WISHBONE ASH: ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ROCK ΣΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΤΟΥ

Προσπαθώ να βρω μια εισαγωγή για το κείμενο των Wishbone Ash που να ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Μια εισαγωγή που να έχει όλη την μαγεία του Argus, όλη τη δεξιοτεχνία των δύο κιθαρών, όλη τη ζωντάνια του ήχου τους, όλη τη ζεστασιά των φωνητικών τους και κυρίως όλη την ομορφιά της μουσικής τους. Γιατί η μουσική των Wishbone Ash είναι όμορφη κι ο γράφων δεν διστάζει να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο επίθετο για να δώσει το πραγματικό μέγεθος σε κάθε συγκρότημα.
Γράφει ο Αλέξανδρος Ριχάρδος 

H κόκκινη υπογράμμιση αποτελεί σύνδεσμο (link) και μπορείτε να την πατήσετε.
 
Τελικά η καλύτερη εισαγωγή είναι να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, τότε που το ημερολόγιο έδειχνε 1969 κι ο μπασίστας, τραγουδιστής Martin Turner σχημάτιζε στο Devon τους The Empty Vessels. Στα ντραμς ήταν ο 24χρονος και με πείρα σε περιοδείες Steve Upton και στην κιθάρα ο αδελφός του Martin, Glenn Turner. Οι Empty Vessels παίζουν σε μικρά clubs και πληρώνονται 2 λίρες την εμφάνιση. Ο Martin Turner συνεχίζει την πρωινή δουλειά του που είναι οδηγός, όταν αποφασίζουν να αφήσουν ότι κάνουν επαγγελματικά και να αφοσιωθούν στο συγκρότημα, πηγαίνοντας στο Λονδίνο. Κύριο λόγο σε αυτή την απόφαση έπαιξε το αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε ο Turner όταν μετά από μια συναυλία που τράβηξε έως αργά, υποχρεώθηκε να πάει στη δουλειά του άυπνος. Οδηγώντας το φορτηγό κοιμήθηκε στο τιμόνι και χτύπησε σε ένα αυτοκίνητο που μέσα ήταν μια γυναίκα και ένα μωρό. Ευτυχώς δεν τραυματίστηκαν αλλά αυτό το γεγονός σόκαρε τον Turner που κατάλαβε ότι δεν μπορεί να κάνει δύο δουλειές κι αποφάσισε να ασχοληθεί με τους Empty Vessels επαγγελματικά. Η αποχώρηση του Glenn Turner, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του συγκροτήματος, αφού ο Martin δεν θέλει να τον αφήσει μόνο του καθώς έχει χρόνιο πρόβλημα με το άσθμα και ο Martin δεν τον άφηνε στιγμή μόνο του.
 Την τελευταία συναυλία με τον Glenn Turner στην κιθάρα τη δίνουν στο Country Club στο Haverstock Hill, μάλιστα έχοντας αλλάξει όνομα κι από Empty Vessels μετονομάστηκαν Tanglewood. Έχοντας μηδαμινές πιθανότητες να συνεχίσουν, η τύχη τους χαμογελά διάπλατα, αφού μέσα στο κοινό που τους παρακολουθεί βρίσκεται και ο Miles Copeland, αδελφός του ντράμερ των Police, Stewart Copeland. O Miles μόλις είχε αποφοιτήσει από το πανεπιστήμιο της Βηρυτού κι είχε επιστρέψει στη γενέτειρά του, το Λονδίνο, ανακαλύπτοντας τον υπέροχο κόσμο του Rock’n’Roll. Ο Martin Turner τον περιγράφει σαν ένα πολύ ενδιαφέροντα τύπο που δεν κρυβόταν πίσω από τις λέξεις και δεν έπινε σταγόνα αλκοόλ και μπύρας. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με τον Turner να τον κερνάει κι αυτός να παραγγέλνει …γάλα! (σ.σ. ούτε ο Λούκυ Λουκ να ήταν!). Ο Miles Copeland αναλαμβάνει manager αφού έχουν μείνει δύο μέλη, ο Martin Turner και ο Steve Upton.  O Coperland βάζει αγγελία στη μουσική εφημερίδα Melody Maker για κιθαρίστα, ενώ ο Turner έχει στο μυαλό του εκτός από κιθαρίστα να προσλάβουν και οργανίστα. Σύμφωνα με τον Turner, πρέπει να είδαν κι άκουσαν εκαντοντάδες (!) κιθαρίστες για να καταλήξουν στον 19χρονο Andrew “Andy” Powell που τότε έπαιζε σε ένα νεανικό συγκρότημα διασκευών. Τελικά ο Martin Turner αποφασίζει να μην προχωρήσει στην ιδέα πρόσληψης οργανίστα αλλά κι ενός δεύτερου κιθαρίστα, που είναι ο Ted Turner (απλή συνωνυμία). Ο νεοφερμένος Turner ήταν κι αυτός 19 χρονών, καταγόταν από το Birmingham κι έπαιζε στους King Biscuit Blues Band, συγκρότημα διασκευών της εποχής. Όμως όπως πολλοί νεαροί βρετανοί της εποχής, είχε δει live τους Cream και Peter Green.κι είχε μπολιαστεί από το πνεύμα της μουσικής.
Κι όμως ο Ted Turner δεν ήταν από την αρχή η επιλογή τους για τη θέση του δεύτερου κιθαρίστα. Ο Martin Turner τον πήρε στο τηλέφωνο για να του πει να μην περιμένει θετική απάντηση, όταν το σήκωσε η μητέρα του τού Ted και έπεισε τον Martin να τον ξανακούσουν! Δίνοντας του μια δεύτερη ευκαιρία, ο Ted Martin γίνεται κι αυτός μέλος των νεοσύστατων Wishbone AshΙ
ΠΩΣ ΔΙΑΛΕΞΑΝ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ 
Ο Stewart Copeland τους είπε ότι καλύτερα θα ήταν να μη συνεχίσουν με το όνομα Tanglewood και τώρα που έκαναν μια καινούργια αρχή ήταν μια καλή ευκαιρία να παρουσιαστούν με καινούργιο όνομα. Ο Martin Turner έγραψε σε δύο ξεχωριστά χαρτιά μια σειρά από ονόματα κι από το ένα χαρτί επέλεξαν τη λέξη Wishbone κι από το άλλο τη λέξη Ash. Τόσο απλό!
O Copeland ξεκίνησε να τους κλείνει εμφανίσεις, ανοίγοντας τις συναυλίες των Slade, T. Rex, Taste, Mott the Hoople και Caravan. Από την πλευρά τους, οι τέσσερις μουσικοί έπρεπε να βρουν τη μεταξύ τους χημεία.  Και τη βρήκαν πολύ εύκολα. Δεν αργεί η ώρα που κλείνουν studio για να ηχογραφήσουν τα πρώτα τραγούδια τους στο περίφημο De Lane Lea Studios στην οδό Dean στο Soho του Λονδίνου. Όταν σε θέλει η τύχη δεν σταματάει μπροστά σε τίποτε. Μεταξύ των ημερομηνιών που είχαν κλείσει studio υπήρχε ένα κενό, στο οποίο πήγαν στο Παρίσι για εμφανίσεις που κράτησαν μια εβδομάδα. Μια εβδομάδα που τους βοήθησε στο να δέσουν μεταξύ τους αλλά και να πάρουν κάποια λίγα χρήματα.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ RITCHIE BLACKMORE ΣΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ 
 Τον Μάιο του 1970 ο Copeland τους βάζει support σε συναυλία των Deep Purple, στο Dunstable Civic Hall. Στο soundcheck που προηγείται της συναυλίας, ο Ritchie Blackmore τζαμάρει με τον Andy Powell, εντυπωσιάζεται από τις ικανότητές του και προτείνει στον παραγωγό τους, Derek Lawrence να τους βρει συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία.
Derek Lawrence

Γριά αλεπού ο Lawrence, δεν χρειάζεται δεύτερη κουβέντα κι έχοντας μεγάλη πίστη στη γνώμη του Μαυροφορεμένου, τους προτείνει στην MCA όπου κι υπογράφουν παίρνοντας σαν προκαταβολή 250.000$, ποσόν πολύ μεγάλο για πρωτοεμφανιζόμενο συγκρότημα!

Το πρώτο άλμπουμ με τίτλο το όνομα τους (No 29 Μ.Βρετανία) κυκλοφορεί το Δεκέμβριο του 1970 με παραγωγό τον Derek Lawrence. (διαβάστε εδώ την ιστορία του άλμπουμ Green Bullfrog και ποίοι συμμετείχαν σε παραγωγή του Derek Lawrence!). Εκείνο που κατάφεραν με την πρώτη οι Martin Turner, Steve Upton, Andy Powell και Ted Turner ήταν όχι μόνο να βρουν χημεία μεταξύ τους αλλά να παρουσιάσουν ένα καινούργιο κιθαριστικό ήχο που στηριζόταν σε δύο lead κιθαρίστες. Έως τότε τα περισσότερα πετυχημένα συγκροτήματα είχαν 1 κιθαρίστα ή 1 κιθαρίστα κι 1 οργανίστα. Τα πιο γνωστά συγκροτήματα που είχαν 2 κιθαρίστες ήταν οι Rolling Stones, οι Allman Brothers και οι Derek and the Dominos κι από τους παλαιότερους οι Yardbirds. Τώρα στη μικρή λίστα, φιγουράριζε και το όνομα των άγνωστων Wishbone Ash. Διαβάστε εδώ τη σχέση του John Lennon και του Imagine με τον Ted Turner!
Εκείνο που γίνεται ξεκάθαρο από το πρώτο κιόλας κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ, το “Blind Eye”, είναι ο φρέσκος κιθαριστικός ήχος τους. Οι κοφτές κιθάρες απογειώνουν το κομμάτι με το πιάνο να πλουτίζει τον ήχο και να αφήνουν τις καλύτερες υποσχέσεις για το τι θα ακολουθούσε. Το Wishbone Ash μπορεί στην εποχή του να μην χαρακτηρίστηκε σαν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ εκείνης της χρονιάς, αλλά αυτό συνέβη αργότερα, όταν το ακούσαμε προσεκτικότερα τα ευρηματικά σόλο αλλά και το συντονισμένο παίξιμο των δύο κιθαριστών. Το αποθεωτικό“Phoenix” που κλείνει το άλμπουμ, αφήνει τη πιο γλυκιά γεύση που μπορεί να αφήσει το πρώτο άλμπουμ ενός νέου συγκροτήματος. Τα φωνητικά, οι κιθάρες, οι αυτοσχεδιασμοί, η συνθετική εξέλιξη του, υπόσχονται τα καλύτερα. Τα καλύτερα που ήλθαν σχεδόν δύο χρόνια αργότερα με την κυκλοφορία του τρίτου άλμπουμ τους Argus.

 Στο μεταξύ ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο Pilgrimage (1971, Νο 14 Μ.Βρετανία, Νο 174 Αμερική) κάνοντας μια στροφή σε πιο φολκ κι ακουστικά κομμάτια. To τζαζίζον(!)"Vas Dis" είναι η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ που μάλλον υπολείπεται του πρώτου. Παρ’ όλα αυτά το συγκρότημα έκλεισε περιοδεία με τους Who στην Αμερική! Και φθάνουμε στον Απρίλιο του 1972, μόλις 5 μήνες μετά την κυκλοφορία του Pilgrimage και οι Martin Turfner, Andy Powell, Steve Upton και Ted Turner κυκλοφορούν ένα από τα καλύτερα άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής!  Το Argus (Νο 3 Μ.Βρετανία, Νο 169 Αμερική) και τα 7 κομμάτια που περιέχει σκιαγραφούν την κορυφαία στιγμή του συγκροτήματος αλλά και ένα συγκλονιστικό άλμπουμ. Ξεκινώντας από τη χαλαρή εισαγωγή του “Time Was”, πηγαίνουμε στη μαγεία του “Sometime World” για να κλείσει η πρώτη πλευρά με το “Blowin’ Free”. Δεν θέλω να μπω στη λογική πριν από τον τίτλο του κάθε κομματιού να προσθέτω ένα κοσμητικό επίθετο για να προσδιορίσω το ειδικό βάρος του τραγουδιού γιατί δεν θέλω να διαβάσετε μια έκθεση ιδεών αλλά να σας ωθήσω να το(ξανά) ακούσετε. To παίξιμό τους, η ενορχήστρωση αλλά και οι μελωδίες που έβγαλαν οι δύο κιθαρίστες, ενέπνευσαν πολλά βρετανικά συγκροτήματα όπως οι Thin Lizzy αλλά και οι Iron Maiden όπως έχουν αναφέρει σε συνεντεύξεις τους. Τον κύριο όγκο των στίχων έγραψε ο μπασίστας, τραγουδιστής Martin Turner ενώ και οι 4 συνέθεσαν τα τραγούδια. O Ted Turner θυμάται ότι το βασικό ρεφρέν του  “Blowin Free” το έγραψε στο σπίτι του και όταν το παρουσίασε στους υπόλοιπους, έφεραν τη μελωδία στο τρόπο που έπαιζε ο Steve Miller στο πρώτο άλμπουμ του Children of the Future (1968). To τραγούδι ακούστηκε πολύ από το ραδιόφωνο, όμως η δισκογραφική εταιρεία, τους λανθασμένα, δεν το κυκλοφόρησε σε single. Οι στίχοι του «Warrior” αναφέρονται στους πολέμους, τους δικτάτορες και στους ανθρώπους που έχουν στα χέρια τους δύναμη κι εξουσιάζουν. Η μουσική ταιριάζει με τους στίχους και οι κοφτές κιθάρες οδηγούν σε ένα σφριγηλό αποτέλεσμα. Το “The King Will Come”έγινε η ναυαρχίδα του άλμπουμ αλλά ούτε αυτό κυκλοφόρησε σε single. Ένα τραγούδι που ξεκινά με fade in για να χρειαστεί να περάσει τουλάχιστον 1 ½ λεπτό για να μπουν οι κιθάρες και η rhythm section που απογειώνουν το κομμάτι. Οι στίχοι του γράφτηκαν από τον Martin Turner που μικρός ήταν παπαδοπαίδι και βασίζονται στη Βίβλο και στην ορθόδοξη θρησκεία. Διαβάστε εδώ την ιστορία του τραγουδιού. Αυτά τα τέσσερα κομμάτια που διαβάσατε είναι η βιτρίνα του Argus. Η ομορφιά του είναι τα “Sometime World’, “Leaf and Stream” και “Throw Down the Sword” που όσες φορές και να τα ακούσω, όχι δεν τα βαριέμαι γιατί δεν τίθεται τέτοιο θέμα, αλλά πάντα αισθάνομαι μια γαλήνη! Στο Throw down the sword, όργανο παίζει ο John Tout των Renaissance και για να ανταποδώσει τη συναδελφική χάρη, ο Andy Powel έπαιξε lead guitar στο κομμάτι Ashes are Burning στο ομώνυμο άλμπουμ των Renaissance.
Κι επειδή ένα τόσο σπουδαίο άλμπουμ δεν μπορεί να κυκλοφορήσει χωρίς ένα εξ’ ίσου σπουδαίο εξώφυλλο, η Hipgnosis και ο Storm Thorgerson ανέλαβαν να ντύσουν οπτικά τα 7 κομμάτια. Διαβάστε εδώ την ιστορία του εξώφυλλου του Argus. Την παραγωγή του μαγικού αυτού άλμπουμ πιστώνεται ο Derek Lawrence, ενώ μηχανικός ήχου είναι ο Martin Birch.

Της κυκλοφορίας του Argus ακολουθεί μια πολύ πετυχημένη περιοδεία στην Αμερική και το Μάιο του 1973 κυκλοφορούν το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο Wishbone Four (Νο 12 Μ.Βρετανία, Νο 44 Αμερική). Κι εδώ ξεκινάει η γκρίνια όχι του κοινού που αγοράζει τους δίσκους αλλά των δημοσιογράφων και κριτικών(;;;) οι οποίοι βρίσκουν πολλές ομοιότητες με το Argus και κατηγορούν το συγκρότημα ότι ηχογράφησαν εκ του ασφαλούς το “son of Argus’. Μόνο συγγνώμη δεν τους έβαλαν να ζητήσουν που ηχογράφησαν το δίσκο. Η γνώμη του γράφοντος είναι ότι το Wishbone Four είναι πολύ καλύτερο από τα πρώτα δύο άλμπουμ τους αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αγγίξει τη μαγεία του Argus που είναι ένα από τα καλύτερα rock άλμπουμ όλων των εποχών. Δεν μοιάζει ούτε ακούγεται σαν το Argus και κάθε κομμάτι έχει τη δική του προσωπικότητα. Από το "So Many Things to Say" που ανοίγει το άλμπουμ με το πολύ καλό σόλο του Powell στην όμορφη μεσαιωνική μπαλάντα "Ballad of the Beacon"που αν είχε συμπεριληφθεί στο Argus θα μιλάγαμε για αριστούργημα. Το ίδιο συμβαίνει και με το λεπτεπίλεπτο σόλο στο "Ballad of the Beacon", το πιάνο στο ροκεντρολλάκι "No Easy Road" για το οποίο μεμφθήκανε επειδή προσέθεσαν πνευστά (σ.σ τα οποία ακούγονται όσο πιο…διακριτικά γίνεται). Αλλά όταν το έκαναν οι Rolling Stones στα «Brown Sugar» και «Bitch» ήταν πρωτοποριακό, ενώ οι Lynyrd Skynyrd στο “That Smell” το οποίο ενορχηστρωτικά ακούγεται σχεδόν ίδιο με το "No Easy Road», συνδύασαν το southern rock με το rock’n’roll. Τελικά μόνο οι Wishbone Ash έκαναν λάθος, αλλά άμα είσαι κακόβουλος …. Το ‘Doctor” που ανοίγει τη β πλευρά είναι ένα δυνατό rock κομμάτι αλλά έως εκεί , αλλά το "Sorrel" αποζημιώνει τον ακροατή. Κλασική μπαλάντα των Wishbone Ash με μελωδικά φωνητικά και όμορφο σόλο. Το μόνο κομμάτι που με κουράζει είναι το 8λεπτο "Everybody Needs a Friend", ενώ το "Sing Out the Song" περνάει αδιάφορα. Το άλμπουμ κλείνει με το "Rock 'n' Roll Widow’ ένας κλασικό rock κομμάτι του συγκροτήματος με τους στίχους να αναφέρονται σε μια αληθινή ιστορία που συνέβη μπροστά στα μάτια τους το 1971 κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιοδείας τους στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια της συναυλίας τους παρατήρησαν μια βίαιη μετακίνηση του κόσμου κι αργότερα έμαθαν ότι είχε υπάρξει ένας έντονος καυγάς ανάμεσα σε ένα πωλητή hot dog κι ενός οργισμένου πελάτη. Ο πελάτης ξεκαθάρισε την παρεξήγηση τραβώντας  όπλο και σκοτώνοντας τον άτυχο πωλητή! Οι στίχοι γράφτηκαν από τον Steve Upton νιώθοντας συμπόνια προς τη χήρα του άτυχου πωλητή!  
Όσοι διαβάζετε τις παρουσιάσεις των άλμπουμ που έχω γράψει θα έχετε παρατηρήσει ότι αποφεύγω την αναφορά σε κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πράγμα που δεν έκανα με το Wishbone Four ακριβώς γιατί τόσα χρόνια μετά εξακολουθώ να το ακούω με αμείωτο ενδιαφέρον.
Το πρόβλημα για τους Wishbone Ash ξεκινά αμέσως μετά το Wishbone Four όπου παρουσιάζουν μια ανεπανάληπτη πτώση και χαλαρότητα που μόνο ψυχολόγοι μπορούν να εξηγήσουν. Καταλαβαίνω ότι με το Argus κατέθεσαν όλη τη συνθετική/στιχουργική δύναμη αλλά η χαλαρότητα που παρουσιάζουν τα άλμπουμ There's the Rub (1974) και Locked In (1976) είναι παροιμιώδης. Όχι ότι τα υπόλοιπα είναι καλά, όλα κάτω του μετρίου ακόμα και το Live Dates που λογικά θα έπρεπε να είχε περισσότερη ένταση και δύναμη, υστερεί. Διαβάστε εδώ την παρουσίαση του Live Dates. Μένω για λίγο στο There's the Rub από το οποίο ξεχωρίζουν τα "Silver Shoes" και  "Persephone"που αξίζει να τα ακούσετε προσεκτικά.
Λίγο μετά την κυκλοφορία του Live Dates, o Ted Turner κουρασμένος από διαρκείς μετακινήσεις, αποχωρεί. Με πρόταση του Stewart Copeland τον αντικαθιστούν με τον Laurie Wisefield από τους Home, ενός συγκροτήματος που μανατζάριζε ο Copeland. Ο Martin Turner ήθελε να φέρει τον Mick Ralphs που μόλις είχε φύγει από τους Mott the Hoople και δεν είχε φτιάξει τους Bad Company. Πόσο διαφορετικό θα ήταν το rock αν είχε συμβεί αυτό!!! Για την ιστορία, ο Andy Powell επέμενε για τον Laurie Wisefield.
 Διαβάστε εδώ την ιστορία των Home και θα μάθετε και ποιος άλλος γνωστός μουσικός έπαιζε σε αυτό το άγνωστο συγκρότημα. Με τον Wisefield ηχογράφησαν τα There’s the Rub και Locked In.
Σήμερα,  49 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ τους, οι Wishbone Ash εξακολουθούν να υπάρχουν χωρισμένοι στα δύο. Οι κανονικοί(;) του Andy Powell και αυτοί του Martin Turner που θα εμφανιστούν για μια ακόμα φορά στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου. Την ιστορία τους όμως την έγραψαν τότε!


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΡΙΧΑΡΔΟΣ
14/1/19
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *