JETHRO TULL: H FOLK ROCK ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥΣ (1977–1979)

Σε ένα κόσμο που άλλαζε με ταχύς ρυθμούς, οι Jethro Tull ή καλύτερα ο Ian Anderson, αποφασίζει να αλλάξει μουσικό ύφος κι από τις μελωδίες και το prog στοιχείο των A Passion Play, Thick as a Brick αλλά και Aqualung να περάσουν στη φολκ διάσταση! Με αυτή τη δημιουργική φολκ περίοδο που εκτείνεται μεταξύ του 1977 και 1979 και περιλαμβάνει τρία άλμπουμ, τα Songs from the Wood (1977), Heavy Horse (1978) και Stromwatch (1979) αν και το τελευταίο ο Anderson, διαφωνεί, θα ασχοληθούμε στο σημερινό άρθρο.  
Όταν οι Jethro Tull αποφάσισαν να αλλάξουν στυλ, στη Μ.Βρετανία συντελείτο μια μουσική κοσμογονία. Οι Sex Pistols με τραγούδια σαν τα "Anarchy in the U.K.” και "God Save the Queen", σοκάραν τους πάντες, οι Television κυκλοφορούσαν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ εκείνης της εποχής, το Marquee Moon), οι Ramones έβαζαν τις βάσεις για ένα λαμπρό μέλλον με το Leave Home και οι Dammed γινόντουσαν το πρώτο punk συγκρότημα που κυκλοφόρησε μεγάλο άλμπουμ LP. Στην Αμερική τα πράγματα δεν είχαν αλλάξει αφού οι Eagles και οι Fleetwood Mac, κυκλοφορούσαν άλμπουμ σαν τα Hotel California και Rumours! Άλλος πλανήτης. Να ξαναγυρίσουμε στη Μ.Βρετανία όμως που αν έκανες μια βόλτα στα πολλά και μικρά καταστήματα δίσκων (σ.σ. τότε δεν είχαν ανοίξει οι αλυσίδες Virgin, HMV κλπ) έβλεπες στις βιτρίνες τους το εξώφυλλο του (τότε) καινούργιο δίσκου των Jethro Tull, Songs from the Wood (1977) και γύρω του  δεκάδες singles με παραμάνες και skinhead μαλλιά των punk συγκροτημάτων. Δύο εντελώς διαφορετικοί κόσμοι. Κοινωνικά η Μ.Βρετανία ζει μια αλλαγή με πρώτο θέμα συζήτησης όλων, τη φορολογία που έχει αλλάξει δραστικά, με αποτέλεσμα σχεδόν όλοι να μετακομίζουν στη Ν.Γαλλία και στο Λιχτενστάιν! Σε αντίδραση όλων, ο Ian Anderson και η παρέα του έχει αποφασίσει να μείνει στα …πάτρια εδάφη. Σε προσωπικό επίπεδο, έχει χωρίσει από την πρώτη γυναίκα του Jennie Franks κι το1976 είχε παντρευτεί την Shona Learoyd την οποία γνώρισε στα γραφεία της δισκογραφικής εταιρείας  Chrysalis όπου αυτή εργαζόταν. Ζούσαν σε μια τεράστια έκταση στο Pophleys Estate στο Radnage, που φιλοξενούσε μια φάρμα του 16ου αιώνα και απόκτησαν δύο παιδιά, τον James και την Gael.

Επιστρέφω στη μουσική και προσπαθώντας να ιχνηλατήσω την πορεία του από τον ήχο του Too Old to Rock 'n' Roll: Too Young to Die! προς τη φολκ. Ανέκαθεν υπήρχαν δεσμοί με τη μουσική τους και τη φολκ κι από το 1974 έχει εκδηλώσει μια τέτοια διάθεση, κάνοντας παραγωγή στο άλμπουμ Now We Are Six του αγγλικού φολκλορικού συγκροτήματος Steeleye Span και ίσως(!) σε ορισμένα κομμάτια του Minstrel in the Gallery. Για να μη γελιόμαστε, ο ήχος του φλάουτου, πάντα έδινε μια φολκ διάσταση στον ήχο τους αλλά ποτέ δεν μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε φολκ Το έναυσμα για τη φολκλορική στροφή, του το προσέφερε μια κασέτα με σκωτσέζικη φολκλορική μουσική με γκάιντες (bagpipe).

Ένα συγκεκριμένο τραγούδι από αυτή την κασέτα με τίτλο The Desperate Battle of the Birds ήταν που τον εντυπωσίασε και κατέβασε την σημαία εκκίνησης για αυτό το φολκλορικό ταξίδι.  Ένα καινούργιο ταξίδι γεμάτο δημιουργικό πνεύμα μέσα στην παραδοσιακή μουσική της χώρας του, εκπεφρασμένο μέσα από τη σύγχρονη rock αντίληψη, χωρίς γκάιντες. Έτσι, αμέσως μετά το τέλος της περιοδεία για το άλμπουμ Too Old to Rock 'n' Roll: Too Young to Die!, άρχισε να ηχογραφεί τα τραγούδια του Songs from the Wood (Νο 13 Μ.Βρετανία, Νο 8 Αμερική), μέσα σε ένα κλίμα που είχαν φτιάξει ο δεύτερος γάμος του και η αγορά μιας τεράστιας έκτασης 153.000 στρεμμάτων(!) στην αγγλική ύπαιθρο τον έκαναν να αξιολογήσει και να μελετήσει την πολιτιστική και ιστορική σημασία της χώρα του! Όπως διαβάσατε και πιο πάνω στη Μ.Βρετανία ο δίσκος πήγε πολύ καλά εμπορικά, ξεπερνώντας τις 100.000 αντίτυπα, κάτι δεν ήταν έκπληξη. Μπορεί οι Jethro Tull να μην ακουγόντουσαν όπως στα προηγούμενα άλμπουμ τους, αλλά ο ήχος τους ήταν κοντά στην αισθητική τους. Αντίθετα, ένας νεαρός στην Πλτ. Αμερικής, με έκπληξη άκουγε τα εντυπωσιακά φωνητικά στην εισαγωγή του ομότιτλου τραγουδιού, που όμως του άρεσαν, άκουγε με περιέργεια το "Jack-in-the-Green" (σ.σ. όπου ο  Ian Anderson παίζει όλα τα όργανα) αλλά σίγουρα δεν του άρεσαν τα “Ring out, Solstice Bells”, ‘Velvet Green”, "Pibroch (Cap in Hand)". Από την άλλη πλευρά, τραγούδι σαν το “Fires at Midnight” ήταν πολύ μακριά από την αισθητική του, αλλά δεν μπορούσε να μην υποκλιθεί στην τεχνική του κιθαρίστα Martin Barre.
 Ευτυχώς που εκτός από το ομότιτλο τραγούδι, υπήρχαν τα "Hunting Girl" και "The Whistler".  Μπορεί τότε ο νεαρός της Πλτ. Αμερικής (σ.σ. εγώ ήμουν) να μην εκτίμησε όπως θα έπρεπε την αξία του άλμπουμ, κάτι που όμως έγινε αρκετά χρόνια αργότερα. Επειδή η φωνητική εισαγωγή στο  ομώνυμο κομμάτι, συνιστά το τραγούδι να είναι ένα από τα αγαπημένα μου των Jethro Tull, οφείλω να γράψω ότι προήλθε από την ανάγνωση που έκανε ο Anderson σε ένα βιβλίο με τίτλο Folklore, Myths and Legends of Britain που του έδωσε το Δεκέμβριο του 1975 ο τότε manager των Fairport Convention. Ένα βιβλίο που έγραφε για ξωτικά, goblins και δράκους!
Το ίδιο βιβλίο στάθηκε η αφορμή για να γράψει τους στίχους του “Hunting Girl” (σ.σ. από τα all time αγαπημένα μου τραγούδια τους) όπου οι στίχοι μιλούν για κυνηγούς και τις γκαρσόνες στις ταβέρνες. Αυτό λοιπόν το βιβλίο, αλλά και ένα άλλο που είχε διαβάσει όταν ήταν μικρός, το 20 Scottish Tales Legends, ήταν που τον οδήγησαν σε αυτή τη μουσική στροφή! Σημαντικό ρόλο στην ποιότητα του άλμπουμ, έπαιξε ο νεοφερμένος οργανίστας David Palmer (πήρε τη θέση του John Evan) που μαζί με τον all time classic κιθαρίστα Martin Barre έχουν προσφέρει συνθετικά και στα 9 τραγούδια, πράγμα σπανιότατο για δίσκο των Jethro Tull αφού όλο συνθετικό βάρος αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου ο Ian Anderson. Θα μείνω στην παρουσία του Palmer γράφοντας ότι η δουλειά του φαίνεται όχι μόνο στις ενορχηστρώσεις αλλά και στο συνολικό τελικό αποτέλεσμα, κάτι που του απέδωσε ο Anderson. Ευφάνταστος και δημιουργικός! Πάντως τόσο ο Anderson όσο και ο Barre, δεν αποδέχονται τον περιγραφικό όρο "λαϊκή μουσική" σαν μη σχετικός με το άλμπουμ.  
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ SONGS FROM THE WOOD
Το εξώφυλλο δένει με απόλυτο τρόπο με το περιεχόμενο του δίσκου. Ο Ian Anderson κυνηγός (μπροστά του έχει μερικά σκοτωμένα πουλιά και το κυνηγετικό όπλο του) κάθεται μπροστά στη φωτιά, μαζί με το σκύλο του (σ.σ. είναι μαύρος και δεν φαίνεται καλά) σε μια φωτογραφία που είναι ζωγραφισμένη από τον Jay.L.Lee. Στο οπισθόφυλλο υπάρχει ο πριονισμένος κορμός μιας οξιάς από το κτήμα του όπου πάνω της βίδωσε το βραχίονα ενός πικ απ SME. Εικόνα που έβλεπαν οι χαινφιντελίστες της δεκαετίας του 70 και ανατρίχιαζαν!

Ένα χρόνο αργότερα, το ταξίδι των Jethro Tull στη βρετανική παραδοσιακή μουσική συνεχίστηκε με την κυκλοφορία του άλμπουμ Heavy Horses (1978, No 20 M.Βρετανία, Νο 19 Αμερική)  που είναι το δεύτερο σε αυτή την τριλογία (σ.σ. πιο κάτω θα διαβάσετε αν είναι τριλογία ή απλά δύο άλμπουμ με κατεύθυνση τη φολκ μουσική). Όμως στο Heavy Horses έχουμε πολλές διαφορές σε σχέση με το Songs from the Wood όπως τον ήχο τους που είναι πιο σφιχτός κι αν θέλετε πιο rock αλλά και την αισθητή μείωση του λυρισμού που ήταν χαρακτηριστικό του Songs from the Wood. Εδώ έχουμε μια πιο ρεαλιστική προοπτική σε σχέση με τον κόσμο, με το άλμπουμ να είναι αφιερωμένο στα "άλογα της Μεγάλης Βρετανίας". Τα τραγούδια του Heavy Horses, αντιμετωπίζουν πιο γήινα και πεζικά θέματα σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. Τραγούδια με θέμα την καθημερινότητα, τραγούδι αφιερωμένο στον σκύλο του ("Rover") και τη γάτα ("... Και η αστυνομία του ποντικιού δεν κοιμάται ποτέ") αλλά και για το γιο του, τον James ("No Lullaby"). To 9λεπτο ομώνυμο τραγούδι είναι ένα τραγούδι ύμνος για τα άλογα (σ.σ στο εξώφυλλο του δίσκου, ο Anderson κρατά 2 άλογα) και αντιπροσωπεύει επίσης μια προσπάθεια του να πάει κόντρα στις μουσικές τάσεις της εποχής (punk αλλά και της pop μουσικής που άλλαζε). Και πάλι εδώ έχουμε πολύ καλή δουλειά από τον Martin Barre και από τον βιολιστή Darryl Way των Curved Air.

Και αυτό το άλμπουμ είχε την ίδια εμπορική επιτυχία με το Songs from the Wood, ξεπερνώντας το 1.000.000 αντίτυπα μόνο στην Αμερική, με τον Martin Barre να δηλώνει ότι αυτά τα δύο είναι τα αγαπημένα άλμπουμ του από όλη την περίοδο που ήταν μέλος του συγκροτήματος.
Ακολουθεί η κυκλοφορία του πρώτου live άλμπουμ τους με τίτλο Bursting Out (1978) που ηχογραφήθηκε κατά τη διάρκεια της Heavy Horses Tourτο 1978  για να φθάσουμε στο Stormwatch (Νο 27 Μ.Βρετανία,Νο 22 Αμερική) που για πολλούς κλείνει αυτή την τριλογία. Μια τριλογία που δεν δέχεται ο Anderson ο οποίος θεωρεί ότι μόνο τα Songs from the Wood και Heavy Horses είναι δεμένα μεταξύ τους ηχητικά και στιχουργικά. Στο Stormwatch έχουμε τους στίχους να κινούνται σε θέματα οικολογικά (πετρέλαιο, οικονομική κρίση, περιβάλλον) ενώ είναι το τελευταίο της κλασικής σύνθεσης μελών του συγκροτήματος, αφού ο ντράμερ Barriemore Barlow και οι οργανίστες John Evan και David Palmer αποχώρησαν, ενώ ο μπασίστας John Glascock είχε αποχωρήσει κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων αφού παρουσίασε σηψαιμία που του παρουσιάστηκε μετά από ένα πρόβλημα που είχε με τα δόντια του για να καταλήξει στην καρδιά! Ο Glascock έπαιξε σε 2 μόνο τραγούδια, και το μπάσο τα υπόλοιπα έπαιξε ο Ian Anderson. Η ασθένεια αλλά και ο θάνατος του, επηρέασαν αρνητικά όλα τα μέλη των Jerthro Tull που μάλλον ποτέ δεν τοπ ξεπέρασαν. Ο Martin Barre έφθασε στο σημείο να δηλώσει μετά από χρόνια, ότι το Stormwatch ήταν ένα άλμπουμ που τελικά καλύτερα θα ήταν να μην είχε κυκλοφορήσει!


Το Stormwatch σε γενικές γραμμές είναι πολύ πιο rock και πιο σκοτεινό ή καλύτερα βαρύ (σ.σ. όχι απαραίτητα μουσικά)σε σχέση με τα δύο προηγούμενα και τα φολκ στοιχεία πολύ περιορισμένα. Το θέμα των τραγουδιών του ποικίλλει. Οικολογικό το "North Sea Oil", κοινωνικό το "Dark Ages" αλλά όλα με εμφανή τη στέρηση δεξιοτεχνίας και πολυπλοκότητας, στοιχεία που ήταν διάχυτα σε άλμπουμ όπως Minstrel in the Gallery, Heavy Horses, Thick as a Brick, Aqualung και A Passion Play. Το κομμάτι "Elegy" είναι σύνθεση του David Plamer που το αφιέρωσε στον πατέρα του που είχε φύγει από τη ζωή αλλά το αφιέρωσε και στον John Glascock.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΤΟΥ STORMWATCH

Κι αυτό το εξώφυλλο δένει με το περιεχόμενο του δίσκου, δείχνοντας ένα πολύ κοντινό πλάνο του Ian Anderson  με τα γένια του χιονισμένα(!) και μέσα από τα κιάλια του να βλέπει εν μέσω αστραπών μια εξέδρα εξόρυξης πετρελαίου. Νομίζω ότι το αποφασιστικό βλέμμα του τα λέει όλα!
 ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ 
Τον Αύγουστο του 1980 κυκλοφόρησαν το άλμπουμ Α που αρχικά προοριζόταν για προσωπικό άλμπουμ του Ian Anderson. Ηχητικά το Α, είναι απογοητευτικό αφού από τη μαγεία του Stormwatch έχουμε τον Anderson να  υποκύπτει(;) στα καινούργια μουσικά δεδομένα της δεκαετίας του 80 που δεν ταίριαζαν καθόλου με την αισθητική και την ποιότητα των Jethro Tull 
 TRIVIA
To τραγούδι "Ring Out Solstice Bells" είναι ένα από τα πιο αγαπημένα χριστουγεννιάτικά τραγούδια των βρετανών!
Τα τραγούδια του Stormwatch ηχογραφήθηκαν στο studio Maison Rouge που είναι πολύ κοντά στο γήπεδο της Chelsea το Stamforld Bridge όπου ήταν αδύνατον να ηχογραφήσουν τις Κυριακές μεταξύ 5 και 8 το απόγευμα που έπαιζε η ομάδα γιατί περνάγανε οι φίλαλθοι(;) και χτυπάγανε τους τοίχους και δεν μπορούσαν να ηχογραφήσουν!!!
H πρώτη σύζυγός του ήταν η Jennie Franks ήταν φωτογράφος κι έγραψε τις πρώτες δύο στροφές των στίχων στο τραγούδι Aqualung.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
29/5/20
Υ.Γ.Ευχαριστώ τον Δικαιόπολις για την πολύτιμη βοήθεια του.
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. Κι εγώ, με τη σειρά μου, ευχαριστώ θερμά τον Αλέξανδρο Ριχάρδο για το υπέροχο άρθρο που δημοσίευσε, συνδυάζοντας τις πολλές προσωπικές του γνώσεις με τις σκόρπιες πληροφορίες που του έδωσα.
    Είναι μάλιστα και πολύ ωραία σύμπτωση, που το άρθρο αυτό αναρτήθηκε ανήμερα στα γενέθλιά μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *