way έκαναν κόντρες με τα καινούρια τους σπορ αυτοκίνητα στο Laurel Canyon, πάντα υπό την επήρρεια. Κανείς εκ των Mogg, Way και Schenker δεν ήταν άγιος. Αλλά σαν συγκρότημα είχαν αυτοπεποίθηση στο όριο της αλαζονείας, και πίστευαν ακράδαντα ότι ήταν το καλύτερο συγκρότημα στον κόσμο, απλά έπρεπε με κάποιο τρόπο να το αποδείξουν.
Σε αυτή την φάση, ο Ron Nevison, που κρατούσε τα ηνία του όλου project με χαρακτηριστική πειθαρχία, αποφάσισε να εξελίξει λίγο περισσότερο τον ήχο και την ηχογράφηση του νέου άλμπουμ. Είχε πετύχει να τον φοβούνται σε σημείο που να μην του κάνουν την ζωή δύσκολη και να προχωράει η δουλειά. Παίρνει ως βοηθό του τον εργατικότατο Michael Clink, τον άνθρωπο που θα ήταν πίσω από την παραγωγή ενός από τα πιο επιτυχημένα ντεμπούτο όλων των εποχών, του Appetite For Destruction των GunsNRoses (και αυτοί fans των UFO), σε λιγότερο από μια δεκαετία από εκείνη την χρονιά. Θέλοντας να μεταφέρει την ζωντανή εμπειρία που απολάμβαναν οι απανταχού fans των UFO, διάλεξε, αρχικά, το ετοιμόρροπο studio C.P. McGregors. Τελικά τους μετέφερε όλους πακέτο σε ένα εγκαταλειμμένο ταχυδρομείο στο δυτικό Hollywood, που αξιοποίησε αμέσως ο Michael Schenker, ο οποίος δεν παρέλειψε να μεταφέρει με ενθουσιασμό την κιθάρα και τους ενισχυτές του και να αρχίσει να σολάρει ασύστολα, μέχρι που δύο αστυνομικοί εμφανίστηκαν και τον τρόμαξαν, με τον Nevison να παρακολουθεί όλο το σκηνικό μέσα από το κινητό studio που είχε εγκατασταθεί έξω από τον χώρο. Η παρεξήγηση έληξε με την υπόσχεση του συγκροτήματος να μην παίζει τόσο δυνατά, τις βραδινές ώρες τουλάχιστον, όπου μέχρι τις 10 μ.μ. έπρεπε κλείσουν τα πάντα. Αν μη τι άλλο, προσωπικά, οφείλω να πω ότι η παραγωγή του Nevison είναι ακόμα καλύτερη στο Obsession, από την προηγούμενη δουλειά του συγκροτήματος. Πέρα από το γεγονός ότι το πλήρωσε με άπειρες φάρσες από τα μέλη του συγκροτήματος!

Και με αυτό τον τρόπο, τον Ιούνιο του 1978, οι UFO κυκλοφορούν το Obsession, το έβδομο τους άλμπουμ, το οποίο έμελλε να είναι και το τελευταίο τους άλμπουμ με τον Michael Schenker στην κιθάρα, για τα επόμενα 14 χρόνια τουλάχιστον. Με αυτό το άλμπουμ οι UFO  Πριν φύγει όμως (και αναδρομικά δηλώσει πως αυτό είναι το αγαπημένο του album από τα χρόνια του στους UFO), φρόντισε να δώσει τα αξεπέραστα δείγματα του τεράστιου ταλέντου του σε κομμάτια όπως το You Dont Fool Me, αλλά και πολύ περισσότερο στο διπλό χτύπημα που ανοίγει τον δίσκο, τα Only You Can Rock Me (ένα απο τα κλασικότερα κομμάτια των rock ραδιοφωνικών σταθμών παγκοσμίως) και Pack It Up And Go. Το ορχηστρικό Arbory Hill φέρει γλυκόπικρο αέρα, με τον ίδιο τον Schenker στο φλάουτο (ένα θέμα το οποίο αργότερα θα το ακούγαμε στο προσωπικό του Tales of Mystery), ενώ το Ain't No Baby θυμίζει αρκετά Led Zeppelin, με ήχο καταλληλότερο για το αμερικάνικο κοινό, και σπόντες για τους Babys του John Waite, που μοιραζόντουσαν την ίδια δισκογραφική εταιρεία, και για τους οποίους ο Mogg δεν έτρεφε και ιδιαίτερο σεβασμό. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το Lookin' Out for No. 1, μία μπαλάντα όπου το πιάνο και τα βιολιά έχουν πρωταγωνιστικούς ρόλους. Θέτει σοβαρή υποψηφιότητας σημαντικής επιρροής για συγκροτήματα όπως οι Journey και αρκετές metal μπάντες της δεκαετίας του ’80 όσον αφορά την κλιμάκωση των power ballads τους. To HotNReady που ανοίγει την δεύτερη πλευρά του δίσκου, δείχνει τον οίστρο των UFO να γράφουν πιο πιασάρικες μελωδίες και να επεκτείνουν το κοινό τους με δυναμισμό από τους Mogg και Schenker, και ρυθμό από τους Raymond, Way και Parker. Λίγο περιπλοκότερο, έρχεται το Cherry, με τον Way να ανοίγει με μία άκρως «αγγλική» μελωδία στο μπάσο, και το κομμάτι να ανέρχεται κλιμακωτά, αναφερόμενο σε ένα προσφιλές θέμα για τον Pete Way, σε μία – τι άλλο; - stripper . Πριν κλείσει ο δίσκος, το συγκρότημα μας ξαναθυμίζει λίγο το LookinOut For No. 1, για να συνεχίσει με το ταξιδιάρικο One More For The Rodeo, και να κλείσει ήρεμα με το Born To Lose, ένα κάπως πικρό τραγούδι με νόημα, κλασική μπαλάντα των UFO, με το τελευταίο εκπληκτικό σόλο του Schenker

To Obsession έφτασε στο νο. 26 των βρετανικών charts, η υψηλότερη θέση για τους UFO μέχρι τότε στην πατρίδα τους, όπου έγινε και ασημένιο, ενώ στην Αμερική υποχώρησαν στο νο. 51, εν μέρει λόγω των προβλημάτων που τους δημιούργησε στην περιοδεία ο Schenker, αλλά και επίσης λόγω της άνισης μεταχείρισης από την δισκογραφική εταιρεία τους, που δεν διένειμε τον δίσκο όπως έπρεπε, με αποτέλεσμα ο κόσμος να μην έχει διαθέσιμους εύκολα τους UFO στις αγοραστικές του επιλογές. Αυτή ήταν και η αρχή της εμπορικά πτωτικής πορείας των UFO στις ΗΠΑ. Στην πρεμιέρα του Obsession, οι UFO βρισκόντουσαν στο κατώφλι της παγκόσμιας επιτυχίας. Ο Geoff Barton, δημοσιογράφος στην μουσική εφημερίδα Sounds, γράφει το 1978 ότι αναμένει, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι σύντομα οι UFO θα κοντράρουν στα ίσα συγκροτήματα όπως οι Boston, οι Foreigner, οι Aerosmith και ο Ted Nugent.
Ακόμα και στο εξώφυλλο του Obsession αφήνεται να εννοηθεί η αποκοπή του Schenker από τους υπόλοιπους συνεργάτες του. Η όλη κατάσταση που βίωνε εσωτερικά ο Γερμανός βιρτουόζος ήταν πολύ έντονη για αυτόν, με αποτέλεσμα να χάσει τις ισορροπίες του σε κάθε επίπεδο. Εσωστρεφής και ευθραυστος, άντεξε μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1978, όπου μετά την συναυλία τους στο Palo Alto της Καλιφόρνια αποχώρησε από το συγκρότημα. Σε εκείνη την περιοδεία, στο Ipswich της Αγγλίας συγκεκριμένα, τους είδε live μία άλλη παρέα που την επόμενη δεκαετία θα κατακτούσε την κορυφή με τις κατά πολύ επηρεασμένες από τους UFO δουλειές τους. Μιλάμε φυσικά για τους Def Leppard, οι οποίοι ήταν τεράστιοι fans (όπως άλλωστε και ο Steve Harris των Iron Maiden, μεταξύ αναρίθμητων άλλων του New Wave Of British Heavy Metal κινήματος) των UFO και ακολουθώντας την συνθετική τους φόρμουλα κατάφεραν αυτό που ίσως να άξιζαν και οι UFO να πετύχουν στην δική τους ακμή. Τουλάχιστον, αν και η αποχώρηση του Schenker ήταν η μαχαιριά στην πλάτη του συγκροτήματος, είχαν ένα ακόμα κρυμμένο άσσο στο μανίκι τους, κάτι που όλοι όσοι τους είχαν δει ζωντανά ήδη γνώριζαν, αλλά θα το μάθαινε σύντομα και όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Τα live albums ήταν τεράστια υπόθεση για τα συγκροτήματα του hard rock και του heavy metal τις όλη την δεκαετία του ’70 και μέχρι τα μέσα του ’80. Είτε για να επισφραγίσουν την τρελή ανοδική πορεία ενός συγκροτήματος, είτε για να ενισχύσουν τις πωλήσεις τους. Και ομολογουμένως, λίγα συγκροτήματα μπορούσαν να δουλέψουν μία ζωντανή εμφάνιση όπως οι UFO. Δεν θα αναφερθώ σε συγκεκριμένες κυκλοφορίες, αλλά από το θρυλικό, μνημειώδες Made In Japan των θεών Deep Purple, μέχρι το εξίσου θρυλικό Live After Death των Iron Maiden, είμαι σίγουρος ότι ο καθένας έχει ένα live άλμπουμ ως αγαπημένο σημείο αναφοράς. Με ένα αξιοζήλευτο live set, τον απόλυτο guitar hero να δίνει ρεσιτάλ κάθε βράδυ, έναν τραγουδιστή που φαινόταν να ερμηνεύει ακούραστα και εκφραστικά και έναν μπασίστα-πρότυπο για το hard rock, με την διακριτική στήριξη του εξαιρετικού τους ντράμερ και του πολυοργανίστα με παρουσία σε κιθάρα και πλήκτρα ταυτόχρονα, οι UFO αντιμετώπιζαν την συναυλία σαν μία μικρή μάχη, με τις ιδιαίτερες στιγμές της, το απροσδόκητο και την δεμένη, συντεταμένη μουσική απόδοση. Με πολύ κόπο και υπομονή, έχτισαν το σετ τους και κέρδισαν οπαδούς. Πλέον, στην περιοδεία του Obsession, και ακολουθώντας το παράδειγμα των Thin Lizzy, που είχαν κυκλοφορήσει το μνημειώδες Live And Dangerous την ίδια περίοδο, με ιδιαίτερη επιτυχία, η Chrysalis ενθάρρυνε τον Ron Nevison και το συγκρότημα να κυκλοφορήσουν το δικό τους live album. Και όχι μόνο αυτό, αλλά συμφώνησαν με τον Nevison για ένα διπλό άλμπουμ, όπως με μεγάλη επιτυχία κυκλοφόρησαν και οι Thin Lizzy και ο Peter Frampton. Στην περιοδεία έπαιζαν με τους Rush, τους Blue Oyster Cult και τους Molly Hatchett. Η επιλογή έγινε από τις εμφανίσεις τους στο Chicago και στο Louisville των ΗΠΑ, στο διάστημα έξι εμφανίσεων τους, τον Οκτώβριο του 1978. Και εγένετο Strangers In The Night, ένας τίτλος εμπνευσμένος από το ομώνυμο τραγούδι του Frank Sinatra, που ο Ron Nevison άκουγε παράλληλα με το μεσημεριανό του γεύμα σε ένα γαλλικό εστιατόριο δίπλα στον χώρο που ηχογραφούσαν το Obsession, το παλιό Record Plant Studios του Los Angeles.

Ξεκινώντας λοιπόν, ακούμε το καλωσόρισμα της «Πόλης των Ανέμων», του Chicago, όπου το πλήθος φαίνεται να έκλεψε την παράσταση σε σχέση με άλλους σταθμούς της περιοδείας. Μία πόλη που για το συγκρότημα ήταν το σπίτι τους στην Αμερική, περίπου όπως ήταν το Detroit για τους Kiss. Ο δίσκος ξεκινάει δυναμικότατα με το σφυροκόπημα του Natural Thing, και αυτή είναι μόνο η αρχή του ατελείωτου hard rock party που στήνουν οι UFO για τους οπαδούς τους, με όλα τα τραγούδια να ακούγονται ακόμη δυναμικότερα και βελτιωμένα σε σχέση με τις studio εκδοχές τους, δημιουργικό ενθουσιασμό και άψογη εκτέλεση σε όλα τα επίπεδα. Αυτό το άτυπο best of, είναι για πολλούς το απαύγασμα της δημιουργικής πορείας των UFO. Όλες οι επιτυχίες τους, τα περισσότερα διαμάντια από τον ερχομό του Schenker και μετά είναι εδώ. Άλλωστε, και ο Steve Harris των Iron Maiden, αυτό το άλμπουμ θα πρότεινε σε κάποιον που δεν έχει ξανακούσει UFO. Προσωπικά θεωρεί το γεγονός ότι εφόσον τα παιδιά του γουστάρουν τους UFO και υποστηρίζουν όλα την West Ham, είναι ακράδαντη απόδειξη ότι έχουν μεγαλώσει σωστά!

Doctor, Doctor και Rock Bottom (Phenomenon), Let It Roll, Shoot Shoot, Out In The Street, Mother Mary και This Kids (Force It), Natural Thing και Im A Loser (No Heavy Petting),  Too Hot To Handle, Try Me, Lights Out και Love To Love (όπου ακούγετε μία κραυγή του Pete Way κάπου στην εισαγωγή, που παρερμηνεύεται ως προερχόμενη από το πλήθος, αλλά αιτία είναι το μπάσο που του έχει πέσει στο πόδι) από το Lights Out. Από το Obsession αρχικά υπήρχε μόνο το Only You Can Rock Me, ωστόσο στην επανέκδοση του άλμπουμ συμπεριλήφθηκαν και τα HotNReady και Cherry, από ηχογραφήσεις στο Youngstown και στο Cleveland του Ohio. Πάντως, η αλήθεια είναι πως και σε αυτή την περίπτωση τεράστιου live album δεν έλειψαν και οι χειρουργικές παρεμβολές (overdubs) του παραγωγού, με τον Nevison να χρησιμοποιεί κυρίως τo κοινό του Chicago, και χειρότερα ακόμα, τα Mother Mary και This Kids είναι ηχογραφημένα performances σε studio, με την τεχνητή προσθήκη του κοινού. Αυτά βέβαια δεν μειώνουν σε τίποτα την μουσική, καλλιτεχνική και άκρως συναισθηματική αξία του δίσκου, ο οποίος αντανακλά το δυνατότερο κομμάτι των UFO: τις live εμφανίσεις τους. Και, εν κατακλείδι, αν φτάσετε στο έσχατο σημείο να προτιμήσετε ΕΝΑ άλμπουμ από την πλούσια παρακαταθήκη αυτών των ηρώων του hard rock, κάντε το με το Strangers In The Night. Γιατί πολύ απλά είναι ένα από τα καλύτερα live άλμπουμ όλων των εποχών. Και το πιο πετυχημένο άλμπουμ των UFO. Είναι πραγματικά κρίμα το γεγονός ότι ενώ το μεγάλο breakthrough για καλλιτέχνες όπως ο Peter Frampton και οι Cheap Trick ήρθε με το σημαντικό τους live album, το Strangers In The Night δεν κατάφερε να σπρώξει τους UFO στην στρατόσφαιρα όπου δικαιωματικά ανήκαν. Πάντως, ήταν το πιο γρήγορα ανερχόμενο σε πωλήσεις live album σε ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία, κάνοντας καλύτερα νούμερα στην Αμερική από τους Thin Lizzy και έτσι φάνηκε και ότι ήταν πιο δημοφιλείς στις ΗΠΑ από τους τελευταίους.
Το Strangers In The Night μπήκε στο βρετανικό Top-10 (Νο. 7),παρ’ όλα αυτά κινήθηκε χαμηλά στα αμερικάνικα charts (Νο.42). Έκτοτε έχει ψηφιστεί κατά κόρον ένα από τα καλύτερα άλμπουμ, με διθυράμβους λατρείας από μουσικούς και οπαδούς των UFO, όπως ο Slash, αλλά και προσωπικό αγαπημένο των Pete Way και Andy Parker των ίδιων των UFO. Για καλλιτέχνες όπως οι Metallica, οι Megadeth, μέχρι και οι Smashing Pumpkins (!) αυτό το άλμπουμ μνημονεύεται ακόμα και σήμερα ως η κύρια έκθεση που είχαν στην δουλειά των UFO.  Αυτός ο δίσκος έδωσε και την αφορμή στον Schenker να την κάνει μια και καλή από το συγκρότημα. Αφού, βέβαια, διαφώνησε έντονα με τον Nevison για την επιλογή των κομματιών, κυρίως του Rock Bottom, θεωρώντας πως ο αμερικάνος παραγωγός του θα μπορούσε να διαλέξει κάποια καλύτερη εκτέλεση από αυτή που τελικά κατέληξε στο άλμπουμ. Αφού δεν τον έπεισε, ζήτησε να παίξει ξανά το solo του, και αφού και αυτή του η επιθυμία απορρίφθηκε, απλά έφυγε από τον χώρο μουρμουρίζοντας για το «κακόμοιρο» Rock Bottom. Προσθέστε σε αυτό και τον τσαμπουκά μεταξύ Mogg και Schenker, όπου ο πρώτος χειροδίκησε εναντίον του δεύτερου, και αυτό ήταν και το τελειωτικό επεισόδιο. O Γερμανός τήρησε το λόγο του όταν ο Mogg τον είχε απειλήσει ότι θα του έριχνε μία γροθιά και καθώς αυτό έγινε τελικά, ο Schenker αποχώρησε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Μετά από όλη αυτά τα χρόνια με τους UFO, ο Schenker ήδη είχε αναπτύξει φοβία για το ζωντανό σόου και η σκηνή τον παρέλυε, ενώ το μόνο που τον συνέφερε κάπως ήταν αντικαταθλιπτικά βαριάς μορφής, σε συνδυασμό με γενναίες ποσότητες αλκοόλ. Τα χάπια τα σταμάτησε μόνο μετά την φυγή του από το συγκρότημα. Μάλιστα φημολογείτο ότι ο τελικός αντικαταστάτης (όπως θα δούμε παρακάτω) του Schenker, ο Paul Chapman, έβαλε λίγο χέρι σε κάποια κιθαριστικά μέρη, προκειμένου να ακούγονται καλύτερα. Αυτό βέβαια το αρνούνται κατηγορηματικά τόσο ο Chapman όσο και ο Nevison Το τεράστιο ταλέντο του Michael Schenker, ομόφωνα του πιο δημιουργικού μουσικού που αναδύθηκε ποτέ από την Γερμανική hard rock και metal σκηνή, συνδυαζόταν με μία εύθραυστη, απρόβλεπτη και κάποιες φορές αυτοκαταστροφική προσωπικότητα. Αφού δέχτηκε μία πρόταση από τους Aerosmith to 1979 να αντικαταστήσει τον Joe Perry που είχε φύγει, αυτό που έγινε ξεκάθαρο ήταν ότι εάν ήταν μια φορά δύσκολο να συνεργαστεί Γερμανός με τους UFO, θα ήταν πολλαπλάσια δύσκολο να πράξει το ίδιο και με τους εξίσου εθισμένους Aerosmith. Ο Steven Tyler ένιωσε αμήχανα όταν κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων βλέποντας λίγο πολύ τον Schenker να ζητάει τα κλειδιά και την θέση του οδηγού στους Aerosmith με το καλημέρα! Ο Michael Schenker προχώρησε, πάντως, και συνεργάστηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα με το συγκρότημα του αδελφού του Rudolf Schenker, τους γνωστούς και μη εξαιρετέους Scorpions στο ίσως καλύτερο τους άλμπουμ, το Lovedrive του 1979. Την επόμενη χρονιά, ο Schenker δημιούργησε το δικό του μουσικό όχημα, τους Michael Schenker Group (MSG για συντομία) και για το πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80 γνώρισε σημαντική επιτυχία, πριν η σκοτεινή του πλευρά ξαναβγεί στην επιφάνεια και καταλήξει παγιδευμένος σε μία δίνη αλκοόλ και ψυχολογικών προβλημάτων. Ευτυχώς, τον ξαναείδαμε ως μέρος της «κλασικής» σύνθεσης των UFO στο Walk On Water το 1995, μόνο για να επαναληφθεί η γνωστή ιστορία σε διάφορες φάσεις στην πορεία μέχρι το 2007. Αλλά, αυτά παρακάτω.
Ως επίλογο, σκόπιμο είναι να αναφερθεί η άποψη του Ron Nevison για τον Schenker, ο οποίος σε συνέντευξη είπε πως «It is not just his playing.  It is his writing.  He is really responsible for most of the really good stuff in UFO.  They all contributed.  Pete Way contributed, but Michael did the majority of the writing of these great anthems that they did.  Schenker was the man, no question about it.». Νομίζω πως αυτές οι λιγοστές λέξεις συμπυκνώνουν την σημασία που είχε για τους UFO ο Michael Schenker.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.... 
Διαβάστε εδώ το Β' Μέρος




Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *