METALLICA-RIDE THE LIGHTNING (1984): Η ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΑΞΙΑ ΑΠΟΚΤΑΕΙ ΗΧΟ


Μπορεί να ακούγεται πρωτόγονο και ακατέργαστο αλλά το Kill ‘Em All (1983) άλλαξε το πρόσωπο του heavy metal μια και καλή. Παρά την ανεπαρκή παραγωγή, λόγω οικονομικών περιορισμών, καθώς και την σχετική απειρία των Metallica, διέθετε ένα δίχως προηγούμενο επίπεδο βάθους και μουσικής πολυπλοκότητας, που βοήθησε τα μάλα στην αναγνώριση της thrash σκηνής, η οποία μέχρι τότε υπήρχε μόνο στις πιο σκοτεινές παρυφές του underground χώρου. Ήταν ένα γενναίο εγχείρημα που έσπασε τα στεγανά και προώθησε την δυναμική του thrash, καλλιτεχνικά και σε δημοφιλία. Με όλα τα ελαττώματα του, το Kill ‘Em All πέτυχε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου, που ήταν ο αρχικός στόχος. Έχοντας πιάσει την προσοχή του κοινού από τα κέρατα, οι Metallica ήταν ήδη πολύ μπροστά από τους συνοδοιπόρους τους, όντας το πρώτο thrash συγκρότημα με δισκογραφικό συμβόλαιο στην ανεξάρτητη εταιρεία Megaforce, ενώ είχαν παίξει και μία συναυλία με τους Venom, βγήκαν σε περιοδεία με τους Raven και είχαν ανακηρυχτεί ήρωες της underground σκηνής.
Με το που τελείωσαν τις υποχρεώσεις τους για την περιοδεία με τους Raven τον Σεπτέμβρη του 1983, οι Metallica άρχισαν να δουλεύουν πάνω στα τραγούδια του επόμενου τους άλμπουμ, κλειδωμένοι στο μικροσκοπικό τους γκαράζ που είχε μετατραπεί σε στούντιο, με την χαϊδευτική ονομασία “Metallimansion” (κατά το διάσημο Playboy Mansion), στο El Cerrito, υπό άκρα μυστικότητα. Φυσικά υπήρχαν και «δημιουργικές εντάσεις» μεταξύ τους για τις λεπτομέρειες που θα έκαναν την διαφορά. Προβάροντας και παίζοντας για ώρες ολόκληρες, ήταν απόλυτα αποφασισμένοι και είχαν μεγάλη ρέντα στο γράψιμο και στην εκτέλεση των κομματιών, παρόλο που οι συνθήκες ηχογράφησης ήταν επιεικώς τραγικές.


Σε αυτό το ταπεινό σπίτι οι Metallica ξεκίνησαν τα σχέδια τους για την κατάκτηση του κόσμου, ωθούμενοι κυρίως από τον Ulrich ο οποίος έδινε όλο του το είναι στην προώθηση αυτού του σκοπού. Έχοντας ακόμα νωπές στην συνείδηση τους τις αλλαγές που έφερε το Kill ‘Em All στο metal, ήξεραν ότι το επόμενο βήμα όφειλε να είναι ακόμα πιο μπροστά, πέρα από την απλή επίτευξη ταχύτητας και καλής εκτέλεσης των τραγουδιών. Όπως υποστήριζε και ο Ulrich «όταν παίζεις γρήγορα όλη την ώρα αυτοπεριορίζεσαι κάπως σε αυτά που μπορεί να κάνεις μουσικά».
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΛΕΙΔΙ

Το πρόσωπο-κλειδί για την καλλιτεχνική μετάλλαξη των Metallica ήταν ο υπερ-ταλαντούχος μπασίστας τους Cliff Burton. Για τον Burton, οι Metallica ήταν το όχημα για να εκφράσει και να επιδείξει τις ικανότητες του ως μουσικός και συνθέτης. Όντας fan των Lynyrd Skynyrd, του Frank Zappa αλλά και της κλασικής μουσικής, δεν έφερε μόνο ένα ανώτερο επίπεδο μουσικότητας στο συγκρότημα αλλά συνετέλεσε καθοριστικά στο να ξεπεραστούν τα όρια που το ίδιο το συγκρότημα είχε θέσει στον εαυτό του τα προηγούμενα χρόνια. Το πόσο ανοιχτόμυαλος ήταν μουσικά αναγνωριζόταν και από τον ίδιο τον Ulrich, που αναγνώρισε το μέγεθος της συμβολής του, σε βαθμό που παραδέχτηκε ότι οι Metallica δεν θα ήταν το συγκρότημα στο οποίο εξελίχθηκαν, χωρίς αυτόν.
Θα ήταν άδικο, ωστόσο, να μην αναγνωρίσει κανείς και την προσφορά των υπολοίπων στο τελικό αποτέλεσμα. Οι Hetfield και Ulrich μπορούσαν πλέον να παίζουν καλύτερα σε υψηλές ταχύτητες με ικανότητα, ενώ ο Hammett εμπλούτιζε το τεχνικό του ρεπερτόριο, παίρνοντας ήδη για κάποιο καιρό μαθήματα από τον άγνωστο τότε βιρτουόζο Joe Satriani, Η αμεσότητα και η απλότητα του Kill ‘Em All αντικαταστάθηκαν από μη συμβατικά γυρίσματα και απροσδόκητες αλλαγές στον ρυθμό. Ήδη, με την εργασία τους πάνω στο δεύτερο άλμπουμ τους, είχαν αρχίσει να απομακρύνονται από το thrash.
Τον Αύγουστο έπαιξαν για πρώτη φορά, στο Country Club της Reseda στην Καλιφόρνια, το instrumental “When Hell Freezes Over”, που αργότερα ονομάστηκε “The Call Of Ktulu”. Αυτό το κομμάτι ήρθε σε συνέχεια του instrumental που υπήρχε στο ντεμπούτο τους, με τίτλο “Anesthesia (Pulling Teeth)”. Εδώ ο Hammett δίνει τον καλύτερο του εαυτό για να παίξει κάτι στο στυλ του Yngwie Malmsteen (που ήταν ο σημαντικότερος κιθαρίστας στον χώρο εκείνη την εποχή), ενώ με κατάλληλες προσαρμογές στον ισοσταθμιστή μπορεί κάποιος να ακούσει ένα θαμμένο σόλο μπάσου από τον Burton στο 1:28 περίπου.



Ένας σημαντικός παράγοντας στην εξάπλωση του έργου του ίσως σημαντικότερου συγγραφέα τρόμου, Howard Phillips Lovecraft, ήταν τα παιχνίδια, ένα μάλλον παράδοξο μέσο, για έναν συγγραφέα που η δουλειά του έβριθε από ιστορίες τρέλας, ενδογαμίας και απόκρυφης Αποκάλυψης τερατωδών διαστάσεων. Το 1981, η αμερικάνικη εταιρεία παιχνιδιών Chaosium κυκλοφόρησε ένα τέτοιο παιχνίδι με την ονομασία “The Call of Kthulu” όπου οι παίχτες προσπαθούσαν να μην χάσουν τα λογικά τους καθώς εμπόδιζαν τους τρόμους του Lovecraft να εξαφανίσουν την «ζωή όπως την ξέρουμε», μία ιδέα που εξασφάλισε στο παιχνίδι πωλήσεις άνω των 200.000 τεμαχίων μέχρι και σήμερα.
Η επιρροή του Lovecraft πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο του heavy metal με τους Metallica, οι οποίοι κυκλοφόρησαν το σχεδόν 9-λεπτο ορχηστρικό κομμάτι “The Call Of Ktulu” στο Ride The Lightning. Το ότι γράφεται “Ktulu” και όχι “Kthulu” ή “Cthulu” πιθανότατα έχει να κάνει με θέματα copyright, σε σχέση με άλλες χρήσεις του ονόματος από βιβλία και παιχνίδια. Βέβαια, υπάρχει και η πιο φαντασιακή εκδοχή που λέει (όπως και στις ιστορίες του Lovecraft) ότι η αναφορά στο όνομα καθαυτό στην κανονική του μορφή θα φέρει πιο κοντά στον κόσμο μας τον ανόσιο Cthulu.
Η έμπνευση από την μυθολογία Cthulu ήταν μία συνεισφορά (όπως και πολλά άλλα) του μπασίστα τους Cliff Burton, ο οποίος για να δελεάσει τον Hetfield να διαβάσει Lovecraft του έλεγε «μην το διαβάσεις γιατί θα σε τρελάνει». Οι Metallica θα ξαναέπιαναν τον Lovecraft στο “Master Of Puppets” (1986) με το τραγούδι “The Thing That Should Not Be”, που το εμπνεύστηκαν από την φρικιαστική  ιστορία «Η σκιά πάνω από το Ιννσμουθ».
Λίγους μήνες αργότερα, ξανά στο Country Club της Reseda, εκτός από την σχεδόν οριστική έκδοση αυτού του ορχηστρικού κομματιού, εξαπέλυσαν το τρομερό thrash τραγούδι με τίτλο “Fight Fire With Fire”, καθώς και ένα έπος 6:30, το “Creeping Death”. Μετά από τρεις μέρες, ενσωμάτωσαν για πρώτη φορά στο set τους και το τραγούδι που έμελε να χαρίσει τον τίτλο του στο νέο άλμπουμ, το “Ride The Lightning”.
To riff του “Fight Fire With Fire” υπήρχε ήδη από την εποχή της περιοδείας του Kill ‘Em All. Η ακουστική εισαγωγή του ήταν ένα θεματάκι που έπαιζε διαρκώς ο Cliff Burton. Μιλάει για τον πυρηνικό όλεθρο, για τον κόσμο πριν και μετά την πυρηνική αποκάλυψη. Πράγμα όχι τόσο απίθανο για τον Hetfield εκείνη την εποχή, μιας και ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ ήταν σε κορύφωση, με τις δύο υπερδυνάμεις να κρατούν μία δυναμική ισορροπία τρόμου και τον κίνδυνο του πυρηνικού ολοκαυτώματος να ελλοχεύει. Αγαπημένο τραγούδι του μπασίστα των Red Hot Chili Peppers, Flea, o οποίος, δεκαετίες αργότερα, θα τους καλωσόριζε στο Rock ‘N’ Roll (sic) Hall Of Fame.


To Ride The Lightning που ακολουθεί, πέρα από την σαφή αναφορά της θανατικής ποινής στην ηλεκτρική καρέκλα, περιέχει συμβολισμούς που παραπέμπουν σε καταστάσεις από τις οποίες ο μέσος άνθρωπος δεν μπορεί να ξεφύγει και ως εκ τούτου φοβάται και χειραγωγείται. Ο αφηγητής είναι κάποιος που κάποιον που καταδικάστηκε για φόνο και στάλθηκε στην ηλεκτρική καρέκλα, παρόλο που δεν διέπραξε το έγκλημα. Οι στίχοι είναι οι σκέψεις που περνούν από το μυαλό του εκείνες τις στιγμές, ενώ στο τέλος, εκεί που ο Hetfield τραγουδάει “Wakened by the horrid scream, freed from the frightening dream" υπονοείται ότι όλα ήταν απλώς ένα όνειρο. Εμπνευστής του τίτλου ήταν ο Kirk Hammett, που έτυχε να διαβάζει το γνωστό μυθιστόρημα του διάσημου συγγραφέα τρόμου Stephen King με τίτλο “The Stand” (στα ελληνικά “Το Κοράκι»), καθώς περίμενε να παίξει τα δικά του κομμάτια στην κιθάρα. Είδε την φράση “Ride the lightning” κάπου μέσα στο βιβλίο και του έκανε μεγάλη εντύπωση. Συγκεκριμένα, στο σημείο όπου κάποιος δικηγόρος απαντάει στον πελάτη του όταν εκείνος τον ρωτά τι θα συμβεί αν χάσουν την προσφυγή τους: «…τότε καταδικάζεσαι σε θανατική ποινή στις κρατικές φυλακές και απλώς απολαμβάνεις όλο αυτό το καλό φαγητό μέχρι που θα έρθει η ώρα να καβαλήσεις την αστραπή». Την έδειξε στον Hetfield που συμφώνησε ότι ήταν πολύ cool και έτσι έμεινε.
Μέχρι το τέλος του 1983, οι Metallica είχαν δοκιμάσει όλα τα νέα τραγούδια μπροστά σε ακροατήριο. Όμως στις 13 Ιανουαρίου 1984 άγνωστοι διέρρηξαν το βανάκι τους και πήραν το drum set του Lars και τις Marshall κεφαλές των Hetfield και Hammett. Όντας οικονομικά στα σχοινιά, το συγκρότημα έχασε την γη κάτω από τα πόδια του. Μην έχοντας ενισχυτή στην διάθεση του, ο Hetfield έπιασε την ακουστική κιθάρα του και άρχισε να γράφει μία μελαγχολική μελωδία με στίχους στο όριο του ανησυχητικού: “Life it seems will fade away, drifting further every day/Get lost within myself, nothing matters, no one else”
Ίσως τα συναισθήματα να εκδηλώθηκαν λίγο υπερβολικά σε σχέση με αυτό που τους συνέβη, αλλά το τραγούδι που προέκυψε, μία 7λεπτη ανάγνωση ενός γράμματος αυτοκτονίας με τίτλο “Fade To Black”, ήταν το πιο αμφιλεγόμενο τραγούδι στο άλμπουμ που θα ακολουθούσε. Μουσικά, δε ο Hetfield δήλωσε πως αν κάποιος του έλεγε ότι στο δεύτερο άλμπουμ τους θα ηχογραφούσαν μπαλάντα, θα τον έστελνε στα τσακίδια. Και όμως, αυτό το τραγούδι, όπως και όλο το άλμπουμ που θα διαδεχόταν το “Kill ‘Em All”, θα τραβούσε μία ξεκάθαρη γραμμή μεταξύ των Metallica και όλης της υπόλοιπης σκηνής που αυτοί είχαν βοηθήσει να έρθει στο προσκήνιο. Παράλληλα, θα τους έδειχνε τον δρόμο προς το μέλλον, σφυρηλατώντας, ταυτόχρονα, τον μουσικό τους χαρακτήρα.
Η κατάσταση επανήλθε στην κανονικότητα όταν ο τότε manager τους και ιδιοκτήτης της Megaforce Records, Johnny “Z” Zazula ζήτησε από τον Scott Ian να δανειστούν οι Metallica τον εξοπλισμό που τους έλειπε από τους Anthrax, για τις δύο τελευταίες εμφανίσεις της περιοδείας τους.
Καθώς τελείωσαν με τις συναυλιακές τους υποχρεώσεις για το Kill ‘Em All, το συγκρότημα παρέμεινε στην Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ προκειμένου να συνεχίσει την δουλειά πάνω στο νέο άλμπουμ, φιλοξενούμενοι στο σπίτι της υπαλλήλου της Megaforce Records, Victoria Calandra, στο Cortland της Νέας Υόρκης. Άλλα συγκροτήματα που φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της Calandra (η οποία μιλούσε για τους Metallica με τα καλύτερα λόγια) ήταν οι Anthrax, οι Exciter, οι Overkill, οι TT Quick και οι Raven.
Τα επόμενα τραγούδια για το νέο άλμπουμ ήταν τα “Trapped Under Ice”, “Escape” και μία πρωτόλεια μορφή του “For Whom The Bell Tolls”.
To πρώτο είχε παλιότερες ιδέες που έφερε ο Hammett από το προηγούμενο του συγκρότημα, τους Exodus (όπως και το “Ride The Lightning”). Κλειστοφοβικό, μιλά για κάποιον που μόλις ξυπνά από κάποιον μακρύ κρυογονικό λήθαργο, αλλά κανείς δεν έρχεται να τον βοηθήσει να απεγκλωβιστεί και απλά περιμένει το τέλος του. Ίσως είναι μία αλληγορία για την αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης που υπάρχει στην κοινωνία.
To “Escape”, του οποίου ο αρχικός τίτλος ήταν “The Hammer”, φιλοδοξούσε να είναι κάτι ανάμεσα στο “Run To The Hills” των Iron Maiden και το “Living After Midnight” των Judas Priest. Όμως, ενώ ακουγόταν «προσβάσιμο», δεν είχε σε καμία περίπτωση τα χαρακτηριστικά για να γίνει επιτυχία όπως το φαντάστηκαν οι Hetfield, Ulrich και Hammett, οι οποίοι έγραψαν το τραγούδι, το τελευταίο που γράφτηκε για το άλμπουμ. Τόσο πολύ αντιπαθούσε το τραγούδι ο Hetfield που δεν το έπαιξαν ζωντανά παρά μόνο μία φορά!
Την 20η Φλεβάρη 1984, μετά από κάποιες κοινές εμφανίσεις με τους Venom στην Ευρώπη, βρέθηκαν στα Sweet Silence Studios (ειρωνική επιλογή αν μη τι άλλο) της Κοπεγχάγης, με τον Flemming Rassmusen ως παραγωγό, για να ηχογραφήσουν το δεύτερο άλμπουμ με τίτλο Ride The Lightning. O Rassmusen ήταν συνιδιοκτήτης στα εν λόγω στούντιο και ο Ulrich γνώριζε ότι είχε συνεργαστεί ως μηχανικός ήχου με τους Rainbow στα επιτυχημένα άλμπουμ τους Difficult To Cure και Bent Out Of Shape, δίπλα στον Roger Glover που εκτελούσε χρέη παραγωγού. Στα Sweet Silence Studios τα κόστη ηχογράφησης ήταν χαμηλότερα από αντίστοιχα studio στις ΗΠΑ, ενώ υπήρχαν και δωμάτια όπου μπορούσαν να καταλύσει το συγκρότημα κατά την περίοδο των ηχογραφήσεων. Bonus για το συγκρότημα (για καθαρά συμβολικούς λόγους) ήταν ότι κάποια πρώτα demos των Mercyful Fate, αγαπημένου τους συγκροτήματος, είχαν ηχογραφηθεί εκεί.
O FLEMMING RASMUSEN ΓΙΑ ΤΟΝ LARS URLICH

Η πρώτη αποστολή για τον Rassmusen ήταν να βρεθούν οι κατάλληλοι Marshall που θα έδιναν πίσω στους Hetfield και Hammett αυτό το χαρακτηριστικό άγριο ήχο που είχαν με τους παλιούς τους ενισχυτές. Αφού λύθηκε το πρόβλημα των ενισχυτών, ο Rassmusen ήρθε αντιμέτωπος με μία άλλη πρόκληση. Ενώ ο Ulrich  ήταν καλός στα γεμίσματα, δεν μπορούσε καθόλου να κρατήσει ρυθμό. Έπαιζε με τον δικό του χρονισμό, τον οποίο ενστικτωδώς επιτάχυνε ή κατέβαζε ανάλογα με την δική του αντίληψη για το κομμάτι. Ο Rassmusen θυμόταν χαρακτηριστικά ότι «πίστευε πως ήταν τελείως άχρηστος». Δεν γνώριζε βασικούς μουσικούς όρους για τα drums, όπως π.χ. τι είναι το “upbeat”. Έτσι, με την βοήθεια του roadie Flemming Larsen, που ήταν ο ντράμερ των Δανών thrashers Artillery, του παρέδωσε μερικά υπερ-εντατικά βασικά μαθήματα πάνω στα  drums, ξεκινώντας από την κατανόηση των beats!
Τα μέλη του συγκροτήματος κοιμόντουσαν στο στούντιο τη μέρα καθώς δεν μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά ένα ξενοδοχείο. Ηχογραφούσαν τη νύχτα, επειδή το στούντιο είχε δεσμευτεί από άλλους καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Εκείνο το διάστημα, αρκετοί εκπρόσωποι δισκογραφικών εταιρειών επισκέφθηκαν το στούντιο και αρχικά, φάνηκε ότι οι Metallica επρόκειτο να υπογράψει με την θρυλική (σε πτωτική πορεία όμως) Bronze Records, η οποία είχε στο ρεπερτόριο της συγκροτήματα όπως οι Uriah Heep και οι Motorhead. Η συμφωνία ακυρώθηκε, επειδή ο επικεφαλής της Gerry Bron δεν εκτιμούσε και πολύ τη δουλειά που έγινε στα Sweet Silence Studios και ήθελε η αμερικανική έκδοση να δουλευτεί από τον διάσημο Eddie Kramer, συνεργάτη/παραγωγού του Jimi Hendrix, των Kiss, των Led Zeppelin και του … Peter Frampton. Μάλιστα, σκέφτηκε να επάνηχογραφήσουν το άλμπουμ σε άλλο στούντιο. Οι Metallica ξενέρωσαν με την αποτυχία του Bron να κατανοήσει το  καλλιτεχνικό όραμα τους και αποφάσισαν να αναζητήσουν μια άλλη εταιρεία για την κυκλοφορία στις ΗΠΑ, μολονότι οι Bronze είχαν ήδη διαφημίσει τους Metallica ως ένα από τα συγκροτήματά της
Σχεδόν όλα τα τραγούδια που κατέληξαν στο άλμπουμ ήταν έτοιμα, εκτός από το μεγαλειώδες “For Whom The Bell Tolls”. Καθώς έπαιζαν το κομμάτι, ο Burton πρότεινε να προστεθεί μία μπασογραμμή με flanger και παραμόρφωση, μεταξύ των power chords, προσδίδοντας ακόμα μεγαλύτερο όγκο στο τραγούδι, ενώ ηχογράφησαν την καμπάνα, χτυπώντας μία μεταλλική μπάρα και ένα σφυρί στην πίσω σκάλα εξόδου. Μέχρι την 14η Μαρτίου είχαν ολοκληρώσει τις ηχογραφήσεις και άκουγαν το τελικό προϊόν. Εκείνη την μέρα κατάλαβαν ότι είχαν κάτι ξεχωριστό στα χέρια τους. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό είναι το δεύτερο πιο γνωστό τραγούδι στον χώρο της σκληρής μουσικής με το εφέ της καμπάνας, μετά το “Hell’s Bells” των AC/DC. Όσον αφορά το θέμα του τραγουδιού, η πηγή είναι η ιστορία στο βιβλίο του Ernest Hemingway για τον Ισπανικό Εμφύλιο “Για ποιον χτυπά η καμπάνα” (“For Whom The Bell Tolls”, 1940). Ο Hemmingway, που ήταν παρών στον Ισπανικό Εμφύλιο ως ανταποκριτής μεταξύ 1937-1938, είχε δανειστεί αυτό τον τίτλο, με την σειρά του από τον Άγγλο ποιητή του 17ου αιώνα, John Donne, ο οποίος σε ποίημα του το 1623 έλεγε “Send not to know … For whom the bell tolls …It tolls for thee”.  
Το άλμπουμ ξεκινάει με 37 απαλά δευτερόλεπτα αιθέριας κλασικής κιθάρας, πριν βυθιστεί στο thrash χάος του “Fight Fire With Fire”, που συνεχίζεται και στο ομώνυμο δεύτερο κομμάτι “Ride The Lightning”. Και αν αυτά μπήκαν εκ του ασφαλούς, τότε η πτώση του tempo, πρώτα στο μονολιθικό “For Whom The Bell Tolls” και έπειτα στο ημιακουστικό “Fade To Black” (που πατάει ελαφρά πάνω στη δομή του “Free Bird” των Lynyrd Skynyrd) ήταν βήματα μπροστά για το συγκρότημα, παρά την οποιαδήποτε άποψη είχε ο οποιοσδήποτεγια αυτές τις αλλαγές. Το πρώτο εκ των δύο ήταν κινηματογραφικών διαστάσεων, με τον Burton να παίζει μπάσο με παραμόρφωση και wah εφέ, ενώ το δεύτερο αντανακλά μία καταθλιπτική, αυτοκτονική διάθεση, η οποία προέκυψε από κάτι λιγότερο δραματικό βέβαια, όπως διευκρίνισε και ο Hetfield στην πορεία μιλώντας για την κλοπή του ενισχυτή του.



Στιχουργικά άρχισαν επίσης να καλύπτουν καινούρια εδάφη. Φεύγοντας πιο πέρα από τις «εφηβικές» διακηρύξεις του Kill ‘Em All, εδώ ασχολούνται με κοινωνικά και λογοτεχνικά θέματα. Για παράδειγμα, γίνονται αναφορές στον διεθνή ανταγωνισμό των πολεμικών εξοπλισμών (“Fight Fire With Fire”) και στην θανατική καταδίκη (“Ride The Lightning”). Από την άλλη υπάρχουν οι λογοτεχνικές αναφορές στον H. P. Lovecraft (“The Call Of Ktulu”) και στον Hemingway (“For Whom The Bell Tolls”).
Το πιο διάσημο ίσως τραγούδι του άλμπουμ είναι βασισμένο στο πιο επιτυχημένο βιβλίο όλων των εποχών,  την Βίβλο. Το “Creeping Death” περιγράφει την ιστορία της τελευταίας και χειρότερης πληγής που υπέστη ο Φαραώ της Αιγύπτου προκειμένου να ελευθερωθούν οι Ισραηλίτες από τα δεσμά της αιχμαλωσίας στην Αίγυπτο, κατά το Βιβλίο της Εξόδου. Η αφήγηση γίνεται από τον ίδιο τον Άγγελο του Κυρίου ο οποίος σκόρπισε τον θάνατο σε όλα τα πρωτότοκα αγόρια στην Αίγυπτο, από τον πρωτότοκο γιο του Φαραώ και διάδοχο του θρόνου, ως τον πρωτότοκο γιο κάθε Αιγυπτίου μέχρι και στα πρωτογέννητα αρσενικά των ζώων. O Hetfield είπε στον Ian ότι στο στούντιο παρακολουθούσαν συνέχεια μία βιντεοκασέτα με το θρησκευτικό κινηματογραφικό έπος «Οι 10 Εντολές» (1956) του Αμερικάνου Cecil B. DeMille, με πρωταγωνιστές τον Charlton Heston (στο ρόλο του Μωυσή) και τον Jul Briner (στο ρόλο του Φαραώ Ράμση). Και επειδή ο πρασινωπός καπνός που ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο σερνόταν στα σοκάκια, ονόμασαν έτσι το τραγούδι.
Η αρχική ιδέα του αφεντικού της Music For Nations, Martin Hooker, για την περιοδεία που θα ακολουθούσε αφορούσε την τριάδα Metallica, Exciter και Rods. Αυτό δεν υλοποιήθηκε ποτέ όμως, λόγω χαμηλής προπώλησης. Ένα δεκαπενθήμερο μετά από την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων του Ride The Lightning, οι Metallica εμφανίστηκαν ζωντανά για πρώτη φορά επί βρετανικού εδάφους, στο περίφημο Marquee Club του Λονδίνου. 20 Ιουλίου επέστρεψαν στο San Francisco, όπου έτυχαν υποδοχής ηρώων από τους εκεί φίλους τους. Μία εβδομάδα αργότερα κυκλοφόρησε το Ride The Lightning, το οποίο αγκάλιασε η πλειοψηφία των οπαδών τους. Παρόλαυτα, υπήρχαν (και τότε όπως και τώρα) οι γνωστοί γκρινιάρηδες που δεν έβλεπαν με καλό μάτι κομμάτια όπως την ακουστική εισαγωγή στο “Fight Fire With Fire” ή το σχεδόν «εμπορικό» (!!!) τύπου NWOBHM “Escape”. Για το “Fade To Black” ούτε λόγος, εδώ επρόκειτο για εσχάτη προδοσία!
Σύμφωνα με τον ιδρυτή του fanzine “Metal Mania” και φίλο του συγκροτήματος, Ron Quintana, ο κόσμος περίμενε από τους Metallica να βγάλουν κάτι με 20% περισσότερη ταχύτητα από το Kill ‘Em All, όπως ήταν το αναμενόμενο από τα συγκροτήματα της thrash σκηνής του Bay Area και όπως έπραξαν π.χ. οι Exodus, το πρώην συγκρότημα του Kirk Hammett. Έτσι και οι Exodus, σε πνεύμα συσπείρωσης του thrash κοινού υπέρ τους, έβγαλαν μπλουζάκια που είχαν τυπωμένες μόνο δύο λέξεις: “No Ballads”. Βέβαια αυτό δεν το έκαναν αλτρουιστικά, μόνο για να εκφράσουν τον παλμό του ακροατηρίου τους. Στο τραγούδι “Trapped Under Ice” που ανοίγει την δεύτερη πλευρά του “Ride The Lightning”, o Hammett χρησιμοποίησε ένα riff από το παλιό του συγκρότημα και συγκεκριμένα αυτό του demo “Impaler”. Επίσης, ο στίχος “Die..by my hand!” που ακούγεται στο “Creeping Death” είχε πρωτοεμφανιστεί ξανά σε ένα τραγούδι των Exodus, με τίτλο … “Die By His Hand”! Όπως ισχυρίστηκε αργότερα ο κιθαρίστας των Exodus, Gary Holt, τηλεφώνησε στον Hammett και του τα έψαλλε ποικιλοτρόπως, ενώ στην άλλη άκρη της γραμμής ο κιθαρίστας των Metallica επέμενε ότι είχε πρώτα ρωτήσει αν οι Exodus ήταν ΟΚ με αυτό και δεν πήρε αρνητική απάντηση. Η ανάμνηση του Hammett είναι κάπως διαφορετική πάντως. Σε συνέντευξη του ανέφερε πως όταν ο Ulrich και ο Hetfield κόντευαν να απολύσουν τον Mustaine από το συγκρότημα, συνάντησαν τον τεχνικό ήχου του Metallica και manager των Exodus, Mark Whitaker, ο οποίος για τους δικούς του λόγους τους έδωσε κάποια demo του συγκροτήματος. Ίσως, λέει, εκεί να πρωτοήρθαν σε επαφή με το “Die By His Hand”, το riff του οποίου μάλιστα είχε γράψει ο ίδιος όταν ήταν 16 χρονών.
Το εξώφυλλο του single Creeping Death


Ευτυχώς πάντως για τους Metallica, για κάθε έναν που δεν ενέκρινε το νέο άλμπουμ τους, υπήρχαν αρκετοί περισσότεροι που τους άρεσε όπως π.χ. ο Scott Ian. Βέβαια, σύμφωνα με τον ίδιο, το κατά τ’ άλλα διάσημο μπλε εξώφυλλο με την ηλεκτρική καρέκλα δεν άρεσε και πάρα πολύ στον Hetfield! Το Ride The Lightning”(Νο. 100 Αμερική, Νο 87 Αμερική, ενώ στην  επανέκδοση του 2016 σταμάτησε  στο Νο. 48 στην Αμερική). Συνολικά έχει πουλήσει μέχρι σήμερα πάνω από 7.000.000 αντίτυπα, εκ των οποίων τα 6.000.000 στις ΗΠΑ. Την υψηλότερη επίδοση την πέτυχε στα φινλανδικά charts, φτάνοντας μέχρι το Νο. 9! Το “Creeping Death” κυκλοφόρησε σαν single αλλά δεν πέτυχε, ενώ τα “Fade To Black” και “For Whom Τhe Bell Tolls” κυκλοφόρησαν σαν promotional singles, με το πρώτο να φτάνει στο Νο. 100 της Ελβετίας. Στην Γαλλία χτύπησε ο δαίμων του τυπογραφείου με αποτέλεσμα τα εξώφυλλα από 400 κόπιες να βγαίνουν πράσινα αντί για μπλε. Δάκτυλος Hetfield προφανώς, που γλωσσόφαγε το εξώφυλλο και μεταμόρφωσε αυτά τα ταπεινά γαλλικά άλμπουμ σε συλλεκτικά αντικείμενα μεγάλης αξίας!
BYE BYE MUSIC FOR NATIONS….HELLO ELEKTRA RECORDS


Ο πρώτος τους κιθαρίστας Dave Mustaine πήρε credits για δύο τραγούδια, το “Ride The Lightning” και το “The Call Of Ktulu”. Ακόμα σημαντικότερο επακόλουθο της κυκλοφορίας του “Ride The Lightning” ήταν το ότι τράβηξε την προσοχή ανθρώπων με επιρροή και γνωριμίες. Ένας εξ αυτών ήταν ο Michael Alago, ανερχόμενος υπεύθυνος ρεπερτορίου στην Elektra Records, που κάποτε είχε τους Doors, τους Stooges και τους MC5 στο δυναμικό της, καθώς και εκείνη την εποχή τους «εχθρούς» της thrash σκηνής του Bay Area, τους διαβόητους Mötley Crüe και τους φοβερούς Dokken. Ο Alago εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την εμφάνιση τους στο Roseland Ballroom, που έδωσε αγώνα για να τους υπογράψει προσπαθώντας να πείσει τους ανώτερους του. Ήταν τόσο αποφασισμένος που κλείδωσε την πόρτα στα παρασκήνια για να εμποδίσει άλλους συναδέλφους του να μπουν. Μετά είπε στους Metallica ότι έχει φρικάρει τελείως και πως έχει τρελαθεί μαζί τους και πρέπει οπωσδήποτε την επόμενη μέρα να περάσουν από το γραφείο του να υπογράψουν. Κάτι που έγινε τελικά, αφού τους κέρασε μπύρες και κινέζικο. Έχοντας κατά νου ότι ίσως η Megaforce να ήταν πλέον μικρή για να τους στηρίξει, κάτι που φάνηκε από την ελλιπή προώθηση του άλμπουμ και το γεγονός ότι ο Jon Zazula δεν κατάφερε να καλύψει το κόστος των τριών εβδομάδων στο στούντιο (30.000$ που τα πλήρωσε η ευρωπαϊκή τους εταιρεία Music For Nations), δεν το σκέφτηκαν και πάρα πολύ να υπογράψουν στην Elektra.
Ως αποτέλεσμα, η Elektra επανέκδωσε το Ride The Lightning τον Δεκαπενταύγουστο του 1984 με αποτέλεσμα να γίνει το πιο heavy και γρήγορο άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει μεγάλη δισκογραφική εταιρεία μέχρι εκείνο το σημείο. Ξαφνικά όλες οι μεγάλες δισκογραφικές ήθελαν να έχουν το δικό τους thrash συγκρότημα. Και μετά από ενάμιση χρόνο οι περισσότερες είχαν.
Έχοντας όχι μόνο συμβόλαιο με μία σημαντική δισκογραφική εταιρεία αλλά και με την Q Prime management (που περίπου την ίδια περίοδο υπέγραψε με τους Def Leppard) οι Metallica άρχισαν να εξελίσσονται σε πολύ σημαντικό μέγεθος. Στην Αμερική ακόμα ανέβαιναν, αλλά η Ευρώπη είχε γίνει το προπύργιο τους και φρόντισαν να παίξουν αρκετές συναυλίες με support τους Βρετανούς Tank, σε ακροατήρια 1.300 ατόμων κατά μέσο όρο, ολοκληρώνοντας με μία μεγάλη εμφάνιση στο Lyceum του Λονδίνου λίγο πριν τα Χριστούγεννα.

Εκείνη την βραδιά, η εταιρεία τους στην Μ. Βρετανία Music For Nations τους παρουσίασε τους πρώτους τους ασημένιους δίσκους, για πωλήσεις άνω των 60.000 αντιτύπων σε όλη την Ευρώπη, χωρίς να έχουν ούτε ένα βιντεοκλίπ και ούτε ένα single σε κυκλοφορία. Παράλληλα, άρχισε να αυξάνεται τόσο η ζήτηση για τους Metallica η single έκδοση του “Creeping Death” από την Music For Nations άρχισε να πουλάει στις ΗΠΑ ως εισαγόμενη, φτάνοντας τα 40.000 αντίτυπα. Τα επιπλέον τραγούδια σε αυτή την έκδοση ήταν δύο διασκευές αγαπημένων NWOBHM ύμνων, του “Am I Evil?” των Diamond Head και του “Blitzkrieg” των Blitzkrieg.
Ακολούθησε μια 50ήμερη αμερικάνικη περιοδεία με W.A.S.P. και Armored Saint, ένα δυνατό line-up από όπου δεν έλειπαν οι εντάσεις κυρίως ανάμεσα στα ακροατήρια των W.A.S.P. και των Metallica (και δευτερευόντως των Armored Saint). Τον Μάρτιο οι W.A.S.P. μεταπήδησαν στην World Slavery Tour των Iron Maiden, αφήνοντας τα άλλα δύο σχήματα να συνεχίσουν μαζί.
Το καλοκαίρι του 1985 εμφανίστηκαν στο Monsters Of Rock στο Donington της Αγγλίας, φεύγοντας με πεσκέσι μία … γουρουνοκεφαλή που τους πέταξαν στην σκηνή, μεταξύ πολλών άλλων αντικειμένων για να ακολουθήσει αμερικάνικη περιοδεία.
ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι 37 χρόνια μετά, το Ride The Lightning παραμένει το κομβικότερο άλμπουμ των Metallica. Τα "For Whom the Bell Tolls", “Creeping Death” και “Fade to Black” είναι μέσα στην δεκάδα των πιο πολυπαιγμένων τραγουδιών όλων των εποχών σε συναυλίες τους. Είναι το αγαπημένο Metallica άλμπουμ του James Hetfield, διότι ήταν η πρώτη φορά που το συγκρότημα  πήρε πραγματικά μέρος σε όλη την δημιουργική διαδικασία. Στο Kill ’Em All δεν τους επετράπη να είναι παρόντες στο μιξάρισμα και στο τελείωμα του άλμπουμ. Στο Ride The Lightning δεν υπήρχε κανείς να τους απομακρύνει από αυτό το τελικό στάδιο στο στούντιο. Ήταν πραγματικά ενσωματωμένοι σε όλη την διαδικασία και σε όλα τα επίπεδα.
Το οπισθόφυλλο


Οι πολύ hardcore fans τους δεν είδαν τις αλλαγές που ήρθαν στο Ride The Lightning με καλό μάτι. Πλέον, σε πολλά thrash άλμπουμ άκουγε κάποιος ακουστικές εισαγωγές σε τραγούδια και σε κάποια από αυτά υπήρχε και κάποιο κομμάτι που θύμιζε (ή ήταν) μπαλάντα. Ακόμα και οι Metallica το αντέγραψαν κατά κάποιο τρόπο στην συνέχεια. Το κατά κοινή ομολογία αριστούργημα τους και ένα από τα σπουδαιότερα άλμπουμ όλων των εποχών, το Master Of Puppets, που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα, δημιουργήθηκε πάνω στο μοτίβο του Ride The Lightning, όσον αφορά τον ρυθμό και την ταχύτητα. Από το δυνατό thrash κομμάτι με την ακουστική εισαγωγή που ανοίγει το άλμπουμ (“Battery”), στο δεύτερο πιο πολυεπίπεδο και μεγάλο σε διάρκεια ομώνυμο τραγούδι (“Master Of Puppets”), στην ημιακουστική μπαλάντα που κλείνει την πρώτη πλευρά του δίσκου (“Welcome Home (Sanitarium)”). Ακόμα και το πολύπλοκο instrumental προς το τέλος του άλμπουμ είναι εκεί (“Orion”). Χωρίς αμφιβολία, δεν θα ήταν το ίδιο άλμπουμ αν δεν είχε προηγηθεί το “ Ride The Lightning”.
Ουσιαστικά το “Ride The Lightning” είναι ο ήχος της καλλιτεχνικής εξέλιξης των Metallica, από επίδοξους πειρατές του thrash σε σοβαρούς μνηστήρες για τον θρόνο του metal. Με το τίμημα να τους θεωρήσουν κάποιοι hardcore οπαδοί ως «ξεπουλημένους» (κάτι που θα το άκουγαν για σχεδόν όλη την διάρκεια της καριέρας τους), το Ride The Lightning θεωρείται ένα άλμπουμ-σταθμός για το συγκρότημα αλλά και για το metal γενικότερα. Μετά από αυτό το άλμπουμ, όπου πήγαιναν οι Metallica ακολουθούσε το metal στο κατόπι τους.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

13/8/21
 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *