THE CULT: ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ, Η ΚΑΡΙΕΡΑ, ΟΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ, ΟΙ ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (1983-2021)


Το 1983 ήταν μια πολύ καλή μουσική χρονιά. Οι δίσκοι πούλαγαν σαν τρελοί, ο κόσμος είχε τη μουσική μέσα στην καθημερινότητά του και οι επιτυχίες, κάθε είδους, διαδεχόντουσαν η μια την άλλη. Η ηλεκτρονική pop dance που για πολλά χρόνια ακόμα θα θριάμβευε στη Μ.Βρετανία, οι U2 έβαζαν τις βάσεις για το μέλλον τους, οι Pink Floyd κυκλοφορούσαν το Final Cut και τους ανέμεναν τα δικαστήρια, το heavy metal που με δίσκους σαν τους Metal Health (Quiet Riot), Headhunter (Krokus), Holy Diver (Dio), Another Perfect Day (Motorhead) κ.α., έβαζε θεμέλια για μια λαμπρή καριέρα που ερχόταν αλλά και το New Wave που μεταλλασσόταν σε πιο σοφιστικές (Stranglers, Creatures, Aztec Camera, Talking Heads κ.α.), έβγαζε καλά άλμπουμ. Ta βρετανικά μουσικά περιοδικά Smash Hits, Face και No1 ψάχνουν σε κάθε τεύχος τους, τους νέους stars. Αλλά και οι μουσικοί δεν κάθονται άπραγοι. Ψάχνουν τη διαφορετικότητα, αρχίζοντας  να δουλεύουν κι άλλα είδη, κι ένα από αυτά ήταν το gothic. To άρθρο για τους Cult μόλις ξεκίνησε!
ΤΑ ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΑ
Οι ρίζες τους βρίσκονται στο Bradford, το 1981 όταν ο 21χρονος τραγουδιστής Ian Astbury,σχηματίζει τους Southern Death Cult, ένα όνομα που επέλεξαν για το διπλό μήνυμα του: από τη θρησκεία των Aμερικανών ιθαγενών του 14ου αιώνα, το Southeastern Ceremonial Complex ή το Southern Death Cult, που ζούσαν στου δέλτα του Mississippi αλλά κι από ένα ιδεολογικό/πολιτιστικό κίνημα που είχε αναπτυχθεί στη Ν.Αγγλία.
Οι Southern Death Cult αρχίζουν να δίνουν τις πρώτες συναυλίες τους, κινούμενοι σε ένα ήχο post-punk και gothic rock και βρίσκοντας αμέσως υποστηρικτές (fans). Επειδή εκείνη την εποχή, παρακολουθούσαν πολύ έντονα τα αγγλικά μουσικά περιοδικά, σας πληροφορώ ότι ήταν πολύ εύκολο να αποκτήσεις fans, αρκεί να έπαιζες καλά (σ.σ. όχι πάντα!). ‘Ήταν ένα διψασμένο κοινό που καθημερινά έψαχνε το καινούργιο και το διαφορετικό.
Εύκολα υπέγραψαν στην Situation Two, μια εταιρεία της Beggars Banquet Records που έψαχνε καινούργια ονόματα κι αμέσως κυκλοφόρησαν το single Moya για να ακολουθήσει περιοδεία με τους Bauhaus και Theatre of Hate. Δεν υπήρχε καλύτερο ξεκίνημα! Κι όμως μετά από λίγο διαλύθηκαν, με την Beggars Banquet να κυκλοφορεί τη συλλογή The Southern Death Cult με τα 3 τραγούδια από το single, radio sessions από την εκπομπή του John Peel στο Radio One κι ότι live είχαν...ακόμα και από κασέτα του κοινού!
ΟΙ SOUTHERN DEATH CULT ΓIΝΟΝΤΑΙ CULT
Τον Απρίλιο του 1983, ο Astbury συναντά τον κιθαρίστα Billy Duffy και σχηματίζουν τους Death Cult. Μαζί τους ο ντράμερ  Raymond Taylor Smith (γνωστός και με το όνομα Ray Mondo) κι ο μπασίστας Jamie Stewart κι οι δύο πρώην μέλη των Ritual. Ξεκινούν εμφανίσεις και το Νοέμβριο του 1983 κυκλοφορούν το Death Cult EP με τον Nigel Preston (πρώην Theatre of Hate) να αντικαθιστά τον Mondo στα ντραμς και κυκλοφορούν ακόμα ένα single, το "Gods Zoo". Τότε οι Astbury και Billy Duffy, ξανά αλλάζουν το όνομα τους, αυτή τη φορά σε σκέτο Cult. Η εμφάνιση τους στο video είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική για τη μόδα της εποχής και τον ήχο τους στην κιθάρα που ακούγεται όπως έπαιζαν όλα τα βρετανικά συγκροτήματα, τότε.


Το 1984 ήταν η χρονιά που μετά από 2 singles, το συγκρότημα θα έμπαινε στο Rockfield Studios της Ουαλίας για να ηχογραφήσει τα 10 τραγούδια του πρώτου άλμπουμ του με τίτλο Dreamtime που τα είχε όλα, λίγο punk, λίγο rock’n’roll, λίγο gothic. Η δουλειά που είχαν κάνει τα δύο προηγούμενα χρόνια (περιοδείες), απέδωσε, με το άλμπουμ να σταματά στοΝο 21 του βρετανικού chart και οι πωλήσεις του να ξεπερνούν τις 60.000 αντίτυπα. Καλή αρχή!
Το άλμπουμ ήταν καλό, με δυνατές στιγμές του τα τραγούδια "A Flower in the Desert", "Spiritwalker"(Νο1 στο Βρετανικό Indie Chart) και "Horse Nation"(με τον Astbury να δείχνει την αγάπη του για τους Ινδιάνους, κάτι που θα έκανε πιο έντονα στα επόμενα άλμπουμ τους). Οι στίχοι του τραγουδιού προέρχονται από το βιβλίο
Bury My Heart at Wounded Knee του Αμερικάνου συγγραφέα και ιστορικού Dee Brown που αναφέρεται στις ινδιάνικες φυλές της Αμερικής,
ενώ το "Spiritwalker" αναφέρεται στο Σαμανισμό (μαγικό-θρησκευτικό κίνημα που διαμορφώνεται γύρω από την τεχνική της έκστασης. Θεωρείται μυστικιστική εμπειρία και δεν είναι θρησκεία ή φιλοσοφία καθώς εμφανίζεται πριν από αυτές. Κεντρικό πρόσωπο στον Σαμανισμό είναι ο σαμάνος (šamán) ως ιερέας, μάγος-γιατρός και αρχηγός) που οι περισσότεροι τον μάθαμε μετά τα γεγονότα του Ιανουαρίου 2021 μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο.
Γενικά οι στίχοι αλλά και το εξώφυλλο του άλμπουμ ήταν εμπνευσμένοι από τους Αβορίγινες της Αυστραλίας. Ο ήχος τους, ένα κράμα gothic, νέο ψυχεδέλειας και new wave, ήταν πολύ κοντά στον ήχο των U2 και δεν είχε καμία σχέση με αυτόν που τους μάθαμε από το άλμπουμ Electric και μετά. Λίγοι και καλοί ήταν αυτοί που τους έμαθαν στη χώρα μας με το Dreamtime,. Έπρεπε να φθάσουμε στο 1985 και στην κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους Love (Νο4 Αμερική), που δεν προλάβαινε να βγάζει το ένα καλό τραγούδι μετά από το άλλο. "She Sells Sanctuary", "Rain" και "Revolution"είναι 3 ενδεικτικοί τίτλοι, ενός δίσκου που ξεπέρασε τα 2.500.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο με τον Preston να έχει απολυθεί κι αντικατασταθεί από τον ντράμερ των Big Country, Mark Brzezicki. Η ψυχεδέλεια και η post new wave διάθεση αρχίζει να υποχωρεί, με τον Duffy να κτίζει ένα δικό του ήχο στην κιθάρα και τη φιγούρα του Astbury με τη μπαντάνα, να είναι κυρίαρχη στα περιοδικά. Η βάση των Cult είναι το αχτύπητο δίδυμο των Astbury και Duffy με τους ντράμερς να πάνε και να έρχονται. Ήδη στη θέση του Brzeszicki έχει έλθει ο Les Warner (είχε παίξει με τους Julian Lennon και Johnny Thunders) και με αυτόν βγαίνουν περιοδεία στην Ευρώπη. Εμείς πρέπει να περιμένουμε αρκετά ακόμα χρόνια για να τους δούμε.




Στην επιστροφή τους, μπαίνουν στο Manor Studios και με παραγωγό τον Steve Brown με τον οποίον είχαν δουλέψει και στο Love, ηχογραφούν περισσότερα από 12 καινούργια τραγούδια που δεν τους αφήνουν ικανοποιημένους. Έτσι το τρίτο άλμπουμ τους που τιτλοφορείτο Peace, μπαίνει στο ράφι κι αποφασίζουν να πάνε στην Νέα Υόρκη και να δουλέψουν με ένα νέο όνομα που σύντομα θα αναδεικνυόταν σαν ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς, τον Rick Rubin και να ξανά δουλέψουν το υλικό τους, με πρώτο το "Love Removal Machine" το οποίο τους ζήτησε να το ξανά ηχογραφήσουν. Κι όπως γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις, το ένα τραγούδι φέρνει το άλλο και τελικά ξανά ηχογράφησαν όλα τα τραγούδια τα οποία πέραν της βασικής σύνθεσης, διαφέρουν σημαντικότατα με αυτά στα οποία είχε κάνει παραγωγή ο Brown! Άσε που ο ήχος τους, έχει μια δόση από Rolling Stones! Καλλιτεχνικά όλα αυτά ήταν υπέροχα, έλα όμως που οι άνθρωποι της  Beggars Banquet, έβλεπαν τα έξοδα να εκτοξεύονται, με περισσότερες από £250.000 να έχουν ξοδευτεί μέσα σε 2 μήνες αλλά όταν άκουσαν το τελικό αποτέλεσμα, έμειναν ικανοποιημένοι (σ.σ. η ψυχή τους το ξέρει!). Το άλμπουμ μετονομάστηκε σε Electric (Νο4 Μ.Βρετανία,Νο 38 Αμερική) με πρώτο single το "Love Removal Machine", βγάζοντας ακόμα 2 καλά και πετυχημένα singles, τα "Lil Devil" και "Wild Flower". Κι εδώ αρχίζουν …τα συλλεκτικά, αφού στο single του "Love Removal Machine", εμφανίζονται στη β πλευρά του τραγούδια  από τις ηχογραφήσεις του Brown.

Στην αμερικάνικη περιοδεία για την προώθηση του Electric, τις συναυλίες τους ανοίγουν οι άγνωστοι Guns N' Roses αλλά στην Ευρώπη έχουν την ατυχία, στη Δανία, να τους κλέψουν τα όργανα, προκαλώντας τους ζημία £30.000. Έτσι ακύρωσαν την αυστραλέζικη περιοδεία καθώς καμία εταιρεία δεν τους δάνειζε μηχανήματα! Ακολούθησε μια δικαστική διαμάχη με την Warner για παρακράτηση δικαιωμάτων για να καταλήξουν να ηχογραφήσουν 21 καινούργια τραγούδια για το επόμενο άλμπουμ τους με τη συμμετοχή του οργανίστα John Webster. Η θέση του ντράμερ πρέπει να είχε καρφιά, αφού κι ο Les Warner αποχωρεί κι αρχικά αντικαθίσταται από τον Chris Taylor, ενώ για κάποια demos παίζει ο μετέπειτα ντράμερ των Kiss,  Eric Singer! Τελικά καταλήγουν στον Mickey Curry και με παραγωγό τον Bob Rock, ηχογραφούν στο Βανκούβερ, το άλμπουμ Sonic Temple (1988,Νο 3 Μ.Βρετανία, Νο 10 Αμερική), γνωρίζοντας τη μεγαλύτερη επιτυχία τους.  Το άλμπουμ έχει τρεις κομματάρες: τα "Fire Woman" , "Edie (Ciao Baby)" και "Sweet Soul Sister" και τα τρία all time hits που ακούγονται ακόμα ξανά και ξανά. Και για να είμαστε ειλικρινείς, αν σας  ρωτήσουν να πείτε ένα τραγούδι τους, αυθόρμητα θα πείτε ή Fire Woman" ή "Edie (Ciao Baby)", με το πρώτο να είναι το διαβατήριο για τον ήχο τους που σταδιακά άλλαζε, με Astbury που έγραψε τους στίχους να λέει ότι με τις λέξεις “Fire Woman” θέλει να τονίσει τη γυναίκα σαν παγκόσμιο σύμβολο συνδυασμένο με το πρωταρχικό στοιχείο της φωτιάς. Ένα καθαρόαιμο hard/heavy κομμάτι, από τα πλέον χαρακτηριστικά της δεκαετίας του 80, οι Astbury και Duffy, πέτυχαν την απόλυτη ισορροπία του hard rock και αυτό που στην Αμερική αλλά και Ευρώπη, ονόμαζαν radio friendly τραγούδι. Η δουλειά του Bob Rock, έκανε τα τραγούδια του δίσκου πιο μαγικά και έβγαλε προς τα έξω τη φωνή του Astbury, κρατώντας όλη τη «βρωμιά του» που τον έκανε να ξεχωρίζει.


Η δεύτερη κομματάρα του Sonic Temple είναι το "Edie (Ciao Baby)", μια power μπαλάντα, κι αυτό σύνθεση των Duff/Astbury, που ξεκινάει με ακουστική κιθάρα κι εξελίσσεται σε mid tempo τραγούδι. Οι στίχοι είναι εμπνευσμένοι  από την Aμερικανίδα ηθοποιό Edie Sedwick, μούσα του Andy Warhol. «Βρισκόμουν στη Νέα Υόρκη όταν ηχογραφούσαμε το άλμπουμ Electric (σ.σ. το προηγούμενο από το Sonic Temple) και κάποιοι φίλοι με κάλεσαν σε μια επίδειξη μόδας όπου προβλήθηκε η ταινία Ciao Manhattan η οποία μου κέντρισε το ενδιαφέρον καθώς αναφερόταν στους Velvet Underground και στον  Andy Warhol. Διάβασα την ιστορία της και συγκινήθηκα” έχει δηλώσει ο Ashbury. Sedgwick είχε εμφανιστεί σε αρκετές ταινίες του Warhol όπως Poor Little Rich Girl και Beauty No.2. Η τελευταία ταινία της ήταν στο ρόλο της Susan Superstar στο Ciao! Manhattan, σε σκηνοθεσία και σενάριο των John Palmer και David Weisman αντίστοιχα. Όπως καταλάβατε ο Ashbury δανείστηκε το Ciao από τον τίτλο της ταινίας. Η Edie Sedgwick δεν κατάφερε να κάνει καριέρα γιατί το 1971 πέθανε εξ αιτίας της χρήσης ναρκωτικών σε ηλικία μόνο 28 ετών. Η ταινία Factory Girl όπου πρωταγωνιστεί η Sienna Miller, αναφέρεται στη ζωή της. Από τα πολύ δυνατά στοιχεία του τραγουδιού, οι στίχοι του Astbury. Η πρώτη πλευρά του βινύλιου κλείνει με το πολύ καλό “Sweet Soul Sister”( εμπευσμένο από τον μποέμικο τρόποζωής των παριζιάνων!) με ένα ρεφρέν να σου κολλάει εύκολα στο μυαλό αλλά και με ένα σόλο που εύκολα στο τινάζει. Βάζοντας τη β’ πλευρά, εύκολα καταλαβαίνεις ότι το Sonic Temple είναι ένα ομοιογενές άλμπουμ, χωρίς τραγούδια που να θεωρούνται απλά rock tracks που συμπληρώνουν το δίσκο, με μόνη εξαίρεση τα "Automatic Blues" και "Wake Up Time for Freedom", αλλά και πάλι, δεν είναι ικανά να αλλοιώσουν την καλή γεύση  που αφήνει πίσω του το σύνολο των τραγουδιών και η διάθεση του συγκροτήματος.


Στο εξώφυλλο, υπάρχει αυτή η καταπληκτική φωτογραφία του Billy Duffy με την Gibson Les Paul, φωτογραφία που έχει χιλιοχρησιμοποιηθεί και για άλλους σκοπούς! Πίσω από τον Duffy, διακρίνεται ο Ian Astbury, ενώ στο οπισθόφυλλο, επίσης σε μια εντυπωσιακή φωτογραφία, εικονίζεται ο μπασίστας Jamie Stewart. Με το πρώτο άκουσμα, δείχνει ότι οι Duffy και Astbury έχουν στραμμένο το βλέμμα τους στο metal κοινό  που εκείνη την εποχή, σάρωνε.
Έχοντας ένα ήδη πετυχημένο single, το "Fire Woman", οι Cult βγαίνουν περιοδεία με τους Aetosmith (Ευρώπη) και Metallica (Αμερική) με ντράμερ (σ.σ. πάλι άλλαξαν), τον άγνωστο ως εκείνη την στιγμή Matt Sorum, με τα singles να κυκλοφορούν το ένα μετά το άλλο (σ.σ. όσα πιο πολλά singles βγάλει ένας δίσκος, τόσο πιο πετυχημένο είναι). Το τέλος της αμερικάνικης περιοδείας έρχεται πιο γρήγορα απ΄ότι περίμεναν, αφού ο Astbury πληροφορήθηκε ότι πέθανε ο πατέρας του κι έπρεπε να επιστρέψει. Έτσι ο Sorum για να μη μείνει άνεργος, δέχτηκε την πρόταση των Guns’n’Roses να αντικαταστήσει τον Steve Adler.


Η ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΓΕΝΝΑ ΝΕΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ
Το 1990, ο Astbury διοργάνωσε το φεστιβάλ Gathering of the Tribes στο Λος Άντζελες και Σαν Φρανσίσκο με τη συμμετοχή των Soundgarden, Ice-T, Indigo Girls, Queen Latifah, Iggy Pop, the Charlatans, the Cramps και Public Enemy. Όλα μεγάλα ονόματα της εποχής Το φεστιβάλ διήρκεσε 2 ημέρες και το παρακολούθησαν 40.000 κόσμου. Το 1991, ο σκηνοθέτης Oliver Stone πρότεινε στον Astbury το ρόλο του Jim Morrison στην ταινία του The Doors. Αυτός όμως αρνήθηκε γιατί θεώρησε ότι δεν ήταν ο πρέπον τρόπος που παρουσιαζόταν ο Morrison στο έργο κι έτσι το ρόλο πήρε ο Val Kilmer.
Καλά όλα αυτά, αλλά κινητήριος δύναμις είναι οι Cult κι έτσι το δίδυμο Duffy/Astbury ξεκινούν να γράφουν καινούργια τραγούδια αν και η σχέση τους φαίνεται να μην είναι η καλύτερη αφού ακόμα και στο studio μιλούν ελάχιστα. Το Σεπτέμβριο του 1991 κυκλοφορεί το 5ο άλμπουμ τους με τίτλο Ceremony (Νο 34 Αμερική) αλλά οι πωλήσεις του δεν φθάνουν τα προηγούμενα 2 άλμπουμ τους (σ.σ πούλησε στην Αμερική 1.000.000 αλλά μπρος στα προηγούμεναι, θεωρήθηκε…λίγο). Κι όμως το Ceremy έχει 2 από τα καλύτερα τραγούδια τους, τα "Wild Hearted Son" και "Heart of Soul" (UK No. 50) με τον μπασίστα Jamie Stewart να αποχωρεί λίγο πριν τις ηχογραφήσεις, μετά από κόντρα που είχε με τους Ian Astbury Billy Duffy, με τον Charles Drayton να παίζρνει τη θέση του και τον Mickey Curry στα ντραμς.
Από τον τίτλο και τη φωτογραφία του εξώφυλλου, καταλαβαίνετε ότι τα τραγούδια είναι εμπνευσμένα από τους Ινδιάνους της Αμερικής, με το συγκρότημα να πληρώνει ένα μεγάλο ποσό στους γονείς του παιδιού που εικονίζεται στο εξώφυλλο γιατί χρησιμοποίησαν τη φωτογραφία του χωρίς την άδεια τους!! Μυρίζοντας χρήματα, ακούστηκαν πολλά περίεργα από τους γονείς(σ.σ. οι οποίοι μυρίστηκαν χρήματα!) όπως ότι το παιδί τους αισθάνθηκε «καταραμένος» κι ότι «είχε συναισθηματικά σημάδια». Αφού πλήρωσαν το ποσό διακανονισμού, οι Cult χρησιμοποίησαν την εικόνα του αγοριού στο video του "Wild Hearted Son". Κατά την ευρωπαϊκή περιοδεία που ακολούθησε, ηχογράφησαν την εμφάνισή τους στο Marquee Club και τη συμπεριέλαβαν σαν bonus στο πρώτο Greatest Hits (διάβασε πιο κάτω για τα Live). Για πολλοστή φορά αλλάζουν τη rhythm section προσλαμβάνοντας τον μπασίστα Craig Adams (από τους Mission) και τον ντράμερ  Scott Garrett και με αυτή τη σύνθεση παίζουν για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
Με τη μουσική να έχει αλλάξει και το συγκρότημα να έχει φθάσει στο ζενίθ του, κυκλοφορούν το 6ο άλμπουμ τους που έχει τίτλο The Cult(1994, Νο 21 Μ.Βρετανία, Νο 69 Αμερική), το οποίο λόγω εξώφυλλου, οι fans το αποκάλεσαν 'Black Sheep'. Πολύ καλό τραγούδι το “Star” αλλά από εκεί και πέρα δεν υπήρχε κάτι που θα το τράβαγε. Ήτνα φανερό ότι οι ίδιοι οι Cult ψαχνόντουσαν μέσα στην θυελλώδη μουσική αλλαγή που είχε έλθει. Σε συνεντεύξεις του ο Astbury είχε χαρακτηρίσει το άλμπουμ «πολύ προσωπικό και αποκαλυπτικό» με τους στίχους του να αναφέρονται στη ζωή, τη σεξουαλική κακοποίηση αλλά και το θάνατο του Nigel Preston. O Duffy θεώρησε ότι οι στίχοι ήταν αυτοί που δεν βοήθησαν το άλμπουμ να πουλήσει, ενώ ακούγοντας και βλέποντας το video του Star καταλαβαίνεις αμέσως ότι οι Cult έχουν προσαρμοστεί (βίαια) στη νέα μουσική τάξη των πραγμάτων!
Η αποτυχία του άλμπουμ, έφερε προσωρινή διάλυση με τον Astbury να σχηματίζει τους garage Holy Barbarians που κυκλοφόρησε 1 και μοναδικό (αδιάφορο) άλμπουμ. Το συγκρότημα διαλύθηκε κι τα τραγούδια που είχε ετοιμάσει ο Astbury τα κράτησε για ένα μελλοντικό προσωπικό δίσκο, τον οποίο κυκλοφόρησε το 2000 με τίτλο  Spirit\Light\Speed και ελάχιστοι κατάλαβαν ότι κυκλοφόρησε.
Κι ενώ όλα δείχνουν ότι το συγκρότημα βρίσκεται στο πουθενά, το 1999 οι Astbury και Duffy επανασυνδεόνται με τον Matt Sorum στα ντραμς και τον πρώην Porno for Pyros, Martyn LeNoble στο μπάσο, κάνοντας την πρώτη συναυλία τους τον Ιούνιο του 1999 στο Tibetan Freedom Concert. Ακολούθησε αμερικάνικη περιοδεία 30 ημερών, με όλες τις ημερομηνίες sold out.


O IAN ASTBURY KAI OI DOORS
Μια τυχαία συνάντηση των Manzarek, Krieger με τον Ian Astbury σε  ένα  τηλεοπτικό studio, φέρνει τον τραγουδιστή των Cult μέσα στην ομάδα των μουσικών που συμμετέχουν στο tribute album, Stoned Immaculate: The Music of The Doors, τραγουδώντας στα "Wild Child"(εδώ τον συνοδεύουν και οι Billy Duffy, Matt Sorum),  και "Touch Me". Τόσο η ερμηνεία του όσο και η ομοιότητα του με τον Jim Morrison κάνουν τους  Manzarek και Krieger να σκεφτούν πολύ σοβαρά και να υλοποιήσουν τους The Doors of the 21st Century(D21C οι οποίοι μετά από αγωγή της οικογένειας τουJim Morrison και του ντράμερ John Desmore που ΔΕΝ συμμετείχε στην παρέα, μετονομάστηκαν σε Riders of the Storm!). Πέρασαν 4 χρόνια και η ιδέα καρποφόρησε στα μυαλά των Manzarek και Krieger που το καλοκαίρι του 2004 βγαίνουν περιοδεία, με τραγουδιστή τον Ian Astbury στη θέση του μεγάλου Απόντος. Όλοι στην αρχή τσίνισαν (όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις) αλλά όσοι ανέβηκαν εκείνο το βραδάκι της 22ας Ιουλίου 2004 στο Λυκαβηττό, αποζημιώθηκαν με το παραπάνω. Βέβαια όσοι επέμεναν να ακούνε τους Doors με τον Jim Morrison από τους δίσκους, έμειναν σπίτι τους. Οι υπόλοιποι θαύμασαν ένα τρομερό ερμηνευτή, που ήταν φανερό ότι είχε μελετήσει την κάθε κίνηση του Morrison και πάνω στη σκηνή ζούσε το όνειρο του. Προσωπικά ήμουν από αυτούς που έχω αποδεχτεί ότι ο Morrison έχει φύγει από τη ζωή και ήθελα να ξανά δω τους Ray Manzarek (πλήκτρα) και Robbie Krieger (κιθάρα) με τον Astbury που πάντα μου άρεσε σαν ερμηνευτής. Και δικαιώθηκα για αυτή την επιλογή μου εκείνο το βράδυ, που στο τέλος εμφανίστηκαν όλοι με μπλούζες της Εθνικής Ελλάδος λόγω του θριάμβου εκέινης της χρονιάς. Άσε που ήταν τόσες καλές και πολλές οι πρόβες του, που σε ορισμέ να τραγούδια νόμιζα ότι άκουγα κι έβλεπα(Ντύσιμο, μαλλί, γυαλί, στήσιμο, κινήσεις) τον Μεγάλο Απόντα! Ξέρετε, αυτό σε κάποιον εκτιμάται, σε κάποιον άλλον είναι υπερ αρνητικό στοιχέιο. Όπως το δει ο καθένας. Πάντως εκείνο το βράδυ πέρασαν πολύ καλά!
Οι Manzarek, Krieger με τον Astbury


OI CULT ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ
To 2001 υπογράφουν στην Atlantic Records και αρχικά με παραγωγό τον Mick Jones (Foreigner) ξεκινούν τις ηχογραφήσεις. Ο Jones λόγω φόρτου συναυλιών με τους Foreigner αποχωρεί και το άλμπουμ τελειώνει ο Bob Rock. Στα ντραμς έχει επσιτρέψει ο Matt Sorum κι αυτός είναι ο πρώτος δίσκος του με studio ηχογραφήσεις των Cult. Παρεπιπτόντως, ο τίτλος του άλμπουμ είναι Beyond Good and Evil(No.37 Αμερική) με τον τίτλο να αναφέρεται στο ομότιλο βιβλίο του Friedrich Nietzsche του 1886, αν κι ο αρχικός τίτλος του ήταν Bring Me the Head of Dave Grohl(!!!). Το άλμπουμ έβγαλε μόνο ένα single, το “Rise” και στην πραγματικότητα επισημοποίησε τη σταδιακή πτώση τους με τον Astbury να μην είναι καθόλου ικανοποιημένος από τη συνεργασία του με την Atlantic με τη διαρκή εναλλαγή δίσκος, περιοδεία, δίσκος, περιοδεία να τον έχει εξουθενώσει. Προσπάθησε να βρει τη ψυχική του ηρεμία, ταξιδεύοντας στο Θιβέτ και στην επιστροφή του, αφού χώρισε, ένιωσε έτοιμος να επανασυνδεθεί με τον Duffy που σκεπτόταν άλλα πράγματα.Έκανε μια προσπάθεια να παίξει με τον Ozzy, με τον Billy Idol κι ακόμα με πρόταση του Lars Urlich να σχηματίσει ένα συγκροτήμα με τραγουδιστή τον Corey Clarke. Κανένα από τα παραπάνω δεν περπάτησε κι επέστρεψε στο Λονδίνο όπου έκανε την παραγωγή στο άλμπουμ των Mainstream και σχημάτισε τους Coloursound που θα διαβάσετε πιο κάτω. 

 
Η ευρωπαική περιοδεία του 2001 ακυρώθηκε λόγω θεμάτων ασφαλεία μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 9ης Σεπτεμβρίου, ενώ κυκλοφόρησαν το DVD
 Music Without Fear DVD. Το συγκρότημα ξανά βρίσκεται σε ένα παρατεταμένο διάλειμμα με τον Astbury να ετοιμάζει υλικό για το δεύτερο προσωπικό του δίσκο που τελικά τα τραγούδια κατέληξαν στον καινούργιο δίσκο των Cult, Born into This(2007) και πάλι με διαφορετικό rhythm section!
Κι αν έχει δοθεί μεγάλη δημοσιότητα στην προσωπική καριέρα του Astbury, o Duffy σχημάτισε τους  Coloursound με το μπασίστα Craig Adams και τον πρώην Alarm τραγουδιστή Mike Peters. Αργότερα σχημάτισε τους Dead Men Walking (και πάλι με τον Peters) και τους Cardboard Vampyres μαζί με τους John Corabi και Jerry Cantrell των Alice in Chains! Όπως καταλάβατε, κανένα συγκρότημα δεν «περπάτησε». Ο Sorum πήγε στους Velvet Revolver, ενώ ο Astbury έφυγε από τους Riders on the Storm (2007).  Βρισκόταν στο σπίτι του Peters όταν του τηλεφώνησε ο ο manager του Astbury, λέγοντας του ότι ήλθε η στιγμή να ξανά βρεθούν. Οι δύο φίλοι τα βρήκαν σε χρόνο dt κι επέστρεψαν με το δίσκο Born into This με παραγωγό τον μπασίστα των Killing Joke, Martin "Youth" Glover και το Choice of Weapon (2012) με παραγωγό τον Chris Goss κιθαρίστα των Masters of Reality και με ένα εξώφυλλο που αισθηστικά έμοιαζε πολύ με το The Cult (1994).


O Ian Astbury είπε ότι τα τραγούδια του, δουλεύτηκαν πολύ στις πρόβες και ότι έβαλαν τον καλύτερο εαυτό τους, με τον παραγωγός Chris Goss να δημιουργεί το σωστό περιβάλλον για να προβληθούν όπως πρέπει. Τα τραγούδια έχουν μια καθαρότητα και το Choice of Weapon είναι ένα διαφορετικό άλμπουμ σε σχέση με ότι κυκλοφόρησαμε στο παρελθόν». Παρ΄όλη την καλή προσπάθεια τους, οι Cult έχουν χάσει την συνθετική ενέργεια και φλόγα που είχαν τα πρώτα χρόνια της μεγάλης καριέρας τους.  Ειδικά από το 1994 κι από το The Cult και μετά, παρ΄όλο που διατήρησαν το υψηλό επίπεδο παιξίματος, συνθετικά δεν μπόρεσαν να φθάσουν στην κορυφή του παρελθόντος. Εκείνο όμως που τους τιμά, είναι ότι σε καμία στιγμή δεν, έριξαν την ποιότητά τους. Τελευταίο studio άλμπουμ τους είναι το Hidden City( 2016), που έκελισε την τριλογία που είχαν ξεκινήσει τα δύο προηγούμενα, με το συγκρότημα να ανοίγει την Not in This Lifetime... Tour των Guns N' Roses. Τα τελευταία νέα, τους φέρνουν να δουλεύουν καινούργια τραγούδια με παραγωγό τον Tom Dalgety, με τον οποίο είχαν δουλέψει στο πρώτο άλμπουμ τους(!) πριν 36 χρόνια.  
Εκείνο που κατάφεραν οι Astbury/duffy ήταν να κτίσουν ένα δικό τους στυλ, βασισμένο στον hard rock της δεκαετίας του 70 και της αγγλικής σκηνής των Joy Division και Siouxsie and the Banshees, με τα καλύτερα στοιχεία τους. Ο ίδιος ο Duffy, παραδέχεται ότι οι Johnny Thunders and the Heartbreakers τον επηρέσαν κιθαριστικά όπως και ο ήχος των Siouxsie and the Banshees. Βέβαια όλα αυτά δεν θα συνέβαιναν, αν οι Astbury και Duffy δεν ήταν τόσο καλοί!

ΟΙ ΣΥΛΛΟΓΕΣ
Το συγκρότημα έχει κυκλοφορήσει αρκετές συλλογές με σημαντικότερες τις το EP με 4 τραγούδια, όταν ακόμα λεγόντουσαν Death Cult (1983) που είναι άκρως συλλεκτική, την Pure Cult (1993)με υπότιτλο Pure Cult: for Rockers, Ravers, Lovers, and Sinners, την High Octane Cult (1996) που θεωρείται ανεπίσημη αφού δεν είχε την συγκατάθεσή τους αλλά πολύ καλή και τέλος την Pure Cult: The Singles 1984–1995 με ίδιο εξώφυλλο με την Pure Cult αλλά άλλα χρώματα.


TA LIVE
Οι Cult δεν έχουν το live άλμπουμ που θα είχε μια σωστή καταγραφή της σκηνικής τους παρουσίας. Παρ’όλα αυτά, έχουν 3 διαφορετικά live αρκετά ενδεικτικά όπως το Live at the Lyceum (1984), ηχογραφημένο στο Lyceum Ballroom του Λονδίνου το Μάιο του 1984, το οποίο κυκλοφόρησε σε περιορισμένη έκδοση 30.000 αντιτύπων (σ.σ. δεν το λες και τόσο περιορισμένο) μαζί με το άλμπουμ Dreamtime. Σαν ξεχωριστό άλμπουμ κυκλοφόρησε στον Καναδά και στην Ιαπωνία. Το δεύτερο είναι το Live Cult που ηχογραφήθηκε το Νοέμβριο του 1991 στο Marquee Club και κυκλοφόρησε μαζί με το video Pure Cult: For Rockers, Ravers, Lovers and Sinners που τότε ήταν καινούργια αγορά και προσπαθούσαν να την ενισχύσουν. Εδώ το συγκρότημα αποτελείται από τους κλασικούς Billy Duffy και Iam Astbury καθώς κι από τους Kinley Wolfe μπάσο, Michael Lee ντραμς και John Sinclair πλήκτρα (Heavy Metal Kids, Uriah Heep). Ακόμα ένα live κυκλοφόρησαν το 1991 με τίτλο Sweet Soul Sister Live 1987-1989 όπου στην ουσία είναι η studio εκτέλεση του Sweet Soul Sister με 6 live τραγούδια.

 OI CULT LIVE ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
To συγκρότημα έχει παίξει 2 φορές στη χώρα μας, και τις 2 στην Αθήνα. Η πρώτη ήταν στις 27 Ιουνίου 1993 που ήταν η πρώτη φορά που έπαιζαν και οι Metallica που ήταν το μεγάλο όνομα εκείνης της ημέρας με τη συναυλία να ανοίγουν η Λευκή Συμφωνία.  Στα 50 λεπτά που διήρκεσε η εμφάνιση των Cult, έπαιξαν τα κλασικά hits (σ.σ. έως τότε), "The Witch", "Little Devil", "She Sells Sanctuary",  "Fire Woman", "Love Removal Machine", "Wild Flower", αλλά ήταν τέτοια η ανυπομονησία του κόσμου για τους Metallica που αισθάνομαι ότι δεν άγγιξαν το κοινό (κ εμένα). Αντίθετα, η δεύτερη φορά που τους είδα, αρκετά χρόνια αργότερα, ήταν στις 5 Ιουνίου 2011 στο Fuzz όπου σαν headliners ήταν πολύ καλύτεροι.  
TRIVIA

  • Το "Rain" σε διαφορετικό remix ακούγεται στην ιταλική ταινία τρόμου Dèmoni 2.
  • Τελικά η δουλειά που είχαν κάνει με τον Steve Brown σαν Peace, κυκλοφόρησε το 2000, ενώ το άλμπουμ, συμπεριλήφθηκε στο box set, Rare Cult.
  • Το 1992 συμμετείχαν με το τραγούδι "Zap City" στο ost της ταινίας Buffy the Vampire Slayer ενώ το 2000 με το τραγούδι "Painted on My Heart" στο soundtrack της ταινίας Gone In 60 Seconds.


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ

1/8/21

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *