Ο ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΟΣ HEAVY HXOΣ ΤΩΝ SIR LORD BALTIMORE

 

Οι Sir Lord Baltimore ανήκουν στην κατηγορία των συγκροτημάτων που αν και δεν έχουν πολλούς fans, είναι δύσκολο να τους ακούσεις και να μην σου κινήσουν το ενδιαφέρον. Το αμερικάνικο συγκρότημα σχηματίστηκε στο Brooklyn της Νέας Υόρκης το μακρινό 1968 από τον John Garner (φωνητικά & drums), τον Louis Dambra (κιθάρες) και τον Gary Justin (μπάσο), οι οποίοι ήταν φίλοι από το σχολείο. Το περιοδικό Creem στην κριτική του για το παρθενικό album τους θα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά στην ιστορία τον όρο heavy metal για να περιγράψει την μουσική τους, ενώ θεωρούνται νονοί του stoner rock ιδιώματος (πατέρες ήταν και θα είναι οι Sabbath).
Πριν τους Sir Lord Baltimore μόνο ο Louis Dambra έπαιζε μουσική στους Koala, οι οποίοι το 1969 θα κυκλοφορήσουν το ομώνυμο άλμπουμ τους. Μετά από όχι μεγάλο χρονικό διάστημα ο κυνηγός ταλέντων Mike Appel θα τους ανακαλύψει και εντυπωσιασμένος από την απίστευτη χημεία των μελών και αφού έλαβε την βεβαίωση από τον Dambra ότι δεν αντιγράφει τα riffs του Page, θα τους θέσει υπό την προστασία του. Ο Appel θα τους βαφτίσει Sir Lord Baltimore από τον πρωταγωνιστή της ταινίας  western “Butch Cassidy and the Sundance Kid” (1969).
O Appel συμμετείχε και στις συνθέσεις και στην παραγωγή του παρθενικού album του group. Το πρώτο άλμπουμ με τίτλο «Kingdom Come» ηχογραφήθηκε στα Vantone Studios, ενώ η μίξη και το overdubbing έγιναν στα περίφημα Electric Lady Studios από τον θρυλικό μηχανικό ήχου Eddie Kramer, γνωστό από την συνεργασία του με τον θεό Hendrix, τους Kiss κ.α. Σύμφωνα με τον Appel, οι Pink Floyd είχαν την ευκαιρία να ακούσουν το συγκρότημα στα Electric Lady Studios και εντυπωσιάστηκαν.
Εκεί θα τους ακούσει και ο ισχυρός τότε manager Dee Anthony, ο οποίος και θα τους αναλάβει παραμερίζοντας τον Appel! Το πρώτο album με τίτλο «Kingdom Come» κυκλοφόρησε το 1970 περισσότερο εντυπωσιάζοντας το μουσικό κοινό για τον εντελώς ιδιαίτερο ήχο με τα σκληρά γρέτζα φωνητικά και την παραμόρφωση σε κιθάρες και μπάσο! Ο ήχος θυμίζει τους μεγάλους επίσης Blue Cheer του πρώτου album τους. Το ομώνυμο κομμάτι του δίσκου παραμένει ένα διαμάντι του πρώιμου hard rock – metal ήχου. Δυστυχώς όμως, αν και όπως είπαμε προκάλεσαν εντύπωση, τόσο οι κριτικοί όσο και οι ακροατές ήταν επιφυλακτικοί με τον ήχο των Αμερικανών.
Οι γνωριμίες ωστόσο του manager τους, θα τους ανοίξουν το δρόμο για live εμφανίσεις με συγκροτήματα όπως οι Humble Pie και οι Black Sabbath. Στις 19 και 20 Φεβρουαρίου του 1971 το συγκρότημα έπαιξε live στο θρυλικό Fillmore East της Νέας Υόρκης ως support στους J. Geils Band & στους Black Sabbath, οι οποίοι περιόδευαν για την προώθηση του Paranoid, που είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν. Οι live αυτές εμφανίσεις θα καταδείξουν το ταλέντο και την ενέργεια των live εμφανίσεών τους, αλλά και την απειρία των μελών.


Η φωτογραφία του συγκροτήματος, που χρησιμοποιήθηκε για την αφίσα του προγράμματος των εμφανίσεων στο Filmore East κοσμεί το εξώφυλλο του δίσκου Sir Lord Baltimore III Raw, που κυκλοφόρησαν μετά την επανένωση τους.
Το 1971 θα κυκλοφορήσει και πάλι από την Mercury το δεύτερο album του συγκροτήματος με τίτλο το όνομά τους, το οποίο και θα σηματοδοτήσει στροφή στον ήχο του συγκροτήματος με κύριο χαρακτηριστικό τις πιο αργές ταχύτητες και επιρροές από progressive με τον κλασικό hard rock προσανατολισμό να παραμένει. Στο album αυτό συμμετέχει ως δεύτερος κιθαρίστας και ο Joey Dambra, αδελφός του Louis. Στο άλμπουμ περιέχεται και η «live» εκτέλεση του Where Are We Going, το οποίο στην πραγματικότητα εείναι ηχογραφημένο στο studio με το «κοινό» να έχει προστεθεί εκ των υστέρων από τον παραγωγό. Όπως έχει δηλώσει το συγκρότημα ήθελαν το συγκεκριμένο κομμάτι να έχει ένα live feeling.
Μετά την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ, η Mercury θα διώξει το συγκρότημα από τις τάξεις της ωθώντας το στην διάλυση. Τα μέλη του συγκροτήματος σε μετέπειτα συνεντεύξεις τους δήλωσαν ότι η πτώση της δημοτικότητάς τους, που στοίχησε και την διακοπή της συνεργασίας με την δισκογραφική τους, οφειλόταν αφενός μεν στην ανεξέλεγκτη χρήση ναρκωτικών, αφετέρου στις κακές σχέσεις με την Mercury λόγω της μη καταβολής των δικαιωμάτων τους.
Ωστόσο και υπό αυτές τις συνθήκες τα μέλη του συγκροτήματος δούλεψαν σε νέο υλικό με σκοπό να κυκλοφορήσουν νέο δίσκο το 1976, το οποίο θα μείνει ακυκλοφόρητο μετά την αδυναμία τους να υπογράψουν συμβόλαιο με κάποια δισκογραφική. Μέρος του υλικού αυτού θα κυκλοφορήσει το 2006 στον δίσκο που κυκλοφόρησε μετά την επανένωση του συγκροτήματος.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά την διάλυσή τους οι Garner and Dambra θα ενώσουν και πάλι τις δυνάμεις τους καθιστώντας και πάλι ενεργό το συγκρότημα. Ο Gary Justin δεν συμμετείχε στο εγχείρημα έχοντας αποσυρθεί από την μουσική, με το κενό να καλύπτεται από τους Tony Franklin, τον Anthony Guido και τον Sam Powell, που συμμετέχουν στα album ως καλεσμένοι. Παρότι όπως είπαμε είχαν συνθέσει το υλικό ήδη από το 1976, τροποποίησαν αρκετά το στιχουργικό περιεχόμενο δίνοντάς του έναν περισσότερο θρησκευτικό χαρακτήρα.
Το 2007 ο Garner και ο Σουηδός κιθαρίστας Janne Stark θα ηχογραφήσουν μια νέα εκδοχή του πολύ καλού Woman Tamer από το δεύτερο δίσκο του συγκροτήματος. Τον Μάρτιο του 2008 μάλιστα ανακοίνωσαν την εμφάνισή τους στο περίφημο Sweden Rock Festival, που θα πραγματοποιούνταν τον Ιούνιο του ιδίου έτους με την εμφάνιση να μην πραγματοποιείται ποτέ λόγω οικονομικών κωλυμάτων.
Λίγα χρόνια αργότερα (2015), ο Garner θα χάσει την ζωή του από επιπλοκές στο συκώτι σε ηλικία 63 ετών, δίνοντας τέλος στην όποια ελπίδα επαναδραστηροποίησης του γκρουπ. Ο Dambra, ο οποίος έφυγε από την ζωή πριν ένα χρόνο (2019), είχε γίνει πάστορας και έχοντας μάλιστα αναπτύξει έντονη δράση βοηθώντας οικογένειες χωρίς στέγη στο Los Angeles.


ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ...

Πρόκειται πραγματικά για ένα συγκρότημα του οποίου το ταλέντο δεν μπόρεσε να εκδηλωθεί σε όλο του το μεγαλείο – φταίει η ανωριμότητα των μελών και πρωτίστως οι πολύ κακές επιχειρηματικές τους επιλογές. Τα πολύ καλά δύο πρώτα albums δυστυχώς δεν έλαβαν την αναγνώριση, που τους άξιζε, καταδικάζοντας το συγκρότημα στην αφάνεια έως τα ‘90s, όπου η μουσική τους ήρθε και πάλι στο φως επηρεάζοντας δεκάδες stoner rock και όχι μόνο μπάντες.

TRIVIA

  • O Appel, που ανακάλυψε τους Sir Lord Baltimore, ήταν αυτός που θα ανακαλύψει αργότερα και θα αναλάβει το management του νεαρού τότε Bruce Springsteen.
  • Το πρώτο album του συγκροτήματος έφτασε ως την 198η θέση του αμερικάνικου US Top 200.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
 Kingdom Come (1970)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΟΥΓΚΡΑΝΗΣ

19/10/20

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *