CURE 17/7/2019 - EJEKT FESTIVAL 2019. Ο ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ ΗΤΑΝ ΕΚΕΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΕΙ


Ξεκινάω αυτή την σύντομη ανταπόκριση με την τοποθέτηση ότι στην πραγματικότητα με ενδιέφερε να δω μόνο τους Cure. Άντε και λίγο τους Ride, για εγκυκλοπαιδικούς λόγους. Τους υπόλοιπους καλλιτέχνες δεν τους γνώριζα, και για να πω την αλήθεια, δεν τους έψαξα καθόλου. Το μόνο που ήθελα ήταν να πάω με την παρέα μου, να δω τους Cure και να πιω κανά 2 μπύρες απολαμβάνοντας την συναυλία τους, στο πλαίσιο του επετειακού 15ου Ejekt Festival στην Πλατεία Νέρου.
Συναντηθήκαμε Συγγρού-Φιξ στις 6:30 και κατεβήκαμε στην Πλατεία Νερού, για τρίτη φορά φέτος. Εγγυημένη λύση να παρετε ταξι, ειδικά αν μένεις σχετικά κοντά στην περιοχή. Γρήγορη πρόσβαση, δεν σκοτίζεσαι για πάρκινγκ, και όταν φύγεις (ξανά με τον ίδιο τρόπο) ξεγλυστράς εξίσου εύκολα και σχετικά φτηνά, εκτός κι αν κάνεις στάση σε γνωστό ολονύκτιο εστιατόριο δίπλα στον Άγιο Σώστη και φας τα λεφτά σου σε μακαρονάδες!. Μπήκαμε κατευθείαν στον χώρο της συναυλίας, ενώ μετά από λίγα λεπτά περπάτημα, και σε εκείνο το σημείο διαπίστωσα ότι είχε πάει πολύς κόσμος. Ακόμα περισσότερος από τα πλήθη που είχα δει στο Release (Manowar και Disturbed). Αναμενόμενο, άλλωστε, μιας και οι Cure παραδοσιακά έχουν πιο ευρεία βάση ακροατών στην χώρα μας (και παγκοσμίως).
Ride

Καθώς μπαίναμε στον χώρο, οι δεύτεροι (χρονικά) Khruangbin έπαιζαν το τελευταίο κομμάτι τους. Τους Steams δεν τους πρόλαβα καν. Οπότε χαλαρά προμηθευτήκαμε μάρκες, νερό και μπύρα και πήγαμε προς τα μέσα, όπου ο κόσμος είχε ήδη μαζευτεί αρκετός. Οι τεχνικοί έστηναν για τους Άγγλους Ride, οι οποίοι αναμένονταν στις 7:15. Κάτω από λιακάδα και τον ήλιο να μας χτυπάει εκ των αριστερών, οι Ride εμφανίζονται στην σκηνή του Ejekt, για δεύτερη φορά στην Αθήνα, μετά το 1993 και την συναυλία τους στο Ρόδον.
Το συγκρότημα από την Οξφόρδη είναι από τα πιο χαρακτηριστικά συγκροτήματα της εμφανιζόμενης στα τέλη της δεκαετίας του ’80 βρετανικής «shoegazing» indie σκηνής, με το ντεμπούτο τους Nowhere και το επόμενο Going Blank Again να αποτελούν δύο από τα πιο αντιπροσωπευτικά άλμπουμ του εν λόγω μουσικού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι τέσσερα από τα δέκα συνολικά κομμάτια που έπαιξαν (τα Dreams Burn Down, Seagull, Taste και Vapour Trail) ήταν από αυτόν τον δίσκο. Επίσης ακούστηκαν, μεταξύ άλλων, τα Leave Them All Behind (από το πιο επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ τους, το δεύτερο τους Going Blank Again, Νο. 5 στα βρετανικά charts), τα Lannoy Point και Charm Assault από το Weather Diaries (το πρώτο άλμπουμ τους μετά την διάλυση τους το 1996), το Drive Blind από το πρώτο τους EP (Ride, 1990), και τέλος δύο κομμάτια από το έκτο στούντιο άλμπουμ τους που είναι προγραμματισμένο να κυκλοφορήσει στα μέσα του Αυγούστου φέτος και λέγεται This Is Not a Safe Place (συγκεκριμένα τα Future Love και Kill Switch, μέσα σε εκκωφαντικά εφέ από τα πετάλια του κιθαρίστα Andy Bell και του μπασίστα Steve Queralt). Όμορφα και ωραία, οι Ride χωρίς ούτε στιγμή να γίνουν βαρετοί ή πιεστικοί, και με εξαιρετική παρουσία, έδωσαν ρυθμό στο κοινό και σχετικά ξεκούραστα μπήκαμε στο κλίμα για τους headliners, ακόμα και πριν την εμφάνιση του επίσης βρετανού με καταγωγή από την Ουγκάντα Michael Kiwanuka, που θα τους ακολουθούσε στην σκηνή.
Michael Kiwanuka

O 32χρονος καλλιτέχνης έχει αξιοσημείωτο βιογραφικό, έχοντας παίξει ως support πλάϊ σε μεγάλα ονόματα όπως η Adele (2011), και έχοντας φτάσει πολύ ψηλά στα βρετανικά charts, πρώτα με το ντεμπούτο του Home Again (Νο. 4) και με το Love & Hate το οποίο ακολούθησε και του χάρισε το πρώτο του Νο. 1, έχοντας κερδίσει και διάφορα βραβεία παράλληλα. Αντλώντας έμπνευση από ένα ποικίλο φάσμα επιρροών όπως οι Jimi Hendrix, Bill Withers, Otis Redding, The Band αλλά και singers-songwriters των ‘60s και των ‘70s (όπως οι Joni Mitchell, Bob Dylan και Richie Havens μεταξύ άλλων), παράγει ένα μουσικό καλειδοσκόπιο που κινείται παλινδρομικά μεταξύ των blues, της soul, της funk, της reggae και του folk ιδιώματος, με έντονα αφρικανικά και νοτιοαμερικάνικα στοιχεία. Σημειώνεται ότι οι θεατές σειρών του Netflix (όπως  Big Little Lies, Seven Seconds, The Get Down, Grace and Frankie, When They See Us) σίγουρα έχουν ακούσει τραγούδια του κάπου στην μουσική επένδυση, κυρίως το Love & Hate.
Ομολογώ πως παρά το γεμάτο βιογραφικό του και τις αξιοσημείωτες επιτυχίες του, ο Kiwanuka δεν κατάφερε να κρατήσει εστιασμένη την προσοχή των περισσότερων στο ακροατήριο. Ξεκίνησε με κάποιον ενδιαφέροντα ρυθμό, αλλά σε κανένα σημείο δεν έδωσε αυτό που λέμε «πόνο». Ίσως να το προσπάθησε με την ερμηνεία του, και εν μέρει να το πέτυχε, αλλά η όλη του μουσική παρουσία, παρόλο που συνεισέφερε στο ατμοσφαιρικό, δίπλα στην θάλασσα, vibe, έριξε υπερβολικά τους τόνους. Τόσο πολύ, που ο υπνωτιστικός του τόνος έστειλε σε λήθαργο με ανοιχτά μάτια (λευκό βλέμμα) κόσμο και κοσμάκη. Συγχωρέστε με αν δεν μπορώ να εκτιμήσω την μουσική του, αλλά θα προτιμούσα να τον ακούσω σε μία παραλία, σε κάποιο μπητσόμπαρο, πάνω στον μεσημεριανό καφέ στο νωχελικό καφέ κάποιου νησιού, αλλά όχι πριν τους Cure. Μία ώρα και κάτι διήρκησε η νανουριστική αυτή εμπειρία, κι εγώ παρακολουθούσα τον πληκτρά στην γιγαντοοθόνη να είναι έτοιμος να κοιμηθεί καθώς έπαιζε, παρέα με όλο το υπόλοιπο σχήμα. Άτυχης μάλλον η επιλογή του ως ορεκτικό για τους Cure. Όπως πολύ σωστά επισήμανε μία γνωστή μου, θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα σε έναν πιο intimate κλειστό χώρο και σε standalone βαση, πάρα ως μέρος ενός τέτοιου line-up.
Cure

Τα περισσότερα κομμάτια ήταν από το Love & Hate (Cold Little Heart, Black Man in a White World, Rule the World, Father's Child, Love & Hate, One More Night), ενώ ακούσαμε κάποιους αυτοσχεδιασμούς στην αρχή, και δύο ακόμη κομμάτια, το Home Again (από το ομώνυμο ντεμπούτο του) και ένα νέο κομμάτι με τίτλο Money. Οφείλω εδώ να πω για την εκτελεστική ικανότητα των μουσικών που τον πλαισίωναν, καθώς και των δύο κυριών που τον συνόδευαν στα φωνητικά, με εξαιρετική χάρη και φωνή. Αφού μας αποχαιρέτησε και μας ευχαρίστησε, ο χαμογελαστός Michael Kiwanuka άφησε την σκηνή, για να την παραδώσει στο crew των Cure προκειμένου αυτή να προετοιμαστεί για τους headliners.
Το επόμενο μισάωρο το βγάλαμε καθιστοί, ενώ ήδη είχαν αρχίσει να μας χώνονται άτομα από κάθε κατεύθυνση, προκειμένουν να φτάσουν λίγο πιο κοντά στην σκηνή.  O κόσμος εκείνη την στιγμή πρέπει να κυμαίνετο μεταξύ 15.000 με 18.000, από μία πρόχειρη εκτίμηση μου. Η αναμονή ήταν ήδη μεγάλη, η προσμονή ακόμα μεγαλύτερη, ενώ μετά τη συναυλία μάθαμε ότι ήταν sold outr με πουλημ΄νεα 22.000 εισιτήρι! Και εκεί που η κουβέντα είχε φτάσει στα ... ζώδια (!), με δάκτυλο της μοναδικής γυναίκας της παρέας φυσικά, το ρολόϊ δείχνει 10:20 και οι πρώτες ιαχές διατάραξαν την βουή της μουρμούρας. Οι Cure έβγαιναν στην σκηνή και όλοι ήταν έτοιμοι και διψασμένοι να τους αποθεώσουν. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, από μικρά παιδιά μέχρι κόσμος άνετα άνω των 60, ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα καθώς η παρέα των Robert Smith, Simon Gallup (με χαρακτηριστικό nickname Bad Wolf στον ενισχυτή του μπάσου του), Roger O'Donnell, Jason Cooper και Reeves Gabrels πάτησαν το πόδι τους στο σανίδι του Ejekt. Και ξεκίνησαν ιδανικά, με το πρώτο κομμάτι του (ενός εκ των δύο) αριστουργήματος τους Disintegration, το ατμοσφαιρικότατο Plainsong.
Cure

Τελευταία φορά που οι Cure είχαν βρεθεί επί ελληνικού εδάφους ήταν το 2005 στην Μαλακάσα όπου (δυστυχώς) δεν κατάφερα να πάω, και 14 χρόνια μετά είχα επιτέλους την ευκαιρία να τους απολαύσω ζωντανά στην καλοκαιρινή περιοδεία για το κλείσιμο 40 ετών ζωής του συγκροτήματος. Συγκεκριμένα αυτή είναι η πέμπτη φορά που επισκέπτονται την χώρα μας, με πρώτη αυτή του 1985 στο Παναθηναϊκό Στάδιο και το φεστιβάλ Rock In Athens (27 Ιουλίου, σχεδόν ακριβώς πριν 34 χρόνια), όπου οι Cure ήταν σε ταχύτατα ανοδική πορεία και ήδη αποτελούσαν από τα πιο γνωστά και δυνατά ονόματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, μαζί με άλλα καθιερωμένα (Stranglers, Clash) ή άλλα ανερχόμενα (Depeche Mode) ονόματα. Μιλάμε για ένα συγκρότημα που μέχρι σήμερα έχει πουλήσει πάνω από 27 εκ. αντίτυπα με τα 13 στούντιο, 5 live και 11 album συλλογές. Από το τέλος του Μάρτη φέτος, είναι και μέλη του Rock ‘N’ Roll Hall Of Fame, ενώ έχουν στο παλμαρέ τους έχουν πολλά βραβεία και ακόμα περισσότερες υποψηφιότητες διάκρισης, σε πολλούς μουσικούς θεσμούς και μέσα. Το ιδιαίτερο, όμως, μουσικό αποτύπωμα που έχουν αφήσει κατά περιόδους είναι το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα τους. Post-punk, gothic, new wave, pop, alternative, κάθε μία από αυτές τις μουσικές συνομοταξίες οφείλει πολλά και πήρε πολλά από τους Cure. Για εμένα προσωπικά, δύο είναι οι δουλειές που τους ξεχώρισαν, συγκεκριμένα το Pornography (1982) και το Disintegration (1989), μέρος μιας άτυπης τριλογίας που κλείνει με το Bloodflowers (2000). Πρόκειται για βαθιά ενδοσκοπικές εξομολογήσεις, που γίνονται μέρος της μουσικής σου προσωπικότητας και διαπερνούν τα στεγανά της διάκρισης των μουσικών ειδών.
Ενώ είχαμε αφεθεί αμέριμνοι στην υπνωτιστική μελωδία του Plainsong, περάσαμε κατευθείαν στο πανέμορφο Pictures Of You (πάλι από το Disintegration), και ακολούθησαν τα High (από το Νο. 1 άλμπουμ τους Wish του 1992), Just One Kiss (από την συλλογή Japanese Whispers του 1983), και ξανά στον μαγικό κόσμο του Disintegration με το μεγάλο τους hit Lovesong. Άμεση η αντίδραση του κόσμου στο Lovesong, αφού είναι ένα από τα γνωστότερα και πιο δημοφιλή κομμάτια τους, με μαζικό τραγούδι από το κοινό.
Cure

Φτιάχτηκα άσχημα στην τριάδα που ακολούθησε. Άνετα στο top-10 των προσωπικών μου αγαπημένων από τους Cure, βιωματικά κομμάτια! Πρόκειται για τα Last Dance (από το Disintegration), Burn (από την επική μεταφορά του κόμικ «Το Κοράκι», στην μεγάλη οθόνη με τον συγχωρεμένο Brandon Lee) και Fascination Street (πάλι από το Disintegration). Πραγματικά ζω μεγάλες στιγμές, ξανά από τα φοιτητικά (και λίγο μετά) χρόνια μου. Όπως και το Fascination Street, το κομμάτι που ακολούθησε, το Never Enough εμφανίζεται στην συλλογή Mixed Up (του 1990, με remixes παλιότερων επιτυχιών τους και άλλου υλικού). Τα χτυπήματα συνεχίζονται απανωτά. Push (από το Head On The Door του 1985), με In Between Days (από το ίδιο album) να ακολουθεί, και τον κόσμο σε αυτό το σημείο να έχει αφήσει κάθε ενδοιασμό του πλέον στο έδαφος της Πλατείας Νερού και να εκδηλώνεται ανοιχτά. Με το Just Like Heaven (από το Kiss Me Kiss Me Kiss Me του 1987) απογειωθήκαμε ξανά, και πήραμε ξανά μία γεύση από Wish με το From the Edge of the Deep Green Sea. Ακολούθησαν τα Shake Dog Shake (από το The Top του 1984), και ένα ακόμα προσωπικό αγαπημένο μου, το A Night Like This (από το Head On The Door και αυτό), ενώ επιστρέψαμε στα πρώτα τους χρόνια με το Play for Today και φυσικά ένα από τα χαρακτηριστικότερα τους κομμάτια το Forest (και τα δύο από το Seventeen Seconds του 1980), όπου έγινε κυριολεκτικά χαμός. Χαμός που συνεχίστηκε με το Primary, από το Faith του 1981. Νομίζω πως σε αυτό το σημείο της συναυλίας, οι παλιοσειρές του κοινού, που τους είχαν δει και το 1985, είχαν εκστασιαστεί. Το κύριο μέρος της εμφάνισης των Cure έκλεισε με την τριάδα Want (από το Wild Mood Swings του 1996), το 39 (από το Bloodflowers) και το Disintegration, που στουντιακά κλείνει και το ομώνυμο άλμπουμ τους.

Οι πιο ψυλλιασμένοι γνώριζαν ήδη ότι οι Cure δεν θα άφηναν την βραδιά να κλείσει με ένα απλό..δίωρο! ΟΚ, κι εγώ περίμενα ότι θα υπάρξει κάποιο encore, περιμένοντας με ανυπομονησία να ακούσω κάτι από το Pornography, κάτι το οποίο δυστυχώς δεν έγινε. Ένα One Hundred Years, ένα The Hanging Garden, ίσως το The Figurehead ή το A Strange Day ή ακόμα καλύτερα το Cold...αλλά μάταια. Από αυτή την δισκάρα, που θεωρείται σημαντικότατο ορόσημο για το όλο το gothic rock γένος, δεν ακούσαμε ούτε νότα. Δεν ξέρω αν ήταν συνειδητή επιλογή του ίδιου του συγκροτήματος ή αποτέλεσμα κάποιου νομικού κωλύματος, αλλά πραγματικά, και αυτό θεωρώ πως ήταν ένα φάουλ από πλευράς τους, η συναυλία τους έμεινε ανολοκλήρωτη στα μάτια μου, για αυτόν ακριβώς τον λόγο.
Και μιας και πιάσαμε τον απολογισμό των φάουλ, να πούμε ότι η Πλατεία Νερού φάνηκε κάπως ανεπαρκής χωρικά για να φιλοξενήσει το πλήθος των 20.000 παρά κάτι που πρέπει να βρισκόντουσαν μέσα μέχρι εκείνη την στιγμή. Σίγουρα πολύ καλύτερα από την Μαλακάσα, αλλά και πάλι με προβληματάκια. Στενά τα περάσματα κατά την έξοδο, με εκείνα τα σκαλοπατάκια-παγίδες και τα εκνευριστικά τσιμεντένια τετράγωνα που έχουν πάψει να φιλοξενούν κάποιοι είδος χλωρίδας εδώ και αιώνες φαντάζομαι. Η μπύρα στα 4,5 Ευρώ, ελαφρώς πιο τσιμπημένη από τις μέρες του Release που είχαν προηγηθεί. Και κάτι για ορισμένους από τον κόσμο που βρέθηκαν στην συναυλία ως φιλοθεάμον κοινό. Αγαπητοί συναυλιαζόμενοι, όπως πολλοί εξ ‘ύμών που φαινόσασταν και στις κάμερες, όταν είστε πρώτες σειρές στο κάγκελο, επειδή καταφέρατε να βρίσκεστε στον χώρο από νωρίς το μεσημέρι για κάποιο λόγο, και ξέρετε ότι ακριβώς μπρόστά σας παίζει ένα συγκρότημα που θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα εν ζωή σχήματα παγκοσμίως αυτη την στιγμή, σας παρακαλώ φερθείτε σαν να βρίσκεστε όντως σε συναυλία. Αυτό που βιντεοσκοπείτε με τα κινητά ώρα όλόκληρη σαν να γυρίζετε ταινία, που γλύφετε παγωτά και χλαπακιάζετε, που έχετε γυρισμένη πλάτη στον καλλιτέχνη, που θυμάστε να κάνετε οτιδήποτε δεν παραπέμπει σε συναυλιακό γεγονός και εν τέλει δεν εκδηλώνεστε, μπορείτε να περάσετε στις πιο πίσω σειρές και να αράξετε, και να σκεφτείτε γιατί πραγματικά ήρθατε στην συναυλία. Σεβαστείτε τον καλλιτέχνη και τους άλλους που παρακολουθούν την συναυλία μαζί σας. Θυμάμαι, επίσης, μία τύπισσα με ένα χαρτόνι που ήθελε ένα τραγούδι και το σήκωνε εμμονικά κάθε τρεις και λίγο, κόβοντας την θέα σε πολύ κόσμο πίσω της, σκεπτόμενος ότι σε άλλες εποχές τα μπουκαλάκια με το νερό θα είχαν φύγει βροχή. Τέλος πάντων, καλή καρδιά να υπάρχει, και όλα θα γίνουν, πάντα υπάρχει ελπίδα. Κατανοώ ότι αρκετοί ίσως να διαφωνήσουν μαζί μου, στο κάτω-κάτω θεατής είναι θα σου πει, πληρώνει και θα παρακολουθήσει την συναυλία όπως θέλει αυτός/ή, αλλά αισθάνομαι υποχρεωμένος να πω αυτά που με ενοχλούν!

Επτά τραγούδια διάλεξαν οι Cure για encore, που ο Robert Smith μας εξήγησε ότι θα βγουν να τα παίξουν έτσι κι αλλιώς, μιας και έχουν να έρθουν πολύ καιρό. Σίγουρα, έμεινα με την αναμονή για Pornography (no pun intended) αλλά τουλάχιστον ακούσαμε ατμοσφαιρικότατο Lullaby (από Disintegration και πάλι, με το κομμάτι αυτό να μου θυμίζει έντονα Alice Cooper σαν σύλληψη), The Caterpillar (από το The Top, το οποίο και να μην το έπαιζαν δεν θα με ένοιαζε πραγματικά), το μαγευτικό The Walk (από Japanese Whispers), και το μεγάλο hit και φορέα παγκόσμιας αλήθειας Friday I'm in Love (από το Wish), που έστειλε κύματα ενθουσιασμού στον κόσμο. Προς το τέλος, ακούσαμε το κλειστοφοβικό Close To Me (με το ασφυκτικό βίντεο κλιπ και το άλμπουμ The Head on the Door), το Why Can't I Be You? (από το Kiss Me Kiss Me Kiss Me, και αυτό χωρίς να τρελαθώ) και έκλεισαν με την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία που έχει αφήσει εποχή (όπως και πολλά κομμάτια τους άλλωστε) το απλό και αποτελεσματικό Boys Don’t Cry. Δυόμιση ώρες συναυλία και encore με εφτά τραγούδια δεν είναι κάτι που το βλέπεις κάθε μέρα, όυτε καν κάθε χρόνο!
Σε εκείνη την φάση είχα μετακινηθεί κάπου στην μέση του χώρου για να έχω πιο πλεονεκτική θέση προς την έξοδο. Ζοριστήκαμε λίγο αλλά βγήκαμε σε λιγότερο χρόνο από όσο περίμενα, με το σημειωτόν βάδισμα τύπου ζόμπιε να κρατάει αρκετά. Σπίτι και δουλειά την επόμενη μέρα, κομμάτια κλασικά αλλά και με άτομα που είχαν πάει επίσης και να αντέχουμε με ένα χαμόγελο και πάνω-κάτω ικανοποιημένοι όλοι και όλες από τηνεν λόγω συναυλία. Κάπως έτσι, το καλοκαίρι συνεχίζεται με τον απόηχο των Cure, του μπασοκίθαρου του Simon Gallup και της ιδιαίτερης φωνής του Robert Smith, και μία ακόμη έντονη ανάμνηση από μία εξαιρετική συναυλία!



Κείμενο Κώστας Τσιρανίδης
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. 💜💜💜💜💜
    Είναι μεγάλη επιτυχία όταν ένα συγκρότημα καταφέρνει να σε ταξιδεψει, επί 2:30ωρες, (συμφωνα μ'αυτα που διάβασα) 30 χρόνια πίσω, να σου φέρει εικόνες, μνήμες, συναισθήματα και πρόσωπα του παρελθοντος... 💜💜💜💜💜 "Εύγε"

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *