EUROPE: HARD ROCK ΜΕΛΩΔΙΕΣ, ΔΟΞΑ, ΚΟΡΙΤΣΙΑ, ΧΡΥΣΟΙ ΔΙΣΚΟΙ ΚΑΙ ...ΤΟΝΟΙ ΛΑΚ

Η ιδέα γεννήθηκε μια Παρασκευή βράδυ στο Le Roi Χαλανδρίου όπου έπαιζα μουσική. Μπροστά μου ο Σπύρος κι ο Κώστας, ψάχνοντας άλμπουμ να παρουσιάσουμε στη στήλη A.O.R./Melodic. «Prisoners in Paradise» προτείνει ο Σπύρος και αμέσως ο Κώστας προσθέτει: «Και θα αφήσουμε έξω το αγαπημένο μου που είναι το Wings of Tomorrow;». «Όμως είναι δυνατόν να αναφερόμαστε στους Europe και να μη γράψουμε για το Final Countdown» προσθέτω εγώ κι αποφασίζουμε να γράψουμε για όλα και για το πρώτο άλμπουμ τους. Κάπως έτσι προέκυψε το σημερινό αφιέρωμα με 4 άλμπουμ στους Europe από τη συγκεκριμένη στήλη και θα σας προτείνουμε να κάνετε ένα κλικ πάνω στον τίτλο της στήλης για να διαβάσετε όλες τις προηγούμενες αναρτήσεις.

Σουηδία, δεκαετία του ’70.
Η χώρα που γνωρίζουμε σήμερα δεν ήταν πάντα έτσι. Η καθημερινότητα ήταν πιο δύσκολη, και η πολιτική κατάσταση λίγο πιο περιπλεγμένη. Μία πρωτοφανής οικονομική ανάπτυξη κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες είχε αφήσει τους Σουηδούς με την εντύπωση ότι είχαν την καλύτερη κυβέρνηση, η οποία είχε δημιουργήσει για αυτούς μία πραγματικά καλύτερη κοινωνία. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 η Σουηδία ήταν ακόμα σε ανοδική πορεία, έχοντας προβάδισμα έναντι της υπόλοιπης Ευρώπης. Αλλά αυτή η κατάσταση δεν θα κρατούσε για πολύ.
Η οικονομία βούλιαξε στην εκκίνηση της νέας δεκαετίας, και οι περισσότεροι Σουηδοί γνώρισαν το μίζερο πρόσωπο της κρίσης για πρώτη φορά. Η ζήτηση για σουηδικά προϊόντα μειώθηκε δραματικά, και η παγκόσμια πετρελαϊκή κρίση χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την κατάσταση σε μια χώρα που ήταν από τους βασικότερους καταναλωτές πετρελαίου. Με τις εισαγωγές να υπερισχύουν κατά πολύ των εξαγωγών, ήρθε και η πολιτική διανομής καυσίμων και καφέ (πιθανότατα με κάποια κουπόνια), νέες φορολογικές επιβαρύνσεις (μέχρι και σήμερα η Σουηδοί είναι από τους βαρύτερα φορολογημένους πολίτες στον κόσμο), και κλείσιμο βιομηχανιών που δεν μπορούσαν πλέον να επιβιώσουν, όπως κλωστοϋφαντουργεία και ναυπηγεία. Κατ’ επέκταση αυξήθηκε η ανεργία, κυρίως μεταξύ των νέων, οι οποίοι άρχισαν να εντάσσονται σε διάφορες ομάδες χουλιγκανικής ή πολιτικής χροιάς.
H εφηβεία θα ήταν κάτι το απίστευτα βαρετό. Οι νεαροί Σουηδοί αναμένονταν να έχουν μια δουλειά για το χαρτζιλίκι τους, προκειμένου να μάθουν την αξία της δουλειάς και του να βγάζεις τα δικά σου χρήματα. Η επιλογή για διασκέδαση έξω ήταν πολύ περιορισμένη, και πολλά κλαμπ είχαν κατώτατο όριο ηλικίας τα 20 έτη (κάποια μάλιστα είχαν τα 25). Η σουηδική κοινωνία έδινε μεγαλύτερο βάρος στις αθλητικές δραστηριότητες, όπως το χόκεϋ και το ποδόσφαιρο, παρά στις μουσικές και καλλιτεχνικές ανησυχίες των εφήβων. Η αθλητικές τους επιδόσεις θα ήταν κατά κάποιο τρόπο ένα βασικό κριτήριο που θα διαχώριζε τους ταλαντούχους από τους όχι και τόσο ελπιδοφόρους.
Τα κέντρα των πόλεων έγιναν άψυχα και βαρετά, ενώ τα σουηδικά προάστια ήταν γεμάτα εφήβους που είχαν το λεγόμενο «Fritidsproblem». Σε ελεύθερη μετάφραση αυτό σημαίνει «πρόβλημα με τον ελεύθερο χρόνο». Συναντιόντουσαν γύρω από ένα τοπικό σημείο συγκέντρωσης, συνήθως ένα περίπτερο που πωλούσε εφημερίδες, καραμέλες, καπνό και μερικές φορές hot dogs. Και περίμεναν να συμβεί κάτι συναρπαστικό, όπως ένα αυτοσχέδιο πάρτυ, το οποίο, όμως δεν γινόταν ποτέ. Αναφορικά με την εγκληματικότητα, στην προσπάθεια να εκτονώσουν την καταπιεσμένη ενέργεια τους, πολλοί από αυτούς τους νεαρούς διέρρηταν μικρομάγαζα, κυρίως για μπύρα, την οποία κατανάλωναν πλάι σε μια φωτιά, σε κάποιο απομονωμένο σημείο, μια λίμνη για παράδειγμα. Σε μία δεύτερη φάση, το διαλυτικό της μπογιάς ως εθιστική ουσία είχε την τιμητική του, σε κάποιο υπόγειο, μακριά από όλους και από όλα. Αυτό που θα ακολουθούσε για κάποιους από αυτούς θα ήταν η κανονική χρήση σκληρών ναρκωτικών. You know it ain’t easy running out of thrills. Για κάποιους, το να μεγαλώνεις στην Σουηδία εκείνη την εποχή σήμαινε ατέλειωτη παρακμή, απελπισία και φόβος. Φόβος ότι τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει προς το καλύτερο.

Μουσικά ο κυρίαρχος παίχτης ήταν –ποιοι άλλοι- οι ABBA, οι οποίοι με βάση την Σουηδία είχαν κατακτήσει τα pop charts στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Εξίσου πολύτιμοι με την σουηδική αυτοκινητοβιομηχανία, από την άποψη των εξαγωγών. Δύο κρατικά κανάλια στην τηλεόραση υπήρχαν όλα κι όλα, με περιεχόμενο αρκετά ελεγχόμενο, σε σύγκριση με τις προηγούμενες δεκαετίες. Υπήρχαν ξένοι καλλιτέχνες που έκαναν μεγάλη επιτυχία στην Σουηδία, λίγο πολύ αυτοί που έκαναν επιτυχία παντού. Τα μεγαθήρια του βρετανικού rock είχαν την τιμητική τους, με προεξέχοντες την αγία τριάδα των Purple-Zeppelin-Sabbath, αλλά και πολλούς άλλους. Οι περισσότερες διεθνείς ροκ μπάντες περιλάμβαναν την Στοκχόλμη στις παγκόσμιες περιοδείες τους. Το κοινό ήταν πάντα μεγάλο και ενθουσιώδες. Για τα ίδια αυτά τα συγκροτήματα, η Σουηδία ήταν σημαντική περιοχή για την ευρωπαϊκή ή σκανδιναβική τους περιοδεία.  Παρόλο που το εκπαιδευτικό σύστημα είχε ρίξει το βάρος στον αθλητισμό, υπήρχαν δημοτικά μουσικά σχολεία, τα οποία αν και όχι υποχρεωτικής φοίτησης, ήταν αρκετά δημοφιλή. Και οι ABBA, με το παράδειγμα τους, έδωσαν στους νεαρούς Σουηδούς μουσικούς την πεποίθηση ότι, παρόλο που η Σουηδία ήταν μια μικρή χώρα, μπορούσαν ακόμα και αυτοί να έχουν μεγάλο αντίκτυπο στη διεθνή μουσική σκηνή. Στον χώρο του hard rock, αλλά και σε άλλα είδη, αυτός ο αντίκτυπος θα φαινόταν ξεκάθαρα τις επόμενες δεκαετίες. Πιθανόν η περιρρέουσα θέση της σουηδικής κοινωνίας ήταν ότι η επιτυχία μέσω της μουσικής είναι απλά χάσιμο χρόνου. Περιορισμένη αγορά και ελάχιστος χώρος έκφρασης για τους νέους που ασχολιόντουσαν με το rock γενικότερα.
 Ας μεταφερθούμε νοητά στον επίμαχο χωροχρόνο. Δεκαετία του 1970, Upplands Väsby, προάστιο της πρωτεύουσας Στοκχόλμης και όπως αποδείχτηκε γόνιμο έδαφος για σημαντικές φυσιογνωμίες του ευρωπαϊκού hard rock και metal. Ο κατά κόσμο Yngwie Malmsteen (Lars Johan Yngve Lannerbäck) μεγάλωσε εκεί, καθώς και ο Leif Edling των Candlemass, μελλοντικοί πρωτοπόροι και καινοτόμοι στα είδη τους. Αλλά ήταν ένα άλλο παιδί που έμενε στην ίδια περιοχή, το οποίο έκανε την μεγαλύτερη επιτυχία από όλους. Ο Rolf Magnus Joakim Larsson. Ή, αν προτιμάτε το γνωστότερο καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, Joey Tempest.
Ένα παιδί που ασχολήθηκε με όλα αυτά που προορίζονταν να κάνει στην ηλικία του (ποδόσφαιρο, χόκεϋ και αγώνες ταχύτητες cart στους οποίους διακρίθηκε σε εθνικό επίπεδο), κατέληξε να αναπτύξει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την μουσική, την οποία εξερευνούσε με ευχαρίστηση και επιτυχία, όντας μαθητής, παρά τις μέτριες επιδόσεις του στα υπόλοιπα μαθήματα. Είχε ήδη μάθει να παίζει πιάνο, κιθάρα και μπάσο. Όντας ορεξάτος και ανήσυχος, πήρε μέρος σε διάφορα συγκροτήματα της περιοχής του κατά τα εφηβικά του χρόνια, και κοντά στο μουσικό κομμάτι, άρχισε να αναπτύσσει και τις δεξιότητες του στα φωνητικά. Επηρεασμένος, κυρίως, από τον Robert που τον είχε σαν πρότυπο, αλλά και τον David Coverdale από τον οποίο δανείστηκε πολλά περισσότερα στοιχεία, κυρίως όσον αφορά την σκηνική του παρουσία. Στα βίντεο των Europe αργότερα, πρακτικά είναι σαν να βλέπεις τον γιο του Coverdale στην ξανθή, σουηδική του version.
Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ JOEY TEMPEST ME TON JOHN NORUM
Μάλιστα, υποστήριζε ότι υπό τις δεδομένες συνθήκες, η συνάντηση με άλλους μουσικούς που είχαν τα ίδια ακούσματα ήταν εύκολη και φυσιολογική. Στο σχολείο γνώρισε και έναν άλλο νεαρό, φιλόδοξο κιθαρίστα με καταγωγή από την Νορβηγία. Τον John Norum.Με τον οποίο καθόντουσαν και σχεδίαζαν πως θα δημιουργήσουν το δικό τους συγκρότημα, κατά την διάρκεια των μαθημάτων.
Ο Norum γεννήθηκε στην μικρή νορβηγική πόλη του Vardø, στον Αρκτικό Κύκλο και περίπου 60 χλμ από τα σοβιετικά (τότε) σύνορα. Με το που έγινε ενός έτους, η οικογένεια του μετακόμισε στην Σουηδία, κι αυτή στο Upplands Väsby. Από τα πρώτα ακούσματα του Elvis Presley και του Cliff Richard, σύντομα κόλλησε με πιο δυνατές καταστάσεις, όπως οι Deep Purple (όλα ξεκίνησαν όταν πρωτάκουσε το Strange Kind Of Woman) και οι Kiss. Μετά από τις πρώτες απόπειρες του με συγκροτήματα (οι πρώτοι ήταν οι Dragonfly στα 12 του, όπου έπαιζε και ο Tony Niemistö).
Το 1978 το συγκρότημα των WC (αρκετά αντιεμπορικό και συνάμα κωμικό όνομα) παίζει κυρίως διασκευές σε τραγούδια των Thin Lizzy, των UFO και των Status Quo. Αποτελείται από τους John Norum στην κιθάρα και τα φωνητικά, τον φινλανδικής καταγωγής Tony Niemistö (αργότερα Tony Reno, ο οποίος αποχώρησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα και επανήλθε στη συνέχεια) στα drums και τον Peter Olsson στο μπάσο. Οι δύο πρώτοι έπαιζαν μαζί στους Dragonfly, συγκρότημα που είχε φτιάξει ο Norum to 1976 στην τρυφερή ηλικία των 12. Ως WC τους δόθηκε η ευκαιρία να παίξουν σε μία και μοναδική τηλεοπτική τους εμφάνιση, με τον μοναδικό όρο να αλλάξουν το όνομα τους. Αρνήθηκαν κατηγορηματικά.

Ο Joakim "Jocke" Larsson (όπως ήταν γνωστός στους συμμαθητές του, πριν υιοθετήσει πλήρως το καλλιτεχνικό του όνομα Joey Tempest) ήταν τραγουδιστής και μπασίστας σε ένα άλλο τοπικό συγκρότημα, τους Roxanne, παρακολούθησε μία συναυλία των WC το 1979, και εντυπωσιάστηκε ιδιαίτερα από την κιθαριστική δεξιοτεχνία του Norum. Αφού τους προσέγγισε, σύντομα έγιναν πολύ καλοί φίλοι, και δεν άργησε η στιγμή που, μετά από πρόταση του Norum, και ο ίδιος προσχώρησε στις τάξεις του συγκροτήματος. Με την προσθήκη του Jocke, οι WC έγιναν Force, δανειζόμενοι το όνομα από μία εκ των δύο βασικών επιρροών τους, από το συγκρότημα των UFO και συγκεκριμένα από το μνημειώδες album «Force It» του 1975.
Την επόμενη χρονιά (1980), το συγκρότημα άρχισε να απομακρύνεται από την πρακτική της tribute μπάντας και να επικεντρώνεται στις παρθενικές του απόπειρες να γράψει δικό του, original υλικό. Με αγγλικό στίχο και την σφραγίδα των επιρροών τους εμφατική στην δουλειά τους, οι Force παράγουν ένα demo έξι τραγουδιών, μερικά από τα οποία ήταν τα «Rock On» (το οποίο γνωρίζουμε ως «Farewell» από το πρώτο τους άλμπουμ ως Europe), «Strange», «Midnight Show» και «Black Rose», ενώ περιείχε και δύο διασκευές, το «Since You’ve Been Gone» των Rainbow (1979) και το «Lettin’ Go» των UFO (1980). Το έστειλαν σε αρκετές δισκογραφικές εταιρείες της χώρας, για να εισπράξουν σχεδόν ομόφωνα την ίδια απάντηση, η οποία αποτελούνταν από μία εκ των (ή και τις) δύο προτάσεις. Κόψτε τα μαλλιά και σταματήστε να τραγουδάτε στα αγγλικά. Και πάντα η απάντηση του συγκροτήματος ήταν σταθερά η ίδια. Να πάτε να **********!
Ωστόσο, τo 1981, ο μπασίστας Peter Olsson άφησε τους Force, λόγω προσωπικών θεμάτων που είχαν ανακύψει στην πορεία. Ενδεχομένως και λόγω διαφορετικού μουσικού οράματος. Η επίσημη δικαιολογία ήταν η αναστάτωση, η ζήλια και ο εκνευρισμός του όταν έμαθε ότι η Anita Katila (κρατήστε το αυτό το όνομα, θα παίξει καίριο ρόλο στην πορεία του συγκροτήματος), πρώην κοπέλα του σε σχέση επτά ετών, έπεσε στην αγκαλιά του Joakim Larsson, πολύ σύντομα μετά αφού χώρισαν. Αρκετό καιρό μετά, παρόλαυτα, ο Olsson παραδέχτηκε πως ήταν μία παρορμητική ενέργεια του, μιας και ο ίδιος την είχε χωρίσει και μάλιστα είχε βρει νέα γκόμενα αμέσως μετά! Λίγο το ποτό, λίγο η άτυπη διεκδίκηση του πρωταγωνιστικού ρόλου στην μπάντα, οδήγησαν τον Olsson να παραιτηθεί από τους Force. Άλλωστε και ο ίδιος υποστήριζε ότι μουσικά δεν είχε την ίδια προοπτική με τον Larrson, αλλά επιθυμούσε περισσότερο κιθαριστική κατεύθυνση και λιγότερο πολυφωνικά μέρη. Μετά από ένα σύντομο πέρασμα από τους Rising Force του Yngwie Malmsteen, κατέληξε στους Power (ένα scandi-AOR σχήμα, παραδόξως, σε αντίθεση με την πιο heavy κατεύθυνση που επιζητούσε) μέχρι και το 1990 που διαλύθηκαν. Παραδόξως, στους Power, χρέη drummer εκτελούσε ο αδελφός της Anita, o Jari Katila!
Μέχρι να βρεθεί ο επόμενος μπασίστας των Force, o Jocke ανέλαβε τον ρόλο, και το συγκρότημα ηχογράφησε και δεύτερο demo. Δέκα ώρες την ημέρα πρόβες και το βράδυ κατευθείαν για live σε κάποιο τοπικό club. Δυστυχώς για αυτούς, δεν είχαν αλλάξει και πολλά πράγματα στον απολιθωμένο κόσμο των σουηδικών δισκογραφικών από την πρώτη τους προσπάθεια. Οι εταιρείες δεν ρίσκαραν για κανένα λόγο να ποντάρουν τα λεφτά τους πάνω σε ένα σουηδικό hard rock συγκρότημα από κάτι πιτσιρικάδες του Upplands Väsby, διότι πολύ απλά τα στελέχη τους ήταν πεπεισμένα ότι ένα τέτοιο σχήμα δεν θα ποτέ επιτυχία. Τουλάχιστον κατάφεραν να βρουν νέο μπασίστα. Το όνομα αυτού: John Levén.
O Levén άρχισε να ενδιαφέρεται σοβαρά για την μουσική, όταν άκουσε για πρώτη φορά το Hotter Than Hell των Kiss. Ξεκίνησε με κιθάρα, αλλά σύντομα άρχισε να καλύπτει και την θέση του μπασίστα μεταξύ των διαφόρων συγκροτημάτων στα οποία συμμετείχε. Η συμμετοχή του στους Force θα έλεγε κανείς ότι ήρθε εντελώς φυσικά, μιας και μοιραζόταν κοινές επιρροές και αγαπημένα συγκροτήματα με τους άλλους τρεις. Kiss με τον Norum και τον Niemistö, The Sweet και Led Zeppelin με τον Larsson, Deep Purple, UFO και Thin Lizzy με όλους. Άκουγε, όμως, αρκετά και από Rush, Black Sabbath και Blue Öyster Cult. Η πρόταση του Norum στον Levén ήταν απλή και ξεκάθαρη. Θα γινόταν μέλος της μπάντας, εάν θέλει να γίνει ο μπασίστας τους. Ο Levén δέχτηκε, μιας και δεν έτρεφε μεγάλες ελπίδες να εξελιχθεί σε guitar hero, και προτίμησε να επικεντρωθεί στο μπάσο.
Εντός του 1981, οι Force πήραν μέρος σε ένα διαγωνισμό συγκροτημάτων στο rock club Underground στη Στοκχόλμη. Δεν κατάφεραν να κερδίσουν και η απογοήτευση τους ήταν σφοδρή. Σαν να μην έφτανε αυτό, τον Απρίλιο του 1981, ο Levén δέχτηκε μια προσφορά από τον Yngwie Malmsteen για να συμμετάσχει στο σχήμα του τελευταίου, τους Rising Force. Κολακευμένος, και παράλληλα  θαμπωμένος από την κιθάρα του μεγάλου Yngwie καθώς και από το δυνατό όνομα που είχε ήδη δημιουργήσει στην Στοκχόλμη, ο  Levén δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Τουλάχιστον, ο πρώην μπασίστας των Rising Force, ο μεγάλος Marcel Jacob, εντάχθηκε στους Force, σε αντικατάσταση του Levén. Την εποχή εκείνη, ο Marcel και ο Joakim έγραψαν το τραγούδι «Black Journey Through My Soul», το οποίο θα κατέληγε στο δεύτερο άλμπουμ των Europe που θα δούμε παρακάτω, ως «Scream Of Anger», αλλά και σε κομμάτια του πρώτου άλμπουμ όπως το «The King Will Return».
Ο Marcel έπαιξε μόνο δύο συναυλίες με τους Force και άφησε το συγκρότημα μετά από τρεις μήνες, μετά και από κάποια στησίματα που έφαγε από τον Norum. Από την άλλη, κανένα δείγμα της δουλειάς του Levén με τον Malmsteen δεν είδε το φως της ημέρας. Καθώς άρχισε να έχει προβλήματα με τον Malmsteen, αποφάσισε να αλλάξει θέσεις με τον Jacob και πάλι, με αποτέλεσμα να βρεθούν στα αρχικά τους συγκροτήματα. Έτσι ήρθε το 1982 και πλέον οι Force είχαν σταθεροποιηθεί στην τετράδα των Joakim (ή Jocke) Larsson , John Norum, Tony Niemistö και John Levén.
Εκείνη η χρονιά άλλαξε τα πάντα για τους τέσσερις νεαρούς των Force. Ήταν η χρονιά που, κατά το πρότυπο ενός αντίστοιχου διαγωνισμού στην Νορβηγία, ο Thomas Erdtman διοργάνωσε τον Rock-SM, τον μεγαλύτερο έως τότε μουσικό διαγωνισμό για άγνωστα συγκροτήματα της χώρας που ήταν ανυπόγραφα, δίχως δισκογραφικό συμβόλαιο. Ο Erdtman  ήταν πρώην στέλεχος του διευθυντικού team στην σουηδική θυγατρική του παγκόσμιου δισκογραφικού κολοσσού CBS Records. Την χρονιά εκείνη είχε την δική του νεοσυσταθείσα δισκογραφική εταιρεία Hot Records, ενώ στην διοργάνωση του διαγωνισμού συνεργάστηκε με την σουηδική εφημερίδα «Aftonbladet». Ξεκάθαρα, Ο Erdtman ελπίζει ότι με το Rock-SM του, θα ανακάλυπτε μια νέα σουηδική μπάντα για να κερδίσει χρήματα και να βάλει μπρος για τα καλά την Hot Records.
Οι Force έβλεπαν την όλη διαδικασία από απόσταση, μην έχοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε αυτό το σημείο, η θεία πρόνοια επενέβη με γυναικεία μορφή, αυτή της τότε κοπέλας του Larsson, της Anita Katila (την πρώην του Olsson που λέγαμε παραπάνω). Η κοπέλα τους ταρακουνάει λίγο από τον λήθαργο και την ατολμία, και τους πείθει να ηχογραφήσουν ένα νέο demo, με πέντε τραγούδια αυτή την φορά, συγκεκριμένα τα «The King Will Return», «Seven Doors Hotel», «Rock On», «Children of This Time» και «Paradize Bay». Στην συνέχεια, έστειλε την κασέτα στον διαγωνισμό, λίγες μέρες πριν λήξει η προθεσμία υποβολών, χωρίς καν να ενημερώσει τα μέλη του συγκροτήματος. Όταν κάποια στιγμή αργότερα τους το αποκάλυψε, δεν έδειξαν να ενδιαφέρονται με το πρόσχημα ότι δεν ήταν καλές οι ηχογραφήσεις (που δεν ήταν, όντως, όπως και στα περισσότερα demo). Μάλιστα, πιο μετά, ξέχασαν ότι το έστειλαν εντελώς.

OI WC ΕΓΙΝΑΝ FORCE ΚΑΙ ΟΙ FORCE ....EUROPE
4.000 ακροάσεις ισάριθμων συγκροτημάτων αργότερα, ο Erdtman κατέληξε στο 1/8 από αυτά για να πάρουν μέρος στον διαγωνισμό. Ανάμεσα σε αυτούς και οι Force. Σε εκείνη την φάση και οι ίδιοι αντιλήφθηκαν πως τα πράγματα σοβάρευαν και είχαν πραγματικά μία ευκαιρία να διακριθούν. Εκτός από  την συνεχή εξάσκηση στα κομμάτια του demo, πάρθηκε η απόφαση ότι το όνομα τους έπρεπε να αλλάξει από Force σε κάτι άλλο. Από την στιγμή που ο Yngwie Malmsteen είχε μια μπάντα που ονομάζεται Rising Force, οι συγκρίσεις και οι ταυτίσεις θα ήταν σίγουρες. Έπρεπε να βρουν κάτι που θα τους ξεχωρίζει. Κάτι που σκέφτηκε ο Larsson ενθυμούμενος κάτι live δίσκους των Deep Purple σε ένα ταξίδι του με το τρένο, καθώς πήγαινε στην δουλειά του (ήταν καθαριστής). Made In Japan…Made In Europe. Made In Europe. Europe. «Ladies And Gentlemen, please welcome…Europe!».Η πρόταση του προς τους υπόλοιπους του συγκροτήματος αντιμετωπίστηκε με κάποια διστακτικότητα, με αμηχανία. Με το πέρασμα της ώρας, και μερικές μπύρες αργότερα, το Europe ακουγόταν όλο και καλύτερο.
Μαζί με την αλλαγή του Force σε Europe, o Joakim «Jocke» Larsson έγινε Joey Tempest (Joey αντί του Joakim, που ήταν πιο εύκολο σε αγγλόφωνους να το χρησιμοποιούν, και Tempest από το ομώνυμο θεατρικό του Σαίξπηρ, δυνατό σαν λέξη), ο Tony Niemistö έγινε Tony Reno (ευκολότερο το Reno από το φινλανδικό Niemistö), ενώ οι δύο John (Norum και Levén) κράτησαν τα κανονικά τους ονόματα. Με το που έκλεισε η νέα ονοματοδοσία, το συγκρότημα πήγε στους προκριματικούς για τα προημιτελικά του διαγωνισμού (όπου δεν προκρίθηκε το συγκρότημα Trilogy με ντράμερ τον Jan Håkan Haugland, μετέπειτα γνωστό ως Ian Haugland) στην Solna και πέρασε εύκολα, εντυπωσιάζοντας τον Erdtman, ο οποίος, παρόλο που δεν έψαχνε για μία hard rock μπάντα, αλλά για κάτι πιο pop, εντυπωσιάστηκε, «αν μη τι άλλο». Σημειώνεται ότι για να πάρει μέρος στον διαγωνισμό, ο Levén έκανε κοπάνες από τον στρατό, μιας και τότε υπηρετούσε και δεν του έδιναν άδεια!
Ακολούθησε προημιτελική φάση στην Uppsala (η μόνη φάση εκτός Στοκχόλμης), και ημιτελικός στο Södertälje. Άνετη επικράτηση και προώθηση στην τελική φάση του διαγωνισμού. Αυτή διεξήχθη τον Δεκέμβρη του 1982 στο κέντρο ψυχαγωγίας Gröna Lund στη Στοκχόλμη. Είχαν μείνει μόνο 8 συγκροτήματα από τα 4.000 περίπου που είχαν δηλώσει συμμετοχή. Ένα συγκρότημα στα 500 είχε φτάσει μέχρι εδώ. Με προβολή της βραδιάς στην εθνική τηλεόραση ζωντανά, οι Europe φαινόντουσαν να είναι το απόλυτο φαβορί, αν κρίνει κάποιος από το γεγονός ότι ο συγκεντρωμένος κόσμος φώναζε το όνομα τους  και συνθήματα υπέρ τους, όταν τα άλλα συγκροτήματα ετοιμαζόντουσαν να ανέβουν στην σκηνή. Όπερ και εγένετο. Το συγκρότημα έπαιξε δύο κομμάτια, το εντυπωσιακό «In the Future To Come» και το λυρικό «The King Will Return». Η επικράτηση τους μεταδόθηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Σουηδίας, και σύσσωμο το Upplands Väsby τους στήριξε, όχι μόνο εκείνο το βράδυ αλλά και σε όλη την διάρκεια του διαγωνισμού. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι κάποια από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που απαρτιζόταν από γνωστούς και πετυχημένους μουσικούς της εποχής, δεν ψήφισαν τους Europe ως καλύτερο συγκρότημα, αλλά εστίασαν περισσότερο στις ατομικές δεξιότητες του καθενός (συγκεκριμένα στη φωνή του Joey Tempest και στην κιθάρα του John Norum).

Πολύ περισσότερο, μου προκαλεί εντύπωση ότι ο ίδιος ο Thomas Erdtman, που έβαλε μπρος όλη αυτή την ιστορία, δεν ήταν και πολύ φιλικά προσκείμενος στους Europe. Αναζητούσε μία pop μπάντα, πιθανότατα με σουηδικό στίχο, και όχι μία hard rock μπάντα με αγγλικό στίχο, για την οποία λίγο πολύ πίστευε ότι θα ήταν εκ προοιμίου χαμένη υπόθεση. Ενδεικτικά, σημειώνεται ότι για καλύτερο συγκρότημα, ψήφισε κάποιους Café Midnatt, ένα σουηδικό rock συγκρότημα της εποχής (τίποτα ιδιαίτερο). Σύμφωνα με τον  Tempest, μετά το τέλος της ψηφοφορίας, ο Erdtman αναρωτιόταν «τι θα κάνει με μία hard rock μπάντα», ενώ ο Norum ισχυρίζεται ότι με το που έγινε manager τους και κατά τις πρώτες συναντήσεις για να ηχογραφήσουν το ομώνυμο ντεμπούτο τους (1983) πρότεινε να γυρίσουν σε σουηδικό στίχο και να αλλάξουν λίγο την εμφάνιση τους, κόβοντας τα μαλλιά τους, ίσως. Μόνο με το κάθετο βέτο του απεφεύχθη το μοιραίο, και ίσως αυτό να ήταν ενδεικτικό για την εξέλιξη των σχέσεων του νεαρού κιθαρίστα με το management του συγκροτήματος. Κάτι που φάνηκε και επί Final Countdown, όπου οι κιθάρες περιέργως  «χαμήλωσαν» στην μίξη για να γίνει πιο εύπεπτος ο δίσκος, με την ευλογία των managers φυσικά, και κόντρα στην θέληση του ιδίου του δημιουργού, του Norum.
Η ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΟΥΣ
Τα έπαθλα για την διάκριση στις τρεις κατηγορίες ήταν κάποιο χρήματα (για καλύτερα φωνητικά, καλύτερο κιθαρίστα και καλύτερο συγκρότημα), αλλά το κυριότερο, ένα δισκογραφικό συμβόλαιο με την Hot Records, σε συνεργασία με την Grammfon AB Electra. Χωρίς να χάσουν λεπτό οι Europe μπαίνουν στο studio και ηχογραφούν εννέα τραγούδια. Με budget περίπου 100.000 Σουηδικές Κορώνες (σημερινά 27.000 Ευρώ προσαρμοσμένα για τον πληθωρισμό), και εν απουσία κάποιου εγνωσμένης αξίας παραγωγού στο εθνικό μουσικό κύκλωμα, η παραγωγή του άλμπουμ έγινε από το ίδιο το συγκρότημα, τον Erdtman και τον μηχανικό ήχου του διαγωνισμού Rock-SM, τον Erik Videgård.
EUROPE (1983)
 Σε ένα δεκαπενθήμερο όλο το υλικό ήταν ηχογραφημένo. Και τέλη Φλεβάρη του 1983 κυκλοφόρησε στην Σουηδία και στις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες, το ομώνυμο ντεμπούτο τους με τον τίτλο Europe. Το πρώτο εξώφυλλο είχε μία φωτογραφία του συγκροτήματος, με το περίφημο logo τους, το οποίο σχεδίασε ο αδελφός του drummer τους, ο Teijo Niemistö. Όταν έγινε διαθέσιμο και σε άλλες χώρες πέρα από τις σκανδιναβικές, αυτή η φωτογραφία αντικαταστάθηκε από μία εμβληματική εικόνα της μπαρόκ εκκλησίας του Αγίου Καρόλου (Karlskirche) στην Βιέννη, ενώ το άγαλμα των αγγέλων είναι ο Άγγελος με τον Σπόγγο, που βρίσκεται πάνω στην γέφυρα Ponte Sant'Angelo στη Ρώμη. Πράγματι, Europe σε εικόνα.

Χωρίς να θέλω να ακουστώ υπερβολικός, μιλάμε για ένα διαμάντι του ευρωπαϊκού hard rock. Όλες οι σωστές επιρροές, μέσα, όμως, από το κριτικό και δημιουργικό φίλτρο των Σουηδών, ενώνονται για να δημιουργήσουν ένα σπάνιας ομορφιάς άλμπουμ. Στην βάση του, της σχολής Deep Purple/Rainbow και κλασικότροπη τεχνοτροπία, με σοβαρή επένδυση από Thin Lizzy και UFO, δεν λείπουν και οι παραπομπές σε Scorpions και MSG, ενώ αντηχεί την δυναμική NWOBHM συγκροτημάτων (λογικό μιας και είχαν κοινές βασικές επιρροές) όπως οι πρώτοι Maiden και οι Diamond Head. Για το λεγόμενο work ethic δεν το συζητάω καν. Τέτοιο άλμπουμ από πιτσιρικάδες κάτω των 20, με τέτοια εκτελεστική αρτιότητα και συνθετικό ύφος, το λες και φαινόμενο. Περισσή μελωδία, ευθύ δυναμικό αλλά και λυρικό hard rock, και τρομερή δουλειά από τον John Norum στην κιθάρα, ο οποίος με τον βασικό εξοπλισμό (έπαιζε με stock κιθάρα και μετρημένα εφέ) και τεράστια μαεστρία, χαρίζει οργασμικές στιγμές riffing και σολαρίσματος, που παρόμοιο του ελάχιστοι μπορούσαν να επιδείξουν. Εκτός από τα κομμάτια που έφεραν από τα πρώτα τους demo («The King Will Return», «Seven Doors Hotel», «Rock On» που έγινε «Farewell», «Children of This Time» και «Paradize Bay») υπάρχει το instrumental «Boyazont» (που ηχογραφήθηκε εντός μισής ώρας), το μεταλλικό «Children Of This από το ίδιο το συγκρότημα, τον Erdtman και τον μηχανικό ήχου του διαγωνισμού Rock-SM, τον Erik Videgård. Σε ένα δεκαπενθήμερο όλο το υλικό ήταν ηχογραφημένo. Και τέλη Φλεβάρη του 1983 κυκλοφόρησε στην Σουηδία και στις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες, το ομώνυμο ντεμπούτο τους με τον τίτλο Europe. Θεωρώ ότι άλλαξε μια για πάντα τα πράγματα στο σκανδιναβικό hard rock τοπίο, ήταν αυτό που λέμε game changer. Και να είστε σίγουροι ότι τους άκουσαν πολλοί και διάφοροι στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπως πολλά σχήματα τα οποία έπαιξαν speed/power metal τα επόμενα χρόνια, αλλά και αυτοί που πήραν τον πιο μελωδικό δρόμο του hard rock και του metal. Αν μπορώ να γράψω ένα μείον σε όλο αυτό το επικό άλμπουμ, θα ήταν τα «απροπόνητα» φωνητικά του Joey Tempest, ο οποίος όμως παίζει να είναι ο πιο βελτιωμένος τραγουδιστής που έχω ακούσει από κυκλοφορία σε κυκλοφορία. Μέχρι το επόμενο άλμπουμ ήταν, στην πραγματικότητα, αγνώριστος, όχι μόνο εμφανισιακά αλλά κυρίως φωνητικά!
Η πρώτη κυκλοφορία τους έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, πουλώντας 30.000 αντίτυπα στην χώρα τους κατά τις πρώτες εβδομάδες. Καλά για αρχή, μιας και ο υψηλότερος στόχος την δεδομένη στιγμή ήταν η κατάκτηση της σουηδικής αγοράς. Και από εκεί που φαινόταν ότι δεν θα υπάρχει μεγάλη επιτυχία, οι Europe βρέθηκαν στο Νο. 8 της πατρίδας τους αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ. Ο μόνος «χαμένος» της υπόθεσης ήταν ο Erdtman, ο οποίος δεν έβγαλε φράγκο από αυτό το άλμπουμ, αλλά άρχισε να διαβλέπει τις δυνατότητες των Europe για το άμεσο μέλλον, και έτσι συνέχισε ακάθεκτος να δουλεύει μαζί τους. Για την ιστορία, οι συνολικές πωλήσεις του Europe μέχρι σήμερα έχουν ξεπεράσει το 1 εκατομμύριο παγκοσμίως.
ΤΙ ΑΚΟΥΣΕ Ο ΓΙΑΠΩΝΕΖΟΣ.....
Η τύχη φάνηκε να χαμογελάει στους νεαρούς Σουηδούς. Σε κάποιο δισκάδικο του Λονδίνου, στο κομμάτι των εισαγόμενων, ένας Ιάπωνας (!) μουσικός δημοσιογράφος, ο Masa Itoh, έπεσε πάνω σε ένα αντίτυπο του Europe, το άκουσε και ενθουσιάστηκε τόσο, που το προώθησε στον φίλο του T.T. Tsutsumi, διευθυντή της ιαπωνικής Victor Records (θυγατρική του κολοσσού JVC, και με πλήρες ρόστερ που κυκλοφορούσε μεγάλους διεθνείς καλλιτέχνες στην ιαπωνική αγορά). Αφού ενθουσιάστηκε και αυτός με το μουσικό περιεχόμενο, τηλεφώνησε άμεσα τον Erdtman στην Hot Records, προκειμένου να κλείσουν συμφωνία για την κυκλοφορία του άλμπουμ στην Ιαπωνία. Εκεί ο αρχικά δύσπιστος μάνατζερ κατάλαβε ότι πλέον η μπάντα που αυτός ανέδειξε μέσω του διαγωνισμού πάει για μεγάλα πράγματα. Με την κυκλοφορία του στην Ιαπωνία, το άλμπουμ μπήκε στο Top-10 της χώρας, κυρίως με την βοήθεια του καταιγιστικού «Seven Doors Hotel», το οποίο οι Ιάπωνες λάτρεψαν. Αυτό ήταν και το μοναδικό single που κυκλοφόρησε από αυτό το άλμπουμ, ενώ γύρισαν και το πρώτο τους δυστοπικό βίντεοκλιπ με το «In The Future To Come», κάτω από φαινομενικά σκληρές συνθήκες (Joey Tempest  χαλαρά συμμαθητής μας δευτέρα Γυμνασίου, και κουτούλημα στα γυρίσματα με Norum και Levén, σε ψεύτικη σκόνη από σαπούνι, όποιος το έχει δει, ξέρει!). Σύντομα βγήκαν σε περιοδεία στην χώρα τους όπου έκαναν αρκετά υπολογισμένες sold-out εμφανίσεις, σχεδόν παντού. Δεν έλειψαν και οι τηλεοπτικές εμφανίσεις στο πλαίσιο της προώθησης τους. Μπορεί συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden και οι Motorhead να ήταν δημοφιλή λόγω του πιο σκληρού τους ήχου, αλλά με το δικό τους ιδιαίτερο μίγμα, οι Europe έγιναν η πιο δημοφιλής hard rock μπάντα της χώρας, τόσο λόγω μουσικής όσο και λόγω image. Ωραία παιδιά ήταν, και προσέλκυσαν αρκετό γυναικείο πληθυσμό με τον καιρό. Ειδικά από τότε που ο Joey Tempest ξύρισε το μουστάκι και ξάνθυνε τα μαλλιά του!
 WINGS OF TOMORROW (1984)
Με την προβολή της επιτυχίας των Europe, και άλλες δισκογραφικές, μέσω αντιπροσώπων τους, άρχισαν να προσεγγίζουν την σουηδική hard rock σκηνή. Ένα από τα συγκροτήματα αυτά ήταν και οι 220 Volt, οι οποίοι όμως σε καμία περίπτωση δεν έφτασαν την επιτυχία των Europe. Παρόλαυτα, το συγκρότημα δεν είχε κάπου να στηριχτεί ακόμα για παγκόσμια διανομή. Με ένα φορητό πολυκάναλο για ηχογράφηση, δώρο του Erdtman, ο Tempest παίρνει μπόλικη δουλειά για το σπίτι, και πέφτει με τα μούτρα κυριολεκτικά στην σύνθεση νέων κομματιών. Πριν τα παρουσιάσει στους υπόλοιπους, περνούσε ο ίδιος έλεγχο ποιότητας όλα τα μέρη που ηχογραφούσε ξεχωριστά σε κάθε κομμάτι. Το διαθέσιμο μπάτζετ τετραπλασιάστηκε (400 χιλ. σουηδικές κορώνες, περίπου 90 χιλ. σημερινά Ευρώ), στην θέση του παραγωγού έκατσε ο Leif Mases, που είχε συνεργαστεί με τους Led Zeppelin στα In Through the Out Door (1979) και Coda (1982), και οι ηχογραφήσεις έγιναν στα περιώνυμα Polar Studios της Στοκχόλμης -εκεί γυρίστηκε το βίντεο του Gimme! Gimme! Gimme! (A Man After Midnight) των ABBA-  όπου ηχογράφησαν και οι Zeppelin, οι Genesis το Duke (1980), και οι ABBA τα Voulez-Vous, Super Trouper και The Visitors. Από τον Δεκέμβρη του 1983 μέχρι και τον Φλεβάρη του 1984, οι Europe ηχογράφησαν το δεύτερο τους άλμπουμ, το θρυλικό Wings Of Tomorrow. Ένας δίσκος πληθωρικός, σε πνεύμα «all killers,no fillers», μεγαλοπρεπές ευρωπαϊκό μελωδικό hard rock/metal.   Εξαρχής να ορίσω την θέση μου απλά, λιτά και κατανοητά. ΔΕΝ μπορώ να είμαι αντικειμενικός με αυτή την δισκάρα, μιας και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των εφηβικών και μετεφηβικών μου ακουσμάτων. Είναι από τα αγαπημένα μου άλμπουμ όλων των εποχών και σίγουρα το αγαπημένο μου από τους Europe (και όχι μόνο δικό μου). Ελπίζω να είμαι αρκετά σαφής! Αλλά ας δούμε το γιατί. Δεν είναι το μόνο το κατηγορηματικότατο opening με το καλημέρα στον ύμνο «Stormwind» που σε βάζει κυριολεκτικά στο μάτι του κυκλώνα, αλλά για κάποιο λόγο αισθάνεσαι ασφαλής. Από τα καλύτερα ανοίγματα σε άλμπουμ. Ούτε το επικό και μανιασμένο «Scream Of Anger» που ακολουθεί, και το χαρακτηριστικό riff με το talk box εφέ. Ο Norum το έχει πλέον γυρίσει σε μία λευκή Fender Stratocaster, στην οποία ξεδιπλώνει το τεράστιο ταλέντο του, μετά την Flying V που δούλευε τον πρώτο καιρό.  Ένα κομμάτι που γράφτηκε μαζί με τον αδικοχαμένο Marcel Jacob (με αρχικό τίτλο «Black Journey Through My Soul»), και είναι το αντίστοιχο «Hallowed Be Thy Name» για τους απανταχού fans του μελωδικού hard rock. Για μένα, είναι ο υπέρτατος ύμνος «Open Your Heart». Μία από τις 5 καλύτερες μπαλάντες EVER στο δικό μου βιβλίο. Αν υπάρχει άνθρωπος που δεν νιώθει κάτι ακούγοντας αυτό το τραγούδι, σας διαβεβαιώνω πως κάτι δεν πάει καλά! Και φυσικά μιλάω για αυτή την εκτέλεση, από αυτό το άλμπουμ του 1984, την οποία προκρίνει και ο ίδιος ο Tempest, και όχι η επανεκτέλεση στο Out Of This World του 1988, που αφαίρεσε το περισσότερο πηγαίο συναίσθημα και την φόρτιση (κατά την προσωπική μου άποψη). Το hard-rocking blues που ακολουθεί, με τίτλο «Treated Bad Again» μου θυμίζει έντονα το τραγούδι «Cold Hearted» από τον Gary Moore, και το Corridors Of Power του 1982. Σίγουρα επηρέασε τον Tempest, και όχι μόνο αυτόν. O Norum (εδώ και σε όλο τον δίσκο) λειτουργεί σαν ένα μουσικός δίαυλος, μέσω του οποίου ακούμε κλασικίζοντα Ritchie Blackmore, Michael Schenker και Gary Moore. Πραγματικά, ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Και έτσι για να μας το κάνει πιο λιανά, ρίχνει και μία δική του ιδέα κοντά στα δυόμιση λεπτά, το «Aphasia», όνομα και πράγμα.


Στα χνάρια των UFO, των MSG και των Scorpions οι επόμενες δύο ραψωδίες. Το ομώνυμο δραματικό «Wings of Tomorrow», με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, προάγγελος νοηματικά και μουσικά της μεγαλύτερης τους επιτυχίας που θα ακολουθούσε 2 χρόνια αργότερα (ξέρετε ήδη ποια είναι), αλλά από την πιο hard rock οπτική. Ο Tempest ερμηνεύει παθιασμένα και εκφραστικά λέξη προς λέξη, με τον Norum να μας γαζώνει αλύπητα και αριστοτεχνικά με την Fender Stratocaster του, αλλαγή από την Gibson Flying V που χρησιμοποίησε μέχρι και το πρώτο άλμπουμ. Στο ίδιο πνεύμα και το επόμενο «Wasted Time», που για τον ακροατή μόνο τέτοιο δεν είναι. Από τα πρώτα αλύπητα χτυπήματα στα ντραμς μέχρι το τέλος, πρόκειται για ένα χωρίς σταματημό καλπασμό με ότι ευγενέστερο θα μπορούσε να δώσει το μουσικό πνεύμα των Purple, των UFO, των Thin Lizzy, το ίδιο που τροφοδότησε και τους Iron Maiden στην Αγγλία, λίγα χρόνια νωρίτερα. Πλέον ορκίζομαι ότι τα απίστευτα κατεβάσματα-σλάλομ στην ταστιέρα του Norum στο σόλο τα θυμάμαι καλύτερα από τον αριθμό του κινητού μου.
Το «Lyin’ Eyes» πραγματικά μου θυμίζει έντονα Thin Lizzy, αλλά με κιθαρίστα τον Michael Schenker να παίζει την μαύρη Les Paul του John Sykes. Είναι εκπληκτικό πόσο σε τραβάει ένα άλμπουμ από ένα συγκρότημα, που θαρρείς οι τύποι που το απαρτίζουν μεγάλωσαν στο δωμάτιο σου, ακούγοντας τα ίδια πράγματα με εσένα. Η χαλαρή εισαγωγή του «Dreamer», θα σας θυμίσει τον τρόπο δουλειάς με τις περισσότερες ανάλογες συνθέσεις τους, με μία ήρεμη εισαγωγή στο πιάνο, αλλά καθώς προχωράει, άνετα φαντάζομαι Klaus Meine να τραγουδάει και Rudolf Schenker/Uli Jon Roth να γεμίζουν με κιθαριστική μελωδία. Για τέλος «Dance the Night Away», λες και γράφτηκε και παίχτηκε από το μπάσταρδο παιδί των Deep Purple και των Thin Lizzy, με John Sykes και Gary Moore στις κιθάρες. Δίσκος-έπος, δίσκος-λατρεία. Έτσι απλά. Το Wings Of Tomorrow πούλησε περίπου 70 χιλ. κόπιες μόνο στην Σουηδία και συνολικά κινήθηκε στα ίδια επίπεδα με το προκάτοχο του άλμπουμ, με πάνω από 1 εκ. αντίτυπα πωλήσεις παγκοσμίως. 4 singles βγήκαν από τον δίσκο, συγκεκριμένα τα "Lyin' Eyes", "Dreamer" (μόνο στην Ιαπωνία), "Stormwind" και το "Open Your Heart". Τα singles "Lyin' Eyes" και "Stormwind" έχουν υψηλη συλλεκτική αξία, με το πρώτο να έχει κυκλοφορήσει μόνο σε 500 αντίτυπα, διότι η παραγωγή του σταμάτησε σύντομα. Το "Open Your Heart" ήταν το πιο επιτυχημένο, φτάνοντας μέχρι το νο. 2 στα ραδιοφωνικά charts της Σουηδίας. Η επίδοση του άλμπουμ στα charts, ωστόσο, αδικεί κατάφωρα την ποιότητα του. Ν. 20 στην χώρα τους και ν. 24 στην Ιαπωνία. Σκέφτομαι ότι δεν πειράζει. Τα πράγματα είχαν πλέον πάρει τον δρόμο τους, και αυτός ο δρόμος ήταν μόνο ανοδικός από εκεί και πέρα.

ΥΓ: Αν βρείτε τον εαυτό σας να αγαπάει αυτό το άλμπουμ, ακούστε και το «Diamond Mistress» των επίσης Σουηδών Madison. Δεν θα χάσετε.
Το «Open Your Heart» ήταν η αφορμή για να ακουστεί το συγκρότημα ακόμα παραπέρα. Ο Tempest ταξίδεψε με τον Erdtman στην Αμερική για να προωθήσουν το συγκρότημα και να κλείσουν διεθνές δισκογραφικό συμβόλαιο. Κάτι το οποίο το πέτυχαν με την βοήθεια ενός παλιού συναδέλφου του Erdtman από την CBS. Αυτός προώθησε ένα αντίτυπο του Wings Of Tomorrow στον καλλιτεχνικό διευθυντή της Epic Records. Όταν το τηλέφωνο χτύπησε στο ξενοδοχείο των Σουηδών, στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν αυτός ο διευθυντής και τους πρότεινε να βρεθούν άμεσα. Πιστοί στα ραντεβού τους, ο Erdtman και ο Tempest, αναχώρησαν για Los Angeles προκειμένου να συναντήσουν κάποιο στέλεχος άλλης δισκογραφικής. O τύπος τους κυνήγησε στην κυριολεξία, προλαβαίνοντας τους μόλις μία ώρα πριν το ραντεβού τους, και πάνω σε γεύμα τους έπεισε και επί τόπου τους πρόσφερε προσωρινό συμβόλαιο. Το οποίο και έγινε αποδεκτό.  Σειρά είχε η Ιαπωνία.
Ο Tempest εξελίσσεται σε performer με εμφάνιση Robert Plant, ταλέντο και πάθος Coverdale και την μελωδική, εκφραστική φωνή του με στοιχεία από Lou Gramm και Joe Lynn Turner, να κάνει την διαφορά. Πρότυπο frontman και τραγουδιστή για ΟΛΟΚΛΗΡΗ ανεξαιρέτως την σουηδική μελωδική Ηard Rock/A.O.R. σκηνή (και όλη την σκηνή μετέπειτα). Το άστρο του Norum λάμπει, στην έμπνευση του σαν σολίστας, στην κιθαριστική του δεξιοτεχνία και στην άνετη του κίνηση. Το rhythm section των Reno – Levén παίζει με στιβαρότητα στον πόντο, καλουπώνει τον χώρο για να αναδειχθούν οι άλλοι δύο. Αλλά, η σύνθεση αυτή δεν θα ξαναεμφανιζόταν δισκογραφικά.
Η περιοδεία ξεκίνησε σύντομα, με πλουσιότερο stage show και ανανεωμένη εμφάνιση. Σουηδία αρχικά, με την Φινλανδία να ακολουθεί, όπου για αρχή, o κημπορντίστας Mic Michaeli (Gunnar Michaeli, με προϋπηρεσία στους Avalon) προσελήφθη κανονικά και έγινε επίσημο μέλος της μπάντας. Η πρόταση του έγινε στο πλοίο της επιστροφής από την Φινλανδία. Παλιότερα, ο Michaeli είχε δανείσει το αρμόνιο του προκειμένου να γράψει ο Tempest μία μουσική ιδέα του, στις πρώτες πρώτες μέρες (που έμελλε να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο τους hit). Στη συνέχεια, μετά την Φινλανδία ο Tony Reno απολύθηκε λόγω έλλειψης κινήτρου και υποτιθέμενης απογοητευτικής παρουσίας του (ή μη;)  στις πρόβες. Ότι και καλά δεν έπαιρνε την όλη φάση με τους Europe στα σοβαρά. Η όλη διαδικασία έγινε από τον  Erdtman, ο οποίος το έκανε γραπτώς με επιστολή, χωρίς να το γνωρίζουν οι υπόλοιποι στο συγκρότημα! Ο Reno κατέρρευσε και παρακαλούσε τον παιδικό του φίλο Norum να τον πάρουν πίσω. Μετά άρχισε να τηλεφωνεί ο πατέρας του ωρυόμενος, κατηγορώντας τον Norum για την κατάσταση του γιου του και την απαίσια συμπεριφορά τους απέναντι του. Ο Reno δεν θέλει πια να συνδέεται καθόλου με το όνομα των Europe, αν και είναι σε επαφή με τον Norum. Θεωρεί (και δεν μπορούμε φυσικά να το ξέρουμε) πως στοχοποιήθηκε για άλλους λόγους, μιας και όλοι λίγο πολλοί εμφάνιζαν ελαφρά ασυνέπεια στις πρόβες. Αντικαταστάτης ήταν ο Ian Haugland (των Trinity που είδαμε τότε στον διαγωνισμό Rock-SM), που συνάντησε τον Reno όταν ο τελευταίος πήγε να υπογράψει όλα τα χαρτιά για την παραίτηση του από το συγκρότημα. Και τα πράγματα μπήκαν πάλι σε τροχιά, αφού συνέχισαν την περιοδεία τους και εμπλούτισαν το σετ τους με 2 καινούρια τραγούδια. Τα «Rock The Night» και «Ninja». Καθώς μπήκαν στο στούντιο προκειμένου να ηχογραφήσουν τα δύο νέα τραγούδια τους, έφτασε και το τελικό συμβόλαιο με την Epic. Περίπου 100 σελίδες, το πέρασαν στο πόδι και το υπέγραψαν. Χωρίς δικηγόρο, χωρίς τίποτα. Άλλωστε ήταν ο διακαής τους πόθος και δεν το σκέφτηκαν και πολύ, ίσως με όχι και τόσο καλές συνέπειες για αυτούς στο μέλλον, αλλά τότε δεν είχαν την υπομονή και την λογική να το διαχειριστούν αλλιώς.
Το 1985 οι Europe δέχτηκαν μία προσφορά από τον σκηνοθέτη Staffan Hildebrand, να παίξουν και να γράψουν μουσική για την νέα του ταινία μικρού μήκους «On The Loose», η οποία του ανατέθηκε από την Ομοσπονδία Εργατικών Συνδικάτων της Σουηδίας. Από τον Tempest ζητήθηκε να προσφέρει κάποια κομμάτια, και αυτός δεν χάλασε το χατήρι του Hildebrand, δίνοντας το "Rock the Night", μαζί με δύο νέα τραγούδια που είχε γράψει, τα "On the Loose" and "Broken Dreams". Όλο η ηχογράφηση ήταν του Τempest, με μόνες προσθήκες drum machines και τον Norum να παίζει τα κιθαριστικά μέρη. Πρώτα κυκλοφόρησε το single του "Rock the Night", και στην συνέχεια το EP με την μουσική της ταινίας "On the Loose". Και οι δύο κυκλοφορίες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, με τον Rock The Night Να γίνεται τεράστια επιτυχία, πουλώντας τρελά για τα δεδομένα της Σουηδίας (90 χιλ. αντίτυπα).
Η δε ταινία, στην οποία έπαιζαν οι Europe και ο παλιός σταρ Jerry Williams είναι εξ’ ολοκλήρου στα σουηδικά, και προβαλλόταν στα σχολεία και τις λέσχες νέων της Σουηδίας. Κατά τον John Levén, μία από τις χειρότερες ταινίες όλων των εποχών! Η ιστορία εν συντομία είναι η εξής: Ο Peter εργάζεται ως συγκολλητής στην μικρή του πόλη Katrineholm (όπου όντως εκεί γυρίστηκε η ταινία), αλλά ονειρεύεται να πιάσει μια καλύτερη δουλειά με περισσότερα χρήματα. Γενικά, είναι άστατος πολύ, σε αντίθεση με την όμορφη κοπέλα του Nina, η οποία δουλεύει στους σιδηροδρόμους. Όταν οι Europe έρχονται στο Katrineholm για μια συναυλία, ο Peter διαπιστώνει ότι η φίλη του Nina είχε σχέση με τον τραγουδιστή Joey Tempest πριν από πολλά χρόνια (φιλική λένε, αλλά το λένε με νόημα). Ο Peter σκέφτεται ότι η Nina θέλει να επιστρέψει στον Joey και τον κυριεύει απίστευτη ζήλια (και πως να μην άλλωστε, εντάξει με τον Joey Tempest έχεις να συγκριθείς, όχι κάποιον τυχαίο κάγκουρα). Αφού προξενεί ένα χαζό εργατικό ατύχημα, μεθάει και σκάει κομμάτια στη συναυλία για να τα σπάσει όλα. Ο αξιωματικός ασφαλείας Frasse συνετίζει τον Peter και τον επαναφέρει, λέγοντας του ότι πρέπει να συμμαζέψει την πάρτη του και να τα ξαναβρεί με την Nina.Κάτι που εν τέλει γίνεται. Όλα τα λεφτά η σκηνή με το λεωφορείο των Europe, όπου κλείνει η «κόντρα» (ρεαλιστικά δεν παίζει κάτι τέτοιο) Tempest – Peter (κλαίω).
Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα του γούστου τους, η ταινία είχε επιτυχία, όπως και το EP, και έδωσε μεγάλη πάσα στους Europe για να ανανεώσουν το σκέλος της περιοδείας τους, βαφτίζοντας την «On The Loose Tour». Σε γήπεδα πλέον, και με ακόμα καλύτερο stage set, ενώ στο set list εμφανίστηκαν και μερικά νέα κομμάτια, τα «Danger on the Track», «Love Chaser» και η μπαλάντα «Carrie», που στην αρχή ήταν μόνο πιάνο και φωνητικά στην αρχική της μορφή. Είχαν κατακτήσει την χώρα τους και την Ιαπωνία, ενώ και η υπόλοιπη Ευρώπη είχε αρχίσει σιγά-σιγά να ακούει τους μουσικούς αγγελιοφόρους της. Με την Αμερική, ωστόσο, η ιστορία ήταν κάπως διαφορετική. Από τον Μάιο του ’85 που κυκλοφόρησε το «Wings of Tomorrow», δεν είχε τύχει κάποιας ευρύτερης ακρόασης και αποδοχής, μιας και η Epic δεν επένδυσε σχεδόν καθόλου στην προώθηση του. Δεν γυρίστηκε κανένα βιντεοκλίπ, κάτι όχι και τόσο λογικό, αφού το MTV είχε πάρει τα πάνω του μέχρι τότε και μάλιστα είχε αναδείξει σε τεράστια αστέρια συγκροτήματα όπως οι Def Leppard.

 Αντίθετα, πέρασαν το καλοκαίρι γράφοντας κομμάτια για άλλους. Συγκεκριμένα ο Tempest έγραψε δύο κομμάτια για την Tone Norum (αδελφή του John) τα «Can't You Stay?» και το «One Of A Kind» (το δεύτερο κατόπιν παραγγελίας του Dieter Dierks για τους Scorpions που δεν το χρησιμοποίησαν ποτέ ωστόσο). Αργότερα, έπεσε και η ιδέα για το φιλανθρωπικό project Swedish Metal Aid, ίσως η πρώτη metal απόπειρα του είδους, πριν από το αντίστοιχο και πιο γνωστό Hear ‘Ν’ Aid του θεού Ronnie James Dio, όπου πάλι την παράσταση έκλεψε ένας νεαρός Σουηδός κιθαρίστας, ο ημίθεος Yngwie Malmsteen! Με την συμμετοχή αποκλειστικά σουηδικών συγκροτημάτων από την ευρύτερη hard rock αφρόκρεμα της χώρας (η οποία εν πολλοίς είχε πάρει τα πάνω της αποκλειστικά και μόνο από τους Europe), ηχογραφήθηκε ένα τραγούδι του (ποιου άλλου) Joey Tempest, το «Give a Helpin' Hand», σε παραγωγή ενός μαέστρου της κιθάρας από τους Easy Action, του Kjell Hilding Lövbom, ή Kee Marcello όπως είναι γνωστός σε όλους. Ήταν η πρώτη φορά που ο Tempest συνεργάστηκε με τον Marcello, αλλά όχι και η τελευταία!
Και το ταξίδι συνεχίστηκε. Και έμεινε σε όλους μας αξέχαστο.
Κ.Τ.
THE FINAL COUNTDOWN (1986)
Μάιος 1986. Στα τότε γραφεία της δισκογραφικής εταιρείας CBS, στην οδό Μεσογείων 311, μόλις έχει τελειώσει το meeting της Δευτέρας όπου έχουμε ακούσει κάποια τραγούδια από το άλμπουμ του σουηδικού συγκροτήματος Europe. Κανείς μας δεν τους ήξερε αλλά όλοι «πιάσαμε» ότι το ομώνυμο κομμάτι θα γινόταν επιτυχία. Σε πρώτη φάση, αποφασίσαμε να το κυκλοφορήσουμε σε 500 αντίτυπα LED (Limited Edition, το βινύλιο τυπωμένο εδώ, το εξώφυλλο εισαγωγής, χωρίς εσώφυλλο) και βλέποντας τις αντιδράσεις της αγοράς θα το κυκλοφορούσαμε κι ελληνικό. 
Συμπωματικά εκείνη την ημέρα, είχε περάσει από το γραφείο ο Γιάννης Κουτουβός και του έβαλα κι άκουσε το “Final Countdown”. “Αυτό  θα γίνει μεγάλη επιτυχία» μου λέει, «παραγγείλετέ παραπάνω από 500 κομμάτια». «Κι εμείς το πιστεύουμε Γιάννη» του απαντώ «αλλά καλύτερα ας ξεκινήσουμε με 500 και αν πετύχει, το κυκλοφορούμε κανονικά». Έτσι έγινε η πρώτη παραγγελία του Final Countdown. Και για την ιστορία, τα πρώτα 500 έφυγαν σε 2 εβδομάδες, ξαναπαραγγείλαμε άλλα 500 και μετά το τυπώσαμε κανονικό σε ελληνικό εργοστάσιο, με τις τελικές πωλήσεις του να ξεπερνούν τις 50.000 αντίτυπα.

Σίγουρα είναι δύσκολο,  αν όχι λάθος, να προσπαθήσω μετά από 33 χρόνια να γράψω μια παρουσίαση για αυτό το καλό άλμπουμ που ακόμα κι αυτοί που αντιπάθησαν τους Europe λόγω της μεγάλης προβολής τους και (κυρίως) του Joey Tempest, παραδέχονται μετά από τόσα χρόνια ότι ανήκει στα καλύτερα hard rock άλμπουμ όλων των εποχών.
Με δεδομένο το ομώνυμο κομμάτι (Νο1 Μ.Βρετανία,Νο 8 Αμερική)  που τα πλήκτρα του "Mic" Michaeli σε ένα μοναδικό αθάνατο ρυθμό, το  άλμπουμ περιέχει τουλάχιστον άλλα τρία (σ.σ. συνολικά 4 ) τραγούδια που εξελίχθηκαν σε πολύ  μεγάλες επιτυχίες. Το "Rock the Night" (No12 Μ.Βρετανία) που προσωπικά το  θεωρώ ισοδύναμα τεράστιο με το “The Final Countdown”, το “Cherokee” και τη μπαλάντα  “Carrie”(Νο 22 Μ.Βρετανία Νο 3 Αμερική). Σε αυτά θα προσθέσω ακόμα ένα, το «On the Loose» που μαζί με το “Rock the Night” είχαν παρουσιαστεί στη σουηδική ταινία On the Loose (19850 και το  συγκρότημα τα επαναηχογράφησε για τις ανάγκες αυτού του άλμπουμ. Σε μια εποχή που το hairy metal θριάμβευε, οι Europe κυκλοφόρησαν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ. Προσέξτε ότι δεν υπάρχουν fillers, παρά μόνο καλά τραγούδια! Και σε αυτό, ρόλο  παίζει τόσο η παραγωγή του Kevin Elson όσο και το ώριμο παίξιμό τους! Σίγουρα το The Final Countdown είναι από τα καλύτερα hard rock άλμπουμ όλων των εποχών, ακούγεται από την αρχή έως τέλος με το ίδιο ενδιαφέρον.

Η μεγαλύτερη όμως επιτυχία τους, είναι το γεγονός ότι παρ’ όλη την τεράστια παγκόσμια επιτυχία, το συγκρότημα συνέχισε να κυκλοφορεί καλούς και πετυχημένους δίσκους. Και  μετά το Final Countdown, οι Europe υπήρξαν στο χάρτη με καλά άλμπουμ και επιτυχίες. Γιατί  είναι εξαιρετικά σύνηθες στη δισκογραφία μια επιτυχία ενός καλλιτέχνη να τον οδηγεί σε ένα επόμενο αδύναμο άλμπουμ ακόμα και διακοπή της καριέρας του! 
Μετά την τεράστια επιτυχία του άλμπουμ και την περιοδεία ο χαρισματικός κιθαρίστας John Norum αποχωρεί  με βασική αιτία την εμπορική στροφή του συγκροτήματος. Όλως περιέργως κυκλοφορεί το καλό προσωπικό άλμπουμ του  Out of Control που ακούγεται εντελώς Europe. Θυμάμαι ότι τότε δεν υπήρχαν ακόμα ιδιωτικοί ραδιοσταθμοί (984, Antenna Fm, Δημοτικός Θεσσαλονίκης και Top FM) παρά μόνο οι τοπικοί ραδιοσταθμοί της ΕΡΤ και οι ερασιτέχνες που έκαναν μεγάλη και καλή δουλειά και σχεδόν όλοι έκαναν το λάθος βάζοντας το δίσκο του(!) να λένε ότι είναι… Europe! Τελικά η…επανάσταση του Norum διήρκεσε αρκετά χρόνια αφού επέστρεψε το 2004 για το άλμπουμ της επανασύνδεσης Start from the Dark!
14 ΙΟΥΝΙΟΥ 1987
Εκείνο που μετά από τόσα χρόνια δεν ξέρουμε, είναι ποιος ήταν ο περίφημος, κυριολεκτικά, dj του ΣΕΦ που τη νύχτα της 14ης Ιουνίου 1987, την ώρα της απονομής έπαιξε το «The Final Conutdown« με τα γνωστά αποτελέσματα!

Η ιστορία όπως την έζησα μέσα από την δισκογραφική εταιρεία CBS έχει ως εξής: Τα δωρεάν δείγματα του ξένου ρεπερτορίου δίναμε τρία στελέχη της εταιρείας, ο Γιώργος Πολυχρονίου, ο Δημήτρης Γιαρμενίτης κι ο γράφων. Είναι εξαιρετικά πιθανό, ένας από τους τρεις να έχει δώσει στον dj το δίσκο, ΧΩΡΙΣ όμως να ξέρουμε ότι θα το χρησιμοποιήσει για το ΣΕΦ. Το πιο πιθανό είναι ο Dj να έπαιζε και σε κάποιο club ή ραδιόφωνο κι εκείνες τις ημέρες να έβαζε μουσική και στο ΣΕΦ! Για καλή μας τύχη, είχε «αυτί» και ταίριαξε το συγκεκριμένο τραγούδι με τη νύχτα του θριάμβου και βοήθησε να πουλήσουμε περισσότερο από 55.000 αντίτυπα και να γίνει χρυσό στη χώρα μας (σ.σ. τότε ο χρυσός δίσκος ήταν 50.000 αντίτυπα). 
Α.Ρ.

  Πόσο δύσκολο είναι να συνεχίζεις την πορεία σου πάνω στον δρόμο της απόλυτης επιτυχίας όταν την έχεις ήδη κατακτήσει; Μπορεί τελικά να μην είναι απλώς δύσκολο....αλλά σχεδόν ακατόρθωτο! Ένας τέτοιος προβληματισμός θα βασάνιζε τους υπευθύνους της CBS Records σχετικά με την χήνα που γεννούσε τα χρυσά αγά, τούς Europe!
-OUT OF THIS WORLD (1988)


  Το 1986 οι νότες που θα έβγαιναν από το Korg synthesizer του Mic Michaeli στο τραγούδι-ύμνο The Final Countdown, του ομότιτλου δίσκου, θα γινόντουσαν το εισιτήριο που θα έκλεινε την πρώτη θέση στο όχημα της επιτυχίας για τους Σουηδούς γόηδες. Συγκεκριμένα, παγκόσμια αναγνωρισιμότητα, σαρωτική κατάκτηση των charts της υφηλίου, δόξα, χρήμα και κατάχρηση τεράστιων ποσοτήτων....λακ! Η κούραση από την ατέλειωτη περιοδικά δυο χρόνων καθώς και η αποχώρηση του θεμέλιου λίθου της μπάντας John Norum, θα προμήνυαν την αρχή του τέλους της εμπορικής επιτυχίας και στην χειρότερη και της ιδίας της μπάντας, κάνοντας την έτσι, να πέσει στην λούπα της "once upon a time" one hit wonder band!
  Μάρτιος 1988. Οι Europe θα προσγειωθούν στο Λονδίνο και θα ξεκινήσουν άμεσα τις ηχογραφήσεις για το τέταρτο άλμπουμ, το "Out of this World". Στην μπάντα, το νέο πρόσωπο θα είναι ο κιθαρίστας Kee Marcello, από τους Easy Action, ο οποίος είχε αναπτύξει φιλικούς δεσμούς με το Joey Tempest κατά την διάρκεια της συνεργασίας τους στο τραγούδι «Give love a helping hand» για το φιλανθρωπικό project, Swedish Metal Aid και η  είσοδος του στους Europe θα γίνει το 1986, στα πλαίσια της "The Final Countbown tour". Το διάστημα ηχογραφήσεων του νέου δίσκου θα διαρκέσει τέσσερις μήνες με παραγωγό το φημισμένο Ron Nevison (UFO, Led Zeppelin, Kiss). Παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος παράγωγος ήταν προσωπική επιλογή της μπάντας, το τελικό αποτέλεσμα τούς άφησε μια μικρή πίκρα αφού η καλογυαλισμένης παραγωγή θα προδώσει έναν keyboard oriented rock χαρακτήρα στα τραγούδια, υπερκαλύπτοντας τη "βαθύτητα" εκτελέσεων.

  Το “Superstitious” θα είναι το πρώτο single που θα κυκλοφορήσει τον Ιούλιο του 1988 και θα πάει καρφί στο Νο 1 στη  χώρα τους όπως και το άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει ένα μήνα αργότερα. Ξεκίνημα της νέας παγκόσμιας περιοδείας με αρχή τις ΗΠΑ, δεχόμενοι πρωτίστως πρόταση από τους Def Leppard που εκείνο το διάστημα βλέπουν τις πωλήσεις του "Hysteria" να πέφτουν και που χρειάζονται ένα δυνατό όνομα για να μπουν και πάλι στο παιχνίδι. Μια βδομάδα πριν πέσουν οι υπέγραφες για να σφραγιστεί η συμφωνία το «Pour some sugar on me» θα είναι το νέο single του "Hysteria", εκτινάσσοντας τις πωλήσεις, του δίσκου, ισχυροποιώντας παράλληλα τις "μετοχές" των Def Leppard στο "μουσικό χρηματιστήριο". Η χημεία ανάμεσα στα δυο συγκροτήματα έχει δέσει και έτσι οι ίδιοι οι Leppard θα προτείνουν και πάλι στους Europe να τους ακολουθήσουν στην Αγγλική τους τουρνέ, εισπράττοντας αυτή τη φορά την άρνηση των Σουηδών οι οποίοι έχουν ήδη κλείσει για την Ασιατική τους τουρνέ. Big mistake!!!
  Στην Αμερική το "Out of this World" έφτασε στο Νο 19 του Billboard 200 album chart ενώ το Superstitious στο Νο 31 του Billboard Hot 100 singles chart.
  Δεύτερο single θα είναι το «Open your Heart”, με το ημερολόγιο να γράφει Οκτώβριος του 1988. Τα γυρίσματα του βίντεο κλιπ θα γίνουν στο Λονδίνο και να αναφέρουμε πως το τραγούδι προϋπήρχε στο άλμπουμ  "Wings of Tomorrow" και για τον λόγο του ότι είναι ένα σπουδαίο τραγούδι καθώς και ότι χρειαζόντουσαν μια δυνατή μπαλάντα για το σπρώξιμο του δίσκου, αποφάσισαν να το επανηχογραφήσουν, δίνοντας περισσότερο χώρο στα πλήκτρα και στις μελωδικές γραμμές της κιθάρας του Kee Marcello στο σόλο του τραγουδιού.

  Τον Νοέμβριο οι Europe θα ξεκινήσουν την Ασιατική περιοδεία, παίζοντας μπροστά σε 60.000 κόσμο (!!) σε ποδοσφαιρικό στάδιο στην Βομβάη στις Ινδίες. Η περιοδεία επίσης περιλάμβανε δυο βραδιές στο θρυλικό Budokan Arena του Τοκιο κατά την διάρκεια των οποίων, γυρίστηκε το βίντεο κλιπ για το single, το «Let the Good Times roll». Η Ευρωπαϊκή περιοδεία, διάρκειας τεσσάρων μηνών, θα αποδειχτεί ακόμα ένα success story για την μπάντα! Οι πωλήσεις του "Out of this World" θα φθάσουν τα δυο 2.000.000 αντίτυπα, πράγμα το οποίο θα θεωρηθεί ως αποτυχία (!!! μιας και που η προηγούμενη δουλεία τους είχε πουλήσει 6.000.000! 
  Φυσικά τα νούμερα είναι μόνο νούμερα! Η ιστορία έδειξε πως το άλμπουμ έγινε διαχρονικό και πως να μη γίνει αλώστε με κομματάρες όπως τα: «More than Meets the Eye”, “Ready or Not”  επηρεασμένο απο Thin Lizzy, “Coast to coast”, “Tomorrow”, “Sign of the times”, “Never say Die”, “Lights and Shadows” και “Just the Beginning”. Η πιο soft στιγμή της καριέρας τους η οποία όμως έδειξε πως το συγκρότημα βρισκόταν στον σωστό δρόμο. Άλλωστε ο ίδιος ο Joey Tempest το δήλωσε εξαρχής:
  Keep on walking that road and I'll follow!!!!
Σ.Γ.
  -PRISONERS IN PARADISE (1991)

  Καλοκαίρι 1989 και οι Europe εργάζονται πάνω στο πέμπτο τους άλμπουμ. Η απόφαση που θα παρθεί θα είναι κοινή συναίνεση! Η Αμερική, τα κορίτσια της, ο ηλιόλουστος καιρός και η χαλαρή διάθεση που επικρατεί εκεί θα είναι η πηγή έμπνευσης των σουηδών. Αυτός άλλωστε θα γίνει και ο λόγος που θα εγκατασταθούν στο εξωτικό L.A.! Από αυτή την ζύμωση θα προκύψουν τα τραγούδια
»Little bit of lovin'», «Seventh Sign”, “Bad Blood” και Homeland. Κατά την διάρκεια αυτών των sessions θα πεταχτούν μέχρι την Αγγλία για να λάβουν μέρος στο rock festival στο Milton Keynes παίζοντας -κλασσικά!- μπροστά σε 60.000 κόσμο μαζί με Skid row, Vixen και Bon Jovi. Το setlist θα περιλαμβάνει τέσσερα νέα τραγούδια, τα: “Yesterday's news”, “Seventh sign”, “Little bit of lovin'” και “Wild child”. Το αστείο είναι ότι πολλά περιοδικά θα τους χαρακτηρίσουν σαν πιο θορυβώδεις και από τους Motorhead, για να έρθει η πληρωμένη απάντηση από τον Αρχηγό στο πρόσωπο του Ian Haugland, όταν θα συναντηθούν σε κάποιο rock club του Λονδίνου, με τον τελευταίο να του συστήνεται ως ο drummer του rock σχήματος των Europe, λαμβάνοντας την αποστομωτική απάντηση πως "Μα οι Europe δεν είναι rock συγκρότημα!" Θεός Lemmy!!!!

  Επιστροφή στην Αμερική και εμφάνιση στο Whiskey A Go Go χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Le Baron Boys, εμπνευσμένο από τα αυτοκίνητα που είχαν νοικιάσει. Οι περιοδείες συνεχίζονται όπως επίσης και η διαδικασία σύνθεσης νέων τραγουδιών ενώ παράλληλα ξεκινάει η αναζήτηση παραγωγού. Η συνάντηση με τον Bob Rock θα γίνει σε στριπτιζάδικο (Hell yeah!!) ο οποίος όμως έχει κλείσει με τους Metallica (Black album). Τελικά, ο Beau Hill θα δώσει τέλος στην αναζήτηση των Σουηδών και έτσι θα ξεκινήσει μια συνεργασία που θα ικανοποιήσει και τις δυο πλευρές. Το πρόβλημα τώρα είναι πόσα και ποια τραγούδια θα μπουν στο νέο δίσκο. Από τα είκοσι τέσσερα που έχουν ετοιμάσει, θα πρέπει να επιλεγούν δεκατέσσερα εκ των οποίων τα δώδεκα θα είναι στον δίσκο και τα δυο θα κυκλοφορήσουν σε b-sides.

  Τον Νοέμβριο του 1990 θα έχουν επιλυθεί όλοι οι παραπάνω προβληματισμοί αφήνοντας μόνο μια εκκρεμότητα, τον τίτλο του άλμπουμ. "Break free" ή "Mind in the gutter" ; Η αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος, management και μετονομασία της CBS Records σε Sony Music Entertainment θα φέρει και νέα πρόσωπα στο management της εταιρείας τα οποία θα εκφράσουν έναν έντονο αρνητισμό ως προς την τελική μορφή του δίσκου, ακυρώνοντας την κυκλοφορία του αφού θεωρούν πως δεν υπάρχουν hits. Τέσσερα νέα τραγούδια θα γραφτούν, τα: “All or nothing”, “Halfway to heaven”, “Prisoners in Paradise” και “I'll cry for you”. Η διαδικασία τελικής μορφής του άλμπουμ θα επαναληφθεί για μια ακόμα φορά, αφήνοντας εκτός τα: “Here comes the night”, “Sweet love child”, “Mr Government Man” και “Long time comin'”, ενω τα "Break free" και "Yesterday's news" θα μπουν ως bonus tracks στην Γιαπωνέζικη έκδοση. Ο νέος τίτλος  του δίσκου θα είναι πλέον "Prisoners in Paradise". Στο σημείο αυτό να πούμε πως τα κομμάτια που έμειναν εκτός θα κυκλοφορήσουν σε bootleg με την επωνυμία "Le Baron Boys" το οποίο μπορείτε να ακούσετε στο Youtube.

  Το "Prisoners in paradise" θα κυκλοφορήσει στις 23 Σεπτέμβριου 1991 και θα πάει στο Νο 9 στην Σουηδία. Στην Αγγλία η υψηλότερη θέση που θα φθάσει θα είναι το Νο 61, ενώ σε παγκόσμια κλίμακα οι πωλήσεις αγγίξαν το 1.000.000 αντίτυπα. Το «Prisoners in Paradise» κυκλοφορήσει σαν single στην Ευρώπη, οχι όμως στην Αγγλία, φθάνοντας στο Νο 8 στην γεννέτηρα τους. Το δεύτερο single, το «I'll cry for you», στην Αγγλία έφτασε στο Νο 28. Τελευταίο single ήταν το «Halfway to heaven» με το βίντεο κλιπ να είναι γυρισμένο σε αυτό που αποκαλεί "chicken hole" ο Dee Snider, δηλαδή το Marquee του Λονδίνου.
  Η κούραση και το ολοένα μεταβαλλόμενο μουσικό τοπίο με την υποβάθμιση του melodic rock και την άνοδο του grunge θα κάνει την μπάντα να πατήσει φρένο σε πρώτη φάση. Το κλίμα έντασης ανάμεσα στους Joey Tempest και Kee Marcello σχετικά με την πρωτοκαθεδρία στην μπάντα θα γίνει και ο κύριος λόγος που θα δέσουν και χειρόφρενο σε δεύτερη φάση. Το "αντίο" των Europe στους fans θα έρθει στην συναυλία στο Portsmouth στην Αγγλία στις 5 Μαρτίου 1992 και οι τίτλοι τέλους για μια από τις πιο λατρεμένες μπάντες στην παγκόσμια μουσική θα πέσουν!


  Χωριστοί πλέον δρόμοι για το κάθε μέλος με κάποιες προσπάθειες επανασύνδεσης με σημαντικότερη αυτή του 2.000 όπου θα εμφανιστούν σύσσωμη, με τους δυο κιθαρίστες μάλιστα, παίζοντας τα «Rock the night» και «The Final Countdown” σε show στην Στοκχόλμη για τον εορτασμό του Millenium. Η σύνθεση του "The Final Countdown" θα επαενννωθεί επίσημα το 2004 και μετά από δεκατέσσερα χρόνια θα βάλουν τέλος στην δισκογραφική σιωπή τους με την κυκλοφορία του άλμπουμ "Start from the dark", με έναν εντελώς διαφορετικό ήχο σηματοδώντας με αυτόν τον τρόπο την καινούργια τους αρχή.

   Επιστέφοντας στο "Prisoners in paradise", ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί αυτό που λέμε "το τέλος της εποχής". Μιας εποχής που πολλοί επέλεξαν, συμπεριλαμβανομένου και εμού, να θυμούνται και να δοξάζουν τους Europe γι’ αυτό το οπαίο ήταν και είναι, πάντα με καθαρά υποκειμενικά κριτήρια. Και τι ακριβώς είναι;....... Το μεγαλύτερο rock συγκρότημα που βγήκε ποτέ από την Σκανδιναβία!
     ......συγνώμη Lemmy!......


Σ.Γ.





Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. Τεραστιοι , παρεξηγημενοι και αδικημενοι .

    Απο τις μπαντες που πεφτουν , θυμα του ενος η δυο κομματιων τους που κανουν παγκοσμια διαχρονικη επιτυχια . Παπαδες να φτιαχνουν ,για το final countdown θα τους ξερουν . Αλλο χαρακτηριστικο παραδειμα οι Survivor και αρκετοι αλλοι . Και προς διευκρινηση ειναι αλλο πραγμα koinh επιτυχια και αλλο παγκοσμια διαχρονικη επιτυχια . Στην δευτερη περιπτωση ειναι πολυ δυσκολο να αποφυγεις το 'μοιραιο ' εκτος αν εισαι οι Beatles ...

    Καλυτερο αλμπουμ τους για μενα ειναι το 'out of this world' λογω της εξωπραγματικα μελωδικης κιθαρας (και τεχνικης) του Marcelo αλλα και του γενικοτερου ηχου τους και φυσικα των συνθεσεων .

    Οποτε καπου στο out of this world ειναι θεωρω το peak τους και εκει ειναι η πραγματικη ταυτοτητα τους ,γιατι η αρχη τους εμοιαζε λιγο σαν να ακροβατει μεταξυ του ευρωπαικου metal και του μελωδικοτερου 'εμπορικου 'ηχου της εποχης και με μια παραγωγη λιγο περιεργη .

    Απο το 'start from the dark ' και μετα η συνταγη κατ εμε χαλασε , ναι μεν ο ηχος ειναι πιο συγχρονος ,πιο dark , ομως δεν αρκει . Europe εισαι ,πρεπει να εχεις ρεφρενιες που σπανε κοκκαλα . Απο την αλλη σαν αντιλογο ,θα μπορουσε να πει κανεις οτι την 'ψαχνουν ' ακομα την δουλεια μουσικα .

    Το κειμενο ειναι τεραστιο και δυσκολα διαβαζεται , πολυ πραγμα ,χαρα στο κουραγιο του ανθρωπου που το εγραψε .

    Μια αναφορα θα εκανα στο τεραστιο συνθετικο ταλεντο του Tempest που για μενα ειναι 'ολοι οι Europe ' , φωναρα και πολυ καλος συνθετης .
    Και οσοι θελουν να δουν και τι αλλα κομματια μπορει να γραψει , να ακουσουν τα προσωπικα του τα οποια τοποθετουνται στην κατηγορια του διαμαντιου .

    ειναι επισης πολυ ενδιαφερον να ψαξει κανεις και βρει

    1. ενα αρκετα παλαιοτερο ντοκυμαντερ , για την ιστορια τους στο youtube ,στο οποιο εξιστορει ο Tempest πως εγραφε τα κομματια στο σπιτι του και γενικα εχει μια νοσταλγικη διαθεση .

    2. μια lounge εκτελεση απο τους ιδιους τους Europe του final countdown , ειναι πραγματικα υπεροχη .


    * αν θελει καποιος να ακουσει νεοτερους καλλιτεχνες πανω στα 'πατηματα ' του out of this world , να ακουσει (οσοι δεν τον ξερουν φυσικα ,δεν μιλαω για τους ανθρωπους του σαιτ ) τον Andree Theander και τους Theander expression .Σαφης επιρροη οι Europe του συγκεκριμενου δισκου .


    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *