ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ - ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ "ΒΡΩΜΙΚΟ ΨΩΜΙ" (1972)


 Το Δεκέμβριο του 1972, ο Διονύσης Σαββόπουλος παρουσιάζει το τέταρτο άλμπουμ του, με τίτλο "Το "Βρώμικο Ψωμί". Το άλμπουμ αυτό αποτελεί το τρίτο μέρος της ψυχεδελικής  τριλογίας του Σαββόπουλου, που ξεκίνησε με το "Περιβόλι του τρελού" (1969) και συνεχίστηκε με τον "Μπάλλο" (1971).
Όσο και αν τα δύο πρώτα άλμπουμ της τριλογίας είναι σταθμοί για το ελληνικό τραγούδι, όσο και αν ο Διονύσης μάς έδωσε στη συνέχεια και άλλα πολύ αξιόλογα έργα, θεωρώ ότι το «Βρώμικο Ψωμί» είναι όχι μόνον το σημαντικότερο όλης του της δουλειάς, αλλά και ένας κορυφαίος δίσκος της ελληνικής δισκογραφίας.
Και τι δεν βρίσκεις σ’ αυτό το άλμπουμ: Το πανέμορφο «Έλσα σε φοβάμαι», που ακολουθεί το νοσταλγικό μοτίβο του «Έρχεται βροχή» από τον «Μπάλλο». Το συγκλονιστικό, και κλασικό πια, «Δημοσθένους Λέξις» (που το ξέρουμε καλύτερα με τον πρώτο του στίχο «Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή»). Το σαρκαστικό «Ολαρία Ολαρά», στο οποίο ο Διονύσης σατιρίζει τον ολοκληρωτισμό με μια δήθεν παιδιάστικη αθωότητα. Το ανεπανάληπτο «Ζεϊμπέκικο» (Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια), χωρίς ακόμα τη Σωτηρία Μπέλλου. Το σουρεαλιστικό «Μωρό», στο ρεφρέν του οποίου περιέχεται η φράση «φάε, φάε βρώμικο ψωμί σε λειτουργία μαγική». Τη φανταστική διασκευή του “Wicked Messenger” (1967) του Bob Dylan, με τίτλο «Άγγελος Εξάγγελος», που, κατά τη ταπεινή μου γνώμη, υπερέχει του πρωτότυπου. Πάνω απ’ όλα όμως, το επικό «Μαύρη Θάλασσα», ένα μουσικό 13λεπτο επίτευγμα! Ένα fusion ήχων ροκ και βαλκανικής μουσικής, που κορυφώνεται με το Διονύση να τραγουδάει «Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο, δεν έχω υλικό» και ολοκληρώνεται με Θρακιώτικο ζωναράδικο χορό, που μας τον είχε μάθει η Δόμνα Σαμίου!
Οι μουσικοί που συνοδεύουν το Διονύση, μια πλειάδα νέων εξαιρετικών μουσικών, ήταν μεγάλη έκπληξη! Αντί για τα «Μπουρμπούλια», το καταπληκτικό αυτό γκρουπ με το οποίο έκανε τον «Μπάλλο», αλλά και παρουσίασε για πρώτη φορά τη «Μαύρη Θάλασσα» στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο», ο Σαββόπουλος μάς παρουσιάζει ένα νέο σχήμα, τη «Λαιστρηγόνα»: Τους Βαγγέλη Γερμανό (κιθάρα και τζουρά), Θεολόγο Στρατηγό (ηλεκτρική κιθάρα και κλαρίνο), Γιώργο Γαβαλά (μπάσο και τρομπέτα), Γιάννη «Μπαχ» Σπυρόπουλο (τούμπα) και Κώστα Καραμήτρο (ντραμς). Αυτή όμως που πραγματικά ξεχωρίζει και που η σκηνική της παρουσία παραμένει αξέχαστη, είναι η φλαουτίστα Στέλλα Γαδέδη, η οποία απογειώνει το τελικό αποτέλεσμα με τα υπέροχα φωνητικά της.


Μια άλλη πρωτοτυπία του άλμπουμ είναι ασφαλώς το μινιμαλιστικό εξώφυλλο: Μια φωτογραφία του Διονύση να περπατάει στην οδό Αθηνάς, φορώντας ένα μακρύ παλτό, που εμένα μού θυμίζει Ian Anderson. Ούτε ο τίτλος του άλμπουμ αναφέρεται, ούτε το όνομα του καλλιτέχνη. Σκέτη η φωτογραφία! Κάτι σαν το “Atom Heart Mother” των Pink Floyd. Στο οπισθόφυλλο, μια ακόμα φωτογραφία του Διονύση, ο οποίος στέκεται σ’ ένα πολυσύχναστο δρόμο απέναντι από έναν μοτοσυκλετιστή, που φαίνεται σαν να του λέει κάτι στ’ αυτί. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου του Διονύση, ο μοτοσυκλετιστής αυτός συμβολίζει τον άγγελο του θανάτου.

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΚΥΤΤΑΡΟ

Εκείνο όμως, που θεωρώ πραγματικά πρωτότυπο και δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω, είναι η ζωντανή παρουσίαση αυτού του άλμπουμ στο «Κύτταρο»! Είναι η πρώτη χρονιά, που ο Διονύσης αφήνει το αγαπημένο του «Ροντέο» της οδού Χέυδεν και μετακινείται λίγο παραπέρα, στη γωνία σχεδόν Ηπείρου και Αχαρνών, όπου βρίσκεται το «Κύτταρο», το οποίο είχε μέχρι τότε φιλοξενήσει τα σημαντικότερα ελληνικά ροκ γκρουπ. Ο Διονύσης όμως έχει -όπως πάντα- πρωτότυπες ιδέες για την παρουσίαση του «Βρώμικου Ψωμιού». Θέλει να στήσει ένα γνήσιο λαϊκό πανηγύρι, ένα πολυθέαμα, με παλαιστές, καραγκιοζοπαίχτες, λαϊκούς και δημοτικούς τραγουδιστές και φυσικά τον ίδιο, αφού όπως λέει στον Μπάλλο, «είναι ο αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι». Ζητάει λοιπόν από τον τότε ιδιοκτήτη του «Κύτταρου», τον Παύλο Ζέρβα, να αλλάξει εντελώς τη διαρρύθμιση, κατασκευάζοντας παντού ξύλινες κερκίδες, περίπου σαν σε τσίρκο. Ο Ζέρβας δεν του χαλάει το χατίρι και το αποτέλεσμα είναι μοναδικό: Σε μια σκηνή γεμάτη πολύχρωμα φωτάκια και σημαιάκια, που επιμελήθηκε ο Αλέξης Κυριτσόπουλος, παρουσιάζονται (τα λέω από μνήμης, ελπίζω να μην κάνω κάποιο λάθος): Η Λήδα και ο Σπύρος, η Δόμνα Σαμίου, ο παλαιστής Τζίμης ο Τίγρης, οι ρεμπέτες Μπαγιαντέρας, Κερομύτης και Καλφόπουλος, ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης Ευγένιος Σπαθάρης και ο μέγας Τάσος Χαλκιάς με το κλαρίνο του. Κατά τη διάρκεια της παράστασης, προβάλλονταν επίσης σκηνές από τον βωβό ελληνικό κινηματογράφο του Αχιλλέα Μαδρά. Έχω διαβάσει ότι συμμετείχε, στην τελευταία μάλιστα εμφάνισή του, ο Μάρκος Βαμβακάρης, εγώ όμως δεν θυμάμαι να τον είδα. Κάτι άλλο επίσης που θυμάμαι, χωρίς να το έχω επιβεβαιώσει, ήταν ότι στα ντραμς καθόταν ο Νίκος Τσιλογιάννης (από τα Μπουρμπούλια) και όχι ο Κώστας Καραμήτρος.
Ήταν μοναδική η ψυχική ανάταση, με την οποία έβγαινες απ’ αυτή την παράσταση! Δεν ήταν μόνο τα υπέροχα τραγούδια. Ήταν που, έξαφνα, ένοιωθες πάλι περήφανος που ήσουν Έλληνας, κάτι που η Χούντα μάς το είχε στερήσει. Το κατάφερνε, ούτως ή άλλως, αυτό ο Σαββόπουλος: Με τις καινοτομίες του, με τους υπαινικτικούς του στίχους, μας έκανε να νοιώθουμε ότι συμμετέχουμε σε κάτι φωτεινό, κάτι πρωτοπόρο, μακριά από τον ζόφο της καθημερινότητας. Όμως εδώ, δεν αρκέστηκε μόνο στις ευφυείς του δημιουργίες, αλλά μας έκανε κοινωνούς όλης της μουσικής μας κουλτούρας, είτε αυτή λέγεται ροκ, είτε λαϊκά, είτε δημοτικά.
Και το καλύτερο: Ο Διονύσης είχε φροντίσει να είναι και φθηνό όλο αυτό το θέαμα! Αν θυμάμαι καλά, πλήρωνες 50 δρχ. για μια λεμονάδα, που θεωρείτο πολύ φθηνό για την εποχή. Έτσι, πήγαμε και ξαναπήγαμε όλοι μας, χωρίς να στενοχωριόμαστε για το χαρτζιλίκι μας. Αξέχαστες στιγμές!

ΔΙΚΑΙΟΠΟΛΙΣ

30/11/21

Share on Google Plus

About Αλέξανδρος Ριχάρδος

    Blogger Comment

Δημοσίευση σχολίου