ALICE COOPER – HEY STOOPID (1991) ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ


    Από τη στιγμή που κυκλοφόρησε, πίσω στο μακρινό 1991, το Hey Stoopid βρέθηκε κάτω από τη σκιά του επιτυχημένου εμπορικά προκατόχου του, Trash και με  το πέρασμα του χρόνου, επικράτησε η άποψη να θεωρείται ως συνέχεια του τελευταίου, κάτι σαν δίδυμο αδερφάκι του, με αποτέλεσμα να μην έχει την ευκαιρία να αξιολογηθεί αντικειμενικά.
    Για να αναφερθώ και σε προσωπικό επίπεδο, μετά το Trash, που το έλιωσα στα ακούσματα όταν κυκλοφόρησε, το “Hey Stoopid” ούτε καν το αγόρασα, θεωρώντας – με κριτήριο μόνο το ομώνυμο κομμάτι -ότι είναι μια από τα ίδια. Έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να ασχοληθώ σοβαρά μαζί του και να διαπιστώσω ότι, όχι μόνο κόπια του Trash δεν είναι, αλλά αντιθέτως, και κυρίως από καλλιτεχνική και όχι εμπορική σκοπιά, πιθανόν να είναι και καλύτερο! Ας το δούμε λοιπόν λίγο πιο αναλυτικά.
    Μετά την επιτυχία του Trash, στην οποία συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό και ο γνωστός Desmond Child, αφού συμμετείχε συνθετικά σχεδόν σε όλα τα κομμάτια αλλά και στην παραγωγή, ο Alice Cooper αποφάσισε για το επόμενο άλμπουμ να ακολουθήσει λίγο διαφορετικό δρόμο. Για παραγωγό επέλεξε τον Βρετανό Peter Collins, γνωστό από δουλειά του με τους Rush (Power Windows και Hold your Fire) και τους Queensrÿche (Operation:Mindcrime και Empire), ενώ για τη σύνθεση των κομματιών διάλεξε περισσότερους συνεργάτες, περιορίζοντας τη συμμετοχή του Desmond Child μόνο σε δυο τραγούδια. Επιπλέον, προσκάλεσε περισσότερους μουσικούς να συμμετάσχουν στη νέα κυκλοφορία, μεταξύ των οποίων και αρκετά εντυπωσιακά ονόματα, όπως ο Ozzy, οι guitar heroes, Steve Vai, Joe Satriani, Slash και Vinnie Moore, οι Mick Mars και Nikki Sixx από τους Mötley Crüe και αρκετοί ακόμα.
    Όσον αφορά το ύφος του άλμπουμ, δεν απομακρύνεται από τον ασφαλή δρόμο του μελωδικού εμπορικού hard rock που κυριαρχούσε τότε (αν και το 1991 είχε αρχίσει η πτώση του), περιλαμβάνοντας τραγούδια φιλικά στο ραδιόφωνο και «προσβάσιμα» στο mainstream κοινό, αλλά και κάμποσα πιο ιδιαίτερα τα οποία θυμίζουν το παλιό , πιο σκοτεινό και θεατρικό στυλ του Alice.


    Βασικοί «κράχτες» του άλμπουμ είναι τρία κομμάτια που αποτέλεσαν άλλωστε και τα τρία singles και videos του: Το ομώνυμο, ένα κλασικό πιασάρικο εμπορικό hit, με ρεφρέν που μένει άμεσα στο μυαλό, εντυπωσιακά μελωδικά σόλο κιθάρας από τους Slash και Satriani αλλά και με τον Ozzy στα δεύτερα φωνητικά (αν και προσωπικά, δεν έχω καταφέρει ακόμα να διακρίνω τη φωνή του), το “Love’s a Loaded Gun”, ένα δυνατό mid-tempo τραγούδι σχετικά με μια διαλυμένη σχέση το οποίο κακώς έχει επικρατήσει να λογίζεται ως μπαλάντα, ενώ η τριάδα κλείνει με το “Feed my Frankenstein”, με παιχνιδιάρικο, funky ρυθμό, χιουμοριστικούς στίχους με σεξουαλικά υπονοούμενα και τους Satriani-Vai να εναλλάσσονται στα σόλο. Το συγκεκριμένο κομμάτι περιλαμβανόταν στο soundtrack της κλασικής rock κωμωδίας του 1992, “Wayne’s Word” , αλλά και στην ίδια την ταινία όπου ο Alice Cooper εμφανιζόταν να το παίζει live.
    Όποιος δεν ασχοληθεί επιδερμικά με το άλμπουμ - εστιάζοντας μόνο στα singles/videos -αλλά το ακούσει ολόκληρο και με προσοχή (όπως άλλωστε είναι το σωστό!) θα σταθεί σίγουρα στα δυο πιο ιδιαίτερα κομμάτια του δίσκου: Το ρομαντικό - sci-fi, “Might as well be on Mars”, ένα “song-noir” (κατά το film-noir!) που βγάζει ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό και καταθλιπτικό συναίσθημα και το ‘Wind-up Toy”, ένα κομμάτι με φοβερή θεατρικότητα, στο οποίο επανεμφανίζεται ο χαρακτήρας του Steven, του παιδιού που αποτελεί τον πρωταγωνιστή του κλασικού άλμπουμ του Alice Cooper, Welcome to my Nightmare (1975). Το τραγούδι, αν και τελευταίο του άλμπουμ «κλέβει την παράσταση» με την psycho ατμόσφαιρά του η οποία ενισχύεται με την χρήση παιδικών φωνητικών παράλληλα με αυτά του Alice.
    Από το δίσκο δεν λείπουν φυσικά και οι μπαλάντες οι οποίες είναι δύο. Το “Burning our Bed” και το “Die for you”. Συμπαθητικά και καλά κομμάτια και τα δύο, ενώ στο δεύτερο συμμετέχουν τόσο συνθετικά όσο και εκτελεστικά οι Mick Mars και Nikki Sixx. Από τα υπόλοιπα πέντε κομμάτια, θεωρώ ότι το “Little by Little”, χωρίς να είναι κακό, θα μπορούσε να λείπει, χωρίς να χάνει σε κάτι το άλμπουμ, ενώ τα άλλα τέσσερα (κατά σειρά, “Snakebite”, “Dangerous Tonight”, “Hurricane Years”, “Dirty Dreams”) είναι εξαιρετικά και ιδιαίτερα ξεσηκωτικά και χαρίζουν στο άλμπουμ την σκληράδα και τραχύτητα που ίσως έλειπαν από το πιο καλογυαλισμένο “Trash”.


    To Hey Stoopid, δεν πήγε τόσο καλά εμπορικά (σε σχέση με το Trash πάντα), πουλώντας στις ΗΠΑ λίγο παραπάνω από 500.000 κομμάτια (χρυσό) και φτάνοντας μέχρι την θέση 47 στο Billboard. Με τα σημερινά δεδομένα βέβαια, τέτοιες πωλήσεις σε φυσικό format φαντάζουν μυθικές, αλλά 30 χρόνια πριν, αυτοί οι αριθμοί για καλλιτέχνες όπως ο Alice Cooper θεωρούνταν απλά καλοί, αν όχι μέτριοι. Η περιοδεία επίσης που ακολούθησε, ήταν μικρότερη από αυτή για το Trash, αλλά όλα αυτά ήταν δείγματα της εποχής που άλλαζε στο χώρο του εμπορικού hard rock και δεν έχουν να κάνουν με την ποιότητα του άλμπουμ.

Παρόλα αυτά, ο Alice μπήκε στη δεκαετία του 1990 με έναν ακόμα επιτυχημένο δίσκο, πιο πολυδιάστατο από τον προηγούμενο και κατάφερε να παραμείνει ψηλά στις προτιμήσεις του μουσικού κοινού και των media, τουλάχιστον μέχρι και την επόμενη κυκλοφορία του, το Last Temptation του 1994, όπου τότε πλέον ο χώρος (ως προβολή συγκροτημάτων και τάσεων) έπεσε ολοκληρωτικά στα χέρια του alternative/grunge ήχου.
    


ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

18/8/21
 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 comments:

  1. Ενα μετριο αλμπουμ ,που ομως μετα απο το θεικο trash και τα στανταρτ που αυτο εθεσε ,φανηκε πατατα .Ειδικα το ομωνυμο κομματι στο ρεφρεν μου φανηκε τοτε τραβηγμενο απο τα αυτια .Αλλες φορες αυτο(το τραβηγμα απο τα αυτια ) πετυχαινει , τις περισσοτερες φορες οπως στην προκειμενη περιπτωση οχι .

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *