THE MOODY BLUES –NIGHTS IN WHITE SATIN: ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΡΩΤΟΓΝΩΡΟΥ ΛΥΡΙΚΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ

Έχει γίνει παγκόσμια επιτυχία, έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα,
έχει ακουστεί σε soundtracks γνωστών ταινιών και έχει εμπνεύσει εκατοντάδες καλλιτέχνες να το διασκευάσουν. Αν και έχει περάσει
περισσότερο από μισός αιώνας, από τότε που το έγραψε, ο Justin Hayward ακόμη δεν μπορεί να εξηγήσει πώς το “Nights In White
Satin” νίκησε τον χρόνο και έγινε το πιο γνωστό κομμάτι των
τεράστιων Moody Blues.
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗΣ
Στα μέσα του 1966, το μέλλον των Moody Blues φαινόταν αβέβαιο.
Το συμβόλαιο με την εταιρεία τους (Decca Records) τελείωνε, ενώ ο κιθαρίστας τους Denny Laine είχε αποχωρήσει (μαζί με τον
μπασίστα Clint Warwick) και το συγκρότημα φαινόταν ότι επιθυμούσε να ξεφύγει από τον blues ήχο του πρώτου album, με σκοπό να κινηθεί σε πιο σύγχρονα μουσικά μονοπάτια. Η έλευση των Justin Hayward (κιθάρα) και John Lodge (μπάσο), παράλληλα με την χρήση του mellotron (πληκτροφόρο όργανο που μπορούσε να αναπαράγει τον ήχο συμφωνικής ορχήστρας) από τον Mike Pinder, έδωσαν προοπτική και καθόρισαν την θριαμβευτική πορεία των Moody Blues για τα επόμενα χρόνια. Εκείνος που τους στηρίζει στο νέο τους ξεκίνημα είναι ο Hugh Mendl, ο μάνατζερ της Decca. Παράλληλα η εταιρεία θέλει να παρουσιάσει ένα νέο πρωτοπόρο σύστημα ηχογραφήσεων το Deramic Stereo Sound (DSS). Είμαστε την εποχή που οι Beatles έχουν κυκλοφορήσει το “Sgt. Pepper’s”, οπότε η ιδέα της κυκλοφορίας ενός concept album ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα που έχουν δημιουργηθεί στον κόσμο της pop-rock μουσικής. Η αρχική ιδέα ήταν να ηχογραφήσουν μια rock εκδοχή του κλασικού έργου New World Symphony του Antonin Dvorak, με παραγωγό τον Tony Clarke.


 Τελικά αυτή η ιδέα απορρίπτεται και αποφασίζουν να ηχογραφήσουν δικό τους υλικό. Η νέα σύνθεση του group είναι: Justin Hayward (κιθάρα, πιάνο,φωνητικά), John Lodge (μπάσο, κιθάρα, φωνητικά), Mike Pinder (keyboards, Mellotron, piano, φωνητικά, αφήγηση), Ray Thomas (φλάουτο, keyboards, φωνητικά), Graeme Edge (drums, percussion, φωνητικά). Με αυτή
τη σύνθεση μπαίνουν (στις 9/5/1967) στα Decca Studios στο West Hampstead του Λονδίνου για να ηχογραφήσουν ένα από τα σημαντικότερα albums της rock μουσικής, το “Days of future
passed”
. Η ηχογράφηση ολοκληρώνεται στις 3/11/1967 και μια συλλογή υπέροχων τραγουδιών, που υμνούν την καθημερινή ζωή του απλού ανθρώπου, είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει. Μια εβδομάδα
αργότερα κυκλοφορεί το πρώτο single, που είναι το “Nights In White Satin”, ένα τραγούδι που θεωρείται από τα σημαντικότερα τραγούδια όλων των εποχών, καθώς συνδυάζει την pop με το symphonic prog. Το “Nights In White Satin” είναι μέρος της ενότητας με τίτλο “The night”. Οι στίχοι του κομματιού αφορούν την ροσωπική ζωή του Hayward. Εκείνη την εποχή τα συναισθήματα
του Hayward βρίσκονταν ανάμεσα στην απελπισία και τονενθουσιασμό, καθώς είχε ξεκινήσει μια νέα σχέση αφήνοντας πίσω τον πόνο της προηγούμενης. Ο Hayward ήταν περίπου είκοσι
χρονών και συγκατοικούσε με τον Graeme Edge (και τις φίλες τους)σε ένα δυάρι στο Bayswater του Λονδίνου. Ο Hayward και ο MikePinder ήταν οι βασικοί συνθέτες των Moodies. Ο Pinder δούλευε
πάνω σε μια σύνθεση που είχε ονομάσει “Dawn Is A Feeling”, την οποία είχε παρουσιάσει στα άλλα μέλη του group. Την επόμενη μέρα όλοι περίμεναν από τον Hayward να παρουσιάσει τη δική του
σύνθεση. Έχοντας γυρίσει από μια συναυλία, περίπου στις 4 με 5 τα ξημερώματα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να δουλεύει το κομμάτι, που έπρεπε να παρουσιάσει. Μια σειρά από τυχαίες σκέψεις, που πηγάζουν από προσωπικά βιώματα, στριφογυρίζουν στο μυαλό του. Τότε θυμάται ότι σε μια βαλίτσα είχε κάποια λευκά σατέν σεντόνια, που του είχε δωρίσει μια φίλη (δεν ήταν η κοπέλα με την οποία είχε χωρίσει, ούτε εκείνη με την οποία
είχε ξεκινήσει μια νέα σχέση). Είχε δοκιμάσει τα συγκεκριμένα σεντόνια, όμως (αν και βρήκε την όψη τους ρομαντική) θεώρησε ότιδεν ήταν πρακτικό να τα χρησιμοποιήσει. Τελικά, τα συγκεκριμένα
σεντόνια, ήταν η αφορμή να εκφράσει με μοναδικό τρόπο τα
συναισθήματά του, για μια αγάπη που δεν βρήκε ανταπόκριση, μέσα
από τους στίχους του τραγουδιού.


 Όταν, την άλλη μέρα (8/10/1967), παρουσίασε το κομμάτι στους υπόλοιπους Moodies, η αρχική αντίδρασή τους ήταν επιφυλακτική. Ο Pinder του ζήτησε να το παίξει ξανά και με το mellotron προσπάθησε να ακολουθήσει το ρεφρέν, οπότε το κομμάτι πήρε άλλη διάσταση. Η ηχογράφηση έγινε σε μια μέρα, στο Studio 1, με τον μηχανικό ήχου Derek Varnals να αλλάζει τον τρόπο που τα μέλη του συγκροτήματος τοποθετούνταν στη σκηνή, για να ακούγεται καλύτερα ο ήχος των οργάνων τους.
Συγκεκριμένα έπεισε τον Pinder να παίζει έχοντας πίσω του τα ντραμς του Edge. Ένα άλλο πρόβλημα που χρειάστηκε να επιλύσει ο Varnals αφορούσε τα δεύτερα φωνητικά του Lodge, που ήταν μια οκτάβα υψηλότερα απ’ ότι έπρεπε. Το “Nights In White Satin”αρχικά ηχογραφήθηκε σαν ένα τυπικό pop κομμάτι και στη συνέχεια (στις 3/11/1967) προστέθηκαν τα ορχηστρικά μέρη, που είναι αποτέλεσμα της σύμπραξης των Moody Blues με την London Festival Orchestra (με διευθυντή τον Peter Knight). Τα συγκεκριμένα μέρη αφορούν κυρίως την εισαγωγή και τον επίλογο του κομματιού, καθώς στον βασικό κορμό του οι «ορχηστρικοί »ήχοι προέρχονται ως επί το πλείστον από το mellotron του Pinder. Έτσι απέκτησε τον λυρισμό και την αριστοκρατική αίγλη, που το καθιέρωσαν σαν το τραγούδι στο οποίο συναντιέται για πρώτη φορά η pop με την κλασική μουσική. Στο τέλος του κομματιού ο Mike Pinder απαγγέλει το ποίημα Late Lament, τους στίχους του οποίου είχε γράψει ο drummer Graeme Edge. Οι τελευταίοι στίχοι ακούγονται και στην
εισαγωγή του “Days of Future Passed”, δίνοντας έτσι την αίσθησητης ολοκλήρωσης και της αρχής ενός νέου κύκλου- μιας νέας μέρας.
Η ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΑ CHART, ΠΟΙΟΙ ΤΟ ΔΙΑΣΚΕΥΑΣΑΝ
Το “Nights In White Satin” έφτασε στο Νο19 του UK Singles Chart και στο Νο 103 στις ΗΠΑ το 1968. Ήταν η πρώτη επιτυχία των Moody Blues μετά το Go Now. Όταν επανακυκλοφόρησε στις
ΗΠΑ το 1972 έγινε μεγάλη επιτυχία και παρέμεινε στο Νο2 του Billboard Hot 100 για δύο εβδομάδες. Επίσης έφτασε στο Νο1 του Cash Box Top 100. Υπολογίζεται ότι πούλησε πάνω από 1.000.000 σε ΗΠΑ και Καναδά (όπου επίσης έφτασε στο No1).
Μέχρι σήμερα, το“Nights In White Satin” έχει διασκευαστεί αμέτρητες φορές, από καλλιτέχνες όπως οι: Eric Burdon, Percy Faith, Giorgio Moroder και οι Καλιφορνέζοι punks The Dickies, αλλά η διασκευή που πραγματικά συγκίνησε τον Hayward ήταν αυτή της soul τραγουδίστριας Bettye LaVette.


 Όπως δήλωσε ο ίδιος: «Διασκεύασε το “Nights” και κάποιος μου έστειλε το σχετικό link. Καθόμουν στο κρεβάτι μου και τσέκαρα τα e-mails και όταν κλίκαρα σ’ αυτό το link ξέσπασα σε κλάματα! Η γυναίκα μου με ρώτησε τι μου συνέβη και της είπα ότι έπρεπε να το ακούσει. Εκείνη δεν έκλαψε, αλλά εγώ άκουσα τους στίχους με έναν μοναδικό τρόπο. Υπάρχουν εκατοντάδες διασκευές του “Nights in White Satin” αλλά αυτή ήταν η μοναδική που πραγματικά άκουσα προσεκτικά.» Το 2002 ο Justin Hayward τραγούδησε το “Nights in White Satin”, μαζί με τον Μάριο Φραγκούλη, σε μια συναυλία στην Θεσσαλονίκη.

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ


Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *