BLUE CHEER: ΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ ΤΟΥ HEAVY METAL

Η ιστορία των Blue Cheer ξεκινά στην Bay Area της California το 1966, όπου οι Bruce “Lugh” Stephens (κιθάρα), Dick Peterson (μπάσο, φωνητικά) και Paul Whaley (τύμπανα) αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα συγκρότημα με ήχο ιδιαίτερο και διαφορετικό. Ο Paul και ο Pete είχαν παρακολουθήσει τον Jimi Hendrix στο Monterey Pop Festival και ήθελαν το συγκρότημά τους να πλησιάσει τον ήχο του μεγάλου κιθαρίστα. Το συγκρότημα βαπτίστηκε Blue Cheer από τον Owsley Stanley (διάσημο χημικό που πειραματίστηκε με το LSD και «συνεργάστηκε» με τους Grateful Dead), που δεν ήταν τίποτε άλλο από την ονομασία μιας πολύ καλής ποιότητας LSD.  Μάνατζερ του συγκροτήματος ανέλαβε ο Jerry Russell και ένας πρώην Hell’s Angel που άκουγε στο όνομα Gut.
ο ευρύ κοινό θα μάθει τους Blue Cheer το καλοκαίρι του ΄68, όταν θα παρουσιάσουν μια heavy απόδοση του κλασικού “Summertime Blues”  του Eddie Cohran. Παράλληλα κυκλοφορεί το πρώτο τους lp “Vincebus Eruptum” που φτάνει μέχρι το Νο11 και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα «πρωτόγονου» σκληρού rock.  Η εξωφρενική ερμηνεία και ο γρανιτένιος ρυθμός από το μπάσο του Peterson, η υπνωτική κιθάρα του Stephens και το μεστό-δυναμικό παίξιμο του Whaley δημιουργούν ένα κλασικό άλμπουμ. Στο “Vincebus Eruptum” συναντάμε τρεις συνθέσεις του Peterson: “Doctor Please”, “Out of focus”, “Second time around”, οι οποίες πλαισιώνονται από τρεις διασκευές: “Summertime blues”, “Rock me baby” του (B.B. King) και “Parchment farm” του Allison. Ήταν ένα άλμπουμ που προκάλεσε αίσθηση, επηρέασε και καθόρισε (ως ένα βαθμό) την πορεία του hard rock.
Αν και ξεπετάχτηκαν μέσα από την ψυχεδελική σκηνή, οι Blue Cheer, ήταν σκληροί rockers και ο ήχος τους στις συναυλίες ήταν εκκωφαντικός. Χρησιμοποιούσαν έξι γιγαντιαίους ενισχυτές Marshall, που τροφοδοτούσαν είκοσι έξι πελώρια ηχεία. Μέσα στην ίδια χρονιά αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν το δεύτερο lp τους με τίτλο “Outside inside”, που ήταν κατώτερο του προηγούμενου. Επειδή έπαιζαν τόσο δυνατά που ήταν αδύνατο να ηχογραφήσουν στο στούντιο, η εταιρεία τους αναγκάστηκε να νοικιάσει μια προβλήτα στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, ώστε να κάνουν τις ηχογραφήσεις σε εξωτερικό χώρο! Με τη βοήθεια μια κινητής μονάδας έγινε η αρχική ηχογράφηση και ακολούθησε η επεξεργασία στο στούντιο. Το “Outside inside” περιέχει μερικά καλά κομμάτια, όπως τα “Feathers from your tree”, “Just a little bit”, “The hunter” και μια διασκευή του “I can’t get no satisfaction” των Rolling Stones.

Τα μέλη του γκρουπ ξοδεύουν τα χρήματά τους αγοράζοντας ναρκωτικά και οι διαφωνίες μεταξύ τους είναι καθημερινό φαινόμενο. Έτσι, μετά την κυκλοφορία του “Outside inside”, θα αποχωρήσει ο Whaley, ενώ λίγο αργότερα θα τον ακολουθήσει ο Stephens (αποχώρησε γιατί φοβόταν ότι θα έχανε την ακοή του!). Θα τους αντικαταστήσουν οι Norman Mayell και Randy Holden αντίστοιχα. Ο Holden ήταν γνωστός από τη συμμετοχή του σε δυο garage συγκροτήματα: τους Sons of Adam και τους Other  Half. Οι Blue Cheer θα γίνουν τέσσερεις με τον ερχομό του Burns Kellog στα πλήκτρα. Με αυτή τη σύνθεση θα κυκλοφορήσουν το τρίτο (και πολύ καλό) άλμπουμ τους “New! Improved”. Η διασκευή του “It takes a lot to laugh, it takes a train to cry” του Dylan, το “West coast child of sunshine” και το “Aces ‘n eights” είναι τα τραγούδια που ξεχωρίζουν. Η κορυφαία στιγμή του άλμπουμ είναι το ψυχεδελικό αριστούργημα “Peace of mind”.

Δυστυχώς το κύμα φυγής από το συγκρότημα θα συνεχιστεί. Αυτή τη φορά αποχωρεί ο Holden και στη θέση του έρχεται ο Gary Yoder (κιθάρα, φυσαρμόνικα) ο οποίος ήταν πρώην μέλος των Sopwith Camel. Ο ήχος του συγκροτήματος μεταβλήθηκε σε πιο εμπορικό hard rock. Με αυτή τη σύνθεση οι Blue Cheer θα κυκλοφορήσουν τρία  άλμπουμ  τα: “Blue Cheer”, “The original human beings” και “Oh pleasant hope” τα οποία περνούν απαρατήρητα. Έτσι το τέλος του συγκροτήματος έρχεται φυσιολογικά το 1971, καθώς άλλα συγκροτήματα (που επηρεάστηκαν από τα πρώτα άλμπουμ των Blue Cheer) κυριαρχούσαν στη μουσική σκηνή (Grand Funk, Cactus, Mountain, Black Oak Arkansas). Οι συνεχόμενες αλλαγές μελών είχαν σαν αποτέλεσμα να μην υπάρχει «χημεία» στο γκρουπ. Από την άλλη πλευρά αλλάζει διαρκώς ο ήχος, κάτι που είναι ενδιαφέρον για τον απλό ακροατή, αλλά δεν βοηθά στο να αποκτήσει το γκρουπ έναν πυρήνα φανατικών οπαδών.
Το 1974 πραγματοποιήθηκε μία προσωρινή επανένωση των Blue Cheer. Τον Dick Peterson πλαισίωναν ο αδερφός του Jerry, ο Ruben de Fuentes (κιθάρα) και ο  Terry Rae (ντραμς). Η συγκεκριμένη σύνθεση συνέχισε και την επόμενη χρονιά, με τον Peterson να αποχωρεί και τον Nick St. Nicholas (πρώην μέλος των Steppenwolf) να αναλαμβάνει το μπάσο μέχρι το 1978. Μέχρι τότε ο Peterson είχε αποσυρθεί, για να κάνει αποτοξίνωση. Στη συνέχεια σκέφτηκε να αποσυρθεί, αλλά τελικά αποφάσισε να επιστρέψει στους Blue Cheer.  Εκείνη τη χρονιά, επέστρεψε ο Dick Peterson και μαζί με τον κιθαρίστα Tony Rainier και τον ντράμερ Mike Fleck περιόδευσαν σε κλαμπ των Ηνωμένων Πολιτειών, για να διαλυθούν και πάλι την επόμενη χρονιά.
Μετά από μια αποτυχημένη προσπάθεια το 1983, ο Peterson ξαναφορμάρει το συγκρότημα το 1984 με τους Whaley και Rainier. Κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον Whaley, μέσω ενός κοινού γνωστού. Χρειάστηκε να πετάξει μέχρι την Αγγλία (όπου ζούσε ο Whaley) για να τον πείσει. Κυκλοφορούν το άλμπουμ "The Beast Is Back" μέσω της "Megaforce Records". Το συγκεκριμένο άλμπουμ γνώρισε σχετική επιτυχία, αλλά το συγκρότημα είχε να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα: Αν και  ήταν οι πρωτοπόροι του heavy metal, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν heavy metal συγκρότημα. Ακόμη και ο ίδιος ο Peterson σνόμπαρε το heavy metal και δεν τον ενθουσίαζε η συνεργασία του με τον Rainier (ο οποίος ήταν λάτρης της metal μουσικής).Την επόμενη χρονιά, εντάχθηκε στο συγκρότημα ο ντράμερ Brent Harknett, ο οποίος έδωσε τη θέση του το 1987 στον Billy Carmassi, ο οποίος με τη σειρά του αντικαταστάθηκε από τον Eric Davis, ενώ ο Ruben de Fuentes επανήλθε στην κιθάρα. Το 1989 ο Peterson θέλει να ταξιδέψουν στη Γερμανία για μια σειρά συναυλιών. Οι Whaley και Rainier δεν συμφωνούν, καθώς φοβούνται την πτήση με αεροπλάνο. Με τον κιθαρίστα Andrew "Duck" MacDonald και τον ντράμερ Dave Salce να πλαισιώνουν τον Peterson,το συγκρότημα περιόδευσε εκτενώς στην Ευρώπη με συγκροτήματα όπως οι Ten Years After, οι Mountain, οι Groundhogs.  Από αυτή την περιοδεία προκύπτει το ζωντανά ηχογραφημένο "Blitzkrieg Over Nüremberg". 
Βρισκόμαστε στις αρχές των 90s, όταν γίνεται η έκρηξη του grunge. Ο ήχος των Blue Cheer επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τα συγκροτήματα του grunge. Το 1990 εκδόθηκε το στούντιο άλμπουμ "Highlights and Lowlives", με τον Whaley και πάλι στα τύμπανα. Παραγωγός ήταν μια από τις σημαντικότερες μορφές του grunge, o Jack Endino. To άλμπουμ δεν κατάφερε να γνωρίσει επιτυχία. Στη συνέχεια το συγκρότημα εγκαταστάθηκε στη Γερμανία και  ο MacDonald αντικαταστάθηκε από τον Dieter Saller (έναν Γερμανό flash metal κιθαρίστα). Το 1991 Blue Cheer ηχογράφησαν το "Dining with the Sharks". Ο Peterson είχε φρικτά παράπονα από την εταιρεία του τόσο για την παραγωγή, όσο και για την προώθηση του άλμπουμ. Το 1993, ο ντράμερ Gary Holland (ex-Dokken/Great White/Britton) πήρε τη θέση του Whaley, αλλά ένα χρόνο αργότερα ο Peterson μετακόμισε πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες και το συγκρότημα διαλύθηκε και πάλι.

Το 1999, η τριάδα Peterson , Whaley και MacDonald βγήκαν και πάλι σε περιοδεία με το όνομα Blue Cheer. Μετά από μία εμφάνιση του Peterson με τον Leigh Stephens και τον ντράμερ Prairie Prince στις 29 Οκτωβρίου 2005 στο Σαν Φρανσίσκο, στο συγκρότημα επανήλθε ο MacDonald με τον Joe Hasselvander ( Raven και Pentagram) στα τύμπανα. Ηχογραφώντας τα τύμπανα στα μισά τραγούδια του άλμπουμ, ο Whaley επέστρεψε για τον πρώτο τους δίσκο μετά από 16 χρόνια, με τίτλο "What Doesn't Kill You...". Το συγκεκριμένο άλμπουμ απέσπασε θετικές κριτικές και αρκετοί το θεωρούν ως το καλύτερό τους, μετά το “Vincebus Eruptum”. O “Duck” Mac Donald είχε δηλώσει: «Θέλαμε με αυτόν το δίσκο να ολοκληρώσουμε έναν κύκλο. Ξέραμε ότι ίσως ήταν η τελευταία μας δουλειά και θέλαμε να «δέσουμε» το παρόν με την αρχική περίοδο του γκρουπ. Σαν να έχει εξαφανιστεί ό,τι έχει μεσολαβήσει».
Το συγκρότημα συνέχισε μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 2009, που ο Dick Peterson πέθανε από καρκίνο του προστάτη.  Ο, για πολλά χρόνια συνεργάτης του, Andrew "Duck" MacDonald έγραψε στο site του συγκροτήματος: "Blue Cheer is done. Out of respect for Dickie, Blue Cheer (will) never become a viable touring band again."

Η αφίσα από τη μοναδική εμφάνισή τους στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2008

Τα τελευταία χρόνια έχει προκύψει διαφορά ως προς την ιδιοκτησία του ονόματος της μπάντας Blue Cheer. Αναφέρθηκε ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του 2000,ο πρώην κιθαρίστας του Blue Cheer Randy Holden, με τη βοήθεια του Randy Pratt της μπάντας The Lizards, απέκτησε το εμπορικό σήμα της μπάντας Blue Cheer. Η συνεργασία του Holden με τους Blue Cheer ήταν αρκετά σύντομη. Η μοναδική συνεισφορά του στην μπάντα είναι τρία κομμάτια στο “New! Improved” από το 1969. Το θέμα είχε προκαλέσει την οργή του Dickie Peterson, δεδομένης της θέσης του ως συνιδρυτή της μπάντας και του μοναδικού συνεχιζόμενου μέλους από την έναρξή του.

Οι Blue Cheer χαρακτηρίζονται πρωτοπόροι του heavy metal και συγκεκριμένα η διασκευή τους στο “Summertime blues” θεωρείται το πρώτο heavy metal τραγούδι. Ο Tim Hills, στο βιβλίο του “The Many Lives of the Crystal Ballroom”,  έγραψε ότι οι Blue Cheer είναι η επιτομή της ψυχεδέλειας του San Francisco. Ο Jim Morrison των The Doors τους χαρακτήρισε ως την πιο δυνατή μπάντα που είχε δει ποτέ  και ο Eric Clapton τους ανέφερε ως τους δημιουργούς του heavy metal.
Σαν επίλογο διάλεξα τα λόγια του Lester Bangs (που υπήρξε σημαντικός μουσικοκριτικός στα 60’s και 70’s): «Οι Blue Cheer ήταν πραγματικά μπροστά από την εποχή τους. Αυτό το τρίο από το San Francisco έπαιζε τόσο εκκωφαντικά στα πρώτα τους κονσέρτα, που ένας κριτικός χαρακτήρισε τη μουσική τους “super Druid rock” (Druid είναι θεός κελτικής θρησκείας). Κάποτε είχα ένα φίλο που είχε ένα πικάπ, το οποίο μπορούσε να το κάνει να περιστρέφεται αντίθετα με τη βοήθεια ενός μοχλού. Όταν παίξαμε το πρώτο LP των Blue Cheer, ακουγόταν ακριβώς το ίδιο όπως ακουγόταν όταν έπαιζε κανονικά!».
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
•    Vincebus Eruptum
•    Οutsideinside
•    New! Improved! Blue Cheer
•    What Doesn't Kill You...

TRIVIA

•    Οι Blue Cheer αντιμετώπιζαν προβλήματα, ακόμη και με συναδέλφους τους, εξαιτίας του σκληρού και επιθετικού τους ήχου. Κάποτε ο Mike Bloomfield συνάντησε τον Peterson στο Avalon Ballroom και του είπε ότι δεν πρέπει να παίζουν τόσο δυνατά. Ο Peterson του απάντησε ότι μπορεί κι εκείνος να παίξει με τον ίδιο τρόπο, αρκεί να γύριζε το κουμπί του ενισχυτή στο 10. Όπως είπε ο Peterson: «Ο Bloomfield με μίσησε από τότε».
•    Όταν φιλοξενήθηκαν στην εκπομπή “ American Bandstand”, ο παρουσιαστής  Dick Clark δεν ήθελε να τους βλέπει μπροστά του. Αιτία ήταν το γεγονός ότι ο manager του συγκροτήματος (Gut) καθόταν δίπλα του καπνίζοντας χασίς.  Κάποια στιγμή γύρισε προς το μέρος του Peterson και του είπε:  «Κάτι τύποι σαν κι εσάς χαλάνε το όνομα του rock». Ο Peterson τον κοίταξε του χαμογέλασε και του είπε: «Σ’ ευχαριστώ πολύ Dick».
•    Στο οπισθόφυλλο του “Vincebus Eruptum” υπήρχε ένα ποίημα του Owsley, ενώ την παραγωγή είχε κάνει ο Abe “Voco” Kesh.
4/10/18

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ


Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *