BONFIRE: EUROPEAN MADE ΜΕΛΩΔΙΚΟ HARD ROCK

Ο Χρήστος Ζερβός δηλώνει fan των Bonfire και καταθέτει τη γνώμη του για τα 4 καλύτερα άλμπουμ τους. Διαβάστε ποια είναι και γιατί!
Μπορεί οι ΗΠΑ να έχουν την πρωτοκαθεδρία στην ιστορία του μελωδικού hard rock, με συγκροτήματα που έγραψαν ιστορία, έκαναν μυθικές πωλήσεις,  εκτεταμένες περιοδείες και κυριάρχησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον μουσικό τύπο, στο ραδιόφωνο και στο MTV, αλλά και η Ευρώπη δεν έμεινε αμέτοχη.
    Έχει και αυτή τη δική της ιστορία, τόσο με μπάντες  - ελάχιστες -  που κατάφεραν να κάνουν μεγάλη καριέρα και στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού (πχ. Def Leppard, Europe), όσο και με μπάντες που περιορίστηκαν στην Ευρωπαϊκή ήπειρο και τη Μεγάλη Βρετανία, αλλά είχαν ανάλογη επιτυχία για τα ευρωπαϊκά δεδομένα και έγραψαν την δική τους ιστορία  Ένα από αυτά τα συγκροτήματα είναι και οι Γερμανοί Bonfire, ένα από τα γνωστότερα συγκροτήματα του ευρωπαϊκού μελωδικού hard rock, οι οποίοι γνώρισαν μεγάλη επιτυχία στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και είναι δραστήριοι ακόμα και σήμερα. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθώ με τα τέσσερα πρώτα και πιο γνωστά στο ευρύ κοινό άλμπουμ τους με τα οποία μάλιστα κλείνει και η πρώτη περίοδός τους, καθώς το διάστημα 1993 – 1996 το συγκρότημα βρισκόταν ουσιαστικά σε παύση.
   
    Δημιουργήθηκαν το 1972 στο Ingolstadt της Βαυαρίας ως Cacumen, από τον κιθαρίστα Hanz Ziller, τον επίσης κιθαρίστα αδερφό του, Karl και κάποιους φίλους από το σχολείο. Όταν, μετά από διάφορες δοκιμές , βρήκαν τον κατάλληλο τραγουδιστή στο πρόσωπο του Clauss Lessmann, τότε εμφανίστηκαν και δισκογραφικά, αρχικά με το single “Riding away”  τo 1979 και στη συνέχεια με δύο άλμπουμ, το ομώνυμο “Cacumen” (1981) και το “Bad Widow” (1982).  Καθώς οι οπαδοί και οι ζωντανές εμφανίσεις τους άρχισαν να αυξάνονται, έφτασε η ώρα να υπογράψουν με την BMG η οποία όμως απαίτησε την αλλαγή του ονόματος σε κάποιο πιο εμπορικό -  και σε τελική ανάλυση είχε δίκιο. Έτσι, τον Μάιο του 1986 οι Cacumen αναβαπτίζονται σε Bonfire και ξεκινάει η νέα φάση τους.

DON'T TOUCH THE LIGHT
(1986)

    Τον Ιούνιο του 1986, κυκλοφορούν το – τυπικά – πρώτο άλμπουμ τους “Don’t touch the light” με την ακόλουθη σύνθεση: Claus Lessmann – φωνητικά, Hans Ziller – κιθάρες, Horst Maier-Thorn – κιθάρες, Joerg Deisinger – μπάσο και Dominik Huelshorts – ντραμς. Η συγκεκριμένη σύνθεση (πλην του ντράμερ) θα συνεχίσει και στο επόμενο άλμπουμ αλλά έκτοτε θα αλλάξει πολλές φορές, με τον πυρήνα του συγκροτήματος να είναι, ουσιαστικά, οι Lessmann – Ziller.
    Για να επανέλθω, το ντεμπούτο πρόκειται για ένα πολύ καλό άλμπουμ , το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει μελωδικό hard rock ή glam metal των ΗΠΑ. Αντιθέτως, εδώ έχουμε ένα κλασικό ευρωπαϊκό hard rock/heavy metal άλμπουμ των 80s με κάποια πιο μελωδικά/εμπορικά στοιχεία (όπως για παράδειγμα οι Pretty Maids του ντεμπούτου αλλά και του Future World), με ωραία δουλειά στις κιθάρες και τα σόλο και με ρεφραίν που σου μένουν σχεδόν άμεσα στο μυαλό. Επιπλέον, θυμίζουν πάρα πολύ τους Scorpions της τότε περιόδου, ενώ τα φωνητικά του Lessmann θυμίζουν τα αντίστοιχα του Klaus Meine, με την χαρακτηριστική γερμανίλα στην προφορά των αγγλικών, τα οποία προσθέτουν στους Bonfire ένα χαρακτηριστικό που τους ξεχωρίζει άμεσα από ομοειδή Ευρωπαϊκά συγκροτήματα.
    Κλασικό και πιο γνωστό κομμάτι του άλμπουμ είναι η φοβερή μπαλάντα “You make me feel” από την οποία μάλιστα τους γνώρισα και εγώ γύρω στο 1988-1989, όταν την άκουσα σε μια επιλογή με μπαλάντες, τη “Metal Ballads”, γερμανικής παραγωγής. Πέρα από την μπαλάντα όμως, δεν είχα ακούσει τότε κάτι άλλο από Bonfire.

    Πολύ καλά τραγούδια είναι επίσης το εναρκτήριο – μετά το Intro – “Staring eyes” με το φοβερό σόλο, η κομματάρα “Hot to Rock” με το στακάτο, για headbanging, riffing και το κλασικομεταλικό σόλο και το  - copy/paste από άλμπουμ των Scorpions – “Longing for you”, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στο EP των Cacumen, “Longing for you” (1985). Το συγκεκριμένο EP, κυκλοφόρησε μετά το δεύτερο άλμπουμ των Cacumen και ήταν αυτό που έκανε την BMG να τους προσέξει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Δείτε μάλιστα εδώ  και ένα video του τραγουδιού με την μπάντα ως Cacumen και τον Claus Lessmann με μουστάκα α-λα Rudolf Schenker (!!!). Πέρα από το γέλιο όμως, βλέπουμε την κλασική metal 80s αισθητική, όπως και το Accepet, Judas Priest  στήσιμο της μπάντας στη σκηνή. Αξέχαστες ηρωικές εποχές!!! 
    Ενδιαφέρον είναι το κομμάτι “SDI” με στίχους ταιριαστούς για την τότε εποχή του ψυχρού πολέμου (SDI= Strategic Defense Initiative, το γνωστό αμυντικό αντιπυραυλικό  πρόγραμμα του Ronald Reagan, «Πόλεμος των ‘Αστρων» - Star Wars), το επίσης Scorpions-like , “No More”  και τέλος το πολύ καλό “L.A.” , όπου γίνεται για πρώτη φορά εμφανής η αγάπη τους για την μουσική σκηνή του Los Angeles και η εμμονή τους να γνωρίσουν επιτυχία στις ΗΠΑ.
    Στα θετικά του πρώτου άλμπουμ είναι και η μικρή του χρονική διάρκεια (περίπου 38 λεπτά) που το κάνουν πολύ ευχάριστο στο άκουσμα και  καθόλου κουραστικό.
FIREWORKS (1987)

    Τον αμέσως επόμενο χρόνο (1987), κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους, “Fireworks”, το οποίο τους έκανε ευρύτερα γνωστούς – τουλάχιστον στην Ευρώπη – και θεωρείται από την πλειονότητα των οπαδών τους ως το καλύτερο άλμπουμ τους. Εξάλλου, μέχρι σήμερα, 6 με 7 κομμάτια από το άλμπουμ αυτό περιλαμβάνονται πάντα στα setlists των εμφανίσεών τους.
    Στο “Fireworks” υπάρχει η ίδια σύνθεση του συγκροτήματος εκτός του ντράμερ, όπου για την θέση του επιστρατεύτηκε προσωρινά ο Ken Mary, ντράμερ των αμερικανών heavy/power metal θεούληδων , Fifth Angel. Επιπλέον, παραγωγός ανέλαβε ο γνωστός Michael Wagener.
    Στο συγκεκριμένο, πάρα πολύ καλό άλμπουμ, έχουν περιοριστεί οι Scorpions επιρροές και έχει γίνει πλέον εμφανές το πιο μελωδικό hard rock στοιχείο που προσπαθούν να προβάλουν. Άλλωστε, οι Bonfire ποτέ δεν έκρυψαν την επιθυμία τους να γνωρίσουν επιτυχία και στις ΗΠΑ και προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν συνθετικά.
    Πρώτος “κράχτης” του άλμπουμ η δεύτερη κλασική τους μπαλάντα, “Give it a try”, με την οποία «έλιωναν» πολλοί χωρισμένοι και χωρισμένες που θα έδιναν τα πάντα για μια δεύτερη ευκαιρία.   
    Εκτός του “Give it a try”, βέβαια, υπάρχει μια σειρά τραγουδιών το ένα καλύτερο από το άλλο τα οποία δίκαια έχουν χαρίσει στο άλμπουμ τον τίτλο του  “κλασικού”. Ξεκινάμε με το δυναμικό εισαγωγικό “Ready 4 Reaction”, που βάζει τον ακροατή άμεσα στο κλίμα του άλμπουμ. Γρήγορο κομμάτι με πιασάρικο ρεφραίν και ωραίο σόλο το οποίο καταλήγει σε κλασική metal δισολία. Το “Never mind” που ακολουθεί κινείται σε πιο mid tempo ρυθμούς και έχει και κάποια ωραία γεμίσματα με πλήκτρα. Από τα πιο ωραία κομμάτια του άλμπουμ είναι το “Sleeping all Alone”, ένα χαρακτηριστικό ποιοτικό εμπορικό κομμάτι με πολυφωνικό ρεφραίν ιδανικό για sing along καταστάσεις σε συναυλίες και ωραία γέφυρα μετά το δεύτερο ρεφραίν. Για την κιθαριστική δουλειά είναι περιττό να επαναλαμβάνομαι καθώς είναι άψογη, όχι μόνο στο συγκεκριμένο κομμάτι, αλλά σε ολόκληρο το άλμπουμ.


    Μαζί με το “Sleeping…” , θα βάλω στην τριάδα των καλύτερων κομματιών του άλμπουμ το “Sweet Obsession” , κλασικό hit του συγκροτήματος και το αγαπημένο μου “American Nights”,  με πολύ όμορφο ρεφραίν και άλλη μια δήλωση της αγάπης τους για την Αμερική και την μουσική σκηνή της (και λίγο “γλείψιμο” θα έλεγα εγώ προς τους Αμερικανούς ακροατές).
    Άλλο ένα δυναμικό, γρήγορο και με όλα τα στοιχεία του hit τραγούδι, είναι το “Champion”, το οποίο αποτελεί στανταράκι στα setlists, ενώ ωραίο κομματάκι είναι το μπαλαντοειδές “Fantasy”, με σημεία ακουστικής κιθάρας και μελωδικό σόλο που θυμίζει μπάντες του αμερικάνικου heavy/power των 80s.
    Για το τέλος αφήνω τα “Get me wrong” και “Rock me now” τα οποία, χωρίς να είναι κακά κομμάτια, εμένα προσωπικά δεν με τρελαίνουν, ιδιαίτερα το δεύτερο. Πάντως το ξεκαθαρίζω , για πέταμα δεν είναι. Απλά τα υπόλοιπα είναι τέτοιες κομματάρες , που δυο κομμάτια λιγότερο καλά δεν χαλάνε σε καμία περίπτωση την συνολική εικόνα και αίσθηση του άλμπουμ.

    Συνοψίζοντας, το “Fireworks” αποτελεί την καλύτερη εμπορική στιγμή και μεγάλη επιτυχία τους, που τους έδωσε την ώθηση που χρειάζονταν ώστε να αναγνωριστούν από το ευρύ metal κοινό. Στο άλμπουμ αυτό έχουν «αμερικανοποιήσει» τον ήχο τους,  και έχουν προσαρμόσει το image τους έτσι που να παραπέμπει στα μελωδικά hard rock συγκροτήματα των ΗΠΑ. Έχουν διατηρήσει όμως σε μεγάλο βαθμό την metal χροιά τους αποφεύγοντας «γλυκανάλατες» στιγμές, γεγονός που τους επέτρεψε να παραμείνουν αγαπητοί και στη μερίδα των mainstream heavy metal οπαδών.
    Με την κυκλοφορία του άλμπουμ , βγήκαν σε 9μηνη περιοδεία 80 εμφανίσεων από τις οποίες οι περισσότερες έγιναν στην Ευρώπη, 11 από αυτές στη Μεγάλη Βρετανία και – δυστυχώς γι’ αυτούς – μόνο 2 στις ΗΠΑ, όπου ήταν ο διακαής τους πόθος.
POINT BLANK (1989)
   
    1989 και τρίτο άλμπουμ για τους Bonfire, το “Point Blank”. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του άλμπουμ, ο κιθαρίστας και εκ των βασικών συνθετών, Hans Ziller, αντιμετώπισε κάποια προσωπικά-οικογενειακά προβλήματα που τον δυσκόλευαν να αφοσιωθεί απόλυτα στη μπάντα, γεγονός που οδήγησε στην απόλυσή του από το συγκρότημα κατ’ απαίτηση της εταιρείας τους ΒΜG, παρότι είχε συνθετική συμμετοχή σε 4-5 τραγούδια του άλμπουμ. Έτσι, από τον βασικό πυρήνα του συγκροτήματος έμεινε μόνο ο Claus Lessmann, ενώ στην κονσόλα του παραγωγού κάθισε για δεύτερη φορά ο Michael Wagener.
      Η προσωπική μου άποψη για το “Point Blank”, είναι ότι πρόκειται για το καλύτερο και πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ τους. Και αυτό το γράφω έχοντας ακούσει τα τέσσερα πρώτα άλμπουμ τους δεκάδες φορές από την αρχή μέχρι το τέλος και όχι ως “hitάκιας” ακροατής ή ακροατής των 2-3 πρώτων τραγουδιών κάθε άλμπουμ. Έχει όμως ένα μεγάλο «μειονέκτημα» και αυτό είναι η μεγάλη του διάρκεια. Μιλάμε για άλμπουμ σχεδόν 58 λεπτών, σε μια εποχή που η μέση διάρκεια των άλμπουμ του μελωδικού hard rock ήταν περίπου 40 με 43 λεπτά.
    Το “Point Blank” έχει 15 κομμάτια και δυο ιντερλούδια (“Minestrone” και “Jungle Call”) και αν επιχειρήσει κάποιος να το ακούσει τις πρώτες φορές από την αρχή ως το τέλος, φτάνοντας στο έβδομο ή όγδοο τραγούδι δεν θα θυμάται πώς  ήταν τα πρώτα. Χρειάζονται οπωσδήποτε πέντε ακούσματα και μάλιστα με διαφορετική σειρά για να μπορέσει κάποιος να σχηματίσει μια πρώτη, πιο ουσιαστική, εικόνα για το άλμπουμ. Όταν το κάνει όμως, δεν πρόκειται να απογοητευτεί.   
    Το “Point Blank” ξεκινάει με τρία δυναμικά τραγούδια, πιο κοντά στο προηγούμενο ύφος τους, τα “Bang Down the Door”, “Waste no time” και το super hit “Hard on me” για το οποίο έκαναν και βίντεο και ήταν μάλιστα το πρώτο τραγούδι τους που άκουσα -  εκτός των «Give it a try” και “You make me feel”  - πίσω στο 1990 και η αιτία που έσπευσα να αγοράσω το άλμπουμ. Βέβαια, έπεσα και εγώ στην παγίδα της μεγάλης του διάρκειας που προανέφερα και μετά από 2-3 ακούσματα το εγκατέλειψα ως «βαρετό» για να το ανακαλύψω τουλάχιστον 15 χρόνια αργότερα και με άλλα μυαλά.

    Για να επανέλθω, μετά την απλά καλή μπαλάντα “Why is it never enough” και το μεσαίων ταχυτήτων “Tony’s Roulette”,  ακολουθεί ο ουσιαστικός καταιγισμός από κομματάρες. “You’re back” ,για να επανέλθουμε στην τσίτα μετά το χαλαρό “Tony ’s roulette” και στην συνέχεια το καταπληκτικό μπαλαντοειδές, χαλαρό και ταξιδιάρικο “Look of Love”, στα χνάρια αντίστοιχων κομματιών από αμερικάνικες μπάντες.
    Το επόμενο, “Price of loving you” είναι ένα πολύ καλό και ιδιαίτερο κομμάτι με αρκετές αλλαγές τονικότητας , τόσο στο κουπλέ, όσο και από κουπλέ σε ρεφραίν, ενώ το “Freedom is my belief” μπαίνει με λίγων δευτερολέπτων εισαγωγική slide guitar μελωδία για να εξελιχθεί σε δυνατό μελωδικό hard rock κομμάτι με ωραίο ρεφραίν και αρκετά slide σημεία στο σόλο.
    “Gimme some” για ωραίο χτύπημα και μετά άλλη μια κλασική εμπορική κομματάρα αμερικάνικού τύπου, το “Say Goodbye”, με κοφτά riffs στο κουπλέ, πολυφωνικό ρεφραίν και μελωδικό σόλο. “Never surrender” για πιο metal καταστάσεις, το οποίο έχει την κλασική δομή: ακουστικό κουπλέ, χώσιμο στη γέφυρα,  δυναμικό ρεφραίν και σπάσιμο με ακουστική κιθάρα για να ακολουθήσει κλασικό metal σόλο. Από τα κορυφαία τραγούδια του άλμπουμ! Και πριν ηρεμήσουμε από το “Never surrender”, έρχεται καπάκι άλλη κομματάρα , το “(20th century) Youth Patrol) με φοβερό, europower, πολυφωνικο υμνικό ρεφραίν και σολάραμε tapping έτσι όπως μόνο μια κεντροευρωπαϊκή (πόσο μάλλον Γερμανική ) μπάντα θα μπορούσε να παίξει.
    Και εκεί που λες «Δεν μπορεί, τώρα θα έρθει και το filler του άλμπουμ», έρχεται το προτελευταίο “Know right now” , ένα πολύ καλό μελωδικό κομμάτι για να προετοιμάσει ιδανικά το κλείσιμο του άλμπουμ. Το τελευταίο, “Who’s fooling who”, μόνο με  ακουστική κιθάρα και φωνητικά και με τον ήχο τον κυμάτων στο τέλος  αποτελεί τον χαλαρωτικό επίλογο του “Point Blank”.
     Για το άλμπουμ, οι Bonfire έδωσαν 51 συναυλίες τα έτη 1989-1990, χωρίς να παίξουν ούτε μια φορά στις Αμερική, ενώ έκαναν 5 εμφανίσεις στην Μεγάλη Βρετανία όπου μπήκαν και για μια εβδομάδα στα charts.
    Απ’ ότι φάνηκε, παρά τις ατέρμονες προσπάθειές τους, οι Bonfire δεν θα έκαναν επιτυχία στις ΗΠΑ. Και αυτό είναι και κάπου λογικό αφού οι Αμερικανοί είχαν την δική τους,  melodic/glam σκηνή  που ηγούνταν εκείνη την εποχή και οποιαδήποτε προσπάθεια άλλου συγκροτήματος εκτός ΗΠΑ να μπει στα δικά τους χωράφια ήταν καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία, όσο ποιοτική μουσική και αν έπαιζε (εξαίρεση τα ξαδερφάκια τους , οι Άγγλοι Def Leppard).
    Τα παραπάνω, βέβαια, δεν αναιρούν την μουσική αξία του “Point Blank”, το οποίο εκτιμήθηκε περισσότερο από τους Ευρωπαίους οπαδούς (πλην Λακεδαιμονίων – Ελλήνων!) οι οποίοι, εκείνη την εποχή τουλάχιστον, ήταν περισσότερο σκεπτόμενοι και ποιοτικοί ακροατές σε σχέση με τους αμερικάνους που γίνονταν πιο εύκολα έρμαια της μόδας και του MTV. Και αυτό γιατί το άλμπουμ, μπορεί μεν να είναι εμπορικό αλλά διατηρεί σε μεγάλο βαθμό, όπως έγραψα και στο “Fireworks”, τον metal ήχο του, κάτι που στην ηπειρωτική Ευρώπη μέτραγε περισσότερο για τους οπαδούς του σκληρού ήχου.
KNOCK OUT (1991)    
   
    Το “Knock out” ήταν το τελευταίο άλμπουμ της πρώτης περιόδου τους και μάλλον βγήκε περισσότερο μετά από πιέσεις της εταιρείας τους,  BMG,  παρά από πραγματική θέληση του συγκροτήματος, αφού πλέον είχαν απογοητευθεί που δεν μπόρεσαν να αναγνωριστούν στις ΗΠΑ , ενώ ο Clauss Lessmann δεν αισθανόταν πια άνετα στη μπάντα χωρίς τον φίλο του Hanz Ziller. H BMG μάλιστα, τού απαγόρευσε να συμμετάσχει συνθετικά αλλά και τραγουδώντας, σε μια μπάντα που έφτιαξε ο Ziller φεύγοντας από τους Bonfire, τους EZ Livin’.
    Παρόλα αυτά, το άλμπουμ, αν και διεκπεραιωτικό, δεν είναι κακό. Ο ήχος έχει γίνει ακόμα πιο αμερικάνικός και γυαλισμένος και τα metal στοιχεία έχουν μειωθεί αρκετά , αλλά δεν είναι για πέταμα, καθώς, ως γνωστόν, οτιδήποτε είναι made in Germany, έχει κάποια minimum standards ποιότητας!

    Από το “Knock out” λοιπόν, ξεχωρίζουν τα “The Stroke”, μια πολύ καλή διασκευή στο original τραγούδι του rocker Billy Squire από το άλμπουμ του “Don’t say no” του 1981, η οποία στο “Knock out” έχει πιο εκτεταμένο και πιο metal σόλο (βλ. επίσης το σχετικό άρθρο στο «Θυμάστε τους… στο site μας), το “Dirty Love” , ένα φοβερό ρυθμικό πιασάρικο τραγούδι με Acceptικό σόλο, το “Rivers of Glory”, μια  ατμοσφαιρική μπαλάντα, διαφορετική από τις κλασικές εμπορικές, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι βγάζει μια επική αίσθηση, ενώ έχει πολύ όμορφες μελωδίες σε πιάνο και κιθάρα, το “Home Baby”, ένα ερωτικό, συναισθηματικό κομμάτι με σόλο που θυμίζει τα σόλο του Vito Bratta στους White Lion και τέλος το “Shake Down” με ένα southern rock στυλ.
    Το άλμπουμ δεν πήγε καλά, αλλά αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, κυρίως στη χρονική συγκυρία της κυριαρχίας του grunge. Μετά την κυκλοφορία του, το συγκρότημα έδωσε περίπου 30 συναυλίες αλλά  τον Σεπτέμβριο του 1992 ο Lessmann αποχώρησε από το συγκρότημα, το οποίο έμεινε πλέον χωρίς κανένα από τα βασικά του μέλη (Lessmann/Ziller) και παρά τις προσπάθειες που έκανε η εταιρεία να βρεθεί αντικαταστάτης στα φωνητικά (o Michael Bormann στην προκειμένη περίπτωση), οδηγήθηκαν στην διάλυση.

   
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ   

    Μετά τη διάλυση τους το 1992 οι Ziller/Lessmann, συνεργάστηκαν φτιάχνοντας το project Lessmann/Ziller, το οποίο το 1995 το μετονόμασαν σε ΕΧ. Βλέποντας ότι δεν μπορούν να έχουν κάποια επιτυχία χωρίς το όνομα Βonfire, αποφάσισαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα του ονόματος και τελικά κατάφεραν να επαναδραστηριοποιήσουν τους Bonfire το 1996.
    Από τότε μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 12 άλμπουμς , ενώ το 2015 ο Lessmann αποχώρησε εκ νέου από το συγκρότημα και ανέλαβε ο David Reece (ex-Bangalore Choir, ex-Accept) με τον οποίο κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ, ενώ από το 2017 τραγουδιστής τους είναι ο Alexx Stahl.Τα περισσότερα άλμπουμ τους από το 1996 έως σήμερα είναι αξιόλογα και αξίζει να ασχοληθεί κάποιος μαζί τους, απλά δεν μπορεί να γίνει στο παρόν άρθρο η παρουσίασή τους λόγω υπερβολικού όγκου. Αλλά μέσω Youtube ή torrents μπορείτε να κάνετε την προσωπική σας έρευνα.


TRIVIA

 - Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων του “Point Blank”, κυκλοφόρησαν το single “Sword and Stone”  με το ομότιτλο πασίγνωστο τραγούδι, μια σύνθεση των Desmond Child , Paul Stanley (KISS) και Bruce Kulick (KISS) το οποίο εμφανίστηκε στο soundtrack της ταινίας του Wes Craven, Shocker. Μάλιστα, το τραγούδι αρχικά προοριζόταν για το άλμπουμ των KISS, “Crazy Nights” αλλά έγινε γνωστό και από την εκτέλεση του κιθαρίστα των Loverboy, Paul Dean κι από το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ.


- Οι Bonfire έχουν εμφανιστεί επτά φορές στην Ελλάδα. Στις 14/11/2004 στο club Υδρόγειος στη Θεσσαλονίκη, στις 8/10/2006 στο Gagarin στην Αθήνα, στις 16&17/10/2010 στα club Principal και Gagarin αντίστοιχα (Θεσσαλονίκη – Αθήνα), στις 17/7/2015 στο Chania Rock Fest, στις 5&6/9/2015 στην παραλία Αγγελοχωρίου στη Θεσσαλονίκη και στο Κύτταρο στην Αθήνα. Από όλες τις παραπάνω είχα βρεθεί στις 17/10/2010 στο Gagarin , σε εκείνη τη θεϊκή συναυλία με headliners τους Firehouse και δεύτερο support τους Pretty Maids.
Στις 14 και 15 του ερχόμενου Σεπτεμβρίου, θα εμφανιστούν στο The Crow club στην Αθήνα και στο Eightball στη Θεσσαλονίκη.


ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΕΡΒΟΣ

11/8/19



Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. ωραιοι ,τους κατατασω στην β' εθνικη (αυτο δεν λεει κατι η, προσωπικη μου αποψη δεν εχει βαρυτητα , αμπελοφιλοσοφικου χαρακτηρα σχολιο ειναι ) οχι απο πλευρας αξιας μουσικης, απο πλευρας 'βαρυτητας ' κομματιων . Ειναι η μαγικη στιγμη που καποια συνθεση φευγει απο τον χαρακτηρισμο του 'συμπαθες ' και καλου και παει στο διαχρονικο .
    Οπως λεει το αναλυτικο αρθρο , ξεκινησαν πανω στις ραγες των Scorpions χωρις φυσικα ποτε να τους πλησιασουν . Η μπαλαντα τους you make me feel ειναι 'τεφαρικι ', μαλιστα την εποχη εκεινη παιζοταν και αρκετα απο τους τοτε 'πειρατικους ' . Γενικα η Γερμανια ειναι μια απο τις 'hardrock-ομανες ' οπως θα ελεγε και ο Γεωργιου και οι Bonfire ειναι χαρακτηριστικος εκπροσωπος .Παντα υπο την ηγεσια των Scorpions . Αν κρατουσα κατι απο τους Bonfire θα ηταν τα πιο επιθετικα ριφ που ειχαν στα κομματια τους σε σχεση με αλλους της ιδιας σχολης .
    Και αν εκανα καποιο χαβαλετζιδικο καφενιακου τυπου σχολιο θα ελεγα οτι ηταν οι Firehouse της Ευρωπης .

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *