GRAND FUNK RAILROAD – BOSNIA (1997). H MΕΓΑΛΗ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ!

(Nο Mark, No Grand Funk…)
Ελάτε μαζί μου στο σήμερα, για να ταξιδέψουμε στο παρελθόν, σε στιγμές που μετατράπηκαν σε σκόνη χάνοντας για λίγο την αίσθηση του χρόνου προσπαθώντας να ξαναβάλουμε αυτούς τους κόκκους άμμου στην σειρά, έχοντας ως όχημα την μουσική χρονομηχανή των Grand Funk Railroad ή πιο απλά εν συντομία Grand Funk, όπως πολλοί προτιμούν κοφτά να τους αποκαλούν και να προσγειωθούμε  με ομαλότητα στο όσο πιο κοντινό παρελθόν γίνεται και το 1996, χρονιά της μεγάλης επανένωσης των Grand Funk Railroad. Για να μιλήσουμε για το τρίτο κατά σειρά αλλά σημαντικότερο και αγαπημένο Live άλμπουμ στην ιστορία τους “Bosnia” (1997) κατά τον γράφοντα πάντα… Προσέξτε όμως. Δεν λέω καλύτερο. Είναι σχετικό αυτό πάντα για τον καθένα από εμάς, αλλά αναφέρομαι σε αυτό ως κάτι σημαντικό και λατρεμένο. Η δική μου επιλογή είναι καθαρά προσωπική και συνδυαστικά περίεργη είμαι σίγουρος για πολλούς φίλους των Grand Funk Railroad.
Για μια μεγάλη μερίδα του κόσμου, το πρώτο τους Live Album (1970) είναι ίσως το καλύτερο απ’ όλα. Αυτό που ηχογραφήθηκε και παίχτηκε με ωμό και πρωτόλειο τρόπο όπως ακριβώς αρμόζει στην φιλοσοφία των Grand Funk δίχως καμία περαιτέρω ανθρώπινη παρέμβαση και δύσκολα θα διαφωνήσω μαζί τους. Τo δεύτερο επίσης κορυφαίο και καλογυαλισμένο για άλλους “Caught In the Act” (1975) βρίσκεται μάλλον στην πρώτη ελαφριά πτωτική (εμπορικά) πορεία παρά την τεράστια δημοφιλία τους, πάραυτα είναι εξαιρετικό και θαυμάσιο, το Bosnia όμως είναι ίσως το σπουδαιότερο, το πιο ιδιαίτερο, διαφορετικό και αγαπημένο και σίγουρα το πιο άγνωστο από όλα, που όμως σηματοδότησε την πλήρη επανένωση της αρχικής μορφής τους και έφερε νέες ελπίδες σε πολύ κόσμο για κάτι περισσότερο. Και με το να λέμε αγαπημένο πολλές φορές εννοούμε ενδόμυχα και το καλύτερο για προσωπικούς λόγους βάση και των εικόνων και συναισθημάτων που κουβαλάμε από μικρή ηλικία όταν μουσικά έργα μας έχουν σημαδέψει στην ζωή μας. Χμμμμ, αυτό πάλι ξανά είναι σχετικό… έτσι δεν είναι;
 

20 ολόκληρα χρόνια λοιπόν, μετά και την πρώτη τους διάλυση ως κουαρτέτου το 1976, η αρχική σύνθεση των Mark, Don and Mel (προηγήθηκε και ένα μικρό Reunion με δυο πολύ αξιόλογους δίσκους δίχως τον Mel Schacher, το 1981 και 1983 με τα “Grand Funk Lives” και “What’s Funk” αντιστοίχως), αποφασίζει να επανενωθεί το 1996 για την αγάπη της μουσικής και μέσα σε τρεις μήνες και 14 συναυλίες, ξεπουλάει εν ριπή οφθαλμού 250.000 εισιτήρια. Η δημοφιλία τους αποδεικνύεται τεράστια μετά από αυτήν την μεγάλη «μουσική αγρανάπαυση» και ο κόσμος σηκώνοντας το μεσαίο δάχτυλο στους θεόκουφους και κομπλεξικούς μουσικούς γραφιάδες της παλιάς εποχής, δείχνει την απαράμιλλη αγάπη τους προς τα πρόσωπα του μεγαλύτερου μουσικού σχήματος και Power Trio της Αμερικής, ανοίγοντας τις αγκαλιές τους διάπλατα για να τους υποδεχθούν στην νέα εποχή.
Έτσι, μετά και την μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η επανένωση ετοιμάζονται για ένα από τα μεγαλύτερα events της καριέρας τους, το οποίο και πιθανώς να ισοσκελίζεται σε αξία και σημαντικότητα με την sold-out συναυλία του 1971 στο Shea Stadium της Νέας Υόρκης.
Είναι όλα έτοιμα για να παίξουν τρείς συναυλίες τον Μάρτιο του 1997, εκ των οποίων η μία στο περίφημο The Palace of Auburn Hills (πρωην έδρα των Detoit Pistons) του Michigan με την συνοδεία της Συμφωνικής Ορχήστρας του Detroit από όπου ηχογραφήθηκε και το συγκεκριμένο μουσικό ντοκουμέντο. Οι άλλες δύο θα γινόντουσαν στο Beacon Theatre της Νέας Υόρκης και στο Greek Theater του Los Angeles και η κάθε μια θα χρησιμοποιούνταν για να μαζευτούν χρήματα για την ανακούφιση της Βοσνίας από τις επιπτώσεις του εμφυλίου πόλεμου του 1992-1995. Ξεχωριστοί καλεσμένοι σε αυτές τις σπάνιας ομορφιάς συναυλίες, θα είναι ο σπουδαίος Peter Frampton, ο σαξοφωνίστας Alto Reed των Bob Seger and The Silver Bullet Band (Turn The Page κανείς;) και o πολυοργανίστας/τραγουδιστής/συνθέτης και διευθυντής ορχήστρας Paul Shaffer σε επιλεγμένα τραγούδια.
Ο Mark Farner, όταν οι GFR άρχισαν τις πρόβες με την Συμφωνική Ορχήστρα, είχε δηλώσει πως «είμαι τόσο ενθουσιασμένος με όλο αυτό που γίνεται, και πως από τότε που είχαν γράψει το “Closer To Home” το 1970, οραματιζόταν πως κάποια μέρα θα είχαν μια ορχήστρα πίσω τους να παίζουν αυτά τα τραγούδια. Είναι ένα όνειρο που γίνεται πραγματικότητα». Για να συμπληρώσει ο Don Brewer λέγοντας πως «20 χρόνια πριν, θέλαμε να κάνουμε συναυλία με μια ορχήστρα για να παίξουμε τα “Closer To Home” και “Loneliness” και άλλα τέτοια τραγούδια, όπως έκαναν και άλλα ροκ συγκροτήματα».
Οι Grand Funk Railroad αρχικά στο πρώτο μέρος της  συναυλίας θα έκαναν αυτό που ήξεραν να κάνουν πάντα με χαρακτηριστικά εύκολο τρόπο, ένα δυναμικό, γεμάτο νεύρο ατίθασο Rock ‘N’ Roll set και στο δεύτερο μέρος την σκυτάλη θα έπαιρνε η Συμφωνική Ορχήστρα για να προσδώσει νέα διάσταση στις μουσικές συνθέσεις των Railroad και να τις κάνει ξεχωριστές και μοναδικές.
Την μεγάλη βραδιά της συναυλίας, όλοι τους έλεγαν πως o ενθουσιασμός στο Palace Auburn Hill ήταν τόσο αισθητός που κυριολεκτικά θα μπορούσε κανείς σχεδόν να τον αγγίξει και στα παρασκήνια ο Peter Frampton εξιστορούσε διάφορα γεγονότα και άλλες ιστορίες για το πώς άνοιγαν οι Humble Pie τις συναυλίες των Grand Funk Railroad την δεκαετία του ‘70. 

 Οι κραυγές και οι βρυχηθμοί του κόσμου που βρίσκεται εκεί για να τιμήσει και να παρακολουθήσει την συναυλία είναι εκκωφαντικοί και με το που ξεκινούν οι πρώτες νότες της Συμφωνικής Ορχήστρας για να δώσει το έναυσμα της μεγάλης βραδιάς με το “2001: A Space Odyssey” του Johann Strauss, ο εκστασιασμός είναι διάχυτος και στο τελείωμα του Intro ο οικοδεσπότης με συντομία και πάθος προλογίζει την έναρξη της μεγάλης συναυλίας που θα ακολουθήσει διαλαλώντας: “Here’s the group you’ve been waiting to see… GRAND FUNK RAILROAD!” και τα “Are You Ready” και “Rock ‘n Roll Soul“ δείχνουν τις άγριες διαθέσεις του γκρουπ με το καλησπέρα.
Η ατέρμονη εκρηκτικότητα του “Footstompin’ Music” τσακίζει κόκκαλα και κάθε αμφιβολία οποιουδήποτε πιθανού δύσπιστου θεατή και δίνει χώρο αμέσως στο πάθος και την δυναμική του “Time Machine” μαζί με τον Peter Frampton και τον blues χαρακτήρα του. Το  Medley των “Paranoid - Sin’s A Good Man’s Brother – Mr. Limousine Driver”, συνεχίζει την λαίλαπα από το ξεκίνημα και το μικρό «ξεχείλωμα» του λατρεμένου “Heartbreaker” με το έξτρα γλυκό σόλο του Mark είναι ικανό να σε στείλει στα ουράνια και πριν καλά-καλά καταλάβεις τι γίνεται, ο Brewer ξεκινά το μέτρημα με τις μπαγκέτες του για να έλθει το “Aimless Lady” και να σε κρατήσει μάχιμο στον μασκαρεμένο «τζαζίστικο» φουριόζικο ρυθμό του και το σαξόφωνο του Alto Reed. Το T.N.U.C. από τον πρώτο δίσκο τους “On Time” (1969) που τιμάται ιδιαίτερα εδώ, περιέχει ένα μεγάλο drum solo του Don για να αποδείξει πως ο χαρισματικός Animal από τo Muppet Show ζει και βασιλεύει και τα δέρματα των τυμπάνων βασανίζονται με άπλετη «βία» από τα χεράκια του… Την σκυτάλη παίρνει μια από τις σπουδαιότερες και φρενήρης διασκευές όλων των εποχών και το “Inside Looking Out” των Animals, μεταμορφώνεται και άλλο, παίρνοντας ακόμα μεγαλύτερη διάρκεια βάζοντας φωτιά στον δρόμο για το σφυροκόπημα του “Shinin’ On” και τις 2 μεγαλύτερες επιτυχίες των Funk, “The Loco-Motion” και “We’re An American Band”…

Διάλλειμα και προετοιμασία της Συμφωνικής Ορχήστρας για να ανοίξει το δεύτερο θαυμάσιο set με το “Overture”, ένα τρίλεπτο Medley διαφόρων τραγουδιών της μπάντας, για να ξεκινήσει κανονικά με το βαθιά σπαραξικάρδιο “Mean Mistreater” που συγκινεί και προκαλεί ξανά δάκρυα, αυτή την φορά ίσως περισσότερα μετά το “Heartbreaker” με τα δάχτυλα του Farner στο πιάνο για να παίξει τις πρώτες μελωδίες και συγχορδίες του τραγουδιού και την θελκτική ζεστή φωνάρα του, ενώ την ίδια στιγμή ο ήχος και το μπάσο του Mel Schacher είναι ο τιτάνιος δεσμός και στιβαρότερος ρυθμιστής σε όλη την διάρκεια του κονσέρτου. Το “Some Kind Of Wonderful” σηκώνει το κοινό στα πόδια του πάλι για να χορέψει, φλερτάροντας καθαρά με την διάχυτη εκφραστικότητα του και η ορχήστρα στα “To Get Back In” και “Bad Time” επαναφέρει και μεγεθύνει πλήρως την γλυκύτητα των στούντιο ηχογραφήσεων.
Όμως ήρθε η ώρα για το “I’m Your Captain/Closer To Home για να δικαιολογήσει στο έπακρο αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα και το παθιασμένο ανυπόμονο κοινό τραγουδά μαζί με τους Grand Funk Railroad ένα από τα κλασσικότερα τραγούδια του μεγάλου καταλόγου του συγκροτήματος. Η έκσταση του κοινού είναι μεγάλη και το χιλιοαγαπημένο “Loneliness” θα κλείσει ένδοξα καιδραματικά την  αυλαία με σπουδαίο τρόπο,  στο όποιο προσωπικά συχνά αναφέρομαι ως το ομορφότερο τραγούδι του κόσμου. Τo “Loneliness” είναι ένα παραδοσιακά επίκαιρο τραγούδι και μία υπενθύμιση, μια συνεχής προειδοποίηση για τις σκοτεινές συνθήκες που επικρατούν γενικότερα στον κόσμο και είναι ο λόγος που ενέπνευσαν αυτές τις συναυλίες για να υλοποιηθούν. Όμως η ελαφριά και διακριτική προσθήκη του σαξοφώνου του μουσικού Alto Reed προσέδωσε μια άλλη γλυκύτητα, κλείνοντας συγχρόνως με αισιόδοξο τρόπο αφού και στιχουργικά το μεγάλο αυτό «ανθεμικό» μουσικό έπος, αυτά ακριβώς τα συναισθήματα μεταφέρει και προκαλεί. 
Η αισθαντική φωνή του Mark Farner είναι ακμαία και παραμένει αναλλοίωτη στον χρόνο, η αισθαντική μελαγχολική ερμηνεία και προσέγγιση του είναι θεϊκά βγαλμένη από τα σπλάχνα του και δεν έχει χάσει ούτε στο ελάχιστο κάτι από το εύρος και το συναισθηματικό και συγκινησιακό φορτίο που περιέχει το τραγούδι στην καρδιά του.
Δυστυχώς συνήθως οι συγκρούσεις και οι διαιρέσεις των συγκροτημάτων είναι άσχημες, αλλά ευτυχώς οι επανενώσεις είναι μαγικές. Ο Mark, ο Don και ο Mel έμειναν μαζί μόνο για 3 μικρά χρόνια, αλλά πάντα θα έχουμε αυτό το ζωντανό ντοκουμέντο ως το μεγαλύτερο πακέτο αναμνηστικών μια άλλης εποχής.
Η επανένωση όμως δυστυχώς για άλλη μια φορά έληξε άδοξα και προς μεγάλη απογοήτευση και πικρία του Mark που θεωρούσε τον Don και τον Mel μέχρι τότε φίλους του, ένα βράδυ στο διαμέρισμα που γινόταν γιορτή μετά από συναυλία τους, ο Don Brewer επέλεξε να μαχαιρώσει πισώπλατα τον φίλο του, όπως ακριβώς είχε κάνει ο πάλαι ποτέ φερέγγυος και τυφλά έμπιστος μάνατζερ Terry Knight σε όλους τους πριν πολλά χρόνια. Όλα αυτά εξιστορούνται από τον Mark Farner σε διάφορες συνεντεύξεις που έχει δώσει όλα αυτά τα χρόνια προσπαθώντας με έμφαση, να εξηγήσει τι συνέβη το 1998. Έβαλε τον Mark να υπογράψει και να παραδώσει με μακιαβελικό ανήθικο τρόπο το 1/3 των πνευματικών δικαιωμάτων που είχε στην κατοχή του (ήταν αυτός βλέπετε που έγραφε το σύνολο των τραγουδιών των GFR)  και να αποποιηθεί τον όποιων εσόδων από το trademark των Grand Funk, βάζοντας τον να υπογράψει χαρτιά με την δικαιολογία πως πρόκειται για μια απλή εταιρική συνδιαλλαγή του ονόματος τους. Ο Mark τον πίστεψε και τον εμπιστεύτηκε εκείνο το βράδυ όπως έκανε πάντοτε και φυσικά υπέγραψε δίχως δισταγμό. Τα συμπεράσματα δικά σας...
No Mark, No Grand Funk ξανά…

TRIVIA
 Έκτοτε, ο Don Brewer και ο Mel Schacher, δίχως ίχνος ντροπής, οργώνουν την Αμερική κάθε τόσο με τον Bruce Kulick των Kiss και τον Max Carl των 38 Special, έναν καλό μουσικό, που μοιάζει όμως υπερβολικά στον Mark Farner τόσο σε φωνή και σε στυλ, ακόμα και το πρόσωπο του και η κοτσίδα του είναι παρόμοια, αλλά φυσικά δίχως την πηγαία βαθειά γνώση του ονόματος και την γνήσια μουσικότητα και το γιγάντιο ταλέντο του Mark…
ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
8/12/19

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

2 σχόλια:

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *