ΜΑΡΚΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ: "H ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΝΑ ΨΑΧΝΩ ΒΙΝΥΛΙΟ ΝΑ ΤΟ ΠΙΑΝΩ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟ ΠΕΡΙΕΡΓΑΖΟΜΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΩ ΜΕ ΤΙΠΟΤΕ"


Ο σημερινός καλεσμένος Μάρκος Σακελλαρίου, εκτός ότι έχει μια πλούσια metal δισκοθήκη, την οποία μας παρουσιάζει, έχει να μας διηγηθεί ιστορίες από το περιοδικό Metal Hammer του οποίου είναι συντάκτης τα τελευταία 23 χρόνια, χρόνια, την εκπληκτική επίσκεψή του στο Σαν Φραντζίσκο το 2011 για να παρακολουθήσει  τις επετειακές συναυλίες για τα 30α γενέθλια των Metallica, την άποψη του για τη εξέλιξη του trash/metalσημερινή .
Ποιος ήταν ο πρώτος δίσκος ή κασέτα που απέκτησες;
Ο πρώτος δίσκος που αποκτήσαμε ήταν τα Χριστούγεννα του 1979, αν θυμάμαι καλά, μία συλλογή με μουσικά θέματα από γνωστές ταινίες που είχε τίτλο Les Grandes Musiques De Films και μας το είχαν κάνει δώρο οι γονείς μας. Χρησιμοποιώ πληθυντικό γιατί ήταν από κοινού δώρο σε μένα και στον αδερφό μου. Είχαμε δει στο κινηματογράφο το Superman και μας άρεσε πολύ η μουσική του. Είχαμε πάει λοιπόν σε ένα δισκάδικο στο κέντρο της Αθήνας (sorry, δεν θυμάμαι πιο) και είχαμε ζητήσει το soundtrack της ταινίας αλλά δεν το είχαν και αντ’ αυτού πήραμε τον συγκεκριμένο δίσκο. Είχε διάφορά θέματα όπως το “Rocky”, το “New York, New York”, το “Battle Star Galactica”, το “Grease” και άλλα όχι όμως στις αυθεντικές τους εκτελέσεις αλλά παιγμένα από ορχήστρα. Φυσικά και το έχω ακόμα!!!
Αν τώρα θες να σου πω τους πρώτους δίσκους που είχαμε αγοράσει με δικά μας χρήματα θα πρέπει να μεταφερθούμε στις αρχές του 1983 όταν και είχαμε πάει μαζί με τον αδερφό μου και είχαμε πάρει το Difficult To Cure των Rainbow και το Lovedrive των Scorpions. Βασικά θέλαμε να αγοράσουμε το πρώτο album των Rainbow αλλά δεν το βρήκαμε και έτσι καταλήξαμε στο Difficult To Cure. Και τα δύο albums είναι ακόμα στην συλλογή μου και είναι, τόσο από μουσικής όσο και συναισθηματικής άποψης, από τα πολύ αγαπημένα μου.
Πώς έχεις ταξινομημένη τη δισκοθήκη σου;
Κάθε μουσικό είδος κατέχει ξεχωριστό χώρο στην δισκοθήκη μου. Αλλού το metal που σαφώς και κατέχει την μεγαλύτερη θέση, αλλού η pop μουσική, άλλου κάποια λίγα ελληνικά, γενικά υπάρχει διαχωρισμός στα μουσικά είδη. Από κει και πέρα, κάθε είδος είναι ταξινομημένα αλφαβητικά και μετά χρονολογικά. Αυτό δημιουργεί αλληλουχίες που έχουν ενδιαφέρον καθώς βρίσκεις τους Artch δίπλα στους As I Lay Dying για παράδειγμα, τους Bolt Thrower δίπλα στους Bon Jovi, τον King Diamond χέρι – χέρι με τους Kiss, τους Stryper με τους Suicidal Angels και άλλα ωραία. Τα πάντα όμως είναι μουσική και αυτή η ποικιλία είναι που την κάνει ωραία.  
Ποιος ήταν ο τελευταίος δίσκος που αγόρασες;
Αν και ξέρω ότι την στιγμή που αυτό το κείμενο θα ανεβεί στο διαδίκτυο όλο και κάτι άλλο θα έχω αγοράσει, θα σου πω κάποια που αγόρασα το τελευταίο δίμηνο. Κατ΄ αρχήν, το Patient Number 9 του Ozzy Osbourne που, αναπάντεχα, είναι ένα πολύ ωραίο album, τις επανακυκλοφορίες τα Dead Winter Dead και The Wake of Magellan των Savatage καθώς και το Of Kingdom and Crown των Machine Head σε long-box CD έκδοση. Επίσης, αγόρασα το πρώτο album ενός πολύ καλού νέου hardcore/thrash συγκροτήματος, των Warfare που λέγεται Doomsday αλλά και τα δύο τελευταία albums ενός death metal συγκροτήματος από την Αυστραλία που ανακάλυψα το τελευταίο καιρό, των Werewolves. Τέλος, πήρα το νέο album των Slipknot που είναι ταυτόχρονα συλλεκτικό καθώς έχει γίνει τυπογραφικό λάθος στον τίτλο και αντί για “The End, So Far”, γράφει “The End For Now”.
Αγοράζεις από φυσικά καταστήματα, από το internet ή κι από τα δύο;
Κοίτα Αλέξανδρε, όπως κι εσύ, αποτελώ κομμάτι μιας γενιάς που μάζευε λεφτά από το χαρτζιλίκι για να πάει στο δισκάδικο για να αγοράσει τους δίσκους που ήθελε. ΟΚ, πλέον δεν μαζεύω λεφτά από το χαρτζιλίκι όμως το να πάω σε δισκάδικα και να ψάξω για βινύλια είναι για μένα μία τελετουργία που δεν μπορώ να την αποβάλλω από μέσα μου. Είναι κάτι που εξακολουθεί να με γεμίζει και να με ενθουσιάζει. Όπως επίσης μου αρέσει να πηγαίνω σε παζάρια δίσκων, πραγματικά νιώθω σαν μικρό παιδί που μπαίνει σε ένα μεγάλο κατάστημα με παιχνίδια. Αυτή η διαδικασία του να ψάχνω για το βινύλιο που δεν έχω, να το πιάσω στα χέρια μου, να το περιεργαστώ, να το μυρίσω, είναι κάτι που δεν το αλλάζω με τίποτα.
Από την άλλη, είμαι ένας άνθρωπος που ζει στο σήμερα και το internet είναι μεγάλο μέρος της πραγματικότητάς μου. Οπότε αρκετά από τα βινύλια που αγοράζω είναι από online παραγγελίες, είτε από το Discogs, είτε από διάφορα distros, είτε απευθείας από τα συγκροτήματα με προ-παραγγελίες, από το Bandcamp...
Η γυναίκα σου και τα παιδιά σου πως αντιδρούν στον όγκο της δισκοθήκης;
Πλέον δεν ασχολούνται καθόλου. Παλαιότερα η γυναίκα μου αν με έβλεπε με καμία σακούλα στα χέρια μπορεί, καμιά φορά, και να έλεγε το κλασικό “πάλι δίσκους πήρες;”, αλλά πλέον δεν την απασχολεί. Και τα παιδιά μου το ίδιο, κάποτε πήγαιναν, έπαιρναν κάποια από τα CD’s ή τα βινύλια, τα περιεργάζονταν, τους έβαζα να ακούν αλλά γρήγορα έχασαν το ενδιαφέρον τους. Για να πω την αλήθεια, ποτέ δεν τα πίεσα να ακούσουν την μουσική που άκουγα ή να ενδιαφερθούν και να αγοράζουν δίσκους. Πάντα έλεγα “εκεί είναι τα βινύλια και τα CD’s, αν θελήσουν να ακούσω θα το κάνουν”. Πλέον έχουν τραβήξει τον δικό τους δρόμο.    
Ποιοι είναι οι πιο σπάνιοι και οι πιο αγαπημένοι δίσκοι της δισκοθήκης σου;

Σπάνια πραγματάκια που μπορείς να βρεις στην δισκοθήκη μου; Θα έλεγα την αυθεντική έκδοση της συλλογής Metal Massacre I, ή την Βραζιλιάνικη έκδοση του Arise των Sepultura που περιείχε τα rough mixes του album και είχε κυκλοφορήσει ένα μήνα πριν την κανονική κυκλοφορία του λόγω της συμμετοχής της μπάντας στο Rock In Rio. Επίσης, το Slippery When Wet των Bon Jovi με το κατηργημένο/απαγορευμένο εξώφυλλο σε Γιαπωνέζικη έκδοση. Έχω το No Sleep Till Hammersmith των Motorhead σε Γιαπωνέζικη έκδοση, επίσης σε Γιαπωνέζικη έκδοση το St. Valentine’s Day Massacre με τον τίτλο Motorschool και με παραπάνω κομμάτια ή την No Remorse συλλογή με την δερμάτινη θήκη. Έχω το In Your Multitude των Conception σε αυτή την pop-up gatefold έκδοση που έχει το album σε CD και ένα 12inch single σε διαφανές βινύλιο. Επίσης το The Ethereal Mirror των Cathedral και το Undisputed Attitude των Slayer σε διπλές 10inch εκδόσεις. Super σπάνιο, για να μην πω απίθανο να βρεθεί πλέον, είναι μία CD/DVD έκδοση του Come Clarity των In Flames μέσα σε διαφανές κύβο, φυσικά, τα Fan Cans που έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς οι Metallica όπως και το πρόσφατο box set του Master of Puppets το οποίο, αναλογικά για την ζήτηση, είχε κυκλοφορήσει σε λίγα αντίτυπα και τώρα για να το βρεις πρέπει να τα σκάσεις πολύ χοντρά.
Αγαπημένοι δίσκοι είναι πολλοί, όλοι οι παραπάνω είναι αγαπημένοι μου. Θα σου αναφέρω όμως ορισμένους που, για διαφόρους λόγους, τους έχω στην καρδιά μου. Για παράδειγμα, το Come Out And Play των Twisted Sister με την pop-up εικόνα του Dee Snider. To Surf Nicaragua των Sacred Reich και το Stranger in a Strange Land των Iron Maiden σε picture disc. Γενικά, λατρεύω τα picture discs παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, σε έχουν και τον καλύτερο ήχο. Αγαπημένος δίσκος το Keeper of the Seven Keys I των Helloween γιατί τον είχα αγοράσει όταν είχα ακούσει το A Little Time στην δική σου εκπομπή στο ραδιόφωνο του ANT1. Το πρώτο album των W.A.S.P. που, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, μου θυμίζει πάντα Γυμνάσιο, το Freewheel Burning των Judas Priest που ήταν το πρώτο single που αγόρασα ποτέ από το Δισκάδικο της Αθηνάς ή το Kill Em All των Metallica που είχα αγοράσει από το Happening 660 δρχ. και είναι ο δίσκος που άλλαξε την μουσική μου κοσμοθεωρία
. Είναι τόσα πολλά, θα μπορούσα να γράφω για ώρες.   
Ποιόν δίσκο ψάχνεις να βρεις και δεν βρίσκεις;
Νομίζω πως πλέον στην εποχή του Discogs δεν υπάρχει δίσκος που να μην μπορείς να βρεις. Το θέμα είναι κατά πόσο είσαι πρόθυμος να δαπανήσεις το ποσό που ο εκάστοτε πωλητής κοστολογεί τον δίσκο. Υπάρχουν πάρα πολλοί δίσκοι που δεν μπόρεσα ποτέ να αποκτήσω και θα ήθελα να έχω στην δισκοθήκη μου. Για παράδειγμα, θα ήθελα πολύ να βρω σε καλή κατάσταση και κάπως νορμάλ τιμή την πρώτη έκδοση του Ride the Lightning των Metallica στην Megaforce. Επίσης, το πρώτο EP των Mercyful Fate στην Rave On που είναι πλέον πολύ ακριβό ή τις original picture disc εκδόσεις τόσο του Melisa όσο και του Don’t Break the Oath. Μιας και μιλάμε για picture discs, μου λείπει αυτό του Hell Awaits των Slayer (είναι το πιο δύσκολο να βρεθεί και το πιο ακριβό) για να συμπληρώσω τα πέντε πρώτα τους albums σε αυτό το format. Χτυπάω το κεφάλι μου που δεν αγόρασα όταν μπορούσα τα δύο πρώτα Danzig ή το De Mysteriis Dom Sathanas των Mayhem και τώρα χρειάζονται δύο βασικοί μισθοί. Για να μην μιλήσω για το No Sleep At All των Motorhead με το bonus single από τις συναυλίες τους στην Αθήνα το 1988; Πραγματικά δεν ξέρω τι σκεφτόμουν και δεν το αγόρασα τότε. Κοίτα, τέλεια δισκοθήκη δεν υπάρχει, πάντα θα υπάρχει κάτι που θα σου λείπει και θα θες. Η συλλογή δίσκων είναι μία διαδικασία που δεν σταματά ποτέ.

Μαζεύεις DVD/Blu-Ray; Πόσα περίπου έχεις και ποιο ήταν το τελευταίο που αγόρασες;
Παλαιότερα μάζευα πιο συστηματικά, πρέπει να έχω συνολικά γύρω στα 150 DVD και Blu-Ray. Λίγο λιγότερα ή λίγο περισσότερα, πάντως κάπου εκεί. Πλέον δεν αγοράζω και τόσο συχνά, θεωρώ ότι είναι ένα format που κάπως έχει χάσει την αξία του. Πρέπει να κάτι το πολύ ειδικό για να αποφασίσω να δώσω τα χρήματά μου για μία τέτοια κυκλοφορία. Νομίζω ότι πλέον λειτουργεί πολύ καλύτερα αν αποτελεί κομμάτι μίας ειδικής έκδοσης ή ενός box set. Το τελευταίο που είχα αγοράσει πρέπει να ήταν η Earbook έκδοση του “United Alive” των Helloween με τις συναυλίες τους από την reunion περιοδεία τους με τον Kai Hansen και τον Michael Kiske.  
Πότε ξεκίνησες να γράφεις στο Metal Hammer και ποιο ήταν το πρώτο άρθρο σου;
Πριν πάμε στο Metal Hammer, να αναφέρω κάτι που μάλλον ελάχιστοι γνωρίζουν. Η πρώτη μου συντακτική προσπάθεια – συμμετοχή ήταν γύρω στο 1993 – 1994 όταν η εταιρεία που είχε τότε όλα τα μουσικά περιοδικά(Metal Hammer, Ποπ & Ροκ, Δίφωνο κλπ.) έκανε μία προσπάθεια να βγάλει την Ελληνική έκδοση του Αγγλικού Kerrang!. Είχαν βγει 5 ή 6 τεύχη, αν θυμάμαι καλά, στα οποία εκτός από μεταφράσεις κειμένων κατευθείαν από το Kerrang!, κάναμε και δικά μας άρθρα, κριτικές δίσκων και συναυλιών, είχαμε κάνει και μία στήλη για την Ελληνική σκηνή που είχα γράψει εγώ. Ήταν πολύ καλή φάση!
Στο Metal Hammer, λοιπόν, ξεκίνησα τον Ιανουάριο του 2000, βρίσκομαι αισίως στο 23ο μου έτος ως συντάκτης και στο 38ο έτος ως αναγνώστης. Με τον Κώστα τον Χρονόπουλο, και πολλά από τα παιδιά του περιοδικού γνωριζόμασταν αρκετά χρόνια, συναντιόμασταν σε συναυλίες, σε party του περιοδικού ή παζάρια δίσκων. Κάποια στιγμή που είχα περάσει από τα γραφεία του περιοδικού, η συζήτηση έφτασε στο αν θα ήθελα να γράψω για το περιοδικό. Βέβαια τότε για να γίνει αυτό θα έπρεπε να περάσω από συνέντευξη – Ιερά Εξέταση από τον αείμνηστο Χάρη Ευκαρπίδη που ουσιαστικά ήθελε να του πω την ιστορία του heavy metal απ’ έξω και ανακατωτά από το 1970 μέχρι και εκείνη την χρονιά. Τελικά, κατάφερα και πέρασα την δοκιμασία και 23 χρόνια μετά είμαι ακόμα εδώ.
Το πρώτο μου άρθρο ως συντάκτης του περιοδικού ήταν στο τεύχος του Ιανουαρίου 2000 ένα μικρό κείμενο σχετικά με τις συναυλίες των Metallica με την Φιλαρμονική του San Francisco. Κακό άρθρο, ούτε που θέλω να το θυμάμαι οπότε ως πρώτα μου κείμενα θεωρώ τις συνεντεύξεις και τις αντίστοιχες κριτικές που είχα κάνει στα, τότε, νέα album των Αμερικανών Hades (The Downside) και των Γερμανών Warhead (Beyond Recall) που υπήρχαν στο τεύχος Μαρτίου εκείνης της χρονιάς.
Βέβαια, κείμενά μου είχαν μπει κατά καιρούς σε διάφορα τεύχη του Metal Hammer από τον καιρό πριν γίνω συντάκτης. Το πρώτο, και πιο αγαπημένο από αυτά, ήταν η ανταπόκρισή μου από την συναυλία των Metallica από το Μόναχο τον Οκτώβριο του 1996 στην περιοδεία για την προώθηση του “Load”. Αν θυμάμαι καλά είχε τυπωθεί στο τεύχος Δεκεμβρίου 1996, πραγματικά είχα ενθουσιαστεί όταν είχα πάρει στα χέρια μου το περιοδικό.


Γιατί θα συνιστούσες σε ένα νέο/-α που ακούει hard rock και heavy metal να αγοράσει το Metal Hammer;
Κοίτα, τον Δεκέμβριο του 2024 το Metal Hammer θα συμπληρώσει 40 χρόνια αδιάληπτης παρουσίας. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το Metal Hammer αποτελεί σημείο αναφοράς για την Ελληνική heavy metal πραγματικότητα. Και μόνο το γεγονός ότι είναι το μοναδικό μουσικό περιοδικό που κατάφερε να ανταπεξέλθει μνημόνια, οικονομική κρίση, κλείσιμο τραπεζών, πανδημία και να συνεχίζει ακόμα, από μόνο του σημαίνει πάρα πολλά. Αυτό ίσως να μην μπορεί να γίνει απόλυτα κατανοητό τώρα αλλά όταν το περιοδικό θα πάψει να υπάρχει, ο κόσμος θα συνειδητοποιήσει το πόσο σημαντικό είναι και πόσο μεγάλο κενό θα δημιουργηθεί από την απουσία. Μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω όμως ότι αυτή η μέρα θα αργήσει πάρα πολύ να έρθει.
Στο internet μπορείς να βρίσκεις τα πάντα με μεγάλη ευκολία όμως όλα αυτά χάνονται στον κυκεώνα της υπέρ πληροφόρησης πολύ γρήγορα. Το Metal Hammer έχει ένα motto που λέει: “Only Print Is Real” και το επιβεβαιώνουμε κάθε μήνα. Ανά πάσα στιγμή μπορείς να ανατρέξεις σε αυτό και να διαβάσεις την συνέντευξη, το αφιέρωμα ή την κριτική που είχες διαβάσει πριν ένα μήνα, ένα χρόνο ή δέκα χρόνια. Είναι κάτι που συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, είναι κάτι το χειροπιαστό. Δεν είναι παράξενο ότι υπάρχουν αναγνώστες που ξέρουν απ’ έξω και ανακατωτά κείμενα, συνεντεύξεις και κριτικές που είχαν δημοσιευτεί στο Metal Hammer ακόμα και στα ‘90s ή και πιο παλιά. Το Metal Hammer είναι μία ομάδα, μια παρέα που αποτελείται από πολύ καλές πένες κι ένα νέο παιδί όταν μπει στην παρέα του Metal Hammer, έχει να μάθει πάρα πολλά πράγματα.


Πως είναι ένα meeting συντακτών για την επιλογή άρθρων στο Metal Hammer;
Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, όπως καταλαβαίνεις “τα εν οίκω, μη εν δήμω”. Άλλωστε κι εσύ έχεις περάσει από το περιοδικό και ξέρεις πάνω κάτω πως έχουν τα πράγματα. Όμως για να δώσουμε μία χιουμοριστική εικόνα ενός Metal Hammer meeting, φαντάσου το Γαλατικό Χωριό στον Asterix, όπου ξαφνικά και για ασήμαντο λόγο όλοι αρχίζουν και πλακώνονται μεταξύ τους και επικρατεί πανδαιμόνιο όμως το βράδυ είναι όλα μέλι γάλα και το χωρίο τρώει και πίνει όλο μαζί και αγαπημένο. Κάπως έτσι είμαστε κι εμείς.
Ποια είναι η γνώμη σου για τα αφιερώματα στο περιοδικό; Σε ποια έχεις γράψει, ποιο ήταν κατά τη γνώμη σου το καλύτερο;
Τα γουστάρω πάρα πολύ, νομίζω πως είναι το αλατοπίπερο του περιοδικού. Ναι, οι συνεντεύξεις και οι δισκοκριτικές είναι η βάση κάθε τεύχους όμως τα αφιερώματα είναι αυτά που το ομορφαίνουν είτε είναι πιο μικρά αφιερώματα είτε είναι το παραδοσιακό αφιέρωμα του Αυγούστου που πάντα αναμένεται με ανυπομονησία από τους αναγνώστες. Έχω γράψει σε πολλά και μου αρέσει πάρα πολύ να συμμετέχω σε αυτά. Ίσως και περισσότερο από το να κάνω πλέον συνεντεύξεις. Τα πιο αγαπημένα μου, αυτά που έχω πιο κοντά στην καρδιά μου, είναι τα δύο που είχα αναλάβει εξ’ ολοκλήρου μόνος μου. Το πρώτο είναι το αφιέρωμα στο Cliff Burton τον Σεπτέμβριο του 2001 και το άλλο το αφιέρωμα για το thrash metal τον Ιούνιο του 2008. Από τα υπόλοιπα δεν ξέρω αν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια, έχουν όλα την δική τους σημαντικότητα.
Όπως επίσης λατρεύω την στήλη “Paste Tense To Future Tense” όπου παρουσιάζουμε την ιστορία πίσω από ένα σπουδαίο metal album. Είναι ωραίο να μιλάς με κάποιον σπουδαίο μουσικό που θαυμάζεις και να σου λέει όλες αυτές τις λεπτομέρειες για album που λατρεύεις και θεωρούνται σημαντικά. Εντάξει, είναι άλλη φάση το να μιλάς με τον Jeff “Mantas” Dunn των Venom για το Black Metal, τον Joey Vera των Armored Saint για το Symbol Of Salvation ή με τον Schmier των Destruction για το Infernal Overkill.


Ποιες είναι οι αναμνήσεις από το ταξίδι του 2011 στο Σαν Φρανσίσκο για τα 30α γενέθλια τους;
Εξαρχής ήταν όνειρο ζωής το να επισκεφτώ το San Francisco και το γεγονός ότι το έκανα με την ευκαιρία αυτού του εορτασμού, το έκανε ακόμα πιο special. Θυμάμαι πολύ ζωντανά την στιγμή που διάβασα στο internet την είδηση της αναγγελίας των συγκεκριμένων συναυλιών και τι χρειαζόταν για να είσαι μέσα στους τυχερούς. Ήταν Αύγουστος και ήμουν διακοπές με την οικογένειά μου. Όταν λοιπόν διάβασα το νέο, γύρισα και είπα στην γυναίκα μου “κοίτα, τον Δεκέμβριο συμβαίνει αυτό κι αυτό. Δεν ξέρω αν θα κερδίσω όμως δεν θα τα έχω καλά με την συνείδησή μου αν δεν δηλώσω συμμετοχή. Αν κερδίσω όμως, πάμε; Να πούμε και στο Συμελιάδη και να πάμε παρέα.”. Απλά ήθελα να μου πει το “ναι” και να δηλώσω συμμετοχή. Όταν μετά από δύο – τρεις εβδομάδες όταν ήρθε το mail επιβεβαίωσης, μέχρι να το ανοίξω και να το διαβάσω, κόντεψα να πάθω εγκεφαλικό.
Στο San Francisco μείναμε 8 μέρες, αυτό άλλωστε ήταν το ζητούμενο. Αν ήταν τελικά να πάμε, να πάμε και να δούμε και τις τέσσερις επετειακές συναυλίες. Το ξενοδοχείο που μέναμε ήταν πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης, σχεδόν 10 – 15 λεπτά με τα πόδια από το Fillmore που γίνονταν οι συναυλίες αλλά και απέναντι από το Tommy’s Joynt. Για όσους δεν γνωρίζουν, το Tommy’s Joynt ήταν ένα από τα στέκια των Metallica στο San Francisco και αυτό στο οποίο η μπάντα είχε προτείνει στον Jason Newsted να γίνει μέλος της ύστερα από τον τραγικό χαμό του Cliff Burton.
Τώρα, σε ότι έχει να κάνει με τις συναυλίες, όλα αυτά που ζήσαμε μαζί με τον Δημήτρη (Συμελιάδη) εκείνη την εβδομάδα ήταν πράγματα που δεν μπορούσαμε να τα διανοηθούμε. Ο εξώστης του Fillmore είχε διαμορφωθεί σε μουσείο στο οποίο μπορούσες να δεις διάφορα πράγματα από όλη την ιστορία των Metallica, όπως το μπάσο που ο Cliff Burton έπαιξε στην τελευταία του συναυλία, την flying V του Hetfield από την “Kill Em All”/“Ride the Lightning” περίοδο, τα drums του Ulrich από την “Damaged Justice” περιοδεία, το άσπρο jacket του που φορούσε στην περιοδεία του “Black Album” και τόσα άλλα καταπληκτικά. Τους Metallica, δυστυχώς, δεν κατάφερα να τους δω από κοντά αλλά από τους καλεσμένους είδα τον John Marshall, κιθαρίστας των Metal Church και roadie των Metallica στην περιοδεία του “Master of Puppets”, τον Rob Cavestany των Death Angel αλλά και τον Harald Oimonen, φίλο της μπάντας από τις πρώτες μέρες τους και φωτογράφο (φωτογραφίες του υπάρχουν στα εξώφυλλα/εσώφυλλα των “Kill Em All” και “Ride the Lightning” αλλά και στα “Hell Awaits” των Slayer και “Bonded By Blood” των Exodus). Όσο για το τι έγινε πάνω στην σκηνή, τώρα τι να σου λέω!!! Είδαμε και ακούσαμε πράγματα που μπορώ να μιλάω για πάντα. Κάθε μέρα είχανε ξεχωριστό support και αυτά ήταν οι Apocalyptica, οι Armored Saint, οι Laaz Rockit και οι Death Angel, μπάντες που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είχαν άμεση σχέση με τους Metallica. Από κει και πέρα, πάνω στην σκηνή παρέλασαν ο Biff Byford των Saxon, ο Animal των Anti-Nowhere League, οι Sean Harris και Brian Tatler των Diamond Head, ο Jason Newsted, ο Lou Reed (!!!), ο Rob Halford, o John Bush των Armored Saint, o Jerry Cantrell των Alice In Chains, έγινε reunion των Mercyful Fate, o Glenn Danzig, ο Ozzy και ο Geezer Butler. Τι να λέμε τώρα, πηγαίναμε σε κάθε συναυλία και αναρωτιόμασταν τι πρόκειται να δούμε. Εδώ ανέβηκε πάνω στην σκηνή ο Lloyd Grant, ο κιθαρίστας που ηχογράφησε το solo στην πρώτη έκδοση του “Hit the Lights” και εκεί συνειδητοποίησα ότι ήταν μαύρος, δεν είχα δει ποτέ φωτογραφία του. Και βέβαια, αυτό που περιμέναμε όλοι να συμβεί, είδαμε Metallica πάνω στην σκηνή με Dave Mustaine και Ron McGovney!!!Πως βλέπεις σήμερα την εξέλιξη του thrash/heavy;
Μια καλή δισκοθήκη θέλει και τον φύλακά της

Νομίζω πως γενικά σε όλα τα ιδιώματα, όχι μόνο στον thrash ή τον κλασικό heavy metal ήχο, υπάρχει κινητικότητα. Δεν υπάρχουν μόνο τα κλασικά ονόματα που όλοι ξέρουμε και γουστάρουμε αλλά βγαίνουν πολλά νέα συγκροτήματα που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και οι οπαδοί επιβάλλεται να τα ψάξουν και να τα ανακαλύψουν. Δεν μπορεί εν έτη 2022 η μουσική μας πραγματικότητα να εξακολουθεί να γυρίζει γύρω από τους Μetallica, τους Iron Maiden, τους Judas Priest, τους Scorpions, τους Black Sabbath και όλα αυτά τα μεγαθήρια. Ναι, τους ευχαριστούμε που μας μεγάλωσαν και μας έκαναν αυτό που είμαστε τώρα αλλά κάπου πρέπει να ανακαλύψουμε την διάδοχη κατάσταση και να της δώσουμε την θέση που της αξίζει. Βέβαια σε αυτό φταίει και η έλλειψη σοβαρής μουσικής βιομηχανίας. Θεωρώ ότι αν δισκογραφικά τα πράγματα ήταν όπως 30 χρόνια πριν, πολλά από τα μεγαθήρια θα είχαν παραχωρήσει την θέση τους σε νεότερα συγκροτήματα.
Σε ότι έχει να κάνει για το thrash, νομίζω πως ότι καλύτερο είδαμε στον χώρο τα τελευταία 5 – 6 χρόνια ήταν οι Power Trip. Η συγκεκριμένη μπάντα έδωσε έναν πολύ ανανεωτικό άνεμο στο ιδίωμα και, παρά τον άδικο χαμό του Riley Gale, θα μπορούσαν να πετύχουν πολλά πράγματα. Θεωρώ ότι υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να εξελιχθούν στους Metallica της γενιάς τους και μακάρι να υπάρξει συνέχεια στην ιστορία τους. Παρ’ όλα αυτά, κατάφεραν και έδωσαν την κατάλληλη ώθηση ώστε να βγουν στην επιφάνεια πολλά και καταπληκτικά συγκροτήματα. Συγκροτήματα όπως οι Enforced, οι High Command, οι Lowest Creature, οι Obduktion, οι Prowl, οι Creeping Death, οι Fugitive (project από μέλη των Power Trip και Creeping Death), οι Warfare, οι Ekulu, οι Section H8, οι Age Of Apocalypse και πολλά άλλα…

Ερωτήσεις: Αλέξανδρος Ριχράδος

Φωτογραφίες: Μάρκος Σακελλαρίου

23/10/22 
 

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου