ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΚΑΣΕΤΑ!!!


 Θα διαβάσατε ότι πριν μερικές ημέρες έφυγε από τη ζωή, πλήρης ημερών, ο 95χρονος εφευρέτης της κασέτας, o Ολλανδός Lodewijk Frederik Ottens, που ήταν διευθυντής ενός εργοστασίου της Philips στο Eindhoven και υπήρξε ο εφευρέτης της δημοφιλέστατης κασέτας, που κυκλοφόρησε το 1963.  Από τότε έως σήμερα έχουν πουληθεί περισσότερες από 100.000.000.000 (100 δισεκατομμύρια) κασέτες σε όλο τον κόσμο, κάνοντας την ιδιαίτερη προσιτή σε κάθε άνθρωπο αυτού του πλανήτη.
Η αλήθεια είναι ότι ποτές δεν ήμουν αγοραστής κασετών. Δεν έχω αγοράσει ΠΟΤΕ μια κασέτα εμπορίου. Ναι, έχω γράψει για το αυτοκίνητο, σπανιότατα έχω γράψει σε φίλους, αλλά  εμπόριού ΔΕΝ έχω αγοράσει ποτέ. Επίσης, ποτέ δεν με απασχόλησε ποιος και πως την ανακάλυψε! Σέβομαι την ευκολία χρήσης της, αλλά ποτέ δεν με κέρδισε τόσο σαν ποιότητα ήχου όσο και σαν format. Η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα, οι δισκογραφικές εταιρείες χρησιμοποιούσαν φθηνή ποιότητα υλικού κι ας αφήσουμε το περιτύλιγμα που ήταν απλά για να υπάρχει. Χρειάστηκε να περάσουν χρόνια για να καλυτερεύσει η ποιότητα του εξώφυλλου και των χρηστικών πληροφοριών (στίχοι, φωτογραφίες, πληροφοριακό υλικό), ενώ στο εξωτερικό οι κασέτες των δισκογραφικών εταιρειών ήταν πολύφυλλες και οι περισσότερες με επίστρωση φεροχρωμίου! Στη χώρα μας, η κασέτα, ίσως λόγω μεγέθους και χαμηλής τιμής, δεν είχε το κύρος που είχε ο δίσκος βινυλίου.   
H Compact Cassette  όπως είναι το όνομά της στα αγγλικά, δημιουργήθηκε από τον Ottens για να αντικαταστήσει τα δύσχρηστα μπoμπινόφωνα με την Philips  να είναι η πρώτη εταιρεία που παρουσίασε τη μικρή κασέτα στο εμπόριο για να πουλήσει σταδιακά τα δικαιώματα παραγωγής της στις Sony, TDK, Maxell (την οποία εμείς παραδόξως, ονομάζαμε Μάξουελ!), BASF, Scotch, 3M κ.α. Η κασέτα συνδυάστηκε στη χώρα μας με τη χαμηλής ποιότητα αναπαραγωγή ήχου, αν κι ερχόντουσαν σε μικρές ποσότητες χρωμίου που ήταν πολύ καλύτερης ποιότητας, αλλά είχαν ακριβότερης τιμή. Η ποιότητα τους ήταν κατά σειρά (ανάλογα τον επίστρωση) Νορμάλ, Χρωμίου, Φεροχρωμίου και Μεταλλού, με τις Νορμάλ να έχουν συντριπτικό ποσοστό στην αγορά. Τα κασετόφωνα είχαν επιλογή για νορμάλ και χρωμίου, με τις συνηθισμένες κασέτες να φθάνουν τα 120 λεπτά διάρκεια, (1 ώρα/πλευρά), με το χρόνο να είναι το μεγάλο όπλο τους. Άντε να εξηγήσεις στους σημερινούς 30χρονους, τη διαδικασία τυλίγματος της ταινίας που είχε μαγκωθεί στο κασετόφωνο και τη χρησιμότητα ενός μολυβιού!!!!
Οι κασέτες ήταν  μέρος της καθημερινότητά  μας. Μετέφεραν τη φωνή μας, τις φωνές των φίλων και ανθρώπων μας που έχουμε χάσει, τις συζητήσεις μας, τα αγαπημένα τραγούδια μας, το δικό μας soundtrack, πράγμα που με κανένα τρόπο δεν μπορούσε να κάνει ο δίσκος βινυλίου. Όσοι τις έχουν φυλάξει, τις έχουν με το συνοδευτικό χαρτί όπου έχουν γράψει τα αγαπημένα τραγούδια τους, ένα προσωπικό soundtrack ζωής
Δεκαετίες αργότερα σε συνέντευξή του ο Ottens, είπε το αυτονόητο, ότι τότε αυτός κι οι συνεργάτες του δεν μπορούσαν να φανταστούν τον αντίκτυπο που θα είχε στην αγορά. « Ήμασταν μικρά αγόρια που παίζαμε διασκεδάζοντας. Δεν αισθανθήκαμε ότι κάναμε κάτι μεγάλο. Ήταν ένα είδος αθλητικής προπόνησης για μένα", ενώ έχει πει ότι δεν μπορούσε να καταλάβει τι εξακολουθούν να βλέπουν οι άνθρωποι σε αυτό το ξεπερασμένο "πράγμα" στον 21ο αιώνα. Οι κασέτες σταμάτησαν σχεδόν απότομα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 90 με την προσωρινή επιβολή του DAT και την κυριαρχία του CD και της ψηφιακής τεχνολογίας. Τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να επανεκδίδονται σε περιορισμένες ποσότητες για αναμνηστικούς λόγους.

Θα κλείσω με την σημείωση ότι ο Ottens σαν διευθυντής του τμήματος ήχου της Philips, έβαλε τα θεμέλια του cd, στη συνέχεια έγινε διευθυντής του τμήματος βίντεο με το Video 2000 να είναι ένα από τα δικά του τεχνολογικά ευρήματα και να αποσυρθεί το 1986.
 
15/3/21

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *