BLOOD SWEAT & TEARS: "ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ"


Η ιστορία των Blood, Sweat & Tears (επίσης γνωστοί με τα αρχικά BS&T) ξεκίνησε στα τέλη Ιουλίου 1967 στο κλαμπ Cafe Au Go Go της Νέας Υόρκης. Ο Al Kooper, πρώην οργανίστας του Bob Dylan και των Blues Project, είχε αποφασίσει να μετακομίσει στο Λονδίνο για να ξεκινήσει εκεί σόλο καριέρα. Για
την ανεύρεση χρημάτων έκλεισε 3 ημέρες στο προαναφερθέν κλαμπ, με δύο εμφανίσεις ανά ημέρα. Για τον συγκεκριμένο σκοπό κάλεσε τον κιθαρίστα Steve Katz, συνοδοιπόρο του στους Blues Project, τον
ντράμερ Bobby Colomby (Odetta, Eric Andersen, Children Of Paradise) και τον μπασίστα Jimmy Fielder (Tim Buckley, Buffalo Springfield, Mothers Of Invention). Μαζί προβάρισαν επί πενθήμερον επάνω σε νέες συνθέσεις του Kooper και υλικό από τους Blues Project.
Στο πρόγραμμα των τριών ημερών είχαν ανακοινωθεί επίσης και οι Judy Collins, Eric Andersen και Paul Simon. Οι αναμνήσεις των Kooper και Katz από εκείνην την βραδιά είναι εντελώς διαφορετικές. Το σίγουρο είναι ότι λόγω υπερβολικών δαπανών που προσέθεσε ο ιδιοκτήτης του κλαμπ, το ποσό που επιθυμούσε ο Kooper δεν κατέστη εφικτό να συγκεντρωθεί και συνεπώς άφησε στην άκρη την μετακόμιση στο Λονδίνο και επικεντρώθηκε με τους υπόλοιπους μουσικούς στην δημιουργία μπάντας, μιας και ενθουσιάστηκαν από τα πεπραγμένα τους επί σκηνής.
Η προσθήκη πνευστών ήταν το ζητούμενο για τον Kooper. Σε ηλικία δεκαέξι ετών είχε παρακολουθήσει για πρώτη φορά την μεγάλη μπάντα του σπουδαίου τζαζ μουσικού Maynard Ferguson κι εντυπωσιασμένος από την δυναμική παρουσία τους επί σκηνής, ονειρεύτηκε μία αντίστοιχη, με εκείνον αρχηγό, στο μέλλον, που θα “πάντρευε” τζαζ και ροκ. Το 1967 συνέθεσε μερικά τραγούδια (My Days Are Numbered, I Can'nt quit Her, I Love You More Than You'll Ever Know, House in the Country”, “Somethin’ Goin’ on”) τα οποία έχρηζαν ενσωμάτωσης πνευστών. Μη βρίσκοντας ανταπόκριση από τον Danny Kalb, κιθαρίστα/αρχηγό των Blues Project, της μπάντας στην οποία ήταν μέλος, αποχώρησε. Ο Colomby επιφορτίστηκε με την ανεύρεση των μουσικών για τα πνευστά όργανα. Πρώτη προσθήκη ο σαξοφωνίστας Fred Lipsius, με τον οποίο έπαιξαν ως πενταμελές σχήμα για μερικές εμφανίσεις. Με την ενσωμάτωση των Dick Halligan (τρομπόνι), Randy Brecker και Jerry Weiss (αμφότεροι σε τρομπέτα και φλικόρνο) ολοκληρώθηκε η αυθεντική σύνθεση.
ΠΩΣ ΠΗΡΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ
Το όνομα της μπάντας δεν προήλθε από την φράση του Ουίνστον Τσώρτσιλ:"I have nothing to offer
but blood, toil, tears and sweat", ούτε από το εξώφυλλο του δίσκου “Blood, Sweat &Tears” του Johnny Cash (1963), το οποίο έτυχε να βρίσκεται στο οπτικό πεδίο του Kooper κατά την διάρκεια τηλεφωνικής του συνομιλίας με διοργανωτή συναυλιών, κατά μίαν άλλην εκδοχή.
Η έμπνευση για το όνομα προήλθε μετά από ολονύχτιο τζαμάρισμα του Kooper στο Cafe Au Go Go με τους Jimi Hendrix και B.B. King (αγνοούνται τα ονόματα του ντράμερ και του μπασίστα). Όπως περιγράφει ο ίδιος στο βιβλίο του “Backstage Passes & Backstabbing Bastards: Memoirs of a Rock N' Roll Survivor (2008)” : “Αφού σταματήσαμε να παίζουμε, προς το ξημέρωμα, όταν άναψαν τα φώτα του κλαμπ, κάποιος παρατήρησε αίμα απάνω στα πλήκτρα που έπαιζα. Είχα κόψει το χέρι μου παίζοντας, αλλά ευρισκόμενος σε κατάσταση ευδαιμονίας από τον ήχο των μουσικών δεν είχα αισθανθεί τίποτα.”
Υπέγραψαν στην Columbia, με την οποία ο Kooper είχε συνεργασία. Σε διάστημα δύο εβδομάδων, με παραγωγό τον John Simon, ηχογραφήθηκε το ντεμπούτο τους ”Child Is Father to the Man”
(κυκλοφόρησε Φεβρουάριο 1968). Έλαβε θετικές κριτικές, απέφερε υποψηφιότητα για Grammy και
τελικώς σκαρφάλωσε στην θέση Νο.47, χωρίς να βγάλει κάποιο single. Χαρακτηριστικό είναι το
εξώφυλλο του δίσκου, όπου τα μέλη της μπάντας, σε καθιστή ή όρθια θέση, κρατούν ομοίωμά τους σε μικρότερο μέγεθος.
Το εξώφυλλο του πρώτου άλμπουμ τους

Πολλά χρόνια αργότερα συμπεριελήφθη στην λίστα με “Τα 500 Καλύτερα Άλμπουμ Όλων των Εποχών”του περιοδικού Rolling Stone. Επίσης, σύμφωνα με τον οργανίστα των Small Faces, Ian McLagan, ο συγκεκριμένος δίσκος ήταν το δώρο που εκόμισε ο Mick Jagger, από την αμερικάνικη περιοδεία των Stones το 1968, στο συγκρότημα του Steve Marriott.
Η αυθεντική σύνθεση παρέμεινε μαζί για μικρό διάστημα. Τον Απρίλιο αποχώρησε πρώτος ο Al Kooper
και στην συνέχεια οι Randy Brecker και Jerry Weiss. Ήταν η απαρχή των πολλών αλλαγών στην σύνθεση της μπάντας, οι οποίες συνεχίστηκαν καθ’ όλην την διάρκεια της διαδρομής τους, με πλέον των 175 μουσικών να έχουν περάσει από τις τάξεις τους .
Η φυγή του πρώτου λόγω δημιουργικών διαφορών, είχε να κάνει με την επιθυμία των Katz και Colomby να αναλάβουν ενεργότερο ρόλο. Ενώ ο Kooper είχε την απόλυτη ελευθερία να πράξει ό,τι μπορούσε στον πρώτο δίσκο για το καλό της μπάντας, οι άλλοι δύο πίεζαν για την πρόσληψη ενός ικανότερου τραγουδιστή, υποδεικνύοντας στον Al να αφήσει το μικρόφωνο και να αφοσιωθεί στην σύνθεση και τα  πλήκτρα.

Ο Kooper βρήκε δουλειά ως παραγωγός στην Coloumbia και η μπάντα κατέληξε στον Καναδό
David Clayton-Thomas για την θέση του τραγουδιστή, μετά από προτροπή της folk καλλιτέχνιδος Judy Collins
στους Katz και Colomby. Πριν τον Thomas, ο Stephen Stills(σ.σ. μετέπειτα στους Crosby Stills Nash and Young),απέρριψε την πρότασηγια συνεργασία, ενώ και η περίπτωση της Laura Nyro δεν προχώρησε, αν και το αποτέλεσμα των δοκιμών ήταν εξαιρετικό, διότι λόγω της ισχυρής προσωπικότητός της οι υπόλοιποι θα θεωρούνταν
περισσότερο ως συνοδευτική της μπάντα. Με την μετακίνηση του Dick Halligan στο όργανο, η εννεαμελής πλέον μπάντα ξεκίνησε την διαδρομή της προς την επιτυχία εμφανιζόμενη για πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1968, ενώ ο δίσκος με τον Kooper μπήκε στα 40 πρώτα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο ομότιτλος δίσκος “ Blood, Sweat &Tears” (Δεκ. 1968), σε παραγωγή James Guercio (είχε δουλέψει με Chicago και Buckinghams αργότερα με τους Beach Boys) έφθασε στην κορυφή και βραβεύθηκε με  βραβείο Grammy (Νο. 15 στο Ηνωμένο Βασίλειο την άνοιξη του 1969). Ιδιαιτέρως επιτυχημένα και τα τρία singles (Made Me So Very Happy, Spinning Wheel και When I Die) όπου όλα σκαρφάλωσαν

έως την θέση Νο. 2. Ο δίσκος παρέμεινε συνολικά επί δύο έτη στους πίνακες επιτυχιών.
Ο ήχος της νέας σύνθεσης ήταν λιγότερο ψυχεδελικός και με περισσότερες soul και pop πινελιές.
Η πλειονότητα των τραγουδιών προήλθε από συνθέτες έξω από την μπάντα ενώ στα ονόματα των
συντελεστών υπάρχει και εκείνο του Kooper, ο οποίος προετοίμαζε τραγούδια για τον δεύτερο δίσκο
τους την εποχή που αποχώρησε.
ΟΙ BLOOD SWEAT & TEARS ΣΤΟ WOODSTOCK
Οι Blood, Sweat & Tears έγιναν περιζήτητοι πια για συναυλίες, φεστιβάλ και τηλεοπτικές εμφανίσεις εξαργύρωσαν την δημοτικότητά τους ως ένα από τα πρώτα ονόματα στο Woodstock. Εμφανίστηκαν την τρίτη ημέρα αλλά τελικώς πληρώθηκαν τα μισά από τα συμφωνημένα 15.000$, γεγονός που εξόργισε τον μάνατζέρ τους, μιας και είχαν “κλειστεί” ως headliners. Με την σειρά του, δεν έδωσε την άδειά του ώστε να κινηματογραφηθούν από τους παραγωγούς για το ντοκιμαντέρ του φεστιβάλ. Ωστόσο οικινηματογραφιστές αποθανάτισαν την μπάντα στο πρώτο τραγούδι που έπαιξαν ( “More and More”) πριν τους ζητηθεί να αποχωρήσουν άμεσα από την σκηνή. Επειδή η εικόνα είναι πολύ κακή, σας παραθέτουμε μόνο το ακουστικό που είναι πολύ καλύτερο.
 Διασκευές κατά κύριο λόγο περιελήφθησαν και στον επόμενο δίσκο που κυκλοφοόρησε τον Ιούλιο του 1970 με τίτλο Blood, Sweat and Tears και μάλιστα σχεδίαζαν να συμεπριλάβουν περισσότερες, όπως τα All Along The Watchtower(Bob Dylan), Martha My Dear (Beatles), Can’t Be So (Moby Grape) και I’ll Be Home (Randy Newman) αλλά αποφάσισε αρνητικά την τελευταία στιγμή.
Ο δίσκος “3” έφθασε επίσης στην κορυφή (Νο. 14 στο Ηνωμένο Βασίλειο), ενώ διόλου άσχημα τα
πήγαν και στους μικρούς δίσκους. Η διασκευή τους στο Hi-De-Ho της Carole King ανέβηκε στο Νο.14 και το Lucretia MacEvil του David Clayton-Thomas στο Νο.29. Από τα καλύτερα τραγούδια του δίσκου είναι η σύνθεση των Katz και Halligan  "The Battle" με τον κιθαρίστα Steve Katz να το τραγουδάει.
Λίγες εβδομάδες πριν την κυκλοφορία του “3”, σε αντάλλαγμα για να δοθεί πράσινη κάρτα στον
τραγουδιστή τους, οι BS&T, εστάλησαν στην Ανατολική Ευρώπη (Σιδηρούν Παραπέτασμα) για σειρά συναυλιών σε Γιουγκοσλαβία, Ρουμανία και Πολωνία υπό την αιγίδα του υπουργείου Εξωτερικών. Ήταν η πρώτο ροκ μπάντα που έπαιξε εκεί σε μια  περιοδεία με αρκετά ευτράπελα και παράδοξα. Με μουσική και ενορχήστρωση του οργανίστα Dick Halligan, η μπάντα επενδύει την ρομαντική κωμωδία “The Owl and the Pussycat” με πρωταγωνιστές την Barbra Streisand και τον George Segal. Το σάουντρακ έφθασε έως το Νο.186.


Ο δίσκος “4” κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1971 (Νο.10). ήταν ο πρώτος μετά το ντεμπούτο με τον Al Kooper, που περιελάμβανε αυθεντικές συνθέσεις στην πλειονότητά του. O Kooper υπογράφει μία από τις συνθέσεις στην οποία έκανε και την ενορχήστρωση. Στο τέλος του έτους αποχώρησαν οι David Clayton-Thomas (ακολούθησε σόλο καριέρα) και Fred Lipsius. Στην θέση του πρώτου προσελήφθη ο τυφλός τραγουδιστής/πιανίστας Bobby Doyle, ο οποίος δεν “κόλλησε” και γρήγορα αντικατεστάθη από τον Jerry Fisher. Συμμετείχε όμως ως πιανίστας σε
κάποια από τα τραγούδια του επόμενου δίσκου “New Blood” (No.32) που αποτελείτο από διασκευές
κυρίως. Από τις καλύτερες στιγμές του, το single ”So long Dixie” (No.44) Ο νέος τραγουδιστής
εξέφρασε την επιθυμία να μην ερμηνεύει τραγούδια από τους προηγούμενους δίσκους αλλά μόνον τα
καινούργια. Άλλη μία σημαντική απώλεια για την μπάντα ήταν η αποχώρηση του οργανίστα Dick Halligan, με τον κιθαρίστα Steve Katz να ακολουθεί τον Ιανουάριο του 1973, αντιδρώντας με τον προσανατολισμό που είχαν ακολουθήσει (jazz fusion).
O ντράμερ Bobby Colomby ήταν το μόνο αυθεντικό μέλος στα μέσα της δεκαετίας. Προσέγγισε τον
David Clayton-Thomas και πέτυχε την επανένταξή του στο συγκρότημα, πράγμα όχι δύσκολο, αφού η προσωπική του καριέρα δεν ήτο ιδιαιτέρως επιτυχημένη. O δίσκος “New City” (No. 47) έλαβε
ενθαρρυντικές κριτικές και σαφώς ήταν πολύ καλύτερος από τους προηγούμενους, όμως οι
απογοητευτικές πωλήσεις του επόμενου ”More than Ever” (1976) οδήγησαν στο διαζύγιο με την
Columbia.Σε νέα δισκογραφική εταιρεία (ABC) κυκλοφόρησαν την επόμενη δουλειά τους “”Brand New Day” που έλαβε καλές κριτικές αλλά χωρίς τις ανάλογες πωλήσεις. Ο Bobby Colomby είχε αντικατασταθεί και σιγά σιγά η ανάμιξή του με την μπάντα περιοριζόταν διατηρούσε όμως -μέχρι και σήμερα -τα αποκλειστικά διακαιώματα για το όνομα των Blood, Sweat & Tears.

Βρισκόμενοι σε ευρωπαϊκή περιοδεία το 1978, ο σαξοφωνίστας Gregory Herbert πέθανε από
υπερβολική δόση. Το γεγονός επηρέασε τα μέλη κι όταν επέστρεψαν, διαλύθηκαν.
Ο David Clayton-Thomas επανέκαμψε στα τέλη του ’79 με την νέα του μπάντα Canada που σύντομα άλλαξε σε Blood, Sweat & Tears, μετά από πίεση του μάνατζερ, λόγω της δυναμικής που είχε ακόμη το όνομα και της ζήτησης για εμφανίσεις.
Κυκλοφόρησε ένας ακόμη στούντιο δίσκος με τίτλο “Nuclear Blues” (1980) και σποραδικές εμφανίσεις. Μετά από παύση τριών ετών ο τραγουδιστής δραστηριοποιήθηκε εκ νέου με νέα μπάντα και μάνατζερ. Τούτη την φορά ο Colomby αποφάσισε να “δανείσει” το όνομα ώστε να αποκομίσουν αμφότεροι οφέλη καθώς οι διοργανωτές συναυλιών έκλειναν την μπάντα του Clayton-Thomas για 2.500$ (ποσό που έπρεπε να μοιραστεί σε εννέα μέρη μετά τις κρατήσεις) αλλά στην συνέχεια ανακοίνωναν τους BS&T στις αφίσες. Με την χρήση του ονόματος, το ποσό για συναυλίες ανέβαινε στα 20.00$ για κάθε εμφάνιση.
Κάπως έτσι ο Clayton-Thomas ήταν σε θέση να προσλάβει και να κρατήσει μαζί του τους καλύτερους μουσικούς αλλά ούτε κουβέντα για ηχογράφηση νέου δίσκου μιας και ο Colomby το είχε απαγορεύσει ρητώς. Ο τραγουδιστής κυκλοφορούσε δίσκους με το δικό του όνομα.
Το 2004 αποφάσισε πως έφθασε το πλήρωμα του χρόνου να σταματήσει από την μπάντα.
Έκτοτε και έως σήμερα ο Colomby (ιδρυτικό μέλος) εξακολουθεί να επιλέγει μουσικούς για κάθε
περιοδεία και να επιβλέπει την μουσική κατεύθυνση. Η θεωρία του εξακολουθεί να παραμένει η ίδια:
“Εξαιρετικοί Μουσικοί Δημιουργούν Εξαιρετική Μουσική”.
TRIVIA:
Μόνον φήμες ανυπόστατες οι ιστορίες ότι Stevie Wonder και Neil Young απέρριψαν την
πρόταση των Blood, Sweat &Tears για ενσωμάτωσή τους καθώς και ότι ο τραγουδιστής Alex
Chilton των Box Tops έκανε ακρόαση για την μετά Al Kooper σύνθεση.
Μέλος της μπάντας, για διάστημα τριών μηνών μόνον, υπήρξε ο μπασίστας Jaco Pastorius,
ανακάλυψη του ντράμερ Bobby Colomby.
O σπουδαίος σαξοφωνίστας και ενορχηστρωτής Fred Lipsius συμμετέχει στον δίσκοο “Global
Vision” (2011) του Γιώργου Τρανταλίδη.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
Child Is Father to the Man (1968)
Blood Sweat & Tears (1968)
Blood Sweat & Tears 3 (1970)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΑΚΟΣ
28/10/19

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *