MANOWAR - Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ (1982-1994)

 

Για τους θαυμαστές τους είναι η ενσάρκωση του αληθινού metal. Για τους πολέμιους τους είναι μία κακοστημένη κωμωδία που ξεχειλίζει από υπερβολή, υποκρισία και άνευ λόγου προσπάθειες εντυπωσιασμού. Μία αποδεκτή αλήθεια,  είναι ότι όταν μιλάμε για τους Manowar, πολλά βλέμματα θα σηκωθούν, πολλά στόματα θα ανοίξουν και τα πληκτρολόγια θα πάρουν φωτιά. Κατάσταση που ξεκινάει από τις αρχές τους την δεκαετία του ’80, μέχρι και τις μέρες μας κι εγώ το βίωσα στα χρόνια της αθωότητας, κάπου στα ‘90s, όπου τα t-shirts με τα εξώφυλλα των δίσκων Kings Of Metal και Triumph Of Steel ήταν τα αγαπημένα των μεταλλάδων, με εκατοντάδες αράδες γραφόντουσαν για το αυτοαποκαλούμενο «μοναδικό true metal» συγκρότημα, μαζί με τους Black Sabbath, όπως είχε δηλώσει ο φυσικός τους ηγέτης, o μπασίστας Joey DeMaio, διχοτομώντας την μεταλλική κοινότητα σε Metal Warriors/Manowarriors/Immortals/Brothers of Metal και … τους υπόλοιπους. Οι Manowar πίστευαν τόσο πολύ σε αυτό που πρέσβευαν, που εφηύραν τον όρο «false metal» για να χαρακτηρίσουν οποιαδήποτε άλλη μπάντα πέραν των ιδίων. Ισορροπώντας μεταξύ μεγαλοπρέπειας και παραλογισμού, άνοιξαν δρόμο με φωτιά και τσεκούρι στο επικό heavy metal, μακριά από το «false metal» και τις τάσεις της εποχής, στρατολογώντας πολλούς που τους ακολούθησαν στην πορεία. Ο Rockmachine.gr δια χειρός Κώστα Τσιρανίδη, παρουσιάζει μια πλήρη καταγραφή της ιστορίας του μεγάλου αμερικάνικου συγκροτήματος, από το ξεκίνημά του έως και την κυκλοφορία του The Triumph of Steel(1992).  
 Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Μοιραία η γέννηση τους συνδέθηκε με τους ίδιους τους Black Sabbath, που είναι οι, κοινά αποδεκτοί, πατέρες του heavy metal. Tο 1980, στην περιοδεία του «Heaven And Hell» και συγκεκριμένα στο Newcastle της Αγγλίας, ο Joey DeMaio, μπασίστας, τεχνικός και υπεύθυνος για τα πυροτεχνικά εφέ  των Sabbath, συνάντησε τον κιθαρίστα Ross Funicello (ή Friedman ή Ross the Boss, όπως έγινε αργότερα γνωστός).
O DeMaio ήταν στο crew των Sabbath, δανείζοντας μάλιστα τον εξοπλισμό του στον Geezer Butler για την περιοδεία του Heaven And Hell. Πριν από αυτό, έπαιζε με τον, ξάδελφο του Ronnie James Dio και πρώην μέλος των Elf, Dave Feinstein και τον Carl Canedy στο σχήμα του πρώτου, τους Dave Feinstein’s Thunder. Ο κιθαρίστας Friedman, έπαιζε στο ιστορικό punk συγκρότημα Dictators, μεταξύ 1975 - 1979 (για ένα διάστημα με μπασίστα τον Mark «The Animal» Mendoza, μετέπειτα στους Twisted Sister). Μετά πήγε στην Γαλλία και προσχώρησε στο support συγκρότημα των Sabbath, τους Shakin' Street. Κατά την διάρκεια της περιοδείας αναπτύχθηκε φιλία μεταξύ τους, κυρίως λόγω κοινών μουσικών ακουσμάτων, το γεγονός ότι ήταν και οι δύο Νεοϋορκέζοι, την αγάπη τους για την ηρωική φαντασία και το θερμό ενδιαφέρον τους  για το NWOBHM. Mε τις ευλογίες του frontman των Sabbath, Ronnie James Dio, αποφάσισαν να δημιουργήσουν το δικό τους συγκρότημα, με στόχο τον απόλυτο heavy metal ήχο. Κάτι που δεν είχε εμφανιστεί μέχρι τότε στον metal χώρο, κάτι πιο άγριο από την πανστρατιά των μπλου τζιν, των δερμάτινων και σίγουρα των «αλαφροΐσκιωτων» glam συγκροτημάτων.
ΤΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ…

Η πρώτη promo φωτογραφία τους~


Το όραμα δημιουργήθηκε στα σπάργανα της περιοδείας των Sabbath, μέσα σε ένταση και πυροτεχνήματα. Τώρα έπρεπε να δημιουργηθεί και η ομάδα. Με την επιστροφή των DeMaio και Ross The Boss στην Αμερική, άρχισε η αναζήτηση. Αρχής γενομένης από τον τραγουδιστή. Ο DeMaio είχε ήδη υπόψη έναν παλιό του φίλο, τον Louis Marullo, με τον οποίο συνυπήρχαν παλιότερα στο συγκρότημα την δική του garage μπάντα στα ‘60s, τους Kids, με τους συμμαθητές του, με τους οποίους είχε κυκλοφορήσει και το single «Lovin' Everyday» (1965). Μεγάλος fan του Ian Gillan, ο Marullo είχε παρόμοιες φωνητικές ικανότητες με το είδωλο του, έχοντας ελάχιστη «επίσημη» εκπαίδευση. Όσο για την θεατρικότητα της ερμηνείας του, εκεί μάλλον επηρεάστηκε από τον Rob Halford. To 1980 ο DeMaio ζήτησε από τον Marullo να ενταχθεί στο νέο σχήμα, και ο τραγουδιστής άλλαξε το καλλιτεχνικό του όνομα σε Eric Adams, από τα μικρά ονόματα των δύο γιων του. Πριν προσχωρήσει στο συγκρότημα ήταν τραγουδιστής στους μετέπειτα Bible Black των Graig Gruber και Gary Driscoll, οι οποίοι ήταν πρώην μέλη των Elf και των Rainbow, εργαζόταν σε κοπές κρεάτων, ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε ήδη αρνηθεί τρις την πρόταση του DeMaio!
Το καρέ συμπληρώθηκε με τον Carl Canedy στα ντραμς, και ηχογράφησαν το πρώτο τους demo (1981) με τα «Battle Hymn» και «Shell Shock». Άμεσα οι άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην σκηνή της Νέας Υόρκης, με εμφανίσεις σε διάφορα club παίζοντας κυρίως διασκευές. Σύντομα, ο Canedy αποχώρησε για να ξανασυναντήσει τον Feinstein στο νέο του συγκρότημα, τους Rods, και την θέση του πήρε ο Πολωνός Donnie Hamzik. Τον Hamzik τον ανακάλυψε o DeMaio στο Χόλυγουντ, όταν μία κοινή τους φίλη τον πήγε για να δει τον ντράμερ να παίζει. Ένα χρόνο αργότερα, είχαν εξασφαλίσει την συμφωνία με την Liberty (θυγατρική της EMI) και οι Joey DeMaio και ο Ross the Boss πήγαν στη Φλόριντα και έπαιξαν μαζί με τον Hamzik, ο οποίος έγινε επίσημα μέλος του συγκροτήματος.
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ MANOWAR
Για το ίδιο το συγκρότημα, ο DeMaio επέλεξε το όνομα «Manowar». Πέρα από την σύνδεση με το πολεμικό πλοίο που ξεκίνησε από την Πορτογαλία τον 15ο αιώνα, για τον DeMaio, ήταν συνδυασμός του «War» (λόγω του ότι η ζωή είναι μία διαρκής μάχη, ένας πόλεμος) και του «Man», αρσενικού στοιχείου ανδρείας, σε αντίθεση με αυτούς που δειλιάζουν και δεν μάχονται. Σε παρόμοιο πνεύμα προέκυψε και ο όρος «false metal», που οι Manowar τον έχουν έκτοτε ως σημαία τους, αναφέρεται σε κάθε συγκρότημα που δεν παίζει στο ύψος των προσδοκιών των οπαδών τους, και επομένως τους εξαπατά.

ΟΙ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΞΕΚΙΝΟΥΝ

 Καθώς ηχογραφούσαν υλικό για το πρώτο τους άλμπουμ, κατάφεραν να κλείσουν τον Bill Aucoin για manager, γνωστό από την συνεργασία με τους Kiss και τον Billy Idol. Υπό πίεση από την δισκογραφική τους ηχογράφησαν το πρώτο τους άλμπουμ, στα Criteria Studios του Miami, το περίφημο Battle Hymns (1983). Σε παραγωγή των DeMaio και Ross The Boss, το συγκρότημα προσπαθεί να βρει τον ήχο του, με ένταση και ενθουσιασμό. Διαθέτει ένα εξώφυλλο χαρακτηριστικό (τον εμβληματικό αετό, που από πολλούς ερμηνεύτηκε ως φασιστικό σύμβολο) για την μουσική κατεύθυνση τους. Η πρώτη πλευρά είναι κάπως επίπεδη, με το «Metal Daze» να ξεχωρίζει και τα «Death Tone», «Fast Taker» και «Shell Shock» να μοιάζουν με κάτι ανάμεσα σε Riot και Rods. Θεματικά, το συγκρότημα εμπνεύστηκε από τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ωστόσο η δεύτερη πλευρά είναι ενδεικτική για το τι θα ακολουθούσε στο μέλλον. Εξαιρουμένου του σύντομου instrumental «William's Tale», κομμάτι παρμένο από την όπερα του Gioachino Rossini, τα υπόλοιπα τραγούδια είναι απλά συγκλονιστικά. To αυτοβιογραφικό «Manowar» αποτελεί μέχρι και σήμερα αναπόσπαστο κομμάτι των ζωντανών τους εμφανίσεων.

Στο κέντρρο με τα άσπρα γένια ο Orson Welles

Το βιβλικό «Dark Avenger», επικό και ατμοσφαιρικό, περιέχει και την πρώτη εκ των δύο συμμετοχών-απαγγελιών ενός από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες όλων των εποχών, του Orson Welles, σε μία ασυνήθιστη, αν μη τι άλλο, συνάντηση. Το άλμπουμ κλείνει με το αγαπημένο «Battle Hymn». Ένα από τα πιο γνωστά τους τραγούδια  θα μπορούσε να έχει βγει από ένα NWOBHM συγκρότημα και θυμίζει λίγο Iron Maiden στο ντεμπούτο τους, με τον καλπάζοντα ρυθμό του. Θυμάμαι ότι το πρωτάκουσα στην συλλογή Metalmania (1992), που το εν λόγω τραγούδι (μαζί με κάποια άλλα) το είχαν πετσοκόψει, για να χωρέσουν περισσότερα τραγούδια στον δίσκο (το ίδιο είχαν κάνει και στη συλλογή Classic Metal Ballads)!



THE EPIC STORY BEGINS
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι οι Manowar, μαζί με σχήματα όπως οι Manilla Road και οι Virgin Steele, ξεκίνησαν την ιστορία του επικού heavy metal στις ΗΠΑ και του έδωσαν σάρκα και οστά. Ήταν ασυμβίβαστοι και πλήρως αφοσιωμένοι στο όραμα τους. Ωστόσο, όπως και πολλά συγκροτήματα της εποχής, δεν είχαν την αναμενόμενη εμπορική απήχηση. Απτόητοι, μετά την κυκλοφορία του Battle Hymns, οι Manowar βγήκαν στην πρώτη τους περιοδεία, ως support στον Ted Nugent, αλλά η συνεργασία τους διήρκεσε μόνο λίγους μήνες επειδή, σύμφωνα με τους ίδιους, έπαιζαν καλύτερα από τον Nugent κάθε βράδυ και έκλεβαν την παράσταση από τον headliner.
Με σταθερό ρυθμό, το πείσμα τους απέδωσε, και άρχισαν να δημιουργούν έναν πυρήνα οπαδών στην χώρα τους, αλλά και στην Ευρώπη, κυρίως στην Μ. Βρετανία, όπου τους στήριξε και ο μουσικός τύπος, αλλά και στην Γερμανία. Η εμπορική αποτυχία, ωστόσο, του ντεμπούτου τους, ώθησε τον Bill Aucoin να τους αφήσει. Παρομοίως και πιεσμένος από το συναυλιακό πρόγραμμα  τους, ο Hamzik επίσης αποφάσισε να αποχωρήσει από το συγκρότημα στο τέλος της περιοδείας. Την θέση του πήρε ο Scott Columbus, συντοπίτης των DeMaio και Adams, και πριν πάει στους Manowar δούλευε σε μαγαζί με υδραυλικά. Σύμφωνα με κάποιο αστικό μύθο, τον σύστησε μία οπαδός του συγκροτήματος που είδε να κοπανάει το αμόνι στον χώρο που δούλευε. Λέγεται, επίσης, ότι έπαιζε τα ντραμς με τόση μανία, που αναγκάστηκαν να του φτιάξουν ένα custom drum set από ατσάλι, προκειμένου να αντέχει στο ανελέητο σφυροκόπημα του.
ΤΟ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΕΝΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

Αφού τους αποδέσμευσε η Liberty, λόγω εμπορικής δυστοκίας, υπέγραψαν με την Megaforce. Θέλησαν να τιμήσουν την νέα συμφωνία υπογράφοντας το συμβόλαιο με το αίμα τους, ή τουλάχιστον έτσι φημολογείται (Το ίδιο είχαν πει και για την υπογραφή με την Liberty).  Εκείνη την εποχή, η Megaforce, σε συνεργασία με την βρετανική Music For Nations, συγκέντρωνε ένα διόλου ευκαταφρόνητο roster με ανερχόμενα συγκροτήματα όπως οι Metallica, οι Anthrax και οι Mercyful Fate. Κάτω από την φιλόξενη στέγη της νέας τους εταιρείας, οι ανανεωμένοι Manowar μπήκαν στο στούντιο, αρχικά με την πρόθεση να κυκλοφορήσουν ένα απλό EP, αλλά μέχρι το καλοκαίρι του 1983 ηχογράφησαν ένα ολόκληρο άλμπουμ, το δεύτερο τους και μνημειώδες Into Glory Ride (1983).


Με τίτλο παρμένο από στίχο του “Battle Hymn», αυτό είναι, κατά την γνώμη μου, το δεύτερο καλύτερο τους άλμπουμ, με την μοναδική φορά που εμφανίζονται τα μέλη του συγκροτήματος στο εξώφυλλο, ντυμένοι σαν βάρβαροι έτοιμοι να επιδράμουν στους ανυποψίαστους ακροατές (κατά τους επικριτές τους, σαν … τσομπάνηδες!). Είναι ένα ηρωικό έπος με παραπομπές στον φανταστικό Κιμμέριο ήρωα Κόναν τον Βάρβαρο του Robert E. Howard, στο μεγαλοπρεπές «Secret Of Steel », το σαρωτικό σε στυλ Dio «Gloves Of Metal» που εξυμνεί – τι άλλο- το heavy metal και τους fans (ήταν και το πρώτο τους video clip), καθώς και το βαγκνερικό «Gates Of Valhalla» με εικόνες βγαλμένες κατευθείαν από την Σκανδιναβική Μυθολογία. Και αυτά μόνο στην πρώτη πλευρά του δίσκου. Η δεύτερη ξεκινάει με το κατάμαυρο «Hatred», συνεχίζει με το θέμα της Αποκάλυψης στο «Revelation (Death's Angel)» και κλείνει στο τρίτο μόλις τραγούδι με το άκρως μεταλλικό «March for Revenge (By the Soldiers of Death)». Τόνοι δύναμης και τεστοστερόνης, που σε κάνουν να βγάζεις … μουστάκι στα 45 λεπτά που διαρκεί, μέσα σε οράματα μαχών, βίας, ένδοξου θανάτου και του Ηρωικού Ιδανικού. Μόνο το «Warlord» είναι παράταιρο σε αυτό το κατά τ’ άλλα επικό metal αριστούργημα των Manowar, που εκ των υστέρων, μπορεί κάποιος να πει ότι τους ενθρόνισε ως τους βασιλιάδες του είδους. Η θεϊκή φωνή του Eric Adams προκαλεί ανατριχίλες, εξιστορώντας τις μουσικές φαντασιώσεις των DeMaio και Ross The Boss, με τον σεισμικό Columbus να μην χαρίζει σπιθαμή εδάφους ταλαιπωρώντας τα τύμπανα του στο έπακρο. O συμπαραγωγός Jon Matthias είχε συνεργαστεί με το συγκρότημα στην μίξη του πρώτου τους άλμπουμ, ενώ λίγα χρόνια πίσω είχε δουλέψει με τους Kiss στο «Dynasty».


“LADIES AND GENTLEMEN FROM THE UNITED STATES OF AMERICA, ALLHAIL MANOWAR”
Πλέον δεν υπήρχε αμφιβολία ότι οι Manowar είχαν έρθει για να μείνουν. Ανάγκασαν πολλά αυτιά να στραφούν προς το μέρος τους, από συγκροτήματα τόσο της σκηνής που αργότερα εξελίχθηκε στο λεγόμενο αμερικάνικο Power Metal όσο και άλλα που χρόνια αργότερα θα εδραίωναν το Viking Metal (όπως οι Bathory). Είναι, πάντως, άξιο απορίας, πως δεν έβαλαν το πολύτιμο «Defender» στο άλμπουμ, παρά προτίμησαν να το κυκλοφορήσουν ξεχωριστά, αμέσως μετά την κυκλοφορία του «Into Glory Ride», ως single, με b-side το «Gloves Of Metal». Σε αυτό το τραγούδι, ξανακούμε τον Orson Welles να απαγγέλει, στον ρόλο του πατέρα του ήρωα, με την τόσο χαρακτηριστική ερμηνεία του. Αυτή ήταν και η τελευταία εν ζωή συνεργασία του με το συγκρότημα. Για την ιστορία, η εισαγωγή που ακούγεται στις συναυλίες των Manowar, «... ladies and gentlemen, from the United States οf America, all hail Manowar...» είναι από τον Welles.
Ίσως να εκπλαγείτε αν μάθετε ότι σύντομα μετά από την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ τους, οι Manowar, με κάποιο παράδοξο τρόπο, κατέληξαν να εμφανιστούν σε ένα … παιδικό show του καναλιού Nickelodeon (!), το «Livewire», μπροστά σε ενθουσιώδη παιδιά και τους κάπως … σκεπτικούς γονείς τους!Δείτε το video!

Μάλιστα, κατά την διάρκεια της εκπομπής συνομίλησαν και με τους γονείς και με τα παιδιά, απαντώντας σε ερωτήσεις τους για την εμφάνιση και την μουσική τους. Στην περιοδεία κατάφεραν να εξοργίσουν και τους Twisted Sister, αποκαλώντας τους «αδελφές με make up», με τον Dee Snider να αντεπιτίθεται προκαλώντας και αυτούς και τους Hanoi Rocks (μάλλον ήθελαν να κλείσουν όλες τις εκκρεμότητες τους!) σε δημόσια αναμέτρηση στο Covent Garden του Λονδίνου! Όταν ούτε οι Manowar μήτε οι Hanoi Rocks εμφανίστηκαν για φασαρία, οι Twisted Sister αυτοανακηρύχθηκαν νικητές της «αναμέτρησης», υπό τα χειροκροτήματα των Βρετανών SMFs (των δικών τους οπαδών). Ο Snider ισχυρίστηκε o μπασίστας τους Mark Mendoza έλαβε μία απολογητική επιστολή από τον Ross The Boss (παλιό του συμπαίκτη στους Dictators). Έκτοτε, ο Dee Snider είναι φίλος τόσο με τον Ross The Boss όσο και με τον Joey DeMaio. Μία ωραία ατμόσφαιρα λοιπόν!
Δισκογραφικά τώρα, συνέχισαν ακάθεκτοι, όντας η αιχμή του δόρατος όσον αφορά το epic metal που οι ίδιοι, λίγο-πολύ, εδραίωσαν. Στην πατρίδα τους εξακολουθούσαν να είναι σχετικά άγνωστοι, παρόλο που πολλοί τους ακολούθησαν στο θέμα του επικού με συγκροτήματα όπως οι Omen, οι Liege Lord, οι Cirith Ungol, οι Jag Panzer και φυσικά οι πολύ αγαπητοί στην χώρα μας Warlord. Το ερώτημα που προκύπτει φυσικά, παρόλαυτα, είναι το πως ακολουθείς ένα επικό έπος σαν το Into Glory Ride. Ευτυχώς για το συγκρότημα, και ιδέες υπήρχαν και όρεξη υπήρχε και η έμπνευση ήταν φαινομενικά ατελείωτη, λες και τους φώτισε κάποιο θεϊκό πνεύμα. Δεν εξηγείται αλλιώς το γεγονός ότι μέσα σε μία μόλις εβδομάδα ηχογράφησαν εάν από τα καλύτερα metal άλμπουμ όλων των εποχών. Το λέω δίχως ίχνος υπερβολής και έχοντας πλήρη συνείδηση για το τι γράφω Το καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία του συγκροτήματος είναι το τρίτο άλμπουμ τους και λέγεται Hail To England.

Αφιερωμένο στους αφοσιωμένους Άγγλους οπαδούς τους, και σε αντιστάθμιση μίας κακοσχεδιασμένης βρετανικής περιοδείας που δεν ολοκληρώθηκε, απέτισαν φόρο τιμής στην χώρα στην οποία γεννήθηκαν ως ιδέα και εμπνεύστηκαν μουσικά. To άλμπουμ ξεκινάει με ένα από τα δυνατότερα εναρκτήρια τραγούδια ever, το πολεμοχαρές «Blood Of My Enemies», αρχίζοντας με ένα ισοπεδωτικό riff και ανεβαίνει σε ένα αξέχαστο ρεφρέν, λειτουργώντας ως μήνυμα προς φίλους αλλά και εχθρούς. Ασύλληπτα τα φωνητικά του Adams για τους περισσότερους τότε (και τώρα) σαν πολεμιστής που ετοιμάζεται να μπει στην μάχη. Ακολουθεί το βασανιστικά πορωτικό «Each Dawn I Die», για να περάσουμε στο καταιγιστικό και αγαπημένο πολλών «Kill with Power» και να κλείσει η πρώτη πλευρά με το ομώνυμο, μεγαλιθικό Hail To England, παρουσιάζοντας την βρετανική περιοδεία σαν ένα προσκύνημα στους Αγίους Τόπους, χρησιμοποιώντας την αφηγηματική δράση των ιστοριών του Βασιλιά Αρθούρου από τον Sir Thomas Malory. Τώρα για την δεύτερη πλευρά, ό,τι και να πούμε είναι λίγο. Ένα συνεχόμενο, μουσικό «λουτρό αίματος» από την ηχητική επίθεση των Manowar, με μόλις τρία κομμάτια, εκ των οποίων το ένα είναι ορχηστρικό («Black Arrows»), μία παρανοϊκή γέφυρα ανάμεσα στο πρώτο και τρίτο τραγούδι. Το ανεβαστικό «Army of the Immortals», συνοψίζοντας την φιλοσοφία του συγκροτήματος να ενώσει σε αδελφικό πνεύμα όλους τους οπαδούς του, και το απόλυτο επικό doom metal άσμα (και αγαπημένο μου τραγούδι τους), το σκοτεινό «Bridge Of Death». Η ομολογία υποταγής στον Σκοτεινό Άρχοντα στο μέσο του τραγουδιού είναι κυριολεκτικά βγαλμένη από την πιο μαύρη βαρβαρική φαντασία.
Το Hail To England (Νο 83 Μ.Βρετανία) είναι από τα πιο δυναμικά, επιθετικά, μεγαλοπρεπή, επικά, εκρηκτικά άλμπουμ όλων των εποχών, σε σημείο που το, αρχικά παράλογο, true metal των Manowar έναντι του false metal των υπόλοιπων, αρχίζει να βγάζει κάποιο νόημα. Ακούγοντας τα λοιπά metal αριστουργήματα του 1984, πραγματικά αναρωτιέσαι γιατί όλοι φρενάρουν και οι Manowar απλά λιώνουν τα πάντα στο πέρασμα τους με την ένταση και τον όγκο τους. Σε αυτό βοηθάει και η παραγωγή του Καναδού παραγωγού Jack Richardson, πρώην παραγωγού των Guess Who, του Bob Seger (στο Night Move του 1976) και του Alice Cooper στα Love It to Death (με τον Bob Ezrin) και Muscle of Love (με τον Jack Douglas). Χωρίς να έχει καλά-καλά 35 λεπτά διάρκειας και με έναν υπερφορτωμένο πολεμιστή (για πρώτη φορά μία τέτοια φιγούρα εμφανίζεται σε εξώφυλλο των Manowar, από τον Kenneth Landgraf) να απεικονίζεται στο εξώφυλλο, το Hail To England έγινε το breakthrough άλμπουμ τους και σφράγισε τον όρο Power Metal μια καλή. Έχοντας μετουσιώσει όλες τους τις επιρροές από συγκροτήματα όπως οι Sabbath, οι Purple, οι Uriah Heep, οι Rainbow, οι Rush, οι Priest και το NWOBHM, και παράλληλα με τους Accept στην Ευρώπη, έθεσαν το πρότυπο για το Power Metal στις ΗΠΑ σίγουρα, αλλά και επηρεάζοντας, με τους Helloween, και την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Απλά πήγαν το metal στην επόμενη πίστα.
Η περιοδεία που ακολούθησε ξεκίνησε από την ηπειρωτική Ευρώπη, πριν εισβάλλουν, ως άλλοι Βίκινγκ, στην Αγγλία και παίξουν για τους Βρετανούς fans τους σε έντεκα εμφανίσεις. Η περιοδεία ονομάστηκε «Spectacle Of Might», με το συγκρότημα να κλείνει κάποιες εμφανίσεις με τους «ομόσταβλους» τους (στην Music For Nations), Δανούς Mercyful Fate, οι οποίοι τότε ξεκινούσαν να γράφουν την δική τους σκοτεινή εποποιία με το φοβερό Melissa. Από την πρώτη τους κοινή εμφάνιση φάνηκε ότι δεν θα τα πήγαιναν και πολύ καλά, μιας και υπήρχε ένταση μεταξύ τους, που επεκτάθηκε και στην σκηνή, καθώς οι Mercyful Fate ισχυρίζονταν ότι αντιμετώπισαν απαίσια συμπεριφορά από τους Manowar και ότι σαμποτάρισαν το δικό τους κομμάτι, αφού δεν τους επέτρεψαν να κάνουν soundcheck και πείραζαν τον ήχο τους κατά την διάρκεια της συναυλίας. Μάλιστα, σύμφωνα με τους Δανούς, αυτή η ιστορία τους ταλάνισε και στην συνέχεια, όταν το βρετανικό περιοδικό Kerrang! πήρε το μέρος τους, θάβοντας τους Mercyful Fate. Στον αντίποδα, ο Ross The Boss ισχυρίζεται ότι οι Manowar που ήταν οι headliners (ενώ η ιστορία ήθελε να ήταν οι Mercyful Fate, αλλά στην πορεία α αυτό … άλλαξε!), ήρθαν αντιμέτωποι με την εξωπραγματική απαίτηση των Mercyful Fate να χρησιμοποιήσουν τον εξοπλισμό τους, και απλά έφυγαν μετά την πρώτη εμφάνιση, χολωμένοι από την κρύα υποδοχή του κοινού. Πάντως ο Ross δήλωσε πως πλέον είναι φίλος με τους κιθαρίστες των Mercyful Fate, Mike Denner και Hank Shermann. Σε αυτή την περιοδεία έσπασαν για πρώτη φορά το ρεκόρ Guinness για την μεγαλύτερη ένταση σε συναυλία, περίπου 130 decibel, ξεπερνώντας το ρεκόρ των Who (από το 1976) , χάρη στο ηχητικό τους σύστημα «Voodoo Wall of Sound» που παρήγαγε τον «Θεϊκό Άνεμο» (Divine Wind), όπως το αποκαλούσαν

“ALL MEN PALY ON 10”
Την ίδια χρονιά, τον Οκτώβρη του 1984, κυκλοφόρησαν το εξαιρετικό Sign Of The Hammer, μέσω της θυγατρικής της Virgin, Ten Records, που, μέχρι εκείνο το σημείο, είχε κυκλοφορήσει και το Victims of the Future του Gary Moore, καθώς και το cult classic Fighting For The Earth των Αμερικάνων Warrior. Πιο κοντά στην Σκανδιναβική Μυθολογία το τέταρτο τους άλμπουμ, από το εξώφυλλο με το φτερωτό σφυρί και τον ύποπτο συνδυασμό χρωμάτων (μαύρο, κόκκινο και λευκό) που αναζωπύρωσε τις θεωρίες περί φασιστικών συμβόλων, μέχρι τα ίδια τα τραγούδια. Την παραγωγή ανέλαβε πάλι ο Jack Richardson, με συμμετοχή και του Tony Platt, ο οποίος είχε δουλέψει με μεγάλα ονόματα του ευρύτερου rock χώρου, όπως Jethro Tull, AC/DC, Foreigner, Iron Maiden, Krokus, Y & T, Motörhead, μεταξύ άλλων.



Το άλμπουμ ξεκινάει με το φοβερό «All Men Play On 10» (μπορεί να θυμίζει και λίγο … ραπ!), τίτλος με διττή σημασία, μιας και η ένταση στον ενισχυτή φτάνει μέχρι το 10, αλλά αυτό ήταν και το όνομα της νέας τους δισκογραφικής εταιρείας. Είναι το δεύτερο κομμάτι που κυκλοφόρησε ως single, με b-side το επιβλητικό άσμα αυτοεκπλήρωσης, το «Mountains» που κλείνει και την πρώτη πλευρά του δίσκου. Τα άλλα δύο τραγούδια είναι το γρήγορο «Animals», και το πιο γνωστό τραγούδι του άλμπουμ, μαζί με το ομώνυμο, το σκανδιναβικής έμπνευσης «Thor (The Powerhead)», μία επίκληση στον Θεό του Κεραυνού για την τελική μάχη μεταξύ των Θεών και των Γιγάντων που θα φέρει το Ragnarök, το Τέλος του Κόσμου. Η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το ομώνυμο «Sign Of The Hammer», αναγγέλλοντας μία ακόμα επική έφοδο, που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη στον power metal ύμνο που ακολουθεί, το «The Oath». Με το ακατανόητο «Thunderpick» να ξοδεύει τρία λεπτά από τον χρόνο μας, φτάνουμε στο τελευταίο highlight του άλμπουμ, το σπαρακτικό «Guyana (Cult of the Damned)». Αναφέρεται στην ιστορία της μαζικής αυτοκτονίας με κυάνιο (που είχαν διαλύσει σε αναψυκτικό Kool Aid) των «πιστών» της αίρεσης Peoples Temple, που έλαβε χώρα το 1978 στην Γουϊάνα της Ν. Αμερικής όπου είχαν εγκατασταθεί οι ακόλουθοι της αίρεσης, υπό την κατεύθυνση του αρχιερέα και ηγέτη τους, Jim Jones. Πάνω από 900 άτομα χάθηκαν σε αυτή την απίστευτη τραγωδία (εκ των οποίων το 1/3 ήταν παιδιά), η μεγαλύτερη εκατόμβη νεκρών Αμερικανών πολιτών, πριν την τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη της 11/9/2001.
Το Sign Of The Hammer ήταν ακόμα πιο επιτυχημένο από το προηγούμενο τους άλμπουμ (Nο.73 Μ.Βρετανία, Νο.34 Σουηδία). Βάσει αυτής της επιτυχίας τους, οι Manowar, για τα επόμενα δύο χρόνια, βγήκαν σε παγκόσμια περιοδεία και έκαναν ένα διάλλειμα το 1986, με την ολοκλήρωση της. Αξιοσημείωτο, πάντως, είναι ότι άλλαξαν ξανά δισκογραφική στέγη (για τέταρτη φορά μέσα σε 5 χρόνια) , αφού προέκυψαν διαφωνίες με την Ten Records. Παρόλαυτα, μετά από support εμφανίσεις στους Motorhead στην Ευρώπη, πέτυχαν να συνάψουν συμβόλαιο με την Atco, θυγατρική του κολοσσού Atlantic, το 1987. Πλέον είχαν με το μέρος τους μία εταιρεία παγκόσμιας εμβέλειας και διανομής, που θα μπορούσε να προβάλλει το ιδιαίτερο δυνατό και επικό metal τους σε κλίμακα που δεν είχαν φανταστεί πιο πριν. Περιέργως, η επόμενη δισκογραφική δουλειά τους θα ήταν η αιτία να κατηγορηθούν από πολλούς ότι ξεπουλήθηκαν στις προσταγές της νέας τους εταιρείας και άλλαξαν τον ήχο σε πιο … εμπορικό (αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο γ για τους Manowar!).


Το πέμπτο τους άλμπουμ με τίτλο Fighting The World κυκλοφόρησε το 1987, με ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο από τον καλλιτέχνη (και ανιψιό του μεγάλου Frank Frazetta) Ken Kelly, γνωστό από τα εξώφυλλα του αριστουργήματος Rising των Rainbow, αλλά και από τα εξώφυλλα των Kiss, στα Destroyer και Love Gun. Έτσι παρουσιάζονται και οι Manowar εδώ, όπως οι Kiss αρκετά χρόνια πριν, σαν μία τετράδα υπερηρώων. Την παραγωγή, η οποία μάλιστα είχε σαν αποτέλεσμα το δεύτερο εξ’ ολοκλήρου ψηφιακά ηχογραφημένο metal άλμπουμ (προηγήθηκε το Turbo των Judas Priest), ανέλαβε το ίδιο το συγκρότημα και το στέλεχος της Atco, Jason Flom. O Flom ήταν στέλεχος στο κομμάτι του καλλιτεχνικού ρεπερτορίου της εταιρείας, και η μεγαλύτερη εμπλοκή του με το metal, πέρα από την συμμετοχή στην παραγωγή σε αυτό και το επόμενο άλμπουμ των Manowar, ήταν η υπογραφή, την επόμενη χρονιά, ενός άγνωστου μέχρι τότε συγκροτήματος από το New Jersey, κάποιων … Skid Row.
Μουσικά, οι Manowar φαίνεται να έχουν πιάσει την καλή και να έχουν χαλαρώσει. Η αλήθεια είναι ότι πολλοί hardcore οπαδοί τους μπερδεύτηκαν, ακούγοντας μία μπάντα που είχε λειάνει την επιθετική, βίαιη και επική της προσέγγιση στο metal, και προσπαθούσε να παίξει πιο κοντά στο mainstream metal της εποχής, με περισσότερο εμπορικές βλέψεις. Σε καμία περίπτωση δεν υπονοώ ότι άρχισαν να παίζουν στο γήπεδο των Motley Crue και των Poison. Απλά επέλεξαν μία πιο «μαλακή» προσέγγιση, σε σχέση με το πολεμικό παρελθόν τους. Τα «Fighting the World» (το πρώτο τραγούδι που άκουσα από το συγκρότημα) και «Blow Your Speakers» θα μπορούσαν άνετα να παίξουν σε μία metal playlist ενός ραδιοφωνικού σταθμού, με το δεύτερο μάλιστα να κυκλοφορεί ως single και να γίνεται και συνοδευτικό video clip. Καθάρισαν αρκετά τον ήχο τους, κάτι που φαίνεται σε τραγούδια όπως το «Carry On» με πιο αισιόδοξο χαρακτήρα και διατήρησαν και λίγο από το πιο σκοτεινό τους ύφος στο «Violence and Bloodshed», που το σύντομο riff του μπορεί να σας θυμίσει το «Cowboys From Hell» των Pantera. Στην άλλη πλευρά του δίσκου, η εκκίνηση γίνεται με την επανεκτέλεση του «Defender» (νομίζω η πρώτη που ακούσαμε οι περισσότεροι) που είναι πιο περιποιημένη από αυτή της «Into Glory Ride» εποχής. Λογική η κίνηση να το συμπεριλάβουν ως κανονικό κομμάτι του άλμπουμ εδώ, μιας και είχε τον χαρακτήρα και τις προδιαγραφές να γίνει επιτυχία. Η φωνή του Orson Welles ακούγεται πάλι εδώ, μόνο που είναι μετά θάνατον η συμμετοχή του, αφού είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν. Ακολουθεί το «Drums of Doom», μία κινηματογραφική εισαγωγή στο επόμενο «Holy War», που έχει ως επίλογο το «Master of Revenge». Με αυτή την τριπλέτα, οι Manowar προσπαθούν κάπως να υπενθυμίσουν τις βαγκνερικές τους τάσεις και να κλείσουν επιτυχημένα το άλμπουμ με το speed/power metal του «Black Wind, Fire and Steel», που, μεταξύ μας, είναι, μαζί με το «Defender», το μόνο τραγούδι του «Fighting The World» που θυμίζει τους παλιούς Manowar.



Με την κυκλοφορία του Fighting The World, πολλοί έσπευσαν να τους κατηγορήσουν για ξεπούλημα. Να πούμε, από την άλλη, πως το «ξεπούλημα» είχε αποτέλεσμα, μιας και πούλησε περισσότερα από κάθε άλλο άλμπουμ τους μέχρι εκείνο το σημείο και παρά την αλλαγή των δισκογραφικών, οι Manowar πέτυχαν πολλά περισσότερα σε αυτή την μεταβατική για αυτούς συγκυρία. Κι εμείς σαν πιτσιρικάδες ακούσαμε το ομώνυμο τραγούδι σε μία διαφήμιση παγωτού, χρόνια αργότερα, το 1994 (δείτε το video πιο κάτω!). Στην Ισπανία και την Γερμανία το άλμπουμ έγινε χρυσό, ενώ ανέβηκε και ψηλά στα σουηδικά charts, στο Νο. 27. Παρόλαυτα, έσπειρε λίγο πανικό στους fans, που ένιωθαν ότι το epic στοιχείο είχε χαθεί και οι Manowar θα αλλοιώνονταν από τις άπληστες δισκογραφικές. Σε μία απόπειρα να εξισορροπήσουν την κατάσταση υπέρ τους, και βγάζοντας από το σύστημα τους την πιο εμπορική τους πλευρά, οι Manowar ηχογράφησαν το 6ο τους άλμπουμ το 1988, και το κυκλοφόρησαν τον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Kings Of Metal. Πάλι με εξώφυλλο από τον Ken Kelly, που συνεργάζεται μαζί τους μέχρι και το πρόσφατο άλμπουμ τους The Lord of Steel (2012), εδώ βλέπουμε έναν απρόσωπο πολεμιστή, που θα γινόταν η ανεπίσημη «μασκότ» τους έκτοτε και σύμφωνα με τον DeMaio συμβολίζει τον καθένα και την καθεμιά από τ τους οπαδούς τους. Είναι το δεύτερο artwork χρονολογικά που μου έρχεται στο μυαλό, από ξένο metal σχήμα, που περιλαμβάνει την ελληνική σημαία με πρώτο το Rock The Nations των Saxon ενώ υπάρχει και η περίπτωση του single «The Fight Goes On» των Samson!


“ALL OTHER BANDS PLAY, MANOWAR KILL”

Το Kings Of Metal έρχεται να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την προηγούμενη προσεκτικά γυαλισμένη απόπειρα και να τους επανασυστήσει στους παλιούς οπαδούς τους αλλά να προσελκύσει και τους νεότερους. Πλέον δεν ακούμε άλογα και πολεμικές ιαχές αλλά τερματισμένες μηχανές στο «Wheels of Fire»,  ενώ το ομώνυμο «Kings of Metal» περιέχει ένα από τα διασημότερα σλόγκαν του συγκροτήματος «Other bands play, Manowar kill», σε περίπτωση που κάποιοι δεν το είχαν εμπεδώσει ακόμα. Στο πνεύμα του παλιότερου τους «Defender», το «Heart of Steel» είναι ένα ακόμα υμνητικό προς τους εαυτούς τους κομμάτι, για την «ατσάλινη καρδιά» που διέθεταν. Το κλασικό αχρείαστο instrumental «Sting of the Bumblebee» υπάρχει και εδώ, για να ακολουθήσει το εντυπωσιακό «The Crown and the Ring (Lament of the Kings)», ένα απόλυτα χορωδιακό τραγούδι, στο οποίο συμμετέχει η εκκλησιαστική χορωδία Canoldir Male Choir του Birmingham και ηχογραφήθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Παύλου στην ίδια πόλη. Το συγκρότημα ξόδεψε ένα τεράστιο κομμάτι από το budget της ηχογράφησης για το συγκεκριμένο, κάτι που έκανε έξαλλη την εταιρεία τους. Αλλά, από την άλλη, ποια εταιρεία κατάφερε να πείσει τους Manowar να συμβιβαστούν;


Με το εξαιρετικό «Kingdom Come» ανοίγει η επόμενη πλευρά του άλμπουμ, αφιερωμένο και αυτό στους οπαδούς τους, που έχει μία πιο εμπορική χροιά. Το ηχητικό πορνογράφημα που ακούει στον τίτλο «Pleasure Slave» βρίσκεται κάπου σε αυτό σημείο στην CD έκδοση του άλμπουμ, και αν δεν πρόκειται για κάποιο είδος τραβηγμένου χιούμορ, είναι επιεικώς κακό. Ναι, τα metal συγκροτήματα δεν φημίζονται για τον ποιητικό πλουραλισμό τους, αλλά και πάλι το συγκεκριμένο είναι πολύ ακραίο. Την εξουσία πάνω στο γυναικείο φύλο θα την προέβαλαν για λίγο ακόμα, ξενερώνοντας κάμποσο κόσμο στην πορεία, που δεν γούσταρε να βλέπει το επικό ιδεώδες των Manowar να αναλώνεται σε μπαρ και στριπτιτζούδες! Ένα από τα πιο γνωστά τους τραγούδια στην συνέχεια, το «Hail and Kill», έρχεται πάλι να μαζέψει την κατάσταση, με την αφήγηση του «The Warriors Prayer» από τον νέο-δρυΐδη και αυτοαποκαλούμενο ως μετενσαρκωμένο Βασιλιά Αρθούρο, Arthur Pendragon Wilshire στον ρόλο του παππού και τον νεαρό Grant Williams στον ρόλο του εγγονού (όπως ο παππούς του DeMaio του έλεγε διάφορες ιστορίες), και να αποτελέσει την γέφυρα προς το τελευταίο τραγούδι του άλμπουμ, το «Blood of the Kings». Εδώ πάλι εξυμνούνται οι οπαδοί τους, μιλώντας για τα γράμματα που λάμβανε το συγκρότημα από όλες τις γωνιές της Ευρώπης, τα μέρη που είχαν εμφανιστεί και τους δίσκους τους μέχρι τότε.
Με το Kings Of Metal (Νο 37 Γερμανία, Νο 45 Σουηδία), κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ που αντιπροσωπεύει την ιδία εικόνα τους και για πολλούς είναι το απόγειο της καριέρας τους. Έβγαλε τα singles, «Wheels Of Fire»/"Kings Of Metal" και το "Kings Of Metal"/ «Herz Aus Stahl» («Heart Of Steel» στα γερμανικά), ενώ σε μία άλλη εκδοχή περιείχε και το αμήχανο «Pleasure Slave»., καταλήγοντας να γίνει ο πιο επιτυχημένος εμπορικά δίσκος τους. Επίσης, όσοι θυμούνται την αγαπημένη τηλεοπτική σειρά «Οι Απαράδεκτοι» στο Mega, και το επεισόδιο «Φρηκ Άουτ», με την κατάληψη απέναντι από το σπίτι των Απαράδεκτων, θα ακούσουν το «Kings Of Metal» όταν η Δήμητρα μπαίνει μεταμφιεσμένη στον χώρο της κατάληψης!


Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ROSS THE BOSS

Το συγκρότημα σχεδίαζε περιοδεία, αλλά η κατάσταση άλλαξε άρδην. Πριν καλά-καλά ξεκινήσουν, ο DeMaio έδειξε την πόρτα της εξόδου στον φίλο και συν-δημιουργό, Ross The Boss. Στην αρχή έκαναν δηλώσεις υποστηρίζοντας ότι ο Ross The Boss παραιτήθηκε, κάτι το οποίο, όπως αποδείχτηκε στην συνέχεια, δεν ήταν αλήθεια. Καλλιτεχνικές διαφορές είναι η πιθανότερη αιτία του διαζυγίου, καθώς ο Ross πίστευε ότι η μουσική κατεύθυνση των Manowar είχε αλλάξει προς το χειρότερο, στο πιο εμπορικό, αν θέλετε. Δεν θα επέστρεφε ξανά στο συγκρότημα. Την θέση του πήρε ο άγνωστος δεξιοτέχνης David Shankle (πρώην Paradoxx), που επιλέχθηκε ανάμεσα σε 150 υποψήφιους. Γνωρίστηκε με τους Adams Και DeMaio, κατά την παραμονή των Manowar στο Chicago, όπου ηχογραφούσαν το Kings Of Metal.
Τελικά βγήκαν σε περιοδεία που τους πήγε σε Ευρώπη και ΗΠΑ, αλλά με το πέρας της ήρθε και η δεύτερη απώλεια. Ο ντράμερ Scott Columbus, εγκατέλειψε το συγκρότημα, με τους DeMaio και Adams να υποστηρίζουν ότι ήθελε να φροντίσει τον γιο του που είχε λευχαιμία. Αυτό δεν ήταν αλήθεια, όπως ο Columbus δήλωσε σε συνέντευξη του εκ των υστέρων. Σε οικογενειακό κλίμα, παρόλαυτα, επέλεξε τον αντικαταστάτη του, τον επίσης άγνωστο Kenny Earl Edwards, ή Rhino, όπως έγινε γνωστός αργότερα. Μάλιστα, με τελείως Manowar τρόπο, ο Rhino έκαψε τελετουργικά τα ντραμς του, πριν αναλάβει το drum set του Columbus από τον ίδιο τον προκάτοχο του. Οι λόγοι αποχώρησης του Columbus αφορούσαν περισσότερο προσωπικά, οικονομικά και μουσικά θέματα, για τα οποία δεν μάθαμε παρά χρόνια αργότερα, μιας και επανήλθε στο συγκρότημα το 1996, με τον νέο τους κιθαρίστα Karl Logan που αντικατέστησε τον επίσης αποχωρήσαντα Shankle. Αποχώρησε πάλι το 2008, ενώ σε διάφορες περιστάσεις έπαιξε με τον παλιό του συνάδελφο Ross The Boss. Παλεύοντας χρόνια με την κατάθλιψη, τελικά έχασε την μάχη, καθώς αυτοκτόνησε το 2011, που μόλις φέτος τον Απρίλιο επιβεβαίωσε η κόρη του.
Παρά τις αποχωρήσεις των δύο εκ των τεσσάρων της κλασικής σύνθεσης τους, το συγκρότημα είχε πλέον αποκτήσει μία θέση ανάμεσα στα συγκροτήματα με την πιο αφοσιωμένη βάση οπαδών. Από αυτή την θέση καταξίωσης, που ήρθε μετά από πολλή δουλειά και φαινομενικά ατέρμονη επιμονή, το συγκρότημα, με την νέα σύνθεση του, κυκλοφόρησε, πάλι μέσω της Atlantic, το έβδομο διπλό άλμπουμ του, με τίτλο The Triumph Of Steel (1992, Νο 8 Γερμανία Μο 20 Ελβετία, Νο 68 Ιαπωνία) και ακόμα ένα εντυπωσιακό εξώφυλλο από τον Ken Kelly. Ακόμα πιο μεγαλεπήβολο το όραμα του DeMaio εδώ, αποφάσισε να μεταφέρει την ιστορία του ομηρικού Αχιλλέα, σε ένα 28λεπτο έπος, που καταλαμβάνει ολόκληρο τον πρώτο δίσκο και φέρει τον τίτλο «Achilles, Agony And Ecstasy In Eight Parts». Αποκλείεται να αφήσει κάποιον αδιάφορο, τόσο λόγω διάρκειας όσο και καλλιτεχνικού οράματος. Συνέχεια με το «Metal Warriors», που περιέχει έναν από τους χαρακτηριστικότερους στίχους τους απαιτώντας από τους «wimps and posers» να περάσουν εκτός («leave the hall»). Ακολουθεί το speed/power «Ride The Dragon» και η ωδή στους αυτόχθονες κατοίκους της Αμερικής «Spirit Horse of the Cherokee». Το «Burning» που κλείνει αυτή την πλευρά του άλμπουμ είναι ένα ακόμη οπερατικό πείραμα του DeMaio. Ωστόσο, η συνέχεια με το «The Power Of Thy Sword» είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο γνωστούς και αγαπημένους Manowar ύμνους. Κλασικό power metal από τους στυλοβάτες του είδους. Η ένταση και η δύναμη παραμένουν ψηλά με το «The Demon’s Whip», για να κλείσει το άλμπουμ με το saga του «Master Of The Wind».
21 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1992 ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΜΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ: Η ΠΡΩΤΗ ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ



Ακολούθησε ακόμη μία μεγάλη περιοδεία, με τους Βρετανούς Skyclad ως support σχήμα. Σε εκείνη την περιοδεία, πέρασαν και από την χώρα μας, στην θρυλική εμφάνιση τους στην Ελλάδα, το Νοέμβρη του 1992, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (με εισιτήριο 4.000 δραχμές και άνοιγμα από τους Έλληνες Fatal Attraction), στο απόγειο της Manowarμανίας στην χώρα μας, που έφτασε στο σημείο να γίνεται πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες οπαδούς τους και το Metal Hammer, που αν μη τι άλλο, δυναμίτιζε εντέχνως την κατάσταση. Πολλοί έχουν να πουν πολλά για αυτή την συναυλία, όπως πχ ότι απομυθοποίησαν το συγκρότημα λόγω της συμπεριφοράς τους, της επιδειξιομανίας και των άκυρων λογυδρίων του DeMaio (που φάσωνε μία γκόμενα επί σκηνής, ως μέρος του show), καθώς και του set list.
Σύμφωνα με το συγκρότημα, πιέστηκαν αρκετά από την Atlantic να αλλάξουν τον ήχο τους με πιο «εμπορικό» πρόσημο, και μοιραία επήλθε η λήξη του συμβολαίου τους και η υπογραφή νέου με την Geffen. Άμεσα κυκλοφόρησαν το box set Secrets of Steel, που περιείχε τα “Into Glory Ride» (για πρώτη φορά σε CD), το «Hail To England» και ένα  15λεπτο VHS βίντεο-αφιέρωμα. Μετά ξαναβγήκαν σε περιοδεία, περνώντας πάλι από την Ευρώπη και την χώρα μας, σε τρεις σερί εμφανίσεις στην Αθήνα, στο club Αγκάθι (στην Λεωφόρο Κηφισού, που πλέον είναι κρητικό κέντρο, τον Απρίλιο του 1994, μία εκ των οποίων (σε μία πρωτοφανή κίνηση για τα ελληνικά δεδομένα), πρόβαλλε η κρατική τηλεόραση. Την τέταρτη και τελευταία μέρα έπαιξαν για πρώτη φορά και στην Θεσσαλονίκη, στο Ιβανώφειο.
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ

Το αφιέρωμα για τη 12ετία 1982-`1994 τελειώνει εδώ. Αμέσως μετά κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Louder Than Hell (1996), ίδρυσαν τη δική τους δισκογραφική εταιρεία, την Magic Circle Music, έσπασαν για τρίτη φορά το ρεκόρ Guinness με 139 dB (σε soundcheck) και στο Kaliakra Rock Festival στην Βουλγαρία, έσπασαν ένα άλλο ρεκόρ, για την μεγαλύτερη σε διάρκεια meta συναυλία, παίζοντας 5 ώρες και 1 λεπτό, με περίπου 40 τραγούδια στο set τους. Το προηγούμενο ρεκόρ, που ήταν πάνω από τρεις ώρες, άνηκε πάλι στους ίδιους, από το 2007 στο ίδιο φεστιβάλ. Έγιναν αρκετές αλλαγές  στη σύνθεσή τους με τελευταίο στούντιο άλμπουμ τους το Τhe Lord of Steel (2012) αλλά και πολλά live άλμπουμ και EPs. Η τελευταία σύνθεση των Manowar, που είδαμε το 2019 στην Αθήνα, πλην των μόνων σταθερών του συγκροτήματος Eric Adams και Joey DeMaio, περιέχει τον Βραζιλιάνο κιθαρίστα (προερχόμενος από tribute μπάντα των Manowar) E.V. Martel, ενώ στα ντραμς είναι ο γνωστός και μη εξαιρετέος Anders Johansson (πρώην Yngwie Malmsteen/ Hammerfall). Με αυτή την σύνθεση ηχογράφησαν και την πιο πρόσφατη τους δουλειά, το EP «The Final Battle I» (2019). Όμως για τα χρόνια από το 1994 έως τις ημέρες μας θα ακολουθήσει ξεχωριστό άρθρο!
ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ
Κυριολεκτικά, δεν φτάνουν οι γραμμές για να εκφράσω τι είναι οι Manowar, τι σημαίνουν για τους οπαδούς τους, ποια είναι η θέση και η σημασία τους στον κόσμο του heavy metal μετά από τόσα χρόνια, ή τι πραγματικά φταίει που πολύς κόσμος τους πολεμά. Η μίξη οπερατικών στοιχείων του Wagner, η αντίστοιχη μουσική τους πρόταση για την ηρωική φαντασία, τα λεπτά σημεία που σταματάει η λογική και ξεκινάει η υπερβολή, είναι όλα χαρακτηριστικά στοιχεία τους. Εφηύραν μόνοι τους σε μεγάλο βαθμό ένα είδος heavy metal, που ήθελε να παντρέψει την βαρβαρική δύναμη με αριστοτεχνικά μεσαιωνικά οράματα, αντλώντας έμπνευση από τις ευρωπαϊκές μυθολογίες, με πρότυπο τον κόσμο ηρώων όπως ο Conan. Και μετά από 4 δεκαετίες παρουσίας στα metal δρώμενα, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια να τους κατηγορήσει κάποιος ότι δεν είναι πιστοί και αφοσιωμένοι στο ιδανικό τους, που είναι η απόλυτη αφοσίωση στο metal. Από τις πρώτες μέρες τους, υπήρξαν άνθρωποι, που μνημονεύονται χάρη στην βοήθεια που τους έδωσαν, μέχρι και πρόσφατα στα credits των δίσκων τους, και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν πλέον τους αγγίζει πραγματικά η οποιαδήποτε κριτική για τους ίδιους και την μουσική τους, που συχνά δεν είναι «εξ απαλών ονύχων», μιας και έχουν ακούσει τα πάντα, από γελοίοι μέχρι νεοναζί, φαλλοκράτες του χειρότερου είδους, ή ότι κοροϊδεύουν τους fans τους για να τους ξεζουμίσουν. Μόνο που όσο περισσότερο το mainstream οικοδόμημα τους χλευάζει , τόσο περισσότερο τους αγκαλιάζουν και τους υπερασπίζονται οι πολυάριθμοι οπαδοί τους. Λειτουργώντας βάσει του μοναδικού τους γνώμονα, που διέπεται από αφοσίωση και πίστη στο «αληθινό», όπως το χαρακτηρίζουν, metal τους, έχουν κερδίσει επάξια μία ξεχωριστή θέση στα χρονικά της αγαπημένης μας μουσικής, είτε αυτό αρέσει σε κάποιους είτε όχι, διότι … «when other bands play, Manowar kill!»

13 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΕΤΕ ΤΟΥΣ MANOWAR 1982-1994
Manowar
Battle Hymn
Secret of Steel
Gloves of Metal
Gates of Valhalla
Blood of My Enemies
Army of the Immortals
Bridge of Death
Thor (The Powerhead)  
Sign of the Hammer
Fighting the World
Defender
Kings of Metal

ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ
10/1/21

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

4 σχόλια:

  1. εκεινος ο 'Warlord' Πρασουλας τι να κανει αραγε ? Συνεχιζει να ειναι metal warrior η το εχει γυρισει στον Φαμελο και τον Δρογωση ? (οπως λεει και ενα ασμα ) .

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *