TRAFFIC: Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΨΥΧΕΔΕΛΙΚΗ POP ΣΤΟ FOLK PROGRESSIVE ROCK

Από τα πολύ γνωστά συγκροτήματα και στη χώρα μας οι Traffic σχηματίστηκαν το  1967, από τους Steve Winwood (keyboards, κιθάρα, μπάσο, φωνητικά), Chris Wood (σαξόφωνο/φλάουτο), Jim Capaldi (ντραμς/percussion/φωνητικά) και Dave Mason (κιθάρα/φωνητικά). Η ηγετική φυσιογνωμία του συγκροτήματος ήταν το παιδί-θαύμα της βρετανικής μουσικής σκηνής των 60’s ο Steve Winwood. που ήταν ο τραγουδιστής των  Spencer Davis Group σε ηλικία 15 ετών! Οι Spencer Davis Group είχαν τέσσερα Top Ten singles και τρία Top Ten albums στο Ην. Βασίλειο, καθώς επίσης και δύο Top Ten singles στις ΗΠΑ. Αν και ήταν ο μικρότερος σε ηλικία (από τα μέλη των Traffic) ήταν ο πιο έμπειρος, ενώ είχε συνδέσει το όνομά του με μεγάλες επιτυχίες όπως τα: “Keep on runnin” (1965) και “Gimme some lovin” (1966). Επίσης είχε προλάβει να συνεργαστεί με τον Eric Clapton στο βραχύβιο σχήμα Powerhouse Four. O Dave Mason είχε περάσει από τους Jaguars, τους Julian Covey & The machine και τους Hellions, όπου γνωρίστηκε με τον Capaldi και σχημάτισαν τους Deep Feeling. Ο Chris Wood προερχόταν από τους  Locomotive. Είχαν γνωριστεί μεταξύ τους στο The Elbow Room, ένα club στο Astonτου Birmingham. Οι Mason, Capaldi και Wood συμμετείχαν στην ηχογράφηση του “I’m a man” των Spencer Davis Group.
Μετά τη φυγή του Winwood από τους Spencer Davis Group τον Απρίλιο του 1967, το «κουαρτέτο» σχημάτισε τους Traffic. Ο Capaldi σκέφτηκε το όνομα καθώς παρατηρούσε τα αυτοκίνητα, ενώ περίμεναν να διασχίσουν έναν δρόμο  στο Dorchester, επιστρέφοντας από τον κινηματογράφο.
Αμέσως μετά νοίκιασαν ένα αγρόκτημα στο Aston Tirrold του Berkshire, όπου απομονώθηκαν για έξι μήνες με σκοπό να δουλέψουν πάνω σε ό,τι είχαν σχεδιάσει. Το αγρόκτημα βρισκόταν κυριολεκτικά στη μέση του πουθενά. Είχαν τη δυνατότητα να παίζουν όσο δυνατά ήθελαν, οποιαδήποτε ώρα ακόμη και αργά τη νύχτα. Δεν ήταν λίγοι οι γνωστοί μουσικοί της εποχής που τους επισκέπτονταν στο αγρόκτημα για να χαλαρώσουν τζαμάροντας μαζί τους (πχ John Bonham, Pete Townsend, Eric Clapton). Οι Traffic υπέγραψαν συμβόλαιο στην Island Records  του Chris Blackwell. Αμέσως φάνηκε ότι είχαν διαμορφωθεί δύο τάσεις μέσα στο γκρουπ. Από τη μια αυτή του Mason ο οποίος είχε μια μοναδική ικανότητα να συνθέτει πανέμορφα pop τραγούδια, όπως το “ Hole in my shoe” (που ήταν το δεύτερο και πιο επιτυχημένο εμπορικά single τους, καθώς έφτασε μέχρι το No2 των βρετανικών charts), αλλά και το “Paper Sun” (το πρώτο τους single που έγινε μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία το καλοκαίρι του ’67, αφού έφτασε στο Νο2 των charts, με τον ήχο από το sitar του Mason να εντυπωσιάζει). Από  την άλλη η τάση των υπολοίπων μελών, που έκλιναν περισσότερο προς την jazz, τη soul και το rhythm ‘n blues και έβρισκε την έκφρασή της σε κομμάτια όπως τα: “Heaven is in your mind”, “Smiling Phases”, “Colored Rain”). Όταν οι Traffic κατάφερναν να εξισορροπήσουν αυτές τις δυο τάσεις δημιουργούσαν αριστουργήματα όπως το “Dear Mr. Fantasy”.
Το τρίτο τους single ήταν το "Here We Go Round the Mulberry Bush", που ακουγόταν στο soundtrack του ομότιτλου film που προβλήθηκε το 1968, το οποίο ήταν και το τρίτο στη σειρά κομμάτι τους που μπήκε στο top-10 των βρετανικών charts. Στη συνέχεια κυκλοφορεί το πρώτο τους album με τον τίτλο “Mr. Fantasy” σε παραγωγή του Jimmy Miller, το οποίο γνώρισε επιτυχία στη Μ. Βρετανία, αλλά πέρασε απαρατήρητο στις ΗΠΑ (έφτασε μόνο μέχρι το Νο88). Στο “Mr. Fantasy” έχουμε μια μίξη pop και blues rock με έντονη ψυχεδελική αύρα, που συνδυάζεται με τα έντονα soul φωνητικά του Winwood. Το γκρουπ απέφυγε να εντάξει στο άλμπουμ κάποιο από τα πετυχημένα του singles, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχαν δώσει βάρος στην ποιότητα των νέων κομματιών και δεν είχαν στόχο την εύκολη επιτυχία.
Τον Δεκέμβρη του ’67 ο Mason αποφασίζει να εγκαταλείψει τους Traffic, καθώς διαφωνεί με τον μουσικό προσανατολισμό τους. Ασχολείται με την παραγωγή του πρώτου άλμπουμ των Family, “Music in a doll’s house”. Θα επιστρέψει τον Μάιο του ’68 για να βοηθήσει στην κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ των Traffic με τίτλο “Traffic”. Η επιστροφή του συνδυάζεται με το κλασικό “Feelin’ Alright”. Η πρόοδος του γκρουπ είναι σημαντική, καθώς είναι εμφανής η προσπάθεια να προσφέρουν κάτι διαφορετικό από το προηγούμενο lp. Οι δυο τάσεις του γκρουπ συνεργάζονται αρμονικά και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Εκτός του “Feelin’ Alright”` ξεχωρίζουν τα κομμάτια: “Pearly Queen” και  “Roamin’ Thro’ The Gloamin’ With) 40,000 Headmen”. 
Οι διαφωνίες και οι αντιθέσεις δεν άργησαν να επανεμφανιστούν. Οι Winwood, Wood, and Capaldi ήθελαν να κινηθεί το γκρουπ σε μια κατεύθυνση folk/blues και να ξεπεράσουν τον κλασικό ψυχεδελικό ηλεκτρικό ήχο τους, ενώ ο Mason προτιμούσε την psychedelic pop. Ο Mason επίσης αισθανόταν άβολα με το  lifestyle των Traffic. Τελικά τον Οκτώβριο του 1968 ο Mason εγκαταλείπει πάλι τους Traffic και ξεκινά προσωπική καριέρα. Κυκλοφορεί το single “ Just for you/Little woman”  και στα τέλη του ’68 συμμετέχει στην ηχογράφηση του lp “Electric ladyland”του Jimi Hendrix. Οι υπόλοιποι συνεχίζουν σαν τρίο και πραγματοποιούν μια περιοδεία στις ΗΠΑ στα τέλη του ’68. Μετά την περιοδεία κυκλοφορούν το τρίτο τους lp: “Last Exit”  του οποίου η μια πλευρά είναι ηχογραφημένη στο studio και άλλη είναι ηχογραφημένη live. Το “Last Exit”  κινείται σε μέτριο επίπεδο, καθώς ηχογραφήθηκε σε μια περίοδο δύσκολη για το συγκρότημα, αλλά περιέχει το κλασικό τους κομμάτι “ Shanghai Noodle Factory”. Έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της πορείας των Traffic. Στις αρχές του ’69 ο Winwood αποφασίζει να εγκαταλείψει το συγκρότημα, αιφνιδιάζοντας με την απόφασή του τα υπόλοιπα μέλη.
Τα υπόλοιπα μέλη των Traffic ξεκίνησαν ένα  βραχύβιο project με τον Mick Weaver (a.k.a. Wynder K. Frog),  που ονομαζόταν Mason, Capaldi, Wood and Frog (αργότερα το συντόμευσαν σε Wooden Frog).  Αφού έπαιξαν σε κάποια live και ηχογράφησαν κάποια sessions για το  BBC, διέλυσαν χωρίς να κυκλοφορήσουν υλικό. Στη συνέχεια ο Mason έφυγε για το Los Angeles όπου συνεργάστηκε με τον Gram Parsons, τους Delaney & Bonnie, ενώ αργότερα ηχογράφησε ένα lp με την Mama Cass Elliot (των Mamas & Papas). Επίσης ηχογράφησε και το προσωπικό του lp με τον τίτλο “Alone together”, στο οποίο συμμετείχαν ο Capaldi, o Leon Russel και η Rita Coolige. Την ίδια εποχή ο Winwood μαζί με δύο πρώην μέλη των Cream (Eric Clapton, Ginger Baker) και τον πρώην Family, Rick Grech σχημάτισε ένα από τα πρώτα «supergroup» τους Blind Faith. Οι Blind Faith διέλυσαν λίγους μήνες αργότερα, αφού μας χάρισαν ένα αξιόλογο lp το “Blind Faith”, το οποίο πούλησε σε χρόνο-ρεκόρ 1.000.000 κόπιες! Αμέσως μετά οι Winwood, Baker και Grech, μαζί με τον Wood και μερικούς αφρικανούς μουσικούς σχηματίζουν τους Airforce (ένα ακόμη supergroup). Οι Airforce άντεξαν ένα χρόνο και κυκλοφόρησαν δύο lp τα: Airforce (1970) και Airforce 2 (1970).
Στη συνέχεια ο Winwood σχεδιάζει να κυκλοφορήσει ένα προσωπικό lp (με προσωρινό τίτλο “Mad Shadows”) για το οποίο φώναξε τους Capaldi και Wood να τον βοηθήσουν σαν sessions. Αυτή η συνεργασία ξύπνησε την φλόγα των Traffic και οι τρεις τους αποφάσισαν να κυκλοφορήσουν το lp με τίτλο “John Barleycorn must die”. Το “John Barleycorn must die” είναι το πιο επιτυχημένο άλμπουμ των Traffic και αποτελεί μια θριαμβευτική επιστροφή στην αγαπημένη τους φόρμα της μίξης jazz, folk, R&B, με μια έντονη ατμόσφαιρα progressive rock αυτή τη φορά. Από το lp αυτό ξεχωρίζουν το δυναμικό  “Stranger to himself”, το απολαυστικό “Empty pages” (που γνώρισε σχετική επιτυχία στις ΗΠΑ) και το επικό “John Barleycorn must die” (ένα παραδοσιακό τραγούδι που πρότεινε ο Wood και έχει διασκευασθεί εκατοντάδες φορές, αλλά η εκτέλεση των Traffic είναι η καλύτερη). H δεύτερη φάση των Traffic έχει ξεκινήσει με τον Steve Winwood να είναι ξεκάθαρα ο ηγέτης του συγκροτήματος.

Γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι (σαν τρίο) δεν μπορούσαν να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις ενός live. Έτσι προσχωρεί στο συγκρότημα, στις αρχές του ΄71, ο Rick Grech και λίγο αργότερα θα προστεθεί και ο περκασιονίστας Rebop Kwaku Baah (από την Γκάνα). Το καλοκαίρι του ’71 κάνουν μια σύντομη περιοδεία στη Βρετανία. Στα πλαίσια αυτής της περιοδείας ενισχύουν την rhythm section με τη συμμετοχή του Jim Gordon (ντράμερ, πρώην μέλος των Derek & The Dominos), ενώ θα επιστρέψει και ο Mason. Από την περιοδεία αυτή θα προκύψει το υλικό του live lp “Welcome to the canteen”, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβρη του 1971 και δείχνει τις τεράστιες δυνατότητες που είχαν οι Traffic με αυτή τη σύνθεση. Η εννιάλεπτη εκτέλεση του “Gimme some lovin’” που κλείνει το άλμπουμ ήταν το κομμάτι που γνώρισε επιτυχία.
Στο τέλος της χρονιάς κυκλοφορεί το επόμενο lp τους με τίτλο “The Low Spark of High Heeled Boys”, το οποίο έφτασε στο Top 10 των άλμπουμ στις ΗΠΑ, αλλά δεν γνώρισε ανάλογη επιτυχία στη Μ. Βρετανία. Πούλησε περίπου 500.000 κόπιες την πρώτη χρονιά κυκλοφορίας του, ενώ τον Μάρτιο του 1976 έφτασε τις 1.000.000 κόπιες και έγινε πλατινένιο. Στο άλμπουμ δεν συμμετείχε ο Mason, που για μια ακόμη φορά αποχώρησε από το γκρουπ. Το “The Low Spark of High Heeled Boys” είναι ένα rock άλμπουμ με έντονες folk επιρροές. Από το συναρπαστικό 12λεπτο ομότιτλο κομμάτι τίτλου που απεικονίζει τη ζωή του συγκροτήματος στον δρόμο,  έως το κομμάτι των Grech & Gordon, `Rock And Roll Stew '(που γνώρισε σχετική επιτυχία), το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι ένα ακόμη δείγμα του σπουδαίου ταλέντου των Traffic. Έπειτα  οι Grech & Gordon εγκατέλειψαν τους υπόλοιπους.
Στη συνέχεια οι Traffic έπεσαν σε μια φάση αδράνειας, παρά  την επιτυχία που είχαν γνωρίσει οι πρόσφατοι δίσκοι τους. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο Winwood αρρώστησε (περιτονίτιδα). Ο Jim Capaldi χρησιμοποίησε αυτό το διάστημα για να ηχογραφήσει ένα σόλο άλμπουμ, το “Oh! How We Danced”, το οποίο θα αποδειχθεί η αρχή μιας μακράς προσωπικής σταδιοδρομίας. Κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης γνωρίστηκε με τους δυο  sessions μουσικούς: τον ντράμερ Roger Hawkins και τον μπασίστα David Hood. Οι δυο αυτοί μουσικοί ενώθηκαν με τους Traffic και με το νέο lineup (Winwood, Capaldi,  Wood, Kwaku Baah, Hawkins, Hood) έκαναν περιοδεία στην Αμερική. Το κονσέρτο τους στο Santa Monica Civic Auditorium στις 21 Φεβρουαρίου 1972 ηχογραφήθηκε και βιντεοσκοπήθηκε. Είναι μια 64λεπτη εμφάνιση που παραμένει μέχρι σήμερα  το μόνο οπτικό υλικό των Traffic, από εκείνη την περίοδο. Αργότερα κυκλοφόρησε σε  Home Video και DVD.
Το συγκρότημα θα εγκατασταθεί στην Τζαμάικα (Strawberry Hill Studios) για την ηχογράφηση του έκτου δίσκου τους με τίτλο “Shoot Out at the Fantasy Factory”. Το συγκεκριμένο lp έτυχε χλιαρής υποδοχής από τους κριτικούς, αλλά γνώρισε σχετική εμπορική επιτυχία. Τόσο το “Shoot Out at the Fantasy Factory”, όσο και το “The Low Spark of High Heeled Boysξεχωρίζουν για τα πανέμορφα εξώφυλλα, κυβιστικής τεχνοτροπίας. Στην ουσία τα δυο αυτά άλμπουμς παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες και φαίνεται ότι στόχος των Traffic ήταν να επαναλάβουν με το “Shoot Out at the Fantasy Factory” την επιτυχία του “The Low Spark of High Heeled Boys”. Από το άλμπουμ ξεχωρίζει το 11λεπτο “Roll Right Stones”, ενώ αξιομνημόνευτη είναι  η «σφιχτή» τους rhythm section.


Το 1973 οι Traffic πραγματοποιήσουν μια παγκόσμια περιοδεία, για την οποία ενώθηκε μαζί τους ο Barry Beckett στα πλήκτρα. Το πόσο επιτυχημένη ήταν αυτή η περιοδεία φαίνεται από διπλό live “On the road”, που ηχογραφήθηκε στη Δ. Γερμανία και κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Με το “On the road” κατάφεραν να επιστρέψουν στα charts της Βρετανίας (Νο40).  Ωστόσο, αυτή η επιτυχία σκιάστηκε από την αποχώρηση των Hawkins, Hood και Kwaku Baah στο τέλος της  περιοδείας και από τα αυξανόμενα προβλήματα του Chris Wood με τη χρήση ναρκωτικών και την κατάθλιψη.
Ο μπασίστας Rosko Gee αντικατέστησε τον David Hood, ενώ ο Capaldi επέστρεψε στα τύμπανα. Το “When Eagle Flies”, που κυκλοφόρησε το 1974, ήταν ακόμα ένα άλμπουμ που μπήκε στο Top Ten στις ΗΠΑ και γνώρισε μέτρια επιτυχία στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν και το άλμπουμ είναι πολύ καλό εκτελεστικά, χαρακτηρίζεται από τους υπερφίαλους στίχους του Capaldi. Η επόμενη περιοδεία τους στις Η.Π.Α., ενώ ήταν επιτυχής από την άποψη των πωλήσεων των εισιτηρίων, ήταν συναισθηματικά εξαντλητική για τη μπάντα. Ο Capaldi αργότερα ανέφερε ότι: «ο Rosko Gee και εγώ ήμασταν οι μόνοι σε οτιδήποτε φυσιολογικό γινόταν στην μπάντα». Ο Steve είχε επαναλαμβανόμενα προβλήματα με την περιτονίτιδα και το σώμα του Chris είχε εξουθενωθεί από τους εθισμούς του. Ο Winwood τελικά έφτασε στα όριά του, κατά την παράσταση του συγκροτήματος στο Σικάγο. Την επόμενη μέρα εγκατέλειψε την περιοδεία χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν, αφήνοντας το υπόλοιπο συγκρότημα να τον περιμένει στον χώρο για την προγραμματισμένη παράσταση εκείνης της νύχτας. Η παρουσία του Winwood ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τους Traffic, οπότε τα υπόλοιπα μέλη επέλεξαν να μην συνεχίσουν την μπάντα χωρίς αυτόν.
Πέρασαν περίπου είκοσι χρόνια μέχρι να έχουμε νέα των Traffic. Σε αυτό το διάστημα έγιναν πολλά. Ο Rosko Gee και ο Rebop Kwaku Baah εντάχθηκαν στους Can. Ο Kwaku Baah πέθανε το 1983 και ο Capaldi αφιέρωσε το προσωπικό του άλμπουμ Fierce Heart στη μνήμη του. Ο Chris Wood βρέθηκε νεκρός, από πνευμονία, στο διαμέρισμά του την ίδια χρονιά (12/7/1983). Ο Capaldi κυκλοφόρησε αρκετά lp και γνώρισε επιτυχία στα βρετανικά charts διασκευάζοντας το “Love hurts” των Everly Brothers (γνωστό σε μας και από τη διασκευή των Nazareth). Στη συνέχεια πειραματίστηκε με την disco μουσική, ενώ στις αρχές των 80s επέστρεψε σε πιο rock ήχο με αρκετές pop επιρροές. Γενικά το υλικό που κυκλοφόρησε όλο αυτό το διάστημα ήταν μέτριο και σαφώς κατώτερο των δυνατοτήτων του. Ο Mason δεν επέστρεψε ποτέ στους Traffic. Συνεργάστηκε, σαν session μουσικός, με πολλούς καλλιτέχνες (Paul McCartney, Stephen Stills, Ron Wood, Eric Clapton) και στις αρχές των 90s εντάχθηκε στους Fleetwood Mac (για ένα σύντομο διάστημα).
Ο Winwood γνώρισε σημαντική επιτυχία στην προσωπική του καριέρα με άλμπουμς όπως τα: Steve Winwood, Arc of a Diver, Talking Back to the Night, Back in the High Life, Roll with It.
Το 1994 είχαμε την επανασύνδεση των Traffic για μια περιοδεία.  Αφορμή ήταν ένα ηχογραφημένο μήνυμα που άφησε στον Bob Weir (των Grateful Dead) ένας fan που του έλεγε ότι θα ήταν θαυμάσια ιδέα αν στα πλαίσια της “Scaring the children”περιοδείας τους είχαν σαν support τους Traffic. Η συνεργασία αυτή προχώρησε και οι Traffic άνοιγαν τις συναυλίες των Grateful Dead κατά τη διάρκεια της θερινής τους περιοδείας. Σαξόφωνο/Φλάουτο έπαιζε ο Randall Bramblett ( που ήταν στενός συνεργάτης του Winwood), o Mike McEvoy έπαιζε keyboards, κιθάρα, βιόλα και ο Walfredo Reyes, Jr. έπαιζε ντραμς, percussion. Ο Winwood  και ο Capaldi ήταν τα ιστορικά μέλη του συγκροτήματος που ολοκλήρωναν το σχήμα. Οι δυο τους αποφασίζουν να συνεργαστούν σε ένα νέο άλμπουμ για τους Traffic. Έτσι προκύπτει το “Far from Home”, που είναι το τελευταίο studio άλμπουμ του συγκροτήματος. Αν και το άλμπουμ κινείται στη μετριότητα κατάφερε να μπει στο top 40 τόσο στη Μ.  Βρετανία, όσο και στις ΗΠΑ. Winwood, Capaldi, Randall Bramblett, Michael McEvoy και Walfredo Reyes Jr. συμμετείχαν σε μια σειρά από live shows το‘94, για την προώθηση του “Far from home”. Το οπτικό υλικό αυτής της περιοδείας κυκλοφόρησε ως  “The Last Great Traffic Jam”. 
Οι Traffic μπήκαν στο Rock and Roll Hall of Fame στις 15/3/2004. Winwood, Capaldi, Mason και Stephanie Wood (αδερφή του Chris) έλαβαν μέρος στην τελετή. Winwood και Capaldi έπαιξαν στην τελετή το ‘Dear Mr. Fantasy” και στη συνέχεια πλαισίωσαν τον Dave Mason στο 'Feelin' Alright' που ήταν το grand finale της τελετής. Μαζί τους έπαιξαν οι Keith Richards, Tom Petty και οι Temptations. Το  lineup συμπλήρωσε ο Bramblett. Αμέσως ακούστηκαν φήμες για μια νέα επανασύνδεση των Traffic, αλλά ο θάνατος του Jim Capaldi (28/1/2005 από καρκίνο στο στομάχι) έβαλε τέλος σε αυτά τα σενάρια.
Οι Traffic ήταν ένα από τα ελάχιστα συγκροτήματα που πρόσφεραν τόσο υπέροχη μουσική και είχαν στις τάξεις τους τόσο προικισμένους μουσικούς. Κατάφεραν να συνδυάσουν διαφορετικά  μουσικά στυλ και να δημιουργήσουν έναν ήχο καινοτόμο και τολμηρό.
TRIVIA
•    Η επιλογή του ονόματος Traffic (σε συνδυασμό με τη φήμη που συνόδευε το συγκρότημα από τα πρώτα του βήματα εξαιτίας της συμμετοχής του Winwood) ανάγκασε ένα άλλο γκρουπ που δραστηριοποιούταν τότε στο νότιο Λονδίνο να αλλάξει το όνομά του. Έτσι το 1967 οι Traffic Jam μετονομάζονται σε The Status Quo, για να πάρουν το όνομα Status Quo το 1969.
•    Στην Island Records βρήκε στέγη και ο Muff Winwood, ο αδερφός του Steve, ο οποίος έπαιζε μπάσο στους Spencer Davis Group και ακολούθησε το αδερφό του όταν εκείνος εγκατέλειψε το συγκρότημα. Ο Muff προτίμησε να ασχοληθεί με την παραγωγή δίσκων.
•    “Το The Last Great Traffic Jam είναι αφιερωμένο στον άνθρωπο χωρίς τον οποίο δεν θα υπήρχαν οι Traffic: τον φίλο και συνεργάτη μου Jim Capaldi." Είναι η αφιέρωση-αποχαιρετισμός του Winwood στον Capaldi.
•    Κάποτε ρώτησαν τον Jerry Wexler, τον διάσημο παραγωγό μουσικής, τι έχει να πει για τη λευκή soul και εκείνος είπε μονάχα δυο λέξεις: Steve Winwood
•    Το δικό μας “John Barleycorn must die” λέγεται «Περήφανοι όλοι» και το τραγούδησαν οι Olympians.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

1.    Traffic (1968)
2.    Mr, Fantasy (1967)
3.    John Barleycorn Must Die (1970)
4.    The low spark of high-heeled boys (1971)

ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *