POISON – NOTHIN’ BUT A GOOD TIME!!!

Ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα στο χώρο του glam metal/μελωδικού hard rock είναι οι μεγάλοι Poison!!! Και ανεξαρτήτως των προσωπικών προτιμήσεων, η ίδια η μουσική ιστορία, τούς έχει καθιερώσει ως ένα από τα κυριότερα και εμπορικότερα σχήματα του συγκεκριμένου χώρου, ένα από τα πρώτα ονόματα που σου έρχονται στο μυαλό όταν αναφέρεσαι σε αυτό το παρακλάδι του σκληρού rock.
Γράφει ο Χρήστος Ζερβός
Μια μπάντα εκπρόσωπος της διασκέδασης, των πάρτι, του έρωτα, του σεξ, της υπερβολής και γενικά όλων όσα αποτελούν το αλατοπίπερο της ζωής. Ταυτόχρονα, λόγω αυτής της χαλαρότητας και της ανεμελιάς που εκπέμπουν καθώς και του look τους, ένα σχήμα “κόκκινο πανί” για τους κλασικούς ροκάδες και “true” μεταλάδες παγκοσμίως και πάτημα για “κράξιμο” της ευρύτερης glam metal σκηνής.
Μπορεί να λοιδορήθηκαν όσο κανένα άλλο συγκρότημα του είδους (άντε να βάλουμε και τους Winger δεύτερους) από τη “σοβαρή” πτέρυγα του rock/metal, όμως η κριτική που δέχτηκαν ήταν τελείως επιφανειακή και αδικαιολόγητη καθώς, από τη μία, δεν έχει νόημα να συγκρίνεις συγκροτήματα που ανήκουν σε διαφορετικό μουσικό είδος ή παρακλάδι και , από την άλλη, στο είδος που εκπροσωπούσαν (και εκπροσωπούν), έδωσαν πολύ καλά άλμπουμ με ποιοτικές και πιασάρικες συνθέσεις, χωρίς να παραβλέψουμε και το γεγονός ότι τίποτα δεν τους χαρίστηκε, αλλά κέρδισαν την παγκόσμια επιτυχία με σκληρή δουλειά και μέσα από δύσκολες καταστάσεις.
Πάμε να δούμε λοιπόν την πορεία τους προς την καταξίωση εστιάζοντας στα τρία  πρώτα και πιο επιτυχημένα εμπορικά άλμπουμ τους.
Οι Poison δημιουργήθηκαν, αρχικά ως Paris, το 1980 στην πόλη Mechanicsburg της Pennsylvania της ανατολικής ακτής των ΗΠΑ , με τη σύνθεση Bret Michaels (φωνητικά), Rikki Rockett (τύμπανα), Bobby Dall (μπάσο), Matt Smith (κιθάρες). Όπως κάθε πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα, ξεκίνησαν παίζοντας στα clubs της πόλης και της πολιτείας τους διασκευές κλασικών rock κομματιών. Αυτό όμως δεν τους ήταν αρκετό, οπότε τον Μάρτιο του 1983 και αφού άλλαξαν το όνομά τους σε Poison, πήραν την μεγάλη απόφαση να μετακομίσουν στο Los Angeles . Βρήκαν ένα παλιό σαράβαλο ασθενοφόρο, το μετασκεύασαν και ξεκίνησαν για τη μεγαλούπολη της Δυτικής ακτής για να γράψουν σύντομα, όπως αποδείχτηκε, ιστορία στο χώρο του εμπορικού hard rock/glam.
Κάθε αρχή και δύσκολη και τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ σκληρά για το συγκρότημα. Μακριά από συγγενείς και φίλους, με ελάχιστα χρήματα, νοίκιαζαν, όπως έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του ο Bret Michaels, ένα χώρο πίσω από ένα καθαριστήριο και κοιμόντουσαν στο πάτωμα σε sleeping bags παρέα με κατσαρίδες!  Για να βγάλουν τα προς το ζην έπαιζαν σε όλα τα διάσημα clubs του L.A. και κυρίως στο γνωστό “Troubadoure” του δυτικού Χόλυγουντ, στο οποίο έκαναν τα πρώτα τους βήματα πολλά μελλοντικά μεγάλα ονόματα του είδους (Guns n’ Roses, Warrant, Mötley Crüe κ.α.). Οι δύσκολες αυτές συνθήκες ανάγκασαν τον κιθαρίστα Matt Smith να αποχωρήσει από το συγκρότημα για να επιστρέψει στην Pennsylvania και οι Poison, μετά από κάποιες auditions, προσέλαβαν τον κιθαρίστα και μεγάλο παικταρά C.C. DeVille, για να ολοκληρωθεί η κλασική σύνθεση του συγκροτήματος (Michaels, DeVille, Rockett, Dall).
Με υπομονή, επιμονή, γερά στομάχια και γράφοντας ώρες στο σανίδι των clubs, οι Poison ανταπεξήλθαν όλων των δυσκολιών και το 1986 υπόγραψαν συμβόλαιο με την Enigma Records. Από κει και μετά άρχισε να γράφεται η ιστορία.
Look What The Cat Dragged In (1986)
    Το πρώτο άλμπουμ τους, Look what the cat dragged in, κυκλοφορεί τον Αύγουστο του 1986 και κάνει με την μία εντύπωση. Σ’ αυτό βοηθάει και το εξώφυλλο-πρόκληση όπου οι τέσσερις Poison εμφανίζονται με γυναικείο χτένισμα, βαρύ make up και χείλια σε πόζα duck face (όπως τη γνωρίζουμε σήμερα από τις φωτό σε facebook, instagram και λοιπά social media), εξώφυλλο που θυμίζει το εναλλακτικό του Shout at the Devil των Mötley Crüe. Όσον αφορά το μουσικό ύφος, ακούμε πρώιμο και καλοπαιγμένο glam metal με επιρροές από Aerosmith, Rolling Stones, Kiss, Van Halen και Cheap Trick. Όλες αυτές τους τις επιρροές, οι Poison τις ανάμειξαν με τέτοιο τρόπο, που έφτιαξαν έναν δικό τους χαρακτηριστικό ήχο που όμοιό του ή παραπλήσιο, προσωπικά τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει σε κανένα άλλο συγκρότημα του είδους. Φωνάρα και εκπληκτικός frontman ο Bret Michaels, πολύ καλός κιθαρίστας ο DeVille και φοβερό rhythm section από Dall- Rockett, ένα συγκρότημα τέλεια δεμένο μετά από τόσα χρόνια στις σκηνές των clubs. Από τραγούδια, ξεχωρίζει η κομματάρα “Talk Dirty to Me” (δεύτερο single) η οποία παρουσιάζει την εν γένει “φιλοσοφία” των Poison με τους χαρακτηριστικούς στίχους στο ρεφραίν: “At the drive in/
 in the old man’s Ford /
 behind the bushes /
 till I’m screaming for more /
 down the basement /
 lock the cellar door /
 and baby talk dirty to me”.

    Κορυφαία είναι επίσης το “Cry Tough” (πρώτο single) , “I want Action” (τρίτο single) και η μπαλάντα “I won’t forget you”, αλλά επίσης το ομώνυμο και το “Want some, need some”.
    Χαβαλές, αλητείες, γκόμενες, σεξ, παλιοπαρέες, κόντρα με τους γονείς και η σκληρή προσπάθεια για την επιτυχία, είναι τα θέματα που απασχολούν στιχουργικά τους Poison και εκφράζουν τους νέους, και όχι μόνο, της εποχής οι οποίοι τους επιβραβεύουν κάνοντας το άλμπουμ χρυσό και μετέπειτα 3 φορές πλατινένιο και οδηγώντας το στη θέση 3 του Billboard με το καλημέρα!
    Μιλάμε για ένα από τα καλύτερα ντεμπούτα του χώρου που οδήγησε με τη μία τους Poison στην πρώτη γραμμή των συγκροτημάτων του είδους, τους έκανε εξώφυλλο στα σημαντικότερα μουσικά περιοδικά και τους εξασφάλισε περιοδείες με μεγάλα και φτασμένα συγκροτήματα.
Open Up and Say…Ahh! (1988)
Αν το Look What The Cat Dragged In εκτόξευσε τους Poison στην κορυφή, το Open Up and Say …Ahh! τους καθιέρωσε. Κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1988 και άμεσα έγινε τεράστια επιτυχία. Πιο εμπορικό και πιασάρικο από το πρώτο, πιο φιλικό για το mainstream ραδιόφωνο, με ευκολομνημόνευτα τραγούδια, κολλητικά ρεφρέν και πάρτι διάθεση, αποτελεί πλέον κλασικό άλμπουμ του glam metal και ακούγεται ακόμα και σήμερα φρέσκο σαν να βγήκε ένα μήνα πριν.
Το μουσικό ύφος δεν αλλάζει, ούτε η φανταχτερή ανδρόγυνη εμφάνιση και οι στίχοι των τραγουδιών περιγράφουν για μια ακόμη φορά κατά κύριο λόγο ανάλαφρες καταστάσεις της ζωής. Το κομμάτι “Nothin’ but a good time” (πρώτο single) είναι χαρακτηριστικό της αίσθησης που βγάζει το άλμπουμ όπως και η “sexy” τριάδα “Love on the Rocks”, “Good Love” (με την χαρακτηριστική φυσαρμόνικα του Michaels να γεμίζει το κομμάτι) και “Look but you can’t touch” (νομίζω κάθε άντρας έχει ακούσει αυτή την ατάκα από γυναίκα κάποια στιγμή στη ζωή του!).

Το αποκορύφωμα του άλμπουμ όμως είναι η μπαλάντα “Every rose has its thorn”, τρίτο single του άλμπουμ το οποίο έπιασε και την πρώτη θέση στο Billboard. Πολύ όμορφο και συναισθηματικό κομμάτι (χωρίς να είναι βέβαια, κατά τη γνώμη μου, και το καλύτερο του άλμπουμ), έβαλε τους Poison στο σπίτι ακόμα και αυτών που δεν ασχολούνταν με το είδος.
Όσον αφορά την απόδοση του συγκροτήματος, παραμένει σε υψηλό επίπεδο, με τον DeVille να γίνεται ακόμα καλύτερος στα κιθαριστικά θέματα και τα σόλο και τον Michaels να εξελίσσεται και να καθιερώνεται ως ιδιαίτερα ταλαντούχος frontman και με ιδιαίτερη απήχηση στο γυναικείο κοινό.
Το άλμπουμ έγινε, φυσικά, ακόμα πιο επιτυχημένο από το ντεμπούτο. Έφτασε στο Νο 2 του Billboard και, στις ΗΠΑ μόνο, μέχρι το 1991, είχε πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια κομμάτια (5 φορές πλατινένιο). Κάπου εδώ, οι Poison ένιωσαν να ανταμείβονται για την επιμονή και την αντοχή τους να κυνηγήσουν το rock n’ roll όνειρο, και η επιτυχία, τόσο του “Open up…”, όσο και του “Look what…”, αποτέλεσε κάτι παραπάνω από “απόσβεση” των πρώτων πέτρινων χρόνων τους στο L.A.
Flesh and Blood (1990)
Πρώτο μου μέλημα μόλις έδωσα το τελευταίο μάθημα των Πανελληνίων τον Ιούλιο του 1990, ήταν να σπεύσω στο πλησιέστερο δισκάδικο για να αγοράσω το νέο, τρίτο άλμπουμ των Poison,”Flesh and Blood”, που το περίμενα με τρελή ανυπομονησία.
Βλέποντας τη φωτογραφία του συγκροτήματος στο οπισθόφυλλο του δίσκου κάτι με παραξένεψε. Το make up είχε φύγει, τα μαλλιά είχαν αλλάξει χτένισμα, τα φανταχτερά ρούχα εξαφανίστηκαν και η θηλυπρεπής glam εμφάνιση είχε δώσει την θέση της σε ένα πιο street look, πιο κοντά εμφανισιακά σε συγκροτήματα όπως οι Guns n’ Roses, L.A. Guns ή Skid Row.
H αλλαγή δεν περιοριζόταν στην εμφάνιση αλλά ήταν φανερή και στο μουσικό ύφος όπου πλέον το glam περιορίστηκε και έκαναν την εμφάνισή τους αρκετά blues rock στοιχεία.
Η μεταστροφή αυτή, δεν μου έκατσε καλά τότε, που περίμενα ένα ακόμα glam metal χαβαλετζίδικο άλμπουμ από τους Poison, και με οδήγησε μετά από λίγες ακροάσεις να βάλω τον δίσκο στο ράφι ψιλοαπογοητευμένος.

Όταν όμως έπιασα να τον ακούσω μετά από χρόνια και με περισσότερα ακούσματα στο ενεργητικό μου, συνειδητοποίησα τι λάθος εκτίμηση είχα κάνει τότε και για τι δισκάρα πρόκειται!
Σαφώς το καλύτερο άλμπουμ των Poison, μια μίξη σε ιδανικές δόσεις όλων των επιρροών τους και των ήχων τους. Glam metal, hard rock, blues rock. Σκληρά riffs, pop-metal αλλά και slide κιθάρες και άρωμα νότιων blues.
Τα δυο πιο γνωστά – σε όλους - κομμάτια του άλμπουμ είναι το χαβαλετζίδικο, από τις glam εποχές, “Unskinny Bop” (πρώτο single) με το ρυθμικό μπάσο και τη χαρακτηριστική μελωδία στην κιθάρα και η μπαλάντα “Something to believe in” (δεύτερο single) με το πολύ ωραίο πιάνο που το συνοδεύει.
Από τα καλύτερα κομμάτια του άλμπουμ που, πραγματικά, απορώ πώς δεν έγινε single,είναι to “Let it Play” με το φοβερό ρυθμό του και την ξεσηκωτική αίσθηση που βγάζει. Επίσης, η μπαλάντα “Life Goes on” (τέταρτο single) με το καταπληκτικό και μελωδικότατο σόλο του C.C. DeVille (ο οποίος, παρεμπιπτόντως, κάνει φοβερή δουλειά στο άλμπουμ), καθώς και τα “Ride the Wind” (τρίτο single), “Ball and Chain” και το αργό και βαρύ “(Flesh & Blood) Sacrifice” (πέμπτο single).
Για τα τυπικά και ως απόδειξη της απήχησης που είχε, το “Flesh & Blood” έπιασε το Νο 2 στο Billboard, έγινε πλατινένιο το 1990 και μέχρι το 1991 πήρε άλλες δυο πλατίνες φτάνοντας το Χ3. Ακολούθησαν περιοδείες με μπάντες όπως οι Warrant, Bulletboys, Slaughter, Alice in Chains(;;;!!!) καθώς και μια εμφάνιση στο Monster of Rocks στο Donington της Αγγλίας το καλοκαίρι του 1990 μαζί με τους Aerosmith και Whitesnake.

Με το τρίτο και πιο ώριμο, τόσο ηχητικά όσο και στιχουργικά, άλμπουμ τους, οι Poison έκλεισαν μια πενταετία που τους οδήγησε από την αφάνεια στην καθιέρωση ως ένα από τα πιο εμβληματικά και χαρακτηριστικά συγκροτήματα του hard rock/glam metal. Ταυτόχρονα έκλεισε και ένας κύκλος, γεγονός που επισφραγίστηκε και με το Live άλμπουμ τους “Swallow this Live” του 1991. Στη συνέχεια τα πράγματα δεν θα ήταν πλέον τα ίδια. Η μουσική βιομηχανία θα άλλαζε προτιμήσεις, το Grunge θα εμφανιζόταν απειλητικό, οι σχέσεις των μελών θα εμφάνιζαν προβλήματα και έτσι θα άρχιζε η φυσιολογική φθορά και η πτώση – όχι όμως και η εξαφάνιση…
ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ ΜΕΤΑ
Το 1991, ο C.C. DeVille άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς και απόδοσης λόγω του εθισμού του στην κοκαΐνη. Μετά από ένα μπουνίδι με τον Bret Michaels στα παρασκήνια του MTV Music Awards 1991 λόγω της τραγικής του εμφάνισης, ο DeVille εκδιώχθηκε από το συγκρότημα και αντικαταστάθηκε από τον πιτσιρικά και συμπατριώτη τους, Richie Kotzen.
Με τον Kotzen στην κιθάρα ,οι Poison κυκλοφόρησαν το 1993 το τέταρτο άλμπουμ τους ,“Native Tongue”. Πρόκειται για ένα πολύ καλό άλμπουμ, πιο κοντά ακόμα στο blues rock (και λόγω επιρροών του Kotzen) και πιο μακριά από το glam metal του παρελθόντος. Στον ήχο έχουμε και εισαγωγή πνευστών σε μερικά κομμάτια, gospel χορωδιακών φωνητικών και κάποια στοιχεία funk και soul. Πολύ καλά κομμάτια είναι τα “Stand” και “Until you suffer some (Fire and Ice)” , καθώς και τα “Body Talk”, “Ride Child Ride” και “Strike up the Band”.
Αν και οι εποχές ήταν δύσκολες για το είδος, το άλμπουμ έγινε χρυσό στις ΗΠΑ και έφτασε τα 2 εκατομμύρια πωλήσεις παγκοσμίως. Τσεκάρετέ το,δώστε του 2-3 ακούσματα να συνηθίσετε την διαφορετική μουσική κατεύθυνση και δεν θα μετανιώσετε.
Κατά τη διάρκεια της περιοδείας για το Native Tongue, o Kotzen τα έμπλεξε με την κοπέλα του ντράμερ Rockett, πήρε πόδι και αντικαταστάθηκε από τον Blues Saraceno.
Με τον Saraceno ξεκίνησαν να δουλεύουν από το 1994 το επόμενο άλμπουμ Crack a Smile, το οποίο όμως λόγω διάφορων καταστάσεων (προβλήματα υγείας, νομικά θέματα) κυκλοφόρησε ως “Crack a Smile…and More!”  το 2000.
Στο μεταξύ, από το 1996, ο DeVille, είχε γυρίσει στο συγκρότημα έχοντας αποκαταστήσει τη σχέση του με τον Michaels και οι Poison κυκλοφόρησαν το 2002 το έκτο τους άλμπουμ “Holyweird” , με την κλασική τους σύνθεση. Και τα δυο προαναφερόμενα άλμπουμ είναι απλά καλά. Και να μην τα ακούσετε δεν χάνετε κάτι, άντε οι πιο φανατικοί (όπως εγώ) να τα πάρετε για τη σειρά.
Τελευταίο – έβδομο -  στούντιο άλμπουμ τους είναι το “Poison’d” του 2007 , όπου διασκευάζουν κλασικά rock τραγούδια.
Να σημειωθεί ότι μεταξύ των διάφορων στούντιο άλμπουμ ,από το 1994 και μετά έχουν κυκλοφορήσει και διάφορα best of και live στα οποία υπάρχουν συνολικά και 6-7 ακυκλοφόρητα κομμάτια. Όσοι ενδιαφέρονται ας τους ρίξουν μερικές ακροάσεις.
Από το 2007 και μετά οι Poison περιοδεύουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα μαζί με αντίστοιχα συγκροτήματα του παρελθόντος και μάλιστα με αρκετή επιτυχία. Να ευχηθούμε να περάσουν και από εδώ; Χλωμό το βλέπω αλλά ποτέ δεν ξέρεις…
   
Χρήστος Ζερβός

20/2/19

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

6 σχόλια:

  1. Το "Flesh and blood" προσωπικα και για μενα ειναι το καλυτερο τους αλμπουμ. Η αναγκη ενος τετοιου αφιερωματος ηταν επιτακτικη!!...Good job Chris!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

      Διαγραφή
    2. Eυχαριστώ πολύ Σπύρο! Το "Flesh and Blod" είναι πολύ καλό άλμπουμ, απλά θέλει 2-3 ακούσματα παραπάνω από τα δυο προηγούμενα. Είναι και μεγάλο σε διάρκεια - για τα δεδομένα της τότε εποχής. Άκου και το Native Tongue. Θέλει τα ακούσματά του αλλά αξίζει. Το είχα να αραχνιάζει για χρόνια, αλλά όταν αποφάσισα να το ακούσω έφαγα γερό κόλλημα.

      Διαγραφή
  2. To πρώτο είναι το καλύτερο τους νομίζω...με πολύ κοντινό το επόμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φίλε SAD WINGS.. θεωρώ το "Flesh and blood" το καλύτερο - κατά τη γνώμη μου φυσικά - με την έννοια ότι συγκεντώνει τα στοιχεία όλων. Το πιο ώριμο θα έλεγα. Βέβαια και τα τρία είναι αλμπουμάρες και αν τα βαθμολογούσα με άριστα το 10, θα έπαιζαν στο 9-10 με κάθε άλμπουμ να εναλάσσεται ανάλογα τη διάθεση. Τσέκαρε και το Native Tongue που έγραψα και στον φίλο Σπύρο παραπάνω - αν δεν το έχεις κάνει. Είναι πολύ καλό άλμπουμ.

      Διαγραφή
  3. Το Native tonque ειναι ενα επισης αγαπημενο αλμπουμ και αυτο που μου αρεσει περισσοτερο ειναι τα δευτερα φωνητικα του Richie Kotzen που δενουν αψογα με του Bret Michaels.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *