AMBROSIA: ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΟΥΡΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ PROG ΣΤΗΝ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΤΗΣ POP ΜΠΑΛΑΝΤΑΣ

Το prog rock είναι αναμφίβολα το μουσικό ρεύμα που κυριάρχησε στο πρώτο μισό των 70’s. Μακράς διάρκειας συνθέσεις, πολύπλοκες, με στοιχεία jazz και συμφωνικής μουσικής, που απαιτούν την απόλυτη αφοσίωση του ακροατή. Ιδανικές για να ταξιδέψεις σε μαγικούς κόσμους, να ανακαλύψεις πρωτόγνωρες μουσικές διαδρομές, αλλά ακατάλληλες για να χαλαρώσεις στο ηλιοβασίλεμα με την αγαπημένη σου (ή τον αγαπημένο σου) και να ανακαλύψεις τα αισθήματά του. Η ραστώνη που υπήρχε διάχυτη στα μέσα των 70’s οδήγησε πολλά prog συγκροτήματα και καλλιτέχνες να βουτήξουν στον « βούρκο της αμαρτίας», που ονομαζόταν soft pop rock. Τα παραδείγματα πολλά: Gary Wright, Todd Rundgren, Rare Bird, Emerson Lake & Palmer κ.α. Από όλους την πιο απότομη μεταστροφή πραγματοποίησαν οι Ambrosia.
Η PROG ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Τέλη των 60’s στο South Bay του Los Angeles δυο έφηβοι ο David Pack, και ο Joe Puerta σχηματίζουν μια μπάντα τους The Sentry's. To 1969 παίρνουν την απόφαση να προσεγγίσουν τον Christopher North έναν κημπορντίστα που είχε ήδη καλλιεργήσει τη φήμη ενός σκοτεινού και μυστήριου μουσικού. Ο Chris ήταν εντυπωσιακός παίζοντας τη μουσική του με ένα Hammond B3, λάτρευε το blues και του άρεσε να ροκάρει.  Η τετράδα συμπληρώθηκε με το ντράμερ Burleigh Drummond , έναν ευχάριστο τύπο και ιδιαίτερα δημιουργικό μουσικό, που μπήκε στο group μετά από audition. Αρχικά ονομάζουν το group Ambergris Mite και ξεκινούν περιοδεία, αλλά σύντομα αναγκάζονται να αλλάξουν το όνομα καθώς διαπιστώνουν ότι υπάρχει και άλλο συγκρότημα με το όνομα Ambergris. Δε θα χρειαστεί να ξεφυλλίσουν ολόκληρο το λεξικό, μια και το όνομα Ambrosia (η τροφή των Θεών) μοιάζει ιδανικό. Αρχικά ο ήχος τους προσεγγίζει τους Beach Boys και τους Beatles, ενώ προσπαθούν να εντάξουν στοιχεία symphonic art rock. Οι φωνητικές αρμονίες των Crosby, Stills, Nash & Young τους εντυπωσιάζουν, αλλά μια βραδιά στο Whisky a Go-Go  θα αλλάξει τον  μουσικό τους προσανατολισμό.

Είναι Δεκέμβριος του ΄69, όταν αποφασίζουν να παρακολουθήσουν τη συναυλία των King Crimson, ενός συγκροτήματος που είχε ήδη αλλάξει πολλά στην τότε rock μουσική σκηνή. Είναι η εποχή που το progressive rock κυριαρχεί και τα συγκροτήματα που παίζουν prog rock συγκεντρώνουν τον θαυμασμό κοινού και κριτικών  κι οι Ambrosia ακολουθούν το ρεύμα της εποχής. Το 1971 ένας φίλος τους, που εργαζόταν ως ηχολήπτης στο Hollywood Bowl,  τους πείθει να παίξουν επί σκηνής για να τεστάρει τη νέα ηχητική εγκατάσταση. Τότε κεντρίζουν το ενδιαφέρον του Gordon Parry, που ήταν ο μηχανικός ήχου στο Bowl. Εκείνος τους φέρνει σε επαφή με τον Zubin Mehta, που είναι ο διευθυντής ορχήστρας στη Los Angeles Philharmonic. Η συνεργασία τους με την Los Angeles Philharmonic θα τους ανοίξει τον δρόμο και θα τους βοηθήσει να υπογράψουν συμβόλαιο με την 20th Century Fox Records. Τον Φεβρουάριο του 1975 ηχογραφούν το πρώτο τους album με τίτλο Ambrosia που περιέχει τις επιτυχίες "Holdin' On to Yesterday" και "Nice, Nice, Very Nice" τού οποίου οι στίχοι προέρχονται από το ποίημα του Kurt Vonnegut “Cat's Cradle”. O Alan Parsons αναλαμβάνει το μιξάρισμα του πρώτου album και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Πρωτότυπες ενορχηστρώσεις που δεν κουράζουν, με επιρροές από Yes, Pink Floyd, Beatles, Paul Simon και Leonard Bernstein. Ακολουθεί μια μεγάλη περιοδεία, ενώ η σχέση τους με τον Parsons γίνεται πιο στενή καθώς συμμετέχουν στην ηχογράφηση του “Tales of mystery and imagination” (του πρώτου album των Alan Parsons Project). Όπως είναι λογικό ο Parsons αναλαμβάνει την παραγωγή του δεύτερου album τους που έχει τον τίτλο Somewhere I've Never Travelled (1976). Το ομότιτλο κομμάτι και το “Can’t let a woman” παίζονται αρκετά από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και ξεχωρίζουν για την πλούσια ενορχήστρωση. Εντυπωσιακό και το εξώφυλλο του album, καθώς διπλώνοντας τις πλευρές του σχηματιζόταν μια πυραμίδα!
Το κοπτικό εξώφυλλο του Somewhere I never Travelled

Υπογράφουν νέο συμβόλαιο με την Warner Bros. Records και το 1976 διασκευάζουν το τραγούδι των  Beatles "Magical Mystery Tour" για τις ανάγκες του μουσικού ντοκιμαντέρ “All This and World War II” . Αυτή η διασκευή τούς χαρίζει μια ακόμη επιτυχία και γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι των live τους.


Η ΣΤΑΔΙΑΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΠΟΡΕΙΑΣ

Ήδη από την ηχογράφηση του Somewhere I've Never Travelled άρχισαν να εμφανίζονται προβλήματα με την υγεία του Christopher North. Ο North δεν μπορούσε να διαχειριστεί την πίεση από τις συνεχείς ηχογραφήσεις και περιοδείες, με αποτέλεσμα να εμφανίσει συμπτώματα νευρικού κλονισμού. Παράλληλα διαφωνεί κάθετα με την πρόθεση των υπολοίπων να κινηθούν σε περισσότερο pop rock (με jazz επιρροές) ήχο. Σταδιακά απομακρύνεται από το συγκρότημα, τον ψάχνουν για τις ηχογραφήσεις  και τελικά συμμετέχει σε δύο μόνο από τα κομμάτια του τρίτου τους LP  Life Beyond L.A.. Αναγκαστικά τα υπόλοιπα μέλη κινούνται σαν τρίο και ο ήχος των Ambrosia δεν βασίζεται στα keyboards. To Life Beyond L.A. κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1978 και χαρακτηρίζεται από ενορχηστρώσεις με jazz/R&B επιρροές, ενώ υπάρχει διάχυτη η διάθεση να πειραματιστούν με νέα μουσικά είδη (όπως με αφρικανικούς ρυθμούς). Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί  το "How Much I Feel", το single από το album, που γίνεται η μεγαλύτερη επιτυχία τους, καθώς φτάνει στο No. 3 του Billboard Hot 100, ακούγεται συνεχώς από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και οι πωλήσεις του ξεπερνούν το 1.000.000 κόπιες.  Η γιγαντιαία περιοδεία, με τους Fleetwood Mac, Heart και Doobie Brothers, εδραιώνει τη φήμη τους, ενώ η επιστροφή του North είναι το επιστέγασμα μια σειράς θετικών εξελίξεων. Δυο νέα μέλη προστίθενται στην μπάντα: ο David C. Lewis σαν δεύτερος κημπορντίστας και ο Royce Jones σαν δεύτερος τραγουδιστής. Τον Απρίλιο του 1980 κυκλοφορεί το άλμπουμ One Eighty, που τούς χαρίζει δύο ακόμη επιτυχίες το "Biggest Part of Me" (Νο3 για τρεις εβδομάδες στο Billboard Hot 100) και το "You're the Only Woman (You & I)" (No. 13 στο Billboard Hot 100). Την ίδια χρονιά πραγματοποιούν μια μεγάλη παγκόσμια περιοδεία, με τον παλιόφιλό τους Cliff Woolley (πρώην μέλος των the Association) να είναι support στις συναυλίες που έδωσαν στην Ιαπωνία. Ο τίτλος του album One Eighty ήταν ιδέα του συνεργάτη τους Robert "Omaha" Toth και αναφέρεται στην στροφή 180 μοιρών που είχαν κάνει στον ήχο τους. Ήδη η σύνθεση του κοινού τους είχε αλλάξει δραματικά. Ενώ αρχικά οι fans τους αποθέωναν γκρουπ όπως οι Rush ή οι Yes, τώρα τις συναυλίες τους παρακολουθούσαν κυρίως γυναίκες που περίμεναν να ακούσουν ερωτικές μπαλάντες. Την ίδια χρονιά τραγούδια τους ακούγονται στις ταινίες Inside Moves ("Outside") και Coast to Coast ("Feels So Good to Win"). Την επόμενη χρονιά ερμηνεύουν το "Poor Rich Boy" (σύνθεση τού Burt Bacharach), για το soundtrack του film Arthur.


Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΚΑΙ Η ΠΟΡΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ
Το 1982 ο David C. Lewis αποχωρεί και τη θέση του παίρνει ο Bruce Hornsby (λίγα χρόνια πριν γνωρίσει μεγάλη επιτυχία). Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν το πέμπτο (και τελευταίο) studio album, το Road Island (Μάιος 1982).  Για πρώτη φορά στην καριέρα τους δε συνεργάζονται με τον παραγωγό Freddie Piro και την παραγωγή αναλαμβάνει ο James Guthrie. Το Road Island, αν και περιέχει την επιτυχία"How Can You Love Me", την αξιόλογη μπαλάντα "Feeling Alive Again" και το progressive rock "Endings" που κλείνει το album, απέτυχε εμπορικά. Σύντομα οι Ambrosia διαλύονται ολοκληρώνοντας την σύντομη, αλλά αρκετά επιτυχημένη πορεία τους. Στα χρόνια που ακολουθούν ο David Pack ακολουθεί solo καριέρα, κυκλοφορεί μερικά αξιόλογα albums, ασχολείται με την παραγωγή και συνεργάζεται με πολλούς διάσημους καλλιτέχνες. Ο Joe Puerta γίνεται ιδρυτικό μέλος των Bruce Hornsby and the Range. Το 1989 οι Ambrosia επανασυνδέονται με την αυθεντική τους σύνθεση και περιοδεύουν στην Δυτική Ακτή. Λίγο μετά την επετειακή περιοδεία τους (2000), για τα συμπλήρωση 30 χρόνων από την ίδρυσή τους, ο David Pack ανακοινώνει την οριστική του αποχώρηση από τους Ambrosia. Τον Μάιο του 2002 κυκλοφορούν το Live, το υλικό του οποίου προέρχεται από τη συναυλία που έδωσαν στο Galaxy Theater της Santa Ana, California (1/9/2001).
Στις μέρες μας, οι Ambrosia, παραμένουν ενεργοί έχοντας στη σύνθεσή τους τρία από τα ιδρυτικά τους μέλη (Joe Puerta, Burleigh Drummond, Chris North) που πλαισιώνονται από τη σύζυγο τού Drummond την Mary Harris (πλήκτρα/φωνητικά). Συνεχίζουν την πορεία τους δίνοντας συναυλίες, εξερευνώντας νέους μουσικούς χώρους, ενώ παράλληλα διατηρούν μια πολύ στενή σχέση με τους φανατικούς τους φίλους που τούς ακολουθούν εδώ και πενήντα χρόνια.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ


 Ambrosia (1975)
 Somewhere I've Never Travelled (1976)
 Life Beyond L.A. (1978)
TRIVIA
•  Στη σύντομη καριέρα τους οι Ambrosia είχαν 5 υποψηφιότητες για βραβείο Grammy
•  Ο David Pack συνεργάστηκε με τον Alan Parsons στο album “Try Anything Once” (1993)
•  Ο David Pack κυκλοφόρησε το 2005 δύο solo projects: το Unborn, μια συλλογή με ακυκλοφόρητο υλικό και το The Secret of Movin' On που περιέχει πιο πρόσφατο υλικό και περιλαμβάνει συνεργασίες με τον Timothy B. Schmit, τον πρώην τραγουδιστή των Journey Steve Perry, την τραγουδίστρια των Heart, Ann Wilson και τον  Dewey Bunnell των America μεταξύ άλλων.
•  H Mary Harris έχει συνεργαστεί με πολλούς καλλιτέχνες ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν οι Pink Floyd και XTC.
 

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ

21/2/20

 

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *