GARY MOORE: ΗΧΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΟ STILL GOT THE BLUES

Εδώ και πολύ καιρό ήθελα να γράψω ένα άρθρο για τον Gary Moore και νομίζω ότι η ιστορία και τα παραλειπόμενα από το καταπληκτικό άλμπουμ του Still got the Blues είναι ότι καλύτερο μπορούσε να γίνει. Στο τέλος του αφιερώματος, ο Rockmachine.gr φιλοξενεί τη γνώμη δυο Ελλήνων καταξιωμένων μουσικών για τον Gary Moore. Η ανάγνωση αρχίζει....
Γράφει ο Αλέξανδρος Ριχάρδος
ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ -  Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΟΝ PETER GREEN
Παιδί πολυμελούς οικογένειας (είχε 5 αδέλφια) ο μικρός Gary μεγάλωσε στο Belfast και σε ηλικία 10 ετών ξεκίνησε να παίζει κιθάρα.  Στα 14 του είχε ήδη μια Fender Telecaster και με το συγκρότημά του, τους Beat Boys παίζουν στις σχολικές εκδηλώσεις .
Το 1966 αλλάζει όλη του η ζωή όταν πάει στο σπίτι ενός φίλου του και ακούει τον πρώτο δίσκο των John Mayall’s Bluesbreakers, γνωστός στη Μ.Βρετανία με τον τίτλο Beano. Δανείζεται το άλμπουμ αλλά δεν το επιστρέφει ποτέ! «Ποτέ δεν άκουσα τέτοιο ήχο κιθάρας. Η Les Paul έβγαζε τον καλύτερο ήχο από τα ηχεία Marshall” δήλωνε πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του στο περιοδικό Guitar. Ήταν τυχερός, γιατί το 1967 είδε τους Fleetwood Mac με τον Peter Green στην κιθάρα όταν έπαιξαν στο Rado club του Μπέλφαστ. «Ποτέ δεν είχα ξανακούσει κάτι παρόμοιο στη ζωή μου» είπε αργότερα. Μετά τους τα Beat Boys έπαιξε στους Method για να καταλήξει σε ηλικία 16 ετών στους ιρλανδούς Skid Row (σ.σ.καμία σχέση με το αμερικανικό συγκρότημα της δεκαετίας του 80). Αρχηγός των Skid Row είναι ο μπασίστας/τραγουδιστής Brush Shiels, όπου υπογράφουν συμβόλαιο με τη CBS και με τον Gary Moore κιθάρα/τραγούδι, ηχογραφούν 2 άλμπουμ τα Skid (1970) και 34 Hours (1971). Μέλος των Skid Row, καταφέρνει να συναντήσει το ΄’ινδαλμά του, τον Peter Green όταν το ιρλανδέζικο συγκρότημα άνοιξε τη συναυλία των Fleetwood Mac στο Εθνικό στάδιο του Δουβλίνου το 1970! Ο νεαρός Moore βρίσκει το θάρρος και πηγαίνει να χαιρετήσει το ίνδαλμα του που προς τεράστια εντύπωσή του, του λέει ότι του άρεσε το παίξιμό του, προσκαλώντας τον στο ξενοδοχείο του να μιλήσουν! Την επομένη ημέρα οι Skid Row έπαιζαν σε ένα μέρος 50 μίλια από το Δουβλίνο αλλά αυτό δεν εμπόδισε τον Gary Moore να μείνει με τον Peter Green έως τα χαράματα στο bar τού ξενοδοχείου και να μιλάνε. Την επόμενη ημέρα στη συναυλία ήταν χώμα, αλλά είχε περάσει την ομορφότερη βραδιά της ζωής του (συνέντευξη του στο περιοδικό Blues, Ιούνιος 2013 τεύχος 7). Δύο χρόνια αργότερα και σε ηλικία 21 ετών σχηματίζει τους βραχύβιους Gary Moore Band όπου ηχογραφούν ένα άλμπουμ με τίτλο Grinding Stone.

Η περιπλάνησή του συνεχίζεται στους fusion Colosseum όπου ηχογράφησε μαζί τους 3 άλμπουμ, τα Strange New Flesh, Electric Savage και Wardance. Διαβάστε ποίοι μουσικοί έπαιζαν στους Colosseum και θα καταλάβατε το επίπεδο των δίσκων τους: Jon Hiseman ντραμς, Don Airey πλήκτρα, Neil Murrey μπάσο και Gary Moore κιθάρα!
O Moore κράτησε επαφή με τον Green ακόμα κι όταν αυτός αποχώρησε από τους Fleetwood Mac λόγω των σοβαρών ψυχολογικών προβλημάτων του. Μάλιστα ο Green προσφέρθηκε να του πουλήσει  την κιθάρα του, αυτή με την οποία είχε παίξει τα αριστουργήματα τόσο στους Bluesbreakers όσο και στους Fleetwood Mac. Ο Moore του είπε ότι τα χρήματα που έχει δεν φθάνουν και ο Green του πρότεινε να πουλήσει την κιθάρα με την οποία παίζει και με όσα χρήματα είσπραξε να αγοράσει τη δική του! Και έτσι έγινε!
Από το 1979 και μετά αρχίζει ο Gary Moore και το παίξιμό του να γίνονται γνωστά στον πολύ κόσμο. Σε αυτό συμβάλλει η συμμετοχή του στο άλμπουμ των Thin Lizzy, Black Rose (1979)όπου αντικατέστησε τον Brian Robertson (είχε περάσει από το συγκρότημα για μικρό χρονικό διάστημα και το 1974 και το 1977).

Το 19780 προχωρήσει στην πρώτη ουσιαστική προσωπική δουλειά του με την κυκλοφορία του άλμπουμ Back on the Streets με συμμετοχές όπως Phil Lynott, Don Airey, John Mole, Brian Downey και Simon Phillips, κερδίζοντας τους fans με τραγούδια σαν τα "Parisienne Walkways", “Don’t beleieve a Wod” (το γνωστό τραγούδι των Thin Lizzy αλλά σε σε ύφος μπαλάντας!) και το ομώνυμο. Ακολουθεί το μέτριο και αποπροσανατολισμένο G Force  όπου τον συνοδεύουν οι Tony Newton μπάσο, Mark Nauseef ντραμς και Willie Dee τραγούδι, πλήκτρα, μπάσο) για να φτάσουμε στο 1982 και στην ουσιαστική αρχή της καριέρα τους με την κυκλοφορία του  Corridors of Power. Η καριέρα του δίσκο προς δίσκο, περιοδεία προς περιοδεία απογειώνεται και  φθάνουμε στο 1989 όπου μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ  After the War, νιώθει ότι τα έχει κάνει…όλα.  Καταλαβαίνει ότι η καριέρα του βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο και σε μια συζήτηση που είχε με τον μπασίστα Bob Daisley, o τελευταίος του πρότεινε να ηχογραφήσει ένα δίσκο με blues standards.  Η ιδέα του άρεσε κι άρχισε σιγά σιγά να την καλλιεργεί.  Τη  εποχή εκείνη το συγκρότημα του αποτελείτο μόνο από τον ίδιο και τον Bob Daisley αφού οι Neil Carter (πλήκτρα, κιθάρα) και Chris  Slade είχαν αποχωρήσει.
Και τώρα, μετά από αυτή τη σχετικά μεγάλη αλλά αναγκαία εισαγωγή, ξεκινά το άρθρο-αφιέρωμα στο άλμπουμ Still got the Blues.
Τον πρώτο που προσλαμβάνει είναι ο μπασίστας Andy Pyle πρώην μέλος των Savoy Brown και Blodwyn Pig. Ο Pyle πρότεινε τον ντράμερ των Blodwyn Pig, Clive Bunker αλλά δεν βρέθηκε χημεία μεταξύ τους και στη θέση του ήλθε ο Graham Walker. Το rhythm section είχε κλείσει με ικανούς blues μουσικούς και από εκεί και πέρα τα πρώτα demo ηχογραφήθηκαν με τα πλήκτρα του session,Mick Weaver. Όταν οι άνθρωποι της Virgin Records,με την οποία είχε συμβόλαιο ο Gary Moore,ακούν τα πρώτα demo, οι αντιδράσεις τους είναι θετικές. Βέβαια οι περισσότεροι περίμεναν ένα rock δίσκο, συνέχεια του After Hours αλλά ακόμα και τα στελέχη που δεν ήταν Blues fans αντέδρασαν θετικά.  Δύο στοιχεία παρατήρησαν αμέσως: το πρώτο ήταν ότι το παίξιμο ήταν άψογο και το δεύτερο ότι είχε κάνει πολύ καλή ενορχήστρωση, δίνοντας στα κλασικά blues κομμάτια καινούργια πνοή κάνοντας τα μελωδικά και πιο προσιτά στο πλατύ κοινό.
Όταν ξεκίνησε τις πρόβες, δεν περιορίστηκε στους μουσικούς που διαβάσατε πιο πάνω αλλά έφερε τον Bob Daisley, τον ντράμερ των Thin Lizzy, Brian Downey, τον Don Airey που τον ήξερε από τους  Colosseum II και σε ορισμένα τραγούδια προσέθεσε ορχήστρα και πνευστά. Για καλή τύχη του ο πρώην κιθαρίστας των Procol Harum, Mick Grabham έμενε κοντά στο σπίτι του Moore και όταν έμαθε ότι σκοπεύει να ηχογραφήσει ένα Blues άλμπουμ, του έφερε όλους τους δίσκους του Albert King. Από το σπίτι του είχε περάσει, αλλά δεν συμμετείχε στις ηχογραφήσεις, και ο Jack Bruce, μπασίστας των Cream! Για τις πρόβες είχαν κλείσει το studio της Island Records στο Sarm West που ήταν από τα ακριβά studio αλλά η λογική τους ήταν οι ηχογραφήσεις/πρόβες να διαρκέσουν το πολύ 3 εβδομάδες και να ηχογραφούσαν το live feeling, πιάνοντας τη μεταξύ τους χημεία. Σύμφωνα με τον παραγωγό του Ian Taylor, o Moore πρώτος πήγαινε στο studio και τελευταίος έφευγε.  Πριν ξεκινήσουν να γράφουν ήταν φιλικός και ήρεμος, αλλά με το που ξεκινούσαν οι ηχογραφήσεις κι έπαιρνε την κιθάρα στα χέρια του γινόταν άλλος άνθρωπος. Χαρακτηριστικό είναι ότι το κομμάτι “Still got the blues’ηχογραφήθηκε με την πρώτη (σ.σ. one take). «Είχα στο μυαλό μου τι ακριβώς ήθελα να παίξω, και το έπαιξα’ είπε αργότερα.

Μια ημέρα κι ενώ ηχογραφούσαν στο Island Studio, o John Wooler (A&R Manager της Virgin Rec) πήρε με το αυτοκίνητό του τον Gary Moore για να τον επιστρέψει σπίτι του και τον ρώτησε αν είχε ακούσει τον Albert Collins. Του έβαλε το “Too tired” και ο Moore τρελάθηκε. Αμέσως επικοινώνησαν με το management του Collins και πήραν άδεια για να το διασκευάσει. (σ.σ. ήταν τυχεροί γιατί ο Albert Collins ήταν καλλιτέχνης της  Point Blank Rec. Η οποία συνεργαζόταν στην Ευρώπη με την Virgin Rec.).
Ένα από τα δυνατά ‘χαρτιά» του άλμπουμ είναι το "Oh Pretty Woman", όπου ο G.M. ήθελε να παίξει μαζί με τον Albert King. Πράγματι, ο King πήγε στο Λονδίνο και σχεδόν αμέσως μετά την προσγείωση πηγαίνουν στο studio για να το ηχογραφήσουν. Ακολούθησε μια ασυνεννοησία με τις ώρες του studio αφού ο Albert Collins ήταν εξαιρετικά τυπικός στα ωράρια του και δεν ήθελε να περιμένει σε αντίθεση με τον G.M.. Έτσι όταν ο Collins ήταν στο studio, ο G.M. έπαιρνε μπρεκφαστ!
Κι ενώ φθάνει η ώρα να ξεκινήσουν να ηχογραφούν, ο Albert Collins ανοίγει τη θήκη της κιθάρας του όπου πέφτουν στο τραπέζι σφαίρες και μια θήκη μαχαιριού!!! Τους εξήγησε ότι πριν πετάξει για το Λονδίνο ήταν στο Memphis όπου τιμήθηκε ως επίτιμος σερίφης και είχε αυτά τα υλικά(!) ειδικά για εκείνη την ημέρα. Βέβαια το άγνωστο είναι πως τα πέρασε από δύο, αεροδρομικούς ελέγχους, αλλά μιλάμε για το 1990 όπου  τα μέτρα ασφάλειας ήταν τυπικά. Ο Albert Collins εμφανίζεται μαζί με τον G.M. στο video του "Tired".

Ένα άλλος σημαντικός αλλά όχι αναγνωρισμένος κιθαρίστας που συμμετείχε στις ηχογραφήσεις ήταν ο George Harrison των Beatles με τον οποίο ο G.M και η τότε σύζυγος του Kerry έκαναν παρέα. Ο Harrison παίζεις στο «That Kind of Woman" που είναι δική του σύνθεση.
O G.M. ήταν πολύ αγχωμένος για το πώς θα δεχτούν οι fans και οι κριτικοί το νέο του άλμπουμ που ήταν εντελώς διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα του. Ο Bob Daisley που στην αρχή του κειμένου ήταν αυτός που του πρότεινε να ηχογραφήσει ένα blues δίσκο, ήταν αυτός που του είπε «αυτό το άλμπουμ θα είναι ότι καλλίτερο έχεις κάνει» Κι έπεσε μέσα 100%.
Η ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ αρχικά είχε προγραμματιστεί να περιλαμβάνει 30 ημερομηνίες, αλλά η επιτυχία του άλμπουμ, καθημερινά πρόσθετε κι άλλες. Η βάση των μουσικών που τον συνόδευσαν στην περιοδεία ήταν ο μπασίστας Andy Pyle, ο ντράμερ Graham Walker και ο οργανίστας Don Airey που ήταν ο μουσικός διευθυντής. Μαζί είχαν και την  Midnight Blues Band που την αποτελούσαν μουσικοί που έπαιζαν πνευστά. Εκείνο που θυμάται ο Don Airey απ’ όλη την περιοδεία ήταν το καταπληκτικό παίξιμο του G.M.
” Κάθε ημέρα ήταν όλο και καλύτερος» ήταν το σχόλιο του  σε παλαιότερη συνέντευξη του στο περιοδικό Blues.  
Σχεδόν όλες οι συναυλίες του ήταν sold out, ενώ στο Parkpop Ferstival της Ολλανδίας, έπαιξαν μπροστά σε 300.000 κόσμο! Η επιτυχία του άλμπουμ και της περιοδείας ήταν κάτι που κανείς δεν περίμενε. Ο δίσκος πούλησε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο του G.M., ενώ ο A&R Manager της Virgin Records, John Wooler είχε κρεμάσει στο γραφείο του σειρά χρυσών δίσκων συνολικών πωλήσεων 3.000.000 αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Ξαφνικά, όλοι ακούγαμε κλασικά αλλά και καινούργια blues τραγούδια και υπήρχε μια γενική αναβίωση του blues ανά τον κόσμο.  Η τεράστια επιτυχία του δίσκου αλλά και η ποιότητα του, «αναγκάζουν»  τον εμπνευστή και πρόεδρο του Montreux Jazz Festival, Claude Nobs να τον προσκαλέσει να παίξει . Συνολικά στο Montreux Jazz Festival εμφανίστηκε 5 φορές και κυκλοφορεί και dvd με την εμφάνισή του. Ο Albert Collins πήρε μέρος στην περιοδεία για 30 εμφανίσεις, ενώ ο Albert King συμμετείχε στα γυρίσματα του video «Pretty Woman”. Σήμερα και οι δύο μπλουζίστες έχουν φύγει από τη ζωή, όπως κι ο George Harrison.  O Gary Moore έφυγε από τη ζωή στις 6 Φεβρουαρίου 2011 από ανακοπή στον ύπνο του σε ηλικία 58 ετών, ενώ βρισκόταν σε διακοπές στο Kempinski Hotel στην Estepona της Ισπανίας.  Ήταν μαζί με τη σύντροφό του που μόλις διαπίστωσε το πρόβλημά του προσπάθησε να του κάνει μαλάξεις στην καρδιά αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Το 1990 δύο γερμανοί μουσικοί του έκαναν μήνυση, ισχυριζόμενοι ότι το riff στο τραγούδι “Still got the Blues” είναι δικό τους και το αντέγραψε. Έγιναν δύο ξεχωριστές δίκες όπου κέρδισε την πρώτη κι έχασε τη δεύτερη. Όμως και ο Ronnie Montrose τον κατηγόρησε ότι η Les Paul με την οποία έπαιξε, ήταν κλεμμένη από αυτόν το 1972 και μάλιστα από συναυλία του. Στο δικαστήριο δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς του κι έχασε τη δίκη.
Γεννάται βέβαια η απορία  ΤΙ ΑΠΕΓΙΝΕ Η LES PAUL. Οικονομικά προβλήματα υποχρέωσαν τον G.M. να την πουλήσει  και να καταλήξει στον αμερικάνο συλλέκτη, Melvyn Franks. Μέσω του dealer vintage αντικειμένων Phil Harris, έφθασε στα χέρια του Joe Bonamassa με την οποία έπαιξε σε μια συναυλία του στο Royal Albert Hall!  
Όμως πέραν από την τεράστια επιτυχία του δίσκου, αυτό που έμεινε πίσω είναι Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ όχι μόνο για την ίδια την καριέρα του αλλά για τους άλλους μουσικούς!!! Η δική του καριέρα άλλαξε όπως θα διαβάσατε πιο κάτω και σχεδόν εγκαταλείποντας τη rock περίοδο του και ηχογραφώντας μόνο blues δίσκους. Η μεγάλη επιτυχία του Still Got the Blues αλλά και του After Hours, έκανε σωρεία άλλων κιθαριστών να ηχογραφήσουν blues δίσκους κανείς όμως με την επιτυχία και τη ποιότητα του G.M. Και βέβαια έμαθε σε πολύ κόσμο τους μεγάλους Albert Collins και Albert King που στην Ευρώπη ήταν σχετικά α΄άγνωστοι στο πλατύ κοινό.

Ο Gary Moore έχει εμφανιστεί μια φορά στη χώρα μας, το  Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008 στο κατάμεστο Κλειστό Γυμναστήριο Φαλήρου (Ταε Κβο Ντο) όπου έπαιξε μόνο κομμάτια από τη blues περίοδο του με εξαίρεση το ‘Parisienne Walkways’ με το οποίο έκλεισε την εμφάνισή του, το οποίο όμως κι αυτό blues είναι!  Σίγουρα υπήρξε μια απογοήτευση που η μοναδική εμφάνισή του στη χώρα μας περιορίστηκε στα blues κομμάτια και δεν έπαιξε έστω κι ένα από τη rock περίοδο του.  Αν θυμάμαι καλά έπαιξε πολλές διασκευές, μεταξύ αυτών το “Don’t believe a word’ των Thin Lizzy σε blues διασκευή και το I Love You More Than You'll Ever Know των Blood, Sweat & Tears.
ΤΙ ΕΚΑΝΕ ΜΕΤΑ
Η καριέρα του άλλαξα αφήνοντας πίσω το hard rock ύφος και υιοθετώντας το blues. Το 1992 κυκλοφόρησε το άλμπουμ After Hours με τις συμμετοχές των BB.King και Albert. Το 1995 κυκλοφόρησε το άλμπουμ tribute στον μέντορα του Peter Green με τίτλο Blues for Greeny, όπου παίζει με την Les Paul Standard του 1959, με την οποία ο Green είχε ηχογραφήσει τις αρχικές ηχογραφήσεις των τραγουδιών κι είχε δώσει στον Gary Moore.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ
Το Still got the Blues κοσμείται με ένα από τα καλύτερα κι εξυπνότερα εξώφυλλα κι οπισθόφυλλα της ιστορίας της μουσικής τα οποία είναι και ουσιαστικά το διπλό μήνυμα που θέλει να περάσει ο Moore στο αγοραστικό κοινό. Still got the Blues θα πει ‘εχω ακόμα τη θλίψη’ αλλά επιπλέον θα πει και μάλιστα πολύ δυνατά ‘τα blues τα έχω ακόμα’  και πως να μην τα είχε ο Ιρλανδός αφού από τα σκληρά blues των Skid Row ξεκίνησε, επιπλέον ίσως βαθιά μέσα του να θέλει να γνωστοποιήσει σε αυτούς που θα τον μάθαιναν από τα blues ότι τα είχε παίξει πολλά πολλά χρόνια πριν.
Τομ οπισθόφυλλο του άλμπουμ


Ο νεαρός (που δεν είναι ο Gary Moore, αν και δεν έχει διευκρινιστεί) με την Les Paul και τον Marshall στο παιδικό του δωμάτιο με την επιβλητική αφίσα του Jimmy Hendrix στον τοίχο  να τραβάει την προσοχή και τους δίσκους των Mayall,  Clapton και τον Green μαζί με αυτούς του Albert King  ανοιγμένοι ακατάστατα δίπλα στο στερεοφωνικό από τη μία και ο ίδιος άνθρωπος 30 χρόνια μετά σε δωμάτιο ξενοδοχείου με την Greeny  Les Paul αγκαλιά και τα ίδια ακριβώς άλμπουμ σε cd στο πάτωμα, με το Beano βέβαια δίπλα του σε περίοπτη θέση – το κόμικ που κρατάει ο Clapton στο εξώφυλλο του θρυλικού δίσκου του John Mayall περιέχει ένα καρτούν που είχε το όνομα Tin Lizzie και από εκεί πήρε το όνομά της η μπάντα του Lynott-  και ασφαλώς μια μπύρα στο κομοδίνο για να μη ξεχνάμε την καταγωγή σε σχέση με το αθώο πρωινό με γάλα. Φωτογραφίες που δείχνουν σεβασμό σε αυτούς που έκτισαν τα Blues, στους μέντορές του, στους θεμελιωτές των Blues στη Μ.Βρετανία. Η φωτογραφία του εξώφυλλου ανήκει στον Gered Mankowitz.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΝΝΗΣ

TRIVIA
  • Πριν ο Gary Moore αποφασίσει να προχωρήσει στην ηχογράφηση του συγκεκριμένου άλμπουμ, ο manager του και ο John Wooler (A&R Manager της Virgin Rec) είχαν συζήτηση την πιθανότητα ενός άλμπουμ με τραγούδια των Fleetwood Mac και παραγωγή του Mike Verrnon, ιδρυτού και παραγωγού των πρώτων τραγουδιών των Fleetwood Mac. Μάλιστα είχαν σκεφτεί να καλέσουν κι ορισμένα μέλη των Fleetwood Mac να πάρουν μέρος στις ηχογραφήσεις όμως ο Moore αρνήθηκε την ιδέα και αποφάσισε να προχωρήσει μόνος του.
  • Ο G.M. παίζει με την κιθάρα του Peter Green στα "Midnight Blues" και "Stop Messin' Round", στο "Texas Strut" παίζει με μια Startocaster που ανήκε στον Tommy Steele αλλά το 1981 την  πήρε ο Moore κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων με τον Greg Lake. Στα υπόλοιπα παίζει με μια Les Paul Standard του 1959 , αγορασμένη από τον Moore το 1988.
  • O Claude Nobs έμεινε στην ιστορία της μουσικής, αφού αναφέρετε στους στίχους του “Smoke on the water”
  • Funky Claude was running in and out/
  • Pulling kids out the ground.
O Rockmahine.gr ζήτησε τη γνώμη δύο καταξιωμένων ελλήνων μουσικών για τον Gary Moore, του κιθαρίστα Βασίλη Μερζιώτη και του Γιάννη Σίννη.
 Ο Βασίλης Μερζιώτης εδώ κι αρκετά χρόνια μαζί με το συγκρότημα του, τούς After Hours αποτελεί ένα από τα καλύτερα tribute bands σε παγκόσμιο επίπεδο, στη μουσική του Gary Moore. Κι αυτό το «αποτελεί ένα από τα καλύτερα tribute bands στη μουσική του Gary Moore» δεν το γράφω έτσι απλά αλλά όλοι όσοι τους έχουν δει, μιλούν με τα καλύτερα λόγια.

«Πρώτη φορά άκουσα το τραγούδι “still got the blues” στο ραδιόφωνο πίσω στο 1990-91 περίπου και σαν παιδί τότε έμεινα εκστασιασμένος από τον ήχο της κιθάρας αλλά και την σύνθεση εξ' ολοκλήρου.
 Λίγα χρόνια όμως αργότερα το '94 -'95, αγοράζω μια βιντεοκασσέτα VHS με την συναυλία του GM σε ένα κclub με τίτλο Live Blues. Είναι αυτό που λέμε ότι με το που ξεκινάει το πρώτο κομμάτι “Cold day in hell”, έμεινα άγαλμα. Είχα περίπου ένα χρόνο πίσω που ασχολούμουν με την κιθάρα και αυτό το live έσκασε σαν βόμβα. Αμέσως κατάλαβα ότι ήθελα να γίνω σαν αυτόν.
Η υπεροχή του στο παίξιμο και ήχο της κιθάρας, η φωνή του και οι συνθέσεις του ήταν και είναι
κατάφωρα ανώτερα από οποιονδήποτε έχω ακούσει μέχρι και σήμερα.
 Αγόρασα αμέσως τα άλμπουμ Still got the blues, After Hours(είναι και η έμπνευση για το όνομα της μπάντας μου) και το Blues for Greeny. Η ενασχόλησή μου με τα τραγούδια του και τον ήχο του φτάνει μέχρι σήμερα. Δυστυχώς ο G.M. έφυγε από τη ζωή το 2011 και μετά το τεράστιο σοκ και στεναχώρια που δεχτήκαμε,  το 2013 πραγματοποιώ το πρώτο tribute στη μνήμη του στο οποίο συμμετείχε και ο Vic Martin στα πλήκτρα που ήταν στενός συνεργάτης του Gary. Το 2016 έφερα όλη την μπάντα του με τους Pete Rees μπάσο, Vic Martin πλήκτρα και Graham Walker ντραμς.  Κάναμε και άλλες εμφανίσεις στο Λονδίνο και συνεργαζόμαστε μέχρι σήμερα.
Ενώ το ταλέντο του GM είναι τεράστιο και πρωτοξεκίνησε ως hard rocker τη δεκαετία του '80, βγάζοντας πολύ αξιόλογα τραγούδια, εγώ παραμένω ερωτευμένος με τον ήχο που τον έκανε τεράστιο όνομα και τον καθιέρωσε ως παγκόσμιο κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη του Rock & Blues. Μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω ένα άλμπουμ του ως το καλύτερο αλλά θα αναφέρω το Still got the blues για συναισθηματικούς λόγους.

 Είμαι στ' αλήθεια ευγνώμων σ' αυτόν τον καλλιτέχνη που είναι μια τεράστια έμπνευση σε εμένα και σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους. Τα βίντεο μου στο you tube με τα τραγούδια του πηγαίνουν εξαιρετικά καλά και μου χάρισαν μια underground δημοσιότητα παγκόσμια. Ευχαριστώ πολύ τους fans τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Αυτόν τον καιρό ετοιμάζω το πρώτο μου αγγλόφωνο άλμπουμ που θα περιέχει original υλικό. Κάποια κομμάτια είναι εμπνευσμένα απο το ύφος και τον ήχο του Gary. Εχω κλεισμένες εμφανίσεις μέχρι τον Μάιο με πρώτη να έρχεται την Παρασκευή 15 Μάρτη στο Lazy club.
Μπορείτε να ενημερώνεστε από την σελίδα μας στο facebook - Billy Merziotis & After Hours.


Ο στιχουργός και κιθαρίστας των Noely Rayn,ο Γιάννης Σίννης γράφει για τον Gary Moore αλλά και το άλμπουμ Stuill gor the Blues. 
Στις 26 Μαρτίου του μακρινού πλέον 1990, κυκλοφορεί από την Virgin ο δίσκος Still got the Blues  του Ιρλανδού κιθαρίστα Gary Moore.
Έχοντας συμπληρώσει μια γεμάτη δεκαετία στο χώρο του hard rock με πολύ δυνατά άλμπουμ , top 5 hits, φανταχτερές συνεργασίες και παγκόσμιες περιοδείες ο Moore έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του κόσμου και του μουσικού τύπου ως ένας από τους σημαντικότερους ,δημοφιλέστερους και εμπορικότερους  hard rock Guitar hero της εποχής που ήταν ούτως η αλλιώς συνδεδεμένη με την ηλεκτρική κιθάρα.

Το κλείσιμο της δεκαετίας του 80 τον βρίσκει σε μια νέα μουσική και εσωτερική αναζήτηση όντας ιδιαίτερα ανήσυχο πνεύμα και συγκυριακά πλησιάζοντας τα 40 αρχίζει και νιώθει όπως έλεγε κ ο ίδιος σε συνεντεύξεις του άβολα φορώντας κολλάν και λακ στα μαλλιά-απαιτήσεις της εμφάνισης της εποχής γαρ- και το δρόμο προς τον νέο πειραματισμό του δείχνει ο χρόνια συνοδοιπόρος και φίλος του μπασίστας  Bob Daisley.
Πάντα στο ζέσταμα πριν από τα lives συνήθιζαν να τζαμάρουν παλιά κλασσικά blues τραγούδια και οι σκληροπυρηνικοί θα το έχουν παρατηρήσει στην βιντεοκασέτα Emerald Isles οπου στα καμαρίνια ο Moore με τον Lynott έπαιζαν το “Stop Messin’ around” των Fleetwood Mac.
Ο Daisley του προτείνει ξεκάθαρα να φτιάξει ένα blues δίσκο, και ο Moore το αποδέχεται.
O Moore στην πραγματικότητα ήταν ένας ατόφιος λευκός blues κιθαρίστας που ανήκει χρονολογικά και δισκογραφικά στην αμέσως επόμενη γενιά μετά τους θρύλους των  british blues, Clapton, Green, Taylor κ.α , εξελίσσοντας το παίξιμο του πατώντας πάνω στις ρίζες που έφερε από την Αμερική ο Hendrix και τους δρόμους που χάραξαν οι θρύλοι πιο πάνω με αφετηρία το καταιγιστικό blues των Skid Row και διαδρομή που πέρασε απ το fusion και το progressive στο heavy metal με χαρακτηριστικό πάντα την πειραγμένη  πεντατονική τον μοναδικό κιθαριστικό τόνο και το blues συναίσθημα που κατάφερνε πάντα να το τοποθετεί με μαεστρία ακόμα κ στις πιο διογκωμένες συνθέσεις του.
Το εξώφυλλο του SGtB υπογεγραμμένο από τον Gary Moore (αρχείο Γιάννης Σίννης).

 Έτσι λοιπόν η επιστροφή στις  ρίζες του 20 χρόνια μετά την έναρξη της δισκογραφικής του καριέρας είχε διττή όψη γιατί από την μία, ηχογραφεί το προσωπικό του μελωδικό ‘ευχαριστώ’ στους ήρωές του που του έδωσαν την απαραίτητη μουσική ώθηση και κατεύθυνση (ο δίσκος είναι αφιερωμένος στον Peter Green) και από την άλλη ανανεώνει την καλλιτεχνική του παρουσία και ταυτότητα στην νέα δεκαετία που στιγματίζεται ιστορικά από παγκόσμιες κοινωνικές πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές ίσως και τομές, λίγο πριν την ακραία είσοδο του web στις ζωές μας γυρνώντας  εκεί που ξεκίνησε, στα ωμά βρετανικά blues.
Θεωρώ ότι μια αισθητική προσέγγιση ενορχηστρωτικά, πραγματοποίησε λίγους μήνες πριν την κυκλοφορία των blues με την ηχογράφηση και κυκλοφορία σαν extra bonus track στο After the War ,του θρυλικού the Messiah will come Again του αδικοχαμένου Roy Buchanan, το οποίο περιέλαβε στο set list της πρώτης blues περιοδείας κατόπιν.
 Το αποτέλεσμα της άτυπης αυτής πρόβας εντυπωσιακό όπως ο δίσκος που θα ακολουθούσε, δεν ταίριαζαν απλά τα βρετανικά blues στον Moore ,το 1990 ο Moore ήταν τα βρετανικά blues.

Το τέλος του καλοκαιριού του 1989 μετά την τελευταία περιοδεία για το After the War το οποίο παρεμπίπτοντος δεν τα πήγε πολύ καλά στις πωλήσεις – τόσο ο ίδιος ο Moore όσο και ο μουσικός τύπος συμφώνησαν κάπου ότι μουσικά επαναλαμβάνεται-  καταθέτει την μουσική του πρόταση στους υπεύθυνους της δισκογραφικής του (Virgin) οι οποίοι του δίνουν το οκ όχι απλά για ένα πειραματικό side project αλλά για έναν ολοκληρωμένο blues δίσκο με την προώθηση που θα έκαναν  για ένα κλασικό Moore δίσκο.
Ο επί χρόνια συνεργάτης του Neil Carter δεν ενθουσιάστηκε με την ιδέα αυτή και έτσι η ομάδα που θα έστηνε τα τραγούδια συγκεντρώθηκε από νέους μουσικούς με την συνεισφορά βέβαια φίλων του όπως ο Daisley o Downey και ο Airey.
Στο μπάσο επέλεξε τον παλιό του συνεργάτη Andy Pyle (live at the Marquee) ο οποίος είχε το παίξιμο που απαιτούσε ο Moore για την περίσταση χάρη στο πέρασμα του απ τους Savoy Brown κ άλλες blues και pub rock μπάντες.

Ο Moore σε συζήτηση που είχα κάνει το 2014 με τον αείμνηστο Chris Tsangarides είχαμε και οι δύο συμφωνήσει ότι είχε πάντα κορυφαίους μουσικούς στις μπάντες του ΑΛΛΑ τους περιόριζε πολύ εκτελεστικά σε εκνευριστικό βαθμό αφού δεν ήθελε τίποτε άλλο εκτός από ένα σταθερό ρυθμικό μοτίβο να τον συνοδεύει χωρίς περιττές νότες όπως έκρινε αυτός.
Θυμάμαι επίσης τον επί χρόνια πληκτρά του Vic Martin να μου λέει με παράπονο πόσο υπέφερε όταν έπαιζε επί 15 λεπτά τα ίδια 3 ακόρντα στο Have you heard, στα live της δεκαετίας του 00
Μαζί με τον Pyle για τον ίδιο λόγο επιλέγει τον Graham Walker στα ντραμς και οι 2 τους θα παραμείνουν το βασικό του rhythm section για όλες τις πολύ επιτυχημένες blues περιοδείες  στα επόμενα χρόνια.
Με τον Pyle τον Walker και τον χρόνια φίλο και συνεργάτη του Don Airey ηχογραφούν ένα demo με 5 τραγούδια το οποίο θα ενθουσιάσει πολύ τους ανθρώπους της Virgin οι οποίοι αρχίζουν να βλέπουν και κυρίως να ακούν στο νέο επιχείρημα κάτι πολύ εμπορικό αλλά και ποιοτικό ταυτόχρονα, έτσι θα αποφασιστεί να εμπλουτιστούν  τα τραγούδια με πνευστά και μάλιστα πανάκριβους μουσικούς όπως οι Memphis Horns καθώς επίσης καλούν από τις ΗΠΑ δύο θρύλους των blues τον Albert King και τον Albert Collins να παίξουν σαν πολύ εκλεκτοί καλεσμένοι στο άλμπουμ.
Όσο προχωράνε οι ηχογραφήσεις στο θρυλικό Sarm West studio η ομάδα στελεχώνεται από το 6ο μέλος των Rolling Stones τον τεράστιο Nicky Hopkins στο πιάνο – ο οποίος προσφέρει ένα συγκλονιστικό σόλο στο σπαρακτικό «As the years go passing by»  και το dream team μουσικών συμπληρώνει ο κιθαρίστας των Beatles και προσωπικός φίλος του Moore , George Harrison που του χαρίζει το τραγούδι That kind of Woman παίζοντας και κάνοντας τα δεύτερα φωνητικά παράλληλα.
Τα τραγούδια συμπληρώνονται και με την πινελιά των rockers Daisley και Downey έτσι λοιπόν συντελείτε μια συναστρία φωτεινών μουσικών και ανθρώπων που ακούγεται σαν ηχητικό μωσαϊκό και το αντιλαμβάνεσαι σαν απτό φάσμα στον νέο δίσκο.
Καλλιτέχνες που προσεγγίζουν τα blues ο καθένας με την δική του οπτική και ήχο, με μεγάλη εμπειρία , επιτυχία και αγάπη προς το αντικείμενο και όλοι μαζί κάτω από τις οδηγίες του Moore που για πρώτη φορά δίνει χώρο και μουσικό χρόνο σε συμπαίκτες του καθώς και την ελευθερία να εκφραστούν με την δική τους ξεκάθαρα ταυτότητα.
Δημιουργείτε ένας δίσκος παιγμένος από τον ντράμερ των Thin Lizzy, τον πληκτρά των Rainbow, τον ιστορικό πιανίστα των Rolling Stones, τον κιθαρίστα των Beatles, δύο ζωντανούς θρύλους των αμερικάνικων blues , τους πιο γκρουβαριστούς πνευστούς της μουσικής βιομηχανίας και μερικούς ακόμα βετεράνους της pub rock ,με την καλλιτεχνική διεύθυνση ενός  παρανοϊκού κιθαρίστα που μέχρι τότε είχε γυρίσει τις μουσικές ,τις αρένες και τις σκηνές του κόσμου όσο λίγοι.
Το original υλικό συμπληρώνει μια πλειάδα εξαιρετικά επιλεγμένων και  επιτυχημένων διασκευών σε blues standards από όλα τα πεδία του είδους αυτής της μουσικής, από το pub rock, το βρετανικό blues, το Texas blues, Chicago blues, John Mayall και φυσικά Eric Clapton.
Πινελιές λυρισμού κινηματογραφικής μουσικής θα προσθέσει ένας από τους άγνωστους ήρωες του δίσκου ο πολύπειρος  Gaνin Wright με ενορχήστρωση εγχόρδων –γνωστός για τις συνεργασίες του με Elton John, Simply Red, London Session Orchestra κ.α- σε τραγούδια όπως το ομώνυμο.
Οι εμπορικές συνθήκες μετάδοσης του δίσκου είναι εξαιρετικές λόγο της απόλυτης υποστήριξης της ισχυρότατης Virgin στο υλικό και έτσι το video clip του oh Pretty Woman ξεκινάει πυκνότατο airplay στο Mtv το οποίο κανάλι τότε ήταν η απόλυτη πηγή μουσικής ενημέρωσης και δημιουργίας επιτυχιών παγκόσμια.
Την άνοιξη του 1990 το Still got the Blues γίνετε ανάρπαστο στα δισκοπωλεία της Ευρώπης και γίνετε ο δίσκος που για πρώτη φορά ο Moore θα μπει στο Αμερικάνικο billboard δέκα μήνες μετά στη θέση 91 και κατόπιν θα είναι καλεσμένος την περίφημη εκπομπή του Letterman με το ομώνυμο τραγούδι να γίνετε η αγαπημένη μπαλάντα της δεκαετίας.
Ταυτόχρονα στο MTVv πολλές φορές μέσα στο 24ωρο παίζουν τα βιντεοκλίπ  του Still Got the Blues και του oh Pretty Woman και παράλληλα ξεκινάει η παγκόσμια περιοδεία με την μπάντα να παίρνει το όνομα Gary Moore & the Midnight Blues band , εμφανιζόμενοι σε μεγάλες αρένες και στα σπουδαιότερα blues festival σοκάροντας το κοινό με το κλίμα αναγέννησης των blues που μεταφέρουν.
Οι κριτικές στον μουσικό τύπο διθυραμβικές. Συνεντεύξεις και εξώφυλλα σε μεγάλα περιοδικά.
Ο Moore διασκευάζει σε συναυλιακή ενορχήστρωση ένα κλασσικό blues rock τραγούδι το Walking By Myself και δίνει συμμετοχή στο κοινό που τραγουδάει με τη ψυχή του .
Το ίδιο καλοκαίρι στο τέλος του συμβαίνει κάτι σπαρακτικό, σκοτώνεται σε πτώση ελικοπτέρου – το οποίο ήταν να μεταφέρει τον Eric Clapton- ο αναβιωτής των blues στις ΗΠΑ Stevie Ray Vaughn αφήνοντας σοκαρισμένο τον κόσμο που στο πρόσωπο του έβλεπε τον διάδοχο του Hendrix.
Πλέον ο Moore είναι στο επίκεντρο της blues επικαιρότητας η οποία για ένα λόγο κερδίζει νέους ακροατές παγκοσμίως .
Ένας από τους πολύ πολύ νέους ακροατές του ήταν τότε και ο γραφών.
Το still got the blues με βρήκε στο τέλος της πρώτης Γυμνασίου, ήμουν σπίτι όταν είδα το oh pretty woman στο MTV και θυμάμαι ακόμα συγκινημένος πλέον το εφηβικό σοκ .
Προσπαθούσα να συγκρατήσω το όνομα του καλλιτέχνη για να πάω στο σχολείο να το συζητήσω με τους φίλους μου που οι γονείς τους είχαν ροκ δίσκους για να μου το γράψουν σε κασέτα!!

Θυμάμαι με κινηματογραφική μνήμη στο προαύλιο όταν ρώτησα τον συμμαθητή μου, Θάνο Παπαδόπουλο εάν τον ήξερε και την αφοπλιστική του απάντηση ‘μα βέβαια είναι ο αγαπημένος του πατέρα μου!!’
Την κασέτα την έχω ακόμα λιωμένη και φθαρμένη από τον χρόνο.
Ο πατέρας τού συμμαθητή μου δούλευε στο ΣΕΦ και μας είχε πάρει τότε μικρά παιδιά και είχαμε δει τη πρώτη μου συναυλία τον killer, Jerry Lee Lewis σε ένα γεμάτο στάδιο με support μπάντα τον δικό μας Johnny Vavoura τι σοκ για μένα τότε , 13 χρονών παιδί.
Με τον συμμαθητή μου τον Θάνο κάναμε το πρώτο μας συγκρότημα τότε τους Mad Brains μαζί με τον άλλο Παπαδόπουλο από την τάξη τον Νίκο που μαζί θα παίξουμε για πολλά χρόνια και κατόπιν θα φτιάχναμε το Thin Lizzy tribute Remember Lizzy
Το still got the blues για μένα είναι ο δίσκος μαζί με το Black Rose που απέκτησα 1 χρόνο μετά που καθόρισε τον τρόπο ζωής μου.
Ήταν ο λόγος που άρχισα να μαθαίνω κιθάρα και να κάνω παρέα παιδιά που ακούμε την ίδια μουσική , έφτιαξα το πρώτο μου συγκρότημα που αλυσιδωτά απαρτίζεται από άτομα που έχουν περίοπτη θέση στη ζωή μου με συγγενικές σχέσεις πια, και ότι όμορφο θυμάμαι μέχρι τώρα έκτος από τον έρωτα είναι οι πρόβες οι ζωντανές εμφανίσεις τα ταξίδια και τα τραγούδια οι δίσκοι που φτιάχνουμε με τα παιδιά και όλα αυτά γιατί κάποτε άκουσα το Still Got the Blues.
Μικρός – αλλά μέχρι και τώρα μετά από 28 χρόνια που παίζω κιθάρα- δεν μπορούσα να κατανοήσω τα κιθαριστικά solo του δίσκου ,μου ακούγονταν σαν να μην τα έπαιζε ανθρώπινο ον όχι τόσο για την ταχύτητα ή τις παράξενες εκφράσεις αλλά γιατί όσο δύσκολα και περίπλοκα ακούγονταν είχαν την ιδιαιτερότητα να είναι εύκολα να το μνημονεύσεις, δεν μπορούσα –ούτε τώρα βέβαια μπορώ- να τα παίξω στην κιθάρα αλλά μπορούσα να τα τραγουδήσω και αυτό με την παιδική μου αφέλεια μου έφτανε. Εξάλλου ποτέ μια Gibson Les Paul δεν ξανακούστηκε έτσι.
Ο Moore με τον τεχνικό ήχου Ian Taylor κατόρθωσαν να αποδώσουν μια πρωτότυπη έκδοση του ήχου που αποδίδει ο συνδυασμός της Gibson Les Paul του 59 με έναν ενισχυτή Marshall – για τις ανάγκες  της ηχογράφησης λέγεται ότι χρησιμοποίησαν 50w-και κατόπιν soldano 100w με απευθείας σχέση μαγνήτη/λάμπας χωρίς περιττά εφφέ και distortion προσπαθώντας να πλησιάσουν την αισθητική του τέλους της δεκαετίας των 60’s.
Στα αυλάκια του δίσκου ακούς και τον χώρο της ηχογράφησης, την αίθουσα το δωμάτιο κάτι που προσδίδει μια Live αίσθηση στο όλο αποτέλεσμα. Αυτός ο ήχος άνοιξε σχολή και πολλοί προσπάθησαν και προσπαθούν να αντιγράψουν τόσο σε ηχογραφήσεις όσο και σε ζωντανές εμφανίσεις. 
 Μέσο του δίσκου γνώρισα/έψαξα  όλα αυτά τα μεγάλα  ονόματα που οι δίσκοι τους και τα cd κοσμούν το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο.
Όσο κι αν ο Moore δεν έγινε αμέσως αποδεχτός από τους φανατικούς των blues, γιατί θεώρησαν ότι το παίξιμο του ήταν υπερβολικό, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι μια γενιά – τουλάχιστον η δικιά μου των 40ριδων- πήραμε τότε μια πρώτη γεύση για αυτό το είδος της μουσικής και ακούσαμε για πρώτη φορά ονόματα όπως Peter Green Albert King Albert Collins John Mayall , ουσιαστικά ο δίσκος αυτός ήταν χρονολογικά και πολιτιστικά μια αφορμή για την αναβίωση των blues τουλάχιστον εμπορικά και μπορεί να το επιβεβαιώσει και η δισκογραφία αλλά και οι πωλήσεις στον τομέα της ηλεκτρικής κιθάρας.


13 Σεπτεμβρίου 2008 ο Moore ήρθε για μία και μοναδική συναυλία στην Ελλάδα και έπαιξε στο γήπεδο του Tae Kwo Do στο Παλαιό Φάληρο , 2 χλμ από το πατρικό μου...
Ο διοργανωτής – καλή του ώρα- μας άφησε σαν άτυπο ελληνικό φαν κλαμπ εμένα τον Πάνο από Remember Lizzy ,τη Βίκη τον Θανάση τον Γκίοκα και άλλα 2-3 παιδιά να τον συναντήσουμε back stage αμέσως μετά το live. Όντως και έγινε και ήταν ένα αξέχαστο τέταρτο γεμάτο φωτογραφίες μικρές συζητήσεις και αυτόγραφα με τον ίδιο πολύ εντυπωσιασμένο με το ένθερμο ελληνικό κοινό που είχε γεμίσει το κλειστό. Είχε απολαύσει την εμφάνισή του και το είχαμε καταλάβει γιατί έπαιζε 2-3 λεπτά παραπάνω το κάθε τραγούδι και μας υποσχέθηκε ότι σίγουρα θα ξαναέρθει Ελλάδα.
Του κάναμε δώρο ένα τζουρά και το δέχθηκε με μεγάλη χαρά και έκπληξη, μάλιστα μας ρώτησε ‘is this a buzuki?’ και επίσης ρώτησε ποιες νότες είναι οι ανοιχτές χορδές , θέλω να φαντάζομαι ότι κάποτε ίσως το γρατζούνισε λίγο
. Τού είπαμε επίσης ότι έχουμε μια Thin Lizzy tribute band – να κάνουμε κ εμείς τη φιγούρα μας- και είπε χαμογελαστά ‘we may jam one day’ και κοίταζα τον Πάνο και γελάγαμε.
Η ιστορία είναι ότι όντως υπήρχαν κλεισμένες 2 ημερομηνίες για Αθήνα και Θεσσαλονίκη για τον Μάιο του 2011 οι οποίες βέβαια δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ. Μεγάλο μέρος του set list ήταν τραγούδια από τον Still got the blues δίσκο. Στην ατέλειωτη συζήτηση εάν το SGtB είναι Original blues album η δικιά μου οπτική είναι η εξής, είναι σαφώς ροκ δίσκος με original blues στοιχεία χωρίς το ένα στοιχείο να επιδρά καλλιτεχνικά αρνητικά στο άλλο , ίσα ίσα το μείγμα είναι εκρηκτικό απολαυστικό ραδιοφωνικό και διαχρονικό.
29 χρόνια μετά το τραγούδι Still got the Blues παραμένει η αγαπημένη μπαλάντα εκατομμυρίων ακροατών στον κόσμο και το βλέπουμε στα views του youtube που πλησιάζει τα 30 εκατομμύρια , ο δίσκος είναι classic σημείο αναφοράς των 90’s, ο Moore μετά τον θάνατό του έχει μείνει στην συνείδηση του κόσμου κυρίως σαν Blues rock legend και τα τραγούδια έχουν έντονο airplay στα ραδιόφωνα στα μπαράκια και τα πάρτι
Και όταν αναφέρω τα πάρτι, σίγουρα θα θυμάμαι πόσο περίμενα τη στιγμή που ο dj θα το έβαζε ώστε να μαζέψουμε οι νεαροί τότε όσο κουράγιο είχαμε για να πάμε να ζητήσουμε απ το κορίτσι που μας άρεσε να το χορέψουμε και ίσως αυτή η εικόνα που φέρνει ο δίσκος είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του στην μουσική όταν αυτή γίνετε τρόπος να ζεις.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΙΝΝΗΣ
Στιχουργός, κιθαρίστας  Noelyn Rayn










Κείμενο: Αλέξανδρος Ριχάρδος









Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

1 σχόλια:

  1. πως ειχα την εντυπωση πως απο τους 2 κιθαριστες των remember lizzy ο αλλος ηταν που ειχε 'καταπιει ' τον Gary Moore ....Μπορει και να κανω λαθος .
    To ερωτημα που ειχα παντα σχετικα με τον Gary Moore ηταν τι θα γινοταν αν δεν εκανε αυτη την 'στροφη ' ,την λιγο αποτομη στα blues . Μονο μια φορα ειχα την ευκαρια να τον δω και οι παρατηρησεις μου ηταν 2
    1. το ειδος που επαιζε ηταν μανιασμενο blues ,ενιωθα οτι σε καποιες στιγμες οτι το μπρατσο της κιθαρας του υπεφερε .
    2. η μπαντα του ηταν υπερβολικα 'πισω ' , πολυ κομπαρσοι , εστω και αν ηταν one man show , θα προτιμουσα και οι αλλοι μουσικοι να ειχαν λιγο 'παρουσια ' που ειναι αυτονοητο οτι μονο τυχαιοι δεν θα ηταν .
    Οπως και να εχει τεραστιο το εργο που αφησε , τοσο κιθαριστικα οσο και συνθετικα γιατι τα σολο ειναι στολιδια , τα κομματια ειναι η ουσια .Και αφησε μπολικα .

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *