LONG DISTANCE VOYAGER: Ο ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ MOODY BLUES

Στις αρχές των 80’s, ο Ronald Reagan και η Margaret Thatcher πρωταγωνιστούσαν στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, επιβεβαιώνοντας ότι ο «Ψυχρός Πόλεμος» καλά κρατούσε. Οι νέοι της εποχής εκδήλωναν την ανησυχία  και τον φόβο τους με το heavy metal, το punk και το new wave. Η γενιά των 60’s (τριαντάρηδες οι περισσότεροι) είχαν έρθει πάλι στο προσκήνιο, καθώς το αντιπολεμικό κλίμα θύμιζε λίγο τα τέλη των 60’s , δηλαδή την εποχή που μεσουρανούσαν. Οι Paul McCartney, George Harrison, Beach Boys, Kinks,  Simon and Garfunkel κ.α.είχαν κάνει δυναμική επιστροφή, ενώ η δολοφονία του John Lennon έστρεψε ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του κοινού στους εκπροσώπους της μουσικής σκηνής του ’60. Σε αυτό το κλίμα, το 1981, κυκλοφορεί το  “ Long Distance Voyager” που έδωσε στους Moody Blues τεράστια εμπορική και καλλιτεχνική ώθηση, αποδεικνύοντας  ότι η απόφασή τους να επανασυνδεθούν το 1977, μετά από τριετή περίοδο αδράνειας, ήταν μια έξυπνη κίνηση. Ήταν το άλμπουμ που προκάλεσε μια επιζήμια δικαστική υπόθεση μεταξύ της μπάντας και ενός πρώην μέλους, ενώ ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να ηχογραφήσουν τελικά στο δικό τους στούντιο (Threshold Studios), σχεδόν μια δεκαετία μετά την κατασκευή του.  

O MIKE PINDER ΦΕΥΓΕΙ Ο PATRICK MORΑZ ΕΡΧΕΤΑΙ

Η περίοδος εκείνη ήταν από τις δυσκολότερες που έχουν βιώσει οι Moody Blues  Τα προβλήματα είχαν ξεκινήσει με το προηγούμενο άλμπουμ Octave (που κυκλοφόρησε το 1978). Η ηχογράφηση ξεκίνησε στο Record Plant στο Λος Άντζελες και συγκεκριμένα στο studio C, αλλά μια φωτιά που προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα κατέστρεψε ολοσχερώς τις εγκαταστάσεις. Έτσι μετακόμισαν στα Indigo Ranch Studios, αλλά τα προβλήματα δεν τους εγκατέλειψαν.
Το σημαντικότερο ήταν η αποχώρηση του κημπορντίστα Mike Pinder, που αποφάσισε ότι δεν ήθελε να περιοδεύει πια, αναγκάζοντάς τους να φέρουν τον, πρώην Yes, Patrick Moraz για την περιοδεία προώθησης του Octave. Ο Moraz χρειάστηκε πρόβες έξι εβδομάδων, πριν την πρώτη του περιοδεία με τους Moody Blues το 1978. 

 O Patrick Moraz ειναι ο πρώτος από αριστερά

Στο διάστημα μέχρι την ηχογράφηση του  Long Distance Voyager ο Moraz  είχε ήδη κάνει τρεις περιοδείες με το συγκρότημα, οπότε ήταν η προφανής επιλογή για να αντικαταστήσει τον Pinder.  Αν και οι σχέσεις του Moraz με τους υπόλοιπους δεν ήταν αρμονικές, η έλευσή του έφερε άνεμο ανανέωσης στο συγκρότημα, καθώς χρησιμοποιούσε σύγχρονη τεχνολογία και μοντέρνες μεθόδους ανοίγοντας νέους μουσικούς ορίζοντες για τους Moody Blues. Τα προβλήματα διογκώθηκαν με την αποχώρηση του Tony Clarke ο οποίος ήταν ο παραγωγός τους από την εποχή του  Days Of Future Passed. Ο Lodge επέλεξε για διάδοχο του Clarke τον Pip Williams με τον οποίο είχε συνεργαστεί στο τραγούδι “Threw It All Away”, το οποίο ήταν το B-side του σόλο album του Street Café (1980). O Lodge λάτρευε την rock'n’roll διάσταση που έδινε ο Pip στα τραγούδια, όπως ακριβώς έκανε με τους Status Quo. Από την πλευρά του ο Hayward πρόσθεσε το δικό του κομμάτι στο παζλ προτείνοντας  τον Greg Jackman σαν μηχανικό ήχου. Ο Hayward τον είχε γνωρίσει όταν έκανε κάποια ηχογράφηση στα RAK Studios στο Λονδίνο και τον θεωρούσε ιδανικό συνεργάτη για τον Pip, καθώς είχε πολύ μοντέρνα προσέγγιση στο θέμα της ηχογράφησης. Τελικά οι ηχογραφήσεις έγιναν στα Threshold Studios στο Cobham, δηλαδή στο «σπίτι» των Moodies. Μπορεί, τα Threshold Studios, να είχαν κατασκευαστεί το 1972, αλλά για χρόνια δεν είχαν τον κατάλληλο εξοπλισμό για την ηχογράφηση ενός δίσκου των Moody Blues, αν και στον συγκεκριμένο χώρο είχαν ηχογραφηθεί τα albums: Blue Jays (Hayward/Lodge, 1975) και Natural Avenue (Lodge, 1977). Ο εντυπωσιακότερος χώρος του studio ήταν το control room, που έμοιαζε με το εσωτερικό διαστημοπλοίου. Το συγκρότημα με τη γνωστή του σύνθεση και την προσθήκη του Moraz: Justin Hayward (κιθάρα, φωνητικά),  John Lodge (μπάσο, φωνητικά),  Ray Thomas(φλάουτο, φωνητικά), Graeme Edge(ντραμς), Patrick Moraz (πλήκτρα)
 Σύμφωνα με τον προγραμματισμό η ηχογράφηση έπρεπε να ξεκινήσει τον Φεβρουάριο του 1980, αλλά οι ριζικές αλλαγές που προηγήθηκαν ανάγκασαν το συγκρότημα να αναβάλει τα σχέδιά του για μερικούς μήνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο αρχικός προγραμματισμός ήταν για 16 εβδομάδες ηχογράφησης, αλλά τελικά χρειάστηκαν 65! Αυτή η καθυστέρηση, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, λειτούργησε ευεργετικά καθώς είχαν την ευχέρεια να επεξεργαστούν καλύτερα τις ιδέες τους και να είναι απόλυτα έτοιμοι (κυρίως πνευματικά) όταν ξεκίνησε τελικά η ηχογράφηση. Το μεγαλύτερο μέρος του άλμπουμ ηχογραφήθηκε σε μια περίοδο δύο μηνών, με τον Hayward και τον Lodge να δίνουν τεράστια ελευθερία στον Williams, σε μια κίνηση που τελικά τους δικαίωσε απόλυτα, καθώς στο Long Distance Voyager οι Moody Blues ακούγονται φρέσκοι, χωρίς να έχει αλλοιωθεί ο ήχος τους.
Οι Moody Blues είναι το συγκρότημα που έχει συνδέσει το όνομά του με τα concept albums, οπότε είναι αναπόφευκτο το ερώτημα αν και το Long Distance Voyager ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει. Σύμφωνα με τον Lodge υπάρχει μια χαλαρή σύνδεση μεταξύ των τραγουδιών, αλλά ο Hayward έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν κρύβεται κάποια κεντρική ιδέα πίσω από τα τραγούδια του άλμπουμ.


Ο ΤΙΤΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΞΩΦΥΛΛΟ

 Στην πραγματικότητα είχαν σκεφτεί τον τίτλο του άλμπουμ (Long Distance Voyager) πριν ολοκληρώσουν την ηχογράφηση, γιατί απλώς ήταν ένα μείγμα λέξεων που τους άρεσε. Δεν υπήρχε κανένα μεγάλο σχέδιο πίσω από την συγκεκριμένη επιλογή. Μια μικρή ιστορία κρύβεται πίσω από την επιλογή του εντυπωσιακού εξωφύλλου. Το συγκρότημα έκανε μια φωτογράφιση στο Λονδίνο, σε ένα μουσείο, όταν την προσοχή του Lodge τράβηξε η αφίσα ενός πίνακα σε σέπια χρωματισμό. Επρόκειτο για τον πίνακα με τίτλο "Punch" (1840) του Thomas Webster.  Ο Lodge θεώρησε ότι ο πίνακας ταίριαζε απόλυτα με το περιεχόμενο του Long Distance Voyager. Η μόνη διαφοροποίηση, που έγινε από την εταιρεία Cream η οποία είχε αναλάβει τη σχεδίαση του εξωφύλλου, ήταν η προσθήκη του διαστημοπλοίου Voyager (το οποίο πριν λίγα χρόνια είχε ξεκινήσει το ατέλειωτο ταξίδι του στο αχανές διάστημα)  στο πάνω μέρος του εξωφύλλου. Ο Lodge λίγο καιρό αργότερα εντόπισε τον αυθεντικό πίνακα σε ένα κατάστημα με αντίκες στο Νότιο Λονδίνο και τον αγόρασε. Σύμφωνα με τον Hayward είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι λίγοι, από όσους βλέπουν το εξώφυλλο, παρατηρούν την εικόνα του διαστημικού σκάφους.  Η κυκλοφορία του άλμπουμ προγραμματίστηκε για τον Μάιο του 1981. Το προηγούμενο Octave είχε κάνει αξιοπρεπή πορεία (Νο. 6 στο Ηνωμένο Βασίλειο και Νο.13 στην Αμερική), χωρίς να περιλαμβάνει κάποια επιτυχία (το Steppin 'In A Slide Zone έφτασε στο No.39 στις ΗΠΑ). Αρχικά τα στελέχη της Decca (το album κυκλοφόρησε από τη θυγατρική της Threshold) δεν ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξα για την πορεία του. Η άποψή τους μεταβλήθηκε όταν άκουσαν τα τραγούδια, καθώς θεώρησαν ότι προσέγγιζαν τη μουσική που έπαιζε το ραδιόφωνο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Δυστυχώς ένα νέο εμπόδιο παρουσιάστηκε λίγο πριν την κυκλοφορία του, καθώς από κοινού οι Pinder και Clarke έκαναν αγωγή στο συγκρότημα με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια δικαστική διαμάχη. Η υπόθεση ξεκίνησε από τον Pinder και οι δικηγόροι συμπεριέλαβαν και τον Clarke για να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην υπόθεση. Ο Pinder ζητούσε να μην χρησιμοποιείται το όνομα Moody Blues από τη στιγμή που ο ίδιος δεν συμμετείχε. Η αλήθεια είναι ότι ο Pinder ήταν πικραμένος, γιατί ουσιαστικά εκδιώχθηκε από το συγκρότημα, ενώ είχε απλώς δηλώσει αδυναμία να συμμετέχει στις περιοδείες και μπορούσε κανονικά να πάρει μέρος στην ηχογράφηση του Long Distance Voyager. Βέβαια αυτό αμφισβητήθηκε από τον Lodge, που δήλωσε ότι ο Pinder έδωσε σε όλους την εντύπωση ότι ήθελε να αποχωρήσει οριστικά. Το καλό ήταν ότι οι πληροφορίες για την κίνηση των Pinder και Clarke είχαν φτάσει έγκαιρα στα αυτιά των άλλων μελών και η νομική υπηρεσία της Decca είχε προετοιμαστεί κατάλληλα. Έτσι η απόφαση του δικαστηρίου ήταν απορριπτική για την αγωγή των πρώην συνεργατών και άνοιγε τον δρόμο για την κυκλοφορία του Long Distance Voyager που έφτασε στο Νο. 7 στα charts του Ηνωμένου Βασιλείου, μια θέση χαμηλότερα από το Octave, αλλά στην Αμερική ήταν το δεύτερο Νο1 της μπάντας, ακολουθώντας τα βήματα του Seventh Sojourn (1972). 

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Η ελληνικής κατασκευής κασέτα


Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία του album έπαιξαν και τα δύο επιτυχημένα singles στις Η.Π.Α., δηλαδή το “Gemini Dream”, που έφτασε στο Νο.12 και το “The Voice”, το οποίο έφτασε στο Νο.15. Το “Gemini Dream” αρχικά ονομάστηκε “Touring The USA”, ήταν το πρώτο τραγούδι που ηχογραφήθηκε για το album και αφορούσε τις εμπειρίες από την γιγαντιαία περιοδεία 18 μηνών που είχαν κάνει στην Αμερική. Συγκεκριμένα αναφέρεται στα δυο πρόσωπα που εμφανίζει ο καλλιτέχνης: ένα όταν βρίσκεται πάνω στη σκηνή και ένα διαφορετικό στην ιδιωτική του ζωή. Ο ήχος του θυμίζει έντονα τους Electric Light Orchestra των οποίων η επίδραση είναι εμφανής και στο “Nervous”. Το “The Voice” γράφτηκε από τον Justin Hayward και στιχουργικά θυμίζει τον φιλοσοφικό τόνο των σπουδαίων τραγουδιών τους από τα τέλη των 60’s. Το μήνυμα που περνά στον ακροατή είναι ότι από τις επιλογές του θα κριθεί η εξέλιξη του κόσμου. Το τραγούδι μιλά για ελπιδοφόρο μέλλον στηριγμένο στη δική μας πρωτοβουλία. Η ηχογράφησή του έγινε το απόγευμα μιας Τρίτης! Από τη μία το μεσημέρι είχαν ξεκινήσει, ο Hayward είχε παίξει το κομμάτι και στη συνέχεια ο Williams ρώτησε τον Moraz αν ήταν έτοιμος για να παίξει το δικό του μέρος. Όσο ο Moraz έπαιζε στα keyboards (χρησιμοποιούσε Moog synthesizer, αλλά και το περίφημο Mellotron), ο Hayward με ακουστική κιθάρα επαναλάμβανε τα δικά του μέρη. Αρχικά ο Justin Hayward δεν είχε αποφασίσει πως να ονομάσει το τραγούδι. Όταν ο μηχανικός ήχου Greg Jackman τον ρώτησε ποιος είναι ο τίτλος, εκείνος απάντησε: "I'll think of that after.". Ο Jackman άκουσε "Fat Arthur" και αυτό έγραψε πάνω στο tape. Αυτό ήταν το όνομα του τραγουδιού μέχρι τη διαδικασία mastering, όταν ο Jackman πίεσε για έναν πιο λογικό τίτλο πριν το παραδώσει στην εταιρεία. Τότε ο Hayward σκέφτηκε ότι ο τίτλος "The Voice" ταιριάζει απόλυτα με τους στίχους. To "22.000 Days", γράφτηκε από τον Graeme Edge και είναι σαφώς επηρεασμένο από τον μυστικισμό. Το κομμάτι χαρακτηρίζεται από τον πειραματισμό του Edge με τον ήχο του drum machine. Το μελωδικό riff του κομματιού ανήκει στον Moraz και προέρχεται από τη σύνθεσή του “Children’s concerto”. Το ‘Meanwhile’ είναι ένα κομμάτι που ακούστηκε αρκετά από το ραδιόφωνο και μπορεί να θεωρηθεί ως το τρίτο “single” του album, αν και τελικά για αυτή τη θέση επιλέχθηκε, το "Talking Out of Turn" που είναι αρκετά ενδιαφέρον καθώς βασίζεται στις άρτια δομημένες μελωδίες του Lodge. Στο "Talking Out of Turn" χρησιμοποιήθηκε μια ορχήστρα που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του τραγουδιού, καθώς οι μουσικοί προέρχονταν από διαφορετικά μουσικά σύνολα. Στα credits του album αναφέρεται ως «New World Philharmonic Orchestra». Είναι η μοναδική φορά, στα 13 χρόνια συνεργασίας του με τους Moodies, που συμφωνική ορχήστρα πλαισίωσε τον ήχο από τα synthesizers του Moraz. Ακριβώς τότε του προτάθηκε να γίνει μόνιμο μέλος του συγκροτήματος, με τον Patrick αποδέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη.  Το “In my world” είναι μια ρομαντική, αλλά αρκετά φλύαρη, μπαλάντα. Το "Painted Smile" ζωγραφίζει την εικόνα της ζωής ενός γελωτοποιού με την μελωδία του να θυμίζει κάτι από ABBA. Το “Reflective Smile" είναι μια υπενθύμιση των albums της «κλασικής εποχής» τους. Το “Veteran Cosmic Rocker” είναι ταξιδιάρικο και, αν και θυμίζει έντονα το “ I’m just a singer in a rock n’ roll band”, αποτελεί το εντυπωσιακό φινάλε ενός αξιόλογου album.
Το συγκρότημα παραχώρησε στην εταιρεία το δικαίωμα επιλογής των τριών singles, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στον τρόπο που τα στελέχη της αντιλαμβάνονταν την τότε μουσική σκηνή. Τόσο ο Hayward, όσο και ο  Lodge θεωρούν το Long Distance Voyager ενδοσκοπικό, αλλά παράλληλα προσιτό για τον ακροατή, χαρακτηρίζοντάς το ως τον φυσικό διάδοχο του μεγαλειώδους “Seventh Sojourn” (1972) και ως το album που τους ανανέωσε δίνοντας νέα ώθηση στην καριέρα τους. Τα τραγούδια προσεγγίστηκαν με διαφορετικό τρόπο το καθένα, ώστε να μην μοιάζουν μεταξύ τους και η αίσθηση που άφηνε το Long Distance Voyager στους θαυμαστές τους ήταν ότι οι Moody Blues είχαν κάνει ολική επαναφορά.



ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

Δυστυχώς η συνέχεια ήταν διαφορετική. Το συγκρότημα θέλησε να ακολουθήσει την ίδια «συνταγή» και στο επόμενο άλμπουμ. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και το εξώφυλλο του The Present (1983) είναι παρόμοιο με αυτό του Long Distance Voyager, αλλά η χημεία που υπήρχε μεταξύ του συγκροτήματος και του Pip Williams είχε χαθεί. Το The Present αποτελεί την αρχή της παρακμής των Moody Blues καθώς είναι αδιάφορο, δύσκαμπτο και βαρετό.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Στο Long Distance Voyager οι Moody Blues ακούγονται επιβλητικοί, ανανεωμένοι και γεμάτοι αυτοπεποίθηση. Αν και το album κυκλοφόρησε σε μια εποχή που το new wave κυριαρχούσε, κατάφερε να διατηρήσει την αίγλη των Moodies αποφεύγοντας ακραίους pop πειραματισμούς και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ο «κρυμμένος θησαυρός» των Moody Blues.
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ

9/7/21

Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΓΙΑ ΤΟ LONG DISTANCE VOYAGER

Ποτέ οι Moody Blues δεν ήταν το "φόρτε" μου. Ούτε ακόμα στο άλμπουμ Days Of Future Passed, που είναι ένα από τα καλύτερα του είδους. Όμως, από την εποχή των Octave (1978) και Long Distance Voyager και παρ'΄όλη την pop-rock στροφή τους, ο ήχος τους προσαρμόστηκε πολύ γρήγορα σε αυτόν της καινούργιας δεκαετίας, πετυχαίνοντας ένα συνδυασμό καλού ήχου (υπεύθυνος για αυτό είναι ο PipWilliams) και συνθέσεων που δεν ξεχνιόνται. Το άλμπουμ ακούγεται εύκολα κι ανανέωσε το ενδιαφέρον του κόσμου γι αυτούς. 
 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *