DOKKEN: ΜΕΛΩΔΙΚΟ METAL ΚΑΙ ΘΕΙΚΟ SHREDDING (Η πρώτη περίοδος, 1981-1987)

Πριν ξεκινήσω την αναδρομή στα τέσσερα πρώτα (και καλύτερα) άλμπουμ των Dokken, να αναφέρω πως προσωπικά θεωρώ ότι κακώς εντάσσονται στα συγκροτήματα του μελωδικού hard rock/Glam Metal, αφού ο ήχος τους σε λίγες μόνο περιπτώσεις έχει τα χαρακτηριστικά της προαναφερόμενης μουσικής κατηγορίας.
    Οι Dokken – των πρώτων άλμπουμ, τουλάχιστον – είναι περισσότερο ένα καθαρόαιμο hard rock και στη συνέχεια heavy metal συγκρότημα της Αμερικανικής σχολής, οι  οποίοι απλά έγραψαν και 4-5 τραγούδια σε πιο εμπορικό στυλ και με την κατάλληλη προώθηση (videos, airplay) έφτασαν να θεωρούνται και αυτοί ένα από τα συγκροτήματα της ευρύτερης μελωδικής/Glam σκηνής του L.A.
    Η ιστορία πάντως έχει γραφτεί, απίθανο να αλλάξει και, έτσι κι αλλιώς, λίγη σημασία έχει η κατηγοριοποίηση όταν έχουμε να κάνουμε με κάποιους από τους πιο κλασικούς δίσκους του σκληρού ήχου της δεκαετίας του ’80.
    Οι Dokken αποτελούν παιδί του τραγουδιστή και περιστασιακού κιθαρίστα, Don Dokken και δημιουργήθηκαν στο Los Angeles, το 1976 με το όνομα Airborn. Με το όνομα αυτό δεν έβγαλαν κάποια δουλειά , αλλά έκαναν μόνο κάποια live στα club της περιοχής . Το 1979, το όνομα του συγκροτήματος άλλαξε σε Dokken, καθώς υπήρχε ήδη ένα συγκρότημα με το όνομα Airborn και έτσι, με το νέο όνομα , κυκλοφόρησαν το single “Hard rock woman/Broken heart”. Στη σύνθεση βέβαια της μπάντας, εκτός του Don Dokken, δεν υπήρχε κανένα από τα μετέπειτα “κλασικά’ τους μέλη. Με εκείνη τη σύνθεση (για την ιστορία: Don Dokken φωνητικά, Greg Leon κιθάρα, Gary Holland τύμπανα, Gary Link μπάσο), ταξίδεψαν για κάποιες εμφανίσεις στη Γερμανία και το ουσιαστικότερο που αποκόμισαν από εκείνο το ταξίδι ήταν η γνωριμία του Don Dokken με τον γνωστό (ανερχόμενο τότε) παραγωγό,  Michael Wagener.
    Στις αρχές του 1981, ο Wagener κάλεσε τον Don Dokken στη Γερμανία για να βοηθήσει τους Scorpions που ηχογραφούσαν το άλμπουμ τους, “Blackout”, γράφοντας κάποιους οδηγούς φωνητικών, όσο ο Klaus Meine ανάρρωνε από κάποια επέμβαση στις φωνητικές του χορδές. Με την ευκαιρία, ο Dokken, θα μπορούσε να γράψει με τον Wagener και κάποια demos με σκοπό την εξασφάλιση δισκογραφικού συμβολαίου. O Don είχε πλέον μαζί του μια διαφορετική μπάντα, που αποτελούταν από τον Juan Croucier στο μπάσο (μετέπειτα στους Ratt), τον Mick Brown στα τύμπανα και τον θεούλη George Lynch στην κιθάρα.
    Για την ιστορία, ο Mick Brown ήταν αυτός που πρότεινε τον Lynch στον Dokken, καθώς οι δυο πρώτοι έπαιζαν μαζί σε ένα συγκρότημα με το όνομα Xciter (καμία σχέση με τους Καναδούς speed thrashers Exciter). Εκείνη την εποχή, οι δυο τους έβγαζαν τα προς το ζην μεταφέροντας ποτά σε κάβες, οπότε δεν τους χάλασαν καθόλου τα $2000 έκαστος που τους προτάθηκαν, για να ακολουθήσουν τον Dokken στη Γερμανία – με την προοπτική μάλιστα της ηχογράφησης δίσκου. Ο Dokken γνώριζε βέβαια τον Lynch και το φοβερό του παίξιμο αλλά δεν τον ήθελε αρχικά στη μπάντα, λόγω του περίεργου και άστατου χαρακτήρα του. Ο Lynch είχε αρχίσει, ήδη από τα 14 του, τους πειραματισμούς με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και τις παρέες με περίεργους τύπους, ωθώντας μάλιστα τους γονείς του να του «κατασχέσουν» την κιθάρα και να τον στείλουν να μείνει για κάποιο διάστημα στους νονούς του, στα ορεινά της βόρειας Καλιφόρνια, για να ηρεμήσει! Από την άλλη, ούτε ο Dokken ήταν ο πιο εύκολος άνθρωπος, έχοντας σκληρή παιδική ηλικία, μεγαλωμένος κατά διαστήματα σε ανάδοχες οικογένειες. Με αυτό το παρελθόν και το έντονο «εγώ», Lynch και Dokken αποτελούσαν εκρηκτικό μείγμα μέσα στη μπάντα το οποίο κάποια στιγμή θα έσκαγε – όπως και έγινε.
    Για να επιστρέψουμε στη Γερμανία, με τη βοήθεια του Wagener και της manager των Accept, Gaby Hauke (η γνωστή Deaffy που όλοι αναρωτιόμασταν ποιος είναι όταν κοιτάζαμε τα οπισθόφυλλα των Accept – σύζυγος του κιθαρίστα Wolf Hoffmann), κατάφεραν να υπογράψουν συμβόλαιο με την Carrere Records και μπήκαν άμεσα στο στούντιο του παραγωγού των Scorpions, Dieter Dierks, για να ηχογραφήσου το ντεμπούτο τους.
    Εντωμεταξύ, το είδος των σχέσεων μεταξύ του Don Dokken και της υπόλοιπης μπάντας έγινε άμεσα ευδιάκριτο, όταν, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο Dokken φιλοξενούνταν στο σπίτι της Γερμανίδας κοπέλας του , δίπλα σε μια λίμνη, ενώ οι υπόλοιποι στοιβάζονταν σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου πληρώνοντας από την τσέπη τους! Όπως υποστήριξε μάλιστα κάποια στιγμή ο Lynch, δεν έλαβε ούτε τα $2000 που του είχαν υποσχεθεί!

BREAKIN’ THE CHAINS – 1981 (BREAKING THE CHAINS – 1983)

    Το “Breaking the Chains” κυκλοφόρησε αρχικά στη Γερμανία ως σόλο άλμπουμ του Don Dokken, για να ξανακυκλοφορήσει άμεσα κάτω από το όνομα Dokken. Η μπάντα έκανε κάποιες εμφανίσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος και στη συνέχεια επέστρεψε στις ΗΠΑ όπου ο καθένας ακολούθησε, προσωρινά, τον δικό του δρόμο. Lynch και Brown επέστρεψαν στους Xciter, ο Croucier εντάχθηκε στους Ratt, ενώ ο Don Dokken επιδόθηκε στην αναζήτηση εταιρείας για να κυκλοφορήσει το άλμπουμ και στις ΗΠΑ.

    Οι προσπάθειές του ευοδώθηκαν μετά από 1,5 χρόνο , όταν κατάφερε να εξασφαλίσει συμβόλαιο με την Elektra αλλά και να αναθέσει το management της μπάντας στη γνωστή εταιρεία Q-Prime, η οποία είχε πελάτες γνωστά συγκροτήματα της εποχής, όπως τους Def Leppard. Με την ένταξη τους στο δυναμικό της Elektra, το άλμπουμ επανεκδόθηκε στις ΗΠΑ με διαφορετική μίξη και εξώφυλλο, κάποιες μικροδιαφορές στη σειρά των τραγουδιών και στους τίτλους και μια σχεδόν ανεπαίσθητη αλλαγή στον τίτλο (προστέθηκε ένα G στο Breakin' του 1981!).  Όσον αφορά τη σύνθεση της μπάντας, έχουμε την ίδια με το 1981, εκτός του μπασίστα Juan Croucier, o οποίος ήταν μεν στις ηχογραφήσεις του άλμπουμ, αλλά αντικαταστάθηκε από τον Jeff Pilson, λίγο πριν γυρίσουν το video για το ομώνυμο κομμάτι.
    Το άλμπουμ είναι ένα απλά καλό ντεμπούτο, το οποίο δεν συγκρίνεται βέβαια με τα επόμενα άλμπουμ. Η φωνή του Don Dokken είναι ακόμα σχετικά «άγουρη», ο George Lynch, αν και παρουσιάζει αρκετά δείγματα των κιθαριστικών του ικανοτήτων - ως γνήσιος μαθητής της σχολής Eddie Van Halen – δεν είναι ακόμα ο shredder που θα γνωρίσουμε, ενώ το rhythm section (Brown/Croucier) κάνει απλά καλά τη δουλειά του.

    Η μουσική είναι μια μίξη late ‘70s ήχου, hard rock, New Wave of British Heavy Metal και καθαρόαιμου Heavy Metal της εποχής, ενώ η παραγωγή ακούγεται λίγο «άδεια» αλλά όχι δυσάρεστη καθώς φέρνει στο μυαλό αντίστοιχες παραγωγές πρωτόλειων metal άλμπουμ των αρχών της δεκαετίας του ’80
    Στα κομμάτια τώρα, το άλμπουμ ξεκινάει με το ομώνυμο, “Breaking the Chains”, ένα opener μεσαίας ταχύτητας , με ωραίο ρεφραίν και ένα σόλο, πρώτο δείγμα των δυνατοτήτων του Lynch. Συνέχεια με το χαλαρό και σχετικά αδιάφορο “In the Middle” για να πάμε στο γκρουβάτο “Felony” με στίχους για μια Λολίτα που οδηγεί τον ήρωα του κομματιού σε κακούργημα (felony).. Σαφώς πιο up-tempo το “I can’t see you”, με ρυθμό που καλπάζει , αρκετά πολυφωνικά σημεία και σύντομο αλλά ωραίο σόλο. Το πρώτο μισό του άλμπουμ το κλείνει η κομματάρα “Live to Rock (Rock to Live) , με δυναμικό άνοιγμα και riffάρα που στα λίγα δευτερόλεπτα πριν μπει το κουπλέ θυμίζει το Warrior των Riot. Στη συνέχεια εξελίσσεται σε κλασικό headbanging song που φέρνει στο μυαλό αρχικούς Priest και Saxon, το οποίο κορυφώνεται με πωρωτικό σόλο. Να σημειώσω εδώ ότι στην γερμανική έκδοση του άλμπουμ του 1981 το συγκεκριμένο κομμάτι είχε τον τίτλο “We’re Illegal”.
    Το δεύτερο μέρος του “Breaking..” ξεκινάει με το “Nightrider” το οποίο, ενώ έχει έναν γρήγορο ρυθμό, παραμένει μέτριο καθώς του λείπει λίγο παραπάνω αιχμηρότητα στις κιθάρες. Στο ίδιο στυλ και το επόμενο, “Seven Thunders”, που ανοίγει μεν με ωραίο riffάκι, αλλά στην εξέλιξή του έχει αρκετά ’70s στοιχεία, πολυφωνικά σημεία  - που μπορεί να θυμίζουν και λίγο Uriah Heep - και χαλαρό ρεφραίν. Εξαίρεση, το ωραίο σόλο.
    Το άλμπουμ αρχίζει να ξαναπαίρνει τα πάνω του με το “Young Girls”, άλλο ένα ωραίο ρυθμικό κομμάτι με έντονη και αυτό αίσθηση ‘70ς, το εξίσου ωραίο “Stick to your guns” , για να κλείσει με το “Paris is Burning” το οποίο είναι ηχογραφημένο live στο Βερολίνο (ή έτσι λένε..) και ξεκινάει με ένα σόλο του Lynch στο στυλ του Eruption των Van Halen και εξελίσσεται σε ένα δυναμικό και ξεσηκωτικό metal hit με ανάλογο σόλο. Στη γερμανική έκδοση του άλμπουμ το κομμάτι αναγραφόταν απλά ως “Paris”.
    To “Breaking the Chains” δεν έκανε μεγάλη επιτυχία και δικαιολογημένα, αφού το συγκρότημα έψαχνε ακόμα τα πατήματά του και τον ήχο στον οποίο ήθελε να κατασταλάξει. Όμως είχαν αρχίσει να δημιουργούν ένα καλό όνομα για τις ζωντανές τους εμφανίσεις – κυρίως λόγω της εκρηκτικής απόδοσης του George Lynch – αλλά το άλμπουμ, όσο αφορά τις πωλήσεις, δεν πήγε καλά και η Elektra ήταν έτοιμη να σπάσει το συμβόλαιο. Εδώ, όμως, επενέβη η εταιρία management, Q-Prime, που εκείνη τη στιγμή έκανε μεγάλη επιτυχία με το “Pyromania” των Def Leppard, και έπεισε τον CEO της Elektra να δώσει μια ακόμη ευκαιρία συν $100.000!

TOOTH AND NAIL – 1984

Έχοντας σώσει το κεφάλι τους, μπαίνουν στο studio για την ηχογράφηση της δεύτερης δουλειάς τους. Για παραγωγό, ο Dokken πρότεινε ξανά τον Wagener, αλλά ο Lynch (που εκπροσωπούσε τους υπόλοιπους) αρνήθηκε γιατί ήταν δυσαρεστημένος με την παραγωγή του ντεμπούτου αλλά και επειδή ο Wagener ήταν φίλος του Dokken! Έτσι η εταιρεία επέλεξε ως παραγωγό τον Tom Werman (παραγωγός στους Molly Hatchet, Cheap Trick, Mötley Crüe, Stryper, Poison κ.α.) και οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν, με διάφορα σκηνικά απείρου κάλλους να γίνονται κατά τη διάρκειά τους.
    Όποτε οι Dokken και Lynch βρίσκονταν στον ίδιο χώρο, δημιουργούνταν εντάσεις και έτσι ο Werman κανόνισε το πρόγραμμα τον ηχογραφήσεων με τέτοιο τρόπο ώστε ο Lynch να ηχογραφεί με την υπόλοιπη μπάντα σε διαφορετικές ώρες της ημέρας από τον Don Dokken. Επιπλέον, η κατάχρηση αλκοόλ και ναρκωτικών από το συγκρότημα φόρτωνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση, ενώ το αποκορύφωμα ήταν η άρνηση του Lynch να συνεργαστεί πλέον με τον Werman λόγω μιας διαφωνίας που είχαν για τον τρόπο που θα έπρεπε να παίξει κάποια σημεία στην κιθάρα, γεγονός που οδήγησε τον Werman να παρατήσει τις ηχογραφήσεις και να φύγει για διακοπές! Ο Dokken πανικόβλητος ζήτησε από την Elektra να φέρει τον Wagener, οι υπόλοιποι δεν ήθελαν και έτσι η εταιρεία έφερε για ενίσχυση τον Βρετανό Roy Thomas Baker για να κρατά απασχολημένη την μπάντα, ενώ ο Dokken έκανε κρυφά, μαζί με τον Wagener, την μίξη του άλμπουμ!

    Παρόλα τα ευτράπελα, το “Tooth and Nail” κατάφερε να κυκλοφορήσει στις 14/9/1984 και ήταν το άλμπουμ που τους έβαλε στο δρόμο της μεγάλης αναγνώρισης. Τα πάντα εδώ είναι κλάσης ανώτερα από το ντεμπούτο. Τα φωνητικά του Don Dokken είναι πιο δουλεμένα και πιο τραχιά σε σχέση με το ντεμπούτο, ενώ ο George Lynch, που στο πρώτο άλμπουμ ήταν πιο συγκρατημένος, εδώ πλέον ξεδιπλώνει τις δυνατότητες και το ταλέντο του. Ο νεοφερμένος Jeff Pilson, αποτελεί σαφή βελτίωση σε σχέση με τον Croucier και μαζί με τον ντράμερ Brown συνεργάζονται άψογα με τον Lynch αλλά επίσης συμμετέχουν και στη σύνθεση αρκετών κομματιών.
    Πάμε να θυμηθούμε τώρα τα κομμάτια: Έναρξη με το instrumental διάρκειας 1:30, “Without Warning”, μια ατμοσφαιρική εισαγωγή, για να μπει καπάκι το ομώνυμο, “Tooth and Nail” να μας πάρει τα μυαλά! Δυνατό , αιχμηρό, γρήγορο και καθαρόαιμο heavy metal κομμάτι, καμία σχέση με τον μαλακότερο ήχο του ντεμπούτου και σόλο διαρκείας σε δυο μέρη – το ένα με τρελό tapping και το άλλο κανονικό - που δείχνει από την αρχή τι σημαίνει George Lynch.
    Στα επόμενα δυο τραγούδια, “Just got lucky” (δεύτερο single του άλμπουμ) και “Heartless Heart”, έχουμε την εισαγωγή του πιο εμπορικού, ευκολοάκουστου σκληρού ήχου, με πιο μελωδικές γραμμές, διπλά φωνητικά στα ρεφραίν, λιγότερο αιχμηρά σόλο και ανάλογους στίχους ερωτικού περιεχομένου. Εννοείται πως πρόκειται για πολύ καλά κομμάτια που δεν στερούν τίποτα από τη δυναμική του άλμπουμ.
    Επαναφορά στο καθαρόαιμο metal με το καλό “Don’t close your eyes” για να προχωρήσουμε στο “Heaven Comes Down”, ένα βαρύ και επιβλητικό metal κομμάτι, με αργόσυρτο ρυθμό και σόλο που σου βιδώνεται στον εγκέφαλο. Πριν συνέλθουμε από το “Heaven..”, μπαίνει ένα από τα καλύτερα τραγούδια του άλμπουμ και πρώτο single,το “Into the Fire” , που ξεκινάει με αργό riff, γυρνάει σε ακουστική μελωδία με φωνητικά για να κάνει κόψιμο με riffάρα και να συνεχίσει δυναμικά. Κορυφαία στιγμή, το φοβερό σόλο που καταλήγει σε αλλαγή τόνου και πολύ μελωδική, πολυφωνική γέφυρα.
    Στη συνέχεια , όσον αφορά τα δυναμικά κομμάτια, έχουμε τα “Bullets to spare” και “Turn up the action”, το πρώτο με πιο κοφτό ρυθμό ενώ το δεύτερο πιο γρήγορο , το οποίο θυμίζει πολύ Saxon των πρώτων άλμπουμ (ουσιαστικά, σύγχρονων του Tooth and Nail), ιδίως αν καταφέρουμε να φέρουμε το τραγούδι στο μυαλό μας με φωνητικά του Biff Byford.
    Τέλος, έχουμε την μπαλάντα “Alone Again” και τρίτο single, ένα ωραίο κομμάτι που δεν ακολουθεί όμως την φόρμα της κλασικής μπαλάντας.
    Η περιοδεία των 53 εμφανίσεων σε ΗΠΑ που ακολούθησε την κυκλοφορία του άλμπουμ, αλλά και το τακτικό airplay των video των τριών τους single, οδήγησαν το άλμπουμ στη θέση 64 του Billboard, τους εξασφάλισαν τον πρώτο χρυσό τους δίσκο (το 1989 έγινε πλατινένιος) και φυσικά τους έβγαλαν και από την black list της Elektra.

UNDER LOCK AND KEY – 1985 
Σχεδόν ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του “Tooth and Nail’, το Νοέμβριο του 1985,  κυκλοφορούν την τρίτη τους δουλειά, “Under Lock and Key”.Eδώ επιχειρείται μια εισαγωγή πιο εμπορικών μελωδικών γραμμών, με αποτέλεσμα το μισά κομμάτια του άλμπουμ να ακολουθούν τον καθαρό metal ήχο και τα υπόλοιπα να κοιτάνε προς τα charts και το MTV.

    Το άνοιγμα του δίσκου είναι δυναμικό, με το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο ξεκινάει με μια επική ακουστική εισαγωγή για να γυρίσει σε ένα δυνατό mid-tempo κομμάτι με ωραία φωνητικά και φυσικά σολάρα από τον Lynch. Στην συνέχεια έρχεται το “The Hunter”, με τον πιο πιασάρικο ρυθμό του, για να φτάσουμε στο πασίγνωστο “In my Dreams”. Κλασικό χιτάκι , α καπέλα εισαγωγή με το ρεφραίν, για να μπει εκρηκτικά το τραγούδι. Από τα πιο γνωστά, αν όχι το γνωστότερο – τραγούδια τους και ιδιαίτερα αγαπητό και ανάμεσα στους Έλληνες hard rockάδες. Από το άλμπουμ δεν θα έλειπε και η απαραίτητη μπαλάντα και εδώ έχουμε το “Slippin’ Away”, ένα απλά καλό κομμάτι που δεν φτάνει όμως το επίπεδο μιας κλασικής μπαλάντας της δεκαετίας του ’80. Στο άλμπουμ υπάρχει μάλιστα και δεύτερη, το “Jaded Heart”, και αυτή στο ίδιο επίπεδο με την προηγούμενη. Τα δυο αυτά κομμάτια δεν είναι άσχημα, αλλά δεν είναι και αυτά που θα επιδιώξει κάποιος να ακούσει περισσότερο. Γενικά, ενώ οι Dokken έχουν πολλά πολύ καλά τραγούδια, στις μπαλάντες χωλαίνουν.
    Το “Lightnin’ strikes again” που κλείνει το πρώτο μισό είναι ένα πολύ καλό γρήγορο κομμάτι με – ακόμα ένα! – υπερηχητικό σόλο από τον Lynch. Καθαρόαιμο metal τραγούδι , με ρεφραίν που σου μένει και με τον Dokken να επιχειρεί προς το τέλος με ιδιαίτερη επιτυχία μια τσιρίδα, από τις ελάχιστες που επιχειρεί στα άλμπουμ. Να σημειώσω εδώ ότι το τραγούδι, στις στροφές του και πριν μπει το ρεφραίν θυμίζει – τουλάχιστον σε εμένα – το “Night People” από το άλμπουμ “Dream Evil” του Dio (αν και το night people είναι μεταγενέστερο του Lightning…). Τσεκάρετέ το και συγκρίνετε.
    Στην αρχή του δεύτερου μισού έχουμε το “It’s not Love”, ένα μυστήριο, μεσαίας ταχύτητας τραγούδι , με ωραίο riffάκι και ανάπτυξη και κλασικό πολυφωνικό ρεφραίν. Ιδιαίτερο κομμάτι, από τα στανταράκια στις live εμφανίσεις τους. Για το “Jaded Heart” που ακολουθεί σχολίασα παραπάνω και ερχόμαστε στο πολύ καλό “Don’t lie to me”, ίσως το μοναδικό κομμάτι του άλμπουμ με πιο AOR δομή. Θεϊκό pre-chorus και γέφυρα, καπάκι φοβερό σόλο αλλά δυστυχώς υπολείπεται στο ρεφραίν το οποίο του στερεί το «άριστα». Υποτιμημένο κομμάτι και δεν καταλαβαίνω τον λόγο.
    Προτελευταίο κομμάτι είναι το “Will the sun rise” ένα τραγούδι που κάπως δεν κολλάει με τα υπόλοιπα, καθώς η μουσική και η στίχοι του θα ταίριαζαν περισσότερο σε ένα power metal συγκρότημα της εποχής. Φυσικά, πρόκειται για πολύ ωραία σύνθεση και με σόλο που σκοτώνει. Τέλος, κλείνουμε με το “Till the Livin’ end” το οποίο είναι ένα speed metal κομμάτι, στα χνάρια του “Lightnin; strikes again”. Τυπικό metal κομμάτι, που λες “OK, καλό είναι”, μέχρι που μπαίνει ο Lynch με το σόλο και σου φεύγει το κεφάλι!

    Το άλμπουμ, όπως αναμενόταν , πήγε άψογα, έφτασε στη θέση 32 του Billboard και έγινε πλατινένιο. Η περιοδεία που ακολούθησε ήταν τεράστια: 193 εμφανίσεις σε ΗΠΑ, Ιαπωνία και Ευρώπη στο διάστημα 1985-1986. Το 1986, μάλιστα ήταν το support σχήμα στις εμφανίσεις των Judas Priest για το άλμπουμ τους “Turbo (1986)”.
    H επιτυχία όμως έφερε και τις υπερβολές στις καταχρήσεις, με τον Dokken να έχει αποξενωθεί από την υπόλοιπη μπάντα. Lynch, Pilson και Brown το είχαν παρακάνει με την κατανάλωση αλκοόλ και τα party κοκαΐνης, ενώ ο Dokken ακολουθούσε δικό του, πιο μαζεμένο πρόγραμμα. Οι σχέσεις του επίσης με τον Lynch εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού.

BACK FOR THE ATTACK – 1987

    Παρά τις προβληματικές και τεταμένες σχέσεις μεταξύ Don Dokken και George Lynch, το συγκρότημα κατάφερε το 1987 να κυκλοφορήσει το τέταρτο και καλύτερο άλμπουμ τους, “Back for the Attack”.

    Τα πάντα εδώ είναι άψογα με highlight βέβαια τον George Lynch που έχει ξεσαλώσει και παίρνει κεφάλια, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που αξίζει να κάνει κάποιος μια συρραφή των σόλο όλων των κομματιών και να τα ακούει το ένα μετά το άλλο!
    Για να δούμε το άλμπουμ λίγο πιο αναλυτικά: ξεκινάμε με τα “Kiss of Death” και “Prisoner”, τα οποία, ενώ είναι τραγούδια με θεματολογία που αφορά έρωτα, χωρισμό και προδοσία, με το συμπαγές riffing, το στιβαρό rhythm section, τα καλοδουλεμένα φωνητικά και τα σόλο που θερίζουν, γίνονται αυτόματα, κλασικοί heavy metal ύμνοι. Η πρώτη τριάδα δυναμίτης, κλείνει με το “Night by night”, ένα πιο mid-tempo αλλά εξίσου δυνατό κομμάτι και με ένα από τα καλύτερα σόλο του άλμπουμ.
    Πιο χαλαρή σε ρυθμό συνέχεια με το “Standing in the shadow”, με πολύ καλό pre chorus, τυπικό ρεφρέν και σόλο που αποζημιώνει και το πιο bluesy “Heaven Sent” για να φτάσουμε σχεδόν στη μέση με ένα instrumental διάλειμμα, το εφιαλτικό “Mr Scary”, όπου έχουμε μια επίδειξη των μουσικών δυνατοτήτων των υπόλοιπων, εκτός του Don Dokken, μελών.
    Έναρξη του δεύτερου μισού με ένα από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ, το “So many tears”, από το οποίο ξεχωρίζει το ιδιαίτερα μελωδικό ρεφρέν με τη μελαγχολική χροιά του. Το επόμενο, “Burning like a flame”, συνεχίζει σε λίγο πιο εμπορικό στυλ με ωραίες μελωδικές γραμμές και γεμίσματα από την κιθάρα και ακολουθεί το “Lost behind the Wall”, ένα μέτριας ταχύτητας τραγούδι με κορύφωση στο σόλο και στίχους προφανώς για το τείχος του Βερολίνου, θέμα που εκείνη την εποχή (ψυχρός πόλεμος) έπαιζε αρκετά, άσχετα αν 2-3 χρόνια αργότερα θα αποτελούσε πλέον ιστορία.
    Επαναφορά σε πιο εμπορικό στυλ, με το ερωτικό “Stop fighting love” και στίχους σχετικά με έρωτα που δε βρίσκει ανταπόκριση. Κλασικό riffing στην ανάπτυξη, ακουστικό “σπάσιμο” που καταλήγει σε πανέμορφο μελωδικό σόλο. Σειρά έχει το δεύτερο κομμάτι του άλμπουμ που θεωρώ από τα κορυφαία (πακέτο με το “Night by night), το έπος “Cry of the Gypsy”. Δυνατή εισαγωγή, συμπαγές riff, συνεχή licks από τον Lynch, πολύ καλό ρεφραίν, και θεϊκό σόλο, για να πάρει φωτιά η air guitar που δεν υπάρχει περίπτωση να μην κάνεις ακούγοντάς το. Εννοείται, το σόλο συνεχίζει ασταμάτητα και πίσω από το τελευταίο ρεφραίν, μέχρι να κλείσει το κομμάτι. Αυτό, μαζί με το σόλο toy “Night by night”, είναι , κατά τη γνώμη μου, τα κορυφαία του άλμπουμ. Απορώ που κανένα από τα δυο κομμάτια δεν λειτούργησε ως single.

    Το “Sleepless Night” που ακολουθεί, επανέρχεται στον πιο catchy ρυθμό και θεματολογία, αλλά, χωρίς να είναι κακό κομμάτι , βρίσκεται στη σκιά του έπους που προηγήθηκε. Λειτουργεί βέβαια και σαν χαλάρωση από την υπερένταση που δημιουργεί το “Cry of the gypsy”. To κομματάκι πάντως, αν το ακούσουμε μόνο του, είναι πολύ καλό, σε καμμιά περίπτωση filler, έχει πολύ καλή πολυφωνική γέφυρα και – τι άλλο; - ασταμάτητο σόλο.
    Το άλμπουμ κλείνει με το πασίγνωστο “Dream Warriors”, από το soundtrack του “Nightmare on Elm Street 3: Dream Warriors” και  πρώτο single του “Back for the attack” (θέση 22 στο Billboard). Χαρακτηριστικό εμπορικό heavy metal hit με συνοδευτικό βίντεο όπου μαζί με το συγκρότημα, κάποια στιγμή, εμφανίζεται και o Freddy Krueger (Robert Englund).
    To “Back for the Attack”, αποτελεί το πιο επιτυχημένο άλμπουμ τους, φθάνοντας μέχρι την θέση 19 του Billboard, χωρίς να είναι καν καθαρόαιμο μελωδικό hard rock της εποχής ή Glam Metal και την επόμενη χρονιά έγινε πλατινένιο καθώς ξεπέρασε τις 1.000.000 πωλήσεις. Φυσικά, ακολούθησε και παγκόσμια περιοδεία 145 εμφανίσεων το διάστημα 1987-1988, στο τέλος της οποίας οι Dokken αποτελούσαν μέρος του billing του Monster of Rocks 1988, μαζί με – κατά σειρά εμφάνισης - Kingdom Come, Metallica, Scorpions και Van Halen (οι Dokken εμφανίζονταν μετά τους Metallica).
    Στο μεταξύ, παρά τις καλές πωλήσεις και την παγκόσμια περιοδεία, η ένταση ανάμεσα σε Don Dokken και George Lynch άρχισε να φτάνει σε επικίνδυνα επίπεδα. Χαρακτηριστικό είναι ένα επεισόδιο ανάμεσά τους, τον Μάρτιο του 1988 στο Λονδίνο, όπου ενώ οι δυο τους βρίσκονταν σε μια λιμουζίνα καθ’ οδόν προς το Wembley Arena, πλακώθηκαν στις μπουνιές εντός του αυτοκινήτου μέχρι που έφτασαν  στο χώρο της συναυλίας και βγήκαν και έπαιξαν σαν κύριοι, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα! Το ραγισμένο γυαλί όμως δεν απείχε και πολύ από το να σπάσει.
    Η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια της Monsters of Rock περιοδείας, κατά την οποία, οι Metallica που προηγούνταν και είχαν μόλις κυκλοφορήσει το μνημειώδες “Master of Puppets”, έκλεβαν την παράσταση από τους Dokken, σε βαθμό που ο Dokken ζήτησε από τον manager και των δυο συγκροτημάτων, Cliff Bernstein, να αλλάξει η σειρά με την οποία έβγαιναν τα συγκροτήματα , κάτι που εκείνος βέβαια δεν δέχτηκε. Ο Dokken κατηγορούσε την υπόλοιπη μπάντα και κυρίως τον Lynch ότι έφταιγαν για την απόδοση της μπάντας λόγω των καταχρήσεών τους σε αλκοόλ και ναρκωτικά, ενώ ο ίδιος πάθαινε κρίσεις άγχους και για να αντεπεξέλθει κατανάλωνε ηρεμιστικά μαζί με αλκοόλ!
    Στο τέλος, με τη λήξη της περιοδείας, ο Don Dokken κανόνισε μια συνάντηση με τη μπάντα, το management και στελέχη της Elektra, όπου ανακοίνωσε πως δεν έχει πρόβλημα να συνεχίσει να παίζει με τους Brown και Pilson, αλλά δεν άντεχε με τίποτα πλέον τη συνύπαρξη με τον Lynch. H γνώμη του δεν άλλαξε ούτε και όταν η Elektra πρόσφερε στο συγκρότημα 10 (!) εκατομμύρια δολάρια για δυο ακόμα άλμπουμ.
    Έτσι , με τον τρόπο αυτό, γράφτηκαν οι τίτλοι τέλους της πρώτης, σημαντικότερης και αποδοτικότερης φάσης τους. O απολογισμός είναι τέσσερα άλμπουμ, το ένα καλύτερο από το άλλο και ένας κιθαρίστας αποκάλυψη, καθώς, κακά τα ψέματα, καλός τραγουδιστής ο Don Dokken αλλά δεν είναι μια φωνή που αντίστοιχή της δεν υπήρχε στο χώρο. Αντιθέτως, ο George Lynch προέκυψε χαρισματικότατος κιθαρίστας με εντυπωσιακή βελτίωση από το “Breaking The Silence” του 1981 μέχρι το “Back for the Attack“ του 1987 και είναι, πρωταρχικά, το παίξιμο και οι συνθετικές του ικανότητες που οδήγησαν το όχημα των Dokken στην κορυφή.
    Δυστυχώς όμως, οι περίεργες προσωπικότητες και τα υπερφίαλα εγώ και των δυο, ανέκοψαν την εντυπωσιακή πορεία της μπάντας και ουσιαστικά τους γκρέμισαν απότομα από την κορυφή της επιτυχίας, στην οποία τόσο κόπο και προσπάθεια κατέβαλαν για να ανέβουν. Λίγα χρόνια μετά τη διάλυση, το σχήμα θα ξαναβρισκόταν , αλλά πλέον οι μουσικοί καιροί είχαν αλλάξει και μόνο οι δάφνες του παρελθόντος θα τους κρατούσαν, όσο γινόταν, στην επιφάνεια.


ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ


    Το Νοέμβριο του 1988, κυκλοφόρησε το Live άλμπουμ “Beast from the East”, το οποίο ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 1988 στην Ιαπωνία , στο πλαίσιο της περιοδείας τους για το “Back for the Αttack” και περιείχε και ένα νέο κομμάτι, το πολύ καλό, μπαλαντοειδές, “Walk Away” (Το “Beast…” παρουσιάστηκε στην ενότητα των Live άλμπουμ του site μερικούς μήνες πριν, διάβασε εδώ).
    Μετά τη διάλυση, τον Οκτώβριο του 1990, ο Don Dokken κυκλοφόρησε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ “Up from the Ashes”, το οποίο έχει παρουσιαστεί σε αυτή τη “στήλη” από τον Σπύρο Γιαννακόπουλο (διάβασε εδώ). Το δεύτερο προσωπικό του άλμπουμ θα ακολουθούσε χρόνια αργότερα, το 2008, με τον τίτλο “Solitary”.
    Επίσης τον Οκτώβριο του 1990, ο George Lynch, έχοντας μαζί του και τον ντράμερ Mick Brown, κυκλοφόρησε το πρώτο άλμπουμ του προσωπικού του σχήματος, Lynch Mob, “Wicked Sensation”με τους οποίους έχει κυκλοφορήσει 10 στούντιο δουλειές με τελευταία το “The Brotherhood” του 2017, ενώ έχει κυκλοφορήσει και πάνω από 10 σόλο άλμπουμ.
    To 1994, μετά από προσπάθειες του A&R της Columbia, John Kalodner, επανασυνδέθηκαν με την κλασική τους σύνθεση και κυκλοφόρησαν το “Dysfunctional” (όνομα και πράγμα για τις σχέσεις τους!) και παρότι πούλησε πάνω από 500.000 κόπιες και έγινε χρυσό, ήταν ένα μέτριο άλμπουμ, προσανατολισμένο προς τον grunge/alternative ήχο της εποχής. Φυσικά οι παλιές έχθρες ξαναζωντάνεψαν και με το ζόρι η σύνθεση έμεινε μαζί, ίσα για να κυκλοφορήσουν άλλο ένα άλμπουμ το 1997, το “Shadowlife”, πάλι στο alternative στυλ του προηγούμενου. Αυτή ήταν και το τελευταίο – μέχρι στιγμής – άλμπουμ τους με τον Lynch στις κιθάρες.
    Το 1999 κυκλοφορούν το “Erase the Slate” με τον Reb Beach (Winger, Whitesnake κ.α.) στις κιθάρες, το 2002 το “Long way home” , μόνο με τον Brown από την κλασική σύνθεση και τον John Norum (Europe) στις κιθάρες, το 2004 το ένατο άλμπουμ τους “Hell to Pay” με κιθαρίστα τον John Levin , ενώ το 2007 εντάχθηκαν στην γνωστή ιταλική εταιρεία “Frontiers” (η οποία έχει μαζέψει πλειάδα πάλαι ποτέ γνωστών συγκροτημάτων και καλλιτεχνών του ευρύτερου μελωδικού hard rock ήχου) και έχουν κυκλοφορήσει από αυτή το “Lightning Strikes Again” το 2008 και τελευταίο – στούντιο – το “Broken Bones” το 2012.
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Οι Dokken έχουν εμφανιστεί εννέα (9) φορές στην Ελλάδα. 23 και 24/4/2005 σε Χανιά και Θεσσαλονίκη, 6,7 και 8/5/2007 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (οι δυο τελευταίες), 14/10/2007 στη Θεσσαλονίκη, 11/7/2009 σε καλοκαιρινό φεστιβάλ στα Χανιά και 6 και 7/6/2015 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα.




ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ
26/2/20
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *