ΠΟΙΟΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΟΥΣ FLEETWOOD MAC; (BLUES YEARS)

Στη μέση, όρθιος, ο Peter Green.
Ελάχιστα γκρουπ στην ιστορία της ροκ έχουν υποστεί τόσες δραστικές αλλαγές στη σύνθεσή τους και στο μουσικό τους στυλ όσες οι Fleetwood Mac. Από blues rock μπάντα στα τέλη των ‘60s (1967-1970) και με μια μεταβατική folk-rock-ψυχεδελική περίοδο (1970-1974) κατέληξαν να μεταμορφωθούν σε μια εμπορική pop-rock μπάντα (1975-1987), αγνώριστη σε σχέση με εκείνην της πρώτης περιόδου. Η «άγκυρα» του συγκροτήματος καθ’ όλο αυτό το διάστημα ήταν το rhythm section της (με τον Mick Fleetwood στα ντραμς και τον John McVie στο μπάσο) από τα ονόματα των οποίων έγινε και η ονοματοδοσία σε Fleetwood Mac. Ωστόσο, η ειρωνεία είναι ότι τη διαφορά –σε όλες τις φάσεις της πορείας τους - δεν την έκανε ούτε ο Fleetwood ούτε ο “Mac” αλλά οι υπόλοιποι μουσικοί που πέρασαν κατά καιρούς από τις τάξεις τους. Εδώ ο λόγος θα γίνει για την blues περίοδο, κατά την οποία τα ηνία του συγκροτήματος είχαν οι κιθαρίστες Peter Green και Jeremy Spencer με τον πρώτο να ξεχωρίζει και να είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης τους.
    Οι ρίζες των Fleetwood Mac βρίσκονται στους θρυλικούς Βρετανούς Bluesbreakers του John Mayall. Ο John McVie ήταν μέλος τους από το 1963, ενώ το 1966 εντάχθηκε στις τάξεις τους ο Peter Green (αντικαθιστώντας τον Eric Clapton) και το 1967 ο Mick Fleetwood. Το 1967 οι τρεις τους αποφασίζουν να φύγουν από τη μπάντα του Mayall -o οποίος ήθελε να κινηθεί προς μια jazz-blues κατεύθυνση- και να φτιάξουν δικό τους συγκρότημα στα πρότυπα των Yardbirds, των Cream και του Jimi Hendrix. Σύντομα, μέλος τους έγινε και ο slide κιθαρίστας Jeremy Spencer ολοκληρώνοντας το roster της τετραμελούς μπάντας. Την ίδια χρονιά υπογράφουν στην Blue Horizon και ένα χρόνο αργότερα (1968) κυκλοφορούν το φερώνυμο πρώτο τους album που κάνει μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία, μένοντας πάνω από ένα χρόνο στο Top 10.
To album («The Fleetwood Mac» - 1968) αποτελείται κατά κύριο λόγο από originals των δύο κιθαριστών (που αναλαμβάνουν και χρέη τραγουδιστών) που πατάνε σταθερά πάνω στο blues ιδίωμα. Από τα τραγούδια του J. Spencer ξεχωρίζουν τα My Heart Beat Like a Hammer και My Baby’s Good to Me, ενώ η επίδραση του Elmore James είναι περισσότερο προφανής στην εξαιρετική διασκευή του στο Shake Your Money Maker του ιδίου. Από τα τραγούδια του Peter Green ξεχωρίζει το I Loved Another Woman (που προαναγγέλλει το Black Magic Woman) και το The World Keep on Turning. Γενικά, η μεγάλη εμπορική επιτυχία του album σηματοδότησε για την εποχή την ανάδειξη των blues ως μιας αποδεκτής εναλλακτικής αντί της pop και ωφέλησε πολύ την ευδοκίμηση του είδους.
    Το εξαιρετικό τους ντεμπούτο δημιούργησε προσδοκίες για κάτι πολύ καλύτερο από το «Mr. Wonderful» που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα και που απογοήτευσε λόγω της σαφώς κατώτερης ποιότητας του υλικού του.  Την ίδια χρονιά (1968) η μπάντα προσέθεσε έναν τρίτο κιθαρίστα, τον Danny Kirwan, ενώ την επόμενη (1969) κυκλοφόρησε για το αμερικανικό κοινό το album-συλλογή «English Rose». Περιείχε 6 κομμάτια από το προηγούμενο album, 2 ακυκλοφόρητα ακόμη κομμάτια από το επόμενο, αλλά και τρία υπέροχα singles: το πασίγνωστο Black Magic Woman με τον ευφυή συνδυασμό blues με κουβανέζικους ρυθμούς, το απόκοσμα λυρικό instrumental Albatross (και τα δύο συνθέσεις του Peter Green)  και τέλος το λιγότερο γνωστό αλλά υπέροχο jazz-blues του D. Kirwan, Jigsaw Puzzle Blues.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας να κατακτήσει το αμερικανικό κοινό αλλά και εν όψει της υπογραφής με την αμερικανική δισκογραφική Warner, το συγκρότημα ταξιδεύει στις Η.Π.Α., κάνει πολλές επιτυχημένες ζωντανές εμφανίσεις και ηχογραφεί ένα live στο Chicago («Fleetwood Mac in Chicago» - 1969) μαζί με μια πληθώρα bluesmen, μεταξύ των οποίων τους Willie Dixon και Otis Spann. Τον Απρίλιο της νέας χρονιάς κυκλοφορεί ως single το πανέμορφο και μελαγχολικό «Man of the World», σύνθεση του Peter Green (υπάρχει μόνο σε συλλογές), ενώ το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους βγαίνει το τελευταίο album αυτής της περιόδου του συγκροτήματος και, ομολογουμένως, το καλύτερο («Then Play On»).
    Το album αυτό βρίσκεται με το ένα πόδι στις blues ρίζες του συγκροτήματος και με το άλλο στην soft-rock ψυχεδέλεια της επόμενης περιόδου, ενώ παράλληλα προαναγγέλλει αχνά ακόμα και την pop της περιόδου του «Rumours». Η πολυσυλλεκτικότητα αλλά και η θαυμαστή ποιότητά του οφείλεται στη συνύπαρξη του Peter Green με τον νέο –μόλις 18χρονο- κιθαρίστα Danny Kirwan, δύο μουσικών με πολύ διαφορετικό στυλ αλλά με φοβερή χημεία. Ταξιδιάρικες και μελωδικές συνθέσεις (Closing My Eyes, My Dream), σκληρά βρώμικα blues rock (Rattlesnake Shake, Show-Biz Blues), ανορθόδοξα παντρέματα ροκ και κλασικότροπων ήχων (στο Searching for Madge και στο αθάνατο Oh Well), υβρίδια ροκ και κουβανέζικης μουσικής (Coming Your Way) συνθέτουν ένα χορταστικό album, προϊόν υψηλής τέχνης και έμπνευσης.
    Δυστυχώς, παρ’ όλο που η μουσική του παρείχε τη ραχοκοκαλιά του γκρουπ, o Peter Green παρουσίαζε μια ολοένα και αυξανόμενη διανοητική διαταραχή, λόγω εκτεταμένης χρήσης παραισθησιογόνων ουσιών (LSD). Αφού ανακοίνωσε ότι σκόπευε να δωρίσει όλη του την περιουσία, αποχώρησε ξαφνικά από το συγκρότημα την άνοιξη του 1970. Το κύκνειο άσμα του για το συγκρότημα ήταν το φοβερό single The Green Manalishi γέννημα μιας εφιαλτικής παραίσθησης, στην οποίο ο Peter Green οραματίστηκε το χρήμα να παίρνει την τερατώδη μορφή του διαβόλου.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
•    The Fleetwood Mac (1968)
•    Then Play On (1969)
ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΣΜΑΣ
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

2 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *