ELOY LIVE (1978) – ΚΟΣΜΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ ΑΙΩΝΩΝ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ

Τέτοιες μέρες περίπου, στις καλοκαιρινές μου διακοπές από το γυμνάσιο, βρέθηκα στο σπίτι του θείου μου να ψαχουλεύω ανάμεσα στα δεκάδες βινύλια που είχε επιμελώς τακτοποιημένα στο δωμάτιο του, και φυσικά,  μεριμνώντας να μην χαλάσω την σειρά με την οποία τα είχε ταξινομημένα. Ο θείος μου ήταν (και είναι) φίλος της soul και του funk, με αρκετές δουλειές του James Brown και του Barry White να κοσμούν τα ράφια του. Παρ όλα αυτά, ανάμεσα στους μεγάλους μαύρους μουσικούς των 60sκαι των 70s, συνάντησα δύο άλμπουμ που δεν είχαν σχέση με οτιδήποτε άλλο είχα συναντήσει, όχι μόνο εκείνη την ημέρα, αλλά και γενικότερα μέχρι τότε. Το ένα είχε ένα φουτουριστικό εξώφυλλο, με κάποιο διαστημικό, εξωγήινο ον να παίζει κιθάρα με φόντο έναν αστικό ορίζοντα βγαλμένο από βιβλίο επιστημονικής φαντασίας. Δεν ήταν άλλο από το άλμπουμ Metromania του 1984, από ένα συγκρότημα με το εύηχο όνομα Eloy. Αργότερα φυσικά έμαθα ότι το εξώφυλλο αυτό ήταν δημιουργία του Rodney Matthews, γνωστού γραφίστα από την συνεργασία του με τους Yes, τους Uriah Heep και τους Magnum. Το άλλο άλμπουμ που έπιασα στα χέρια μου ήταν πάλι από τους Eloy, με μία κάπως «κουνημένη» φωτογραφία του κιθαρίστα (και τραγουδιστή) του συγκροτήματος, με την πλάτη στον φακό, να παίζει με την Gibson Flying V του. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είδα το Eloy Live του 1978, το πρώτο και ένα εκ των δύο liveη χογραφήσεων που έχουν κυκλοφορήσει από το συγκρότημα του Frank Bornemann από το Αννόβερο. Αυτό ήταν και το άλμπουμ που με σύστησε στον κόσμο των Eloy. Και παρακάτω, θα προσπαθήσω να σας πείσω ότι αξίζει να τους γνωρίσετε και εσείς με αυτή την εκπληκτική δουλειά τους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60,η Δυτική (τότε) Γερμανία ζούσε μία ιδιότυπη μουσική επανάσταση. Μία πειραματική σκηνή rock είχε αρχίσει να βγαίνει στο προσκήνιο, με σαφείς αναφορές προέλευσης από την ψυχεδέλεια των 60s, τάση η οποία επικρατούσε μέχρι και τα τέλη τους. Πρόκειται για το περίφημο «krautrock», με έκδηλα στοιχεία avant-garde, jazz, funkκαι χρήση ηλεκτρονικών ήχων. Μέχρι και σήμερα, αυτή η συνεισφορά της γερμανικής σκηνής μνημονεύεται ανελλιπώς σε κάθε αφιέρωμα που προεκτείνει την πειραματική μουσική τάση που εμφανίστηκε μετέπειτα στην ambient, την ηλεκτρονική μουσική και στην new age σκηνή, ακόμα και στα post-punk συγκροτήματα. Σε αυτή την εποχή πειραματισμού, ωστόσο, υπήρχε και η προοδευτική rock σκηνή στην Γερμανία, όχι απαραίτητα διακριτή από την προαναφερθείσα krautrock, αλλά με σαφείς επιρροές από τα βρετανικά progressive rock σχήματα.
Το σημαντικότερο, και σίγουρα το πιο αγαπητό στην χώρα μας, συγκρότημα από την προοδευτική rock σκηνή της Γερμανίας είναι οι Eloy. Ο ιθύνων νους πίσω από τους Eloy ήταν (και ακόμα είναι) ο Frank Bornemann, ένας νεαρός μαθητής από το Αννόβερο, ο οποίος, προκειμένου να εκφράσει τις μουσικές του ανησυχίες, και επηρεασμένος κυρίως από τους Shadowsκαι τους Beatles,δημιούργησε μία μπάντα, κάπου στο 1969. Το συγκρότημα πήρε το όνομά του από την φανταστική ανθρώπινη φυλή Eloi, μία από τις δύο ανθρώπινες φυλές που περπατούν στην Γη στο μυθιστόρημα «Η Μηχανή του Χρόνου» του Herbert George Wells (η άλλη ήταν οι Morlock). Στο έτος 802.701 μ.Χ., όπου ταξιδεύει με την μηχανή του χρόνου ο «Χρονοταξιδιώτης» του Wells,οι Eloy ζουν μια απλοϊκή ζωή στην επιφάνεια της γης, ενώ οι Morlocks ζουν υπόγεια, και τροφοδοτούν τους Eloy με μηχανήματα, τρόφιμα, ρούχα και παντός είδους προμήθειες. Στην ιστορία αφήνεται να εννοηθεί ότι ο διαχωρισμός των ειδών μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα μιας διευρυνόμενης διάσπασης μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών τάξεων. Έχοντας λύσει όλα τα προβλήματα που απαιτούν σωματική δύναμη, νοημοσύνη ή αρετή, οι Eloy έχουν γίνει αργά μαλθακοί και αφελείς, με χαμηλή νοημοσύνη. Δεν εκτελούν πολλή δουλειά, παρά μόνο τρώνε, παίζουν και ζευγαρώνουν. Κάποιες φορές, οι Morlocks επιτίθενται μεμονωμένα  στους Eloi για να τους  φάνε, και επειδή αυτό συνέβαινε συνήθως σε νύχτες χωρίς φεγγάρι, οι Eloy τρομοκρατούνται από το σκοτάδι. Με την βοήθεια του Χρονοταξιδιώτη, οι Eloy επαναπροσδιορίζουν τον ρόλο τους, και προσπαθούν να κάνουν μία νέα αρχή για την ανθρωπότητα.
Την επόμενη χρονιά (το 1971, όχι το 802.701!) μετά από την κατάκτηση του πρώτου βραβείου σε μουσικό διαγωνισμό με έπαθλο την κυκλοφορία ενός single, κυκλοφορούν το«Daybreak/Walk Alone», μέσω ανεξάρτητης εταιρείας. Κάπως έτσι κυκλοφορεί το ομώνυμο ντεμπούτο τους το 1971, από την θυγατρική δισκογραφική του κολοσσού Philips, η οποία συνεργαζόταν με την αγγλική Decca Records. Μηχανικός ήχου στην πρώτη τους δισκογραφική δουλειά ήταν ο Conny Plank,γνωστός παραγωγός γερμανικών συγκροτημάτων, μεταξύ των οποίων και οι Scorpions στο δικό τους ντεμπούτο (Lonesome Crow, 1972). Με σαφείς κοινωνικοπολιτικές αναφορές, και επηρεασμένο περισσότερο από τα βρετανικά rock συγκροτήματα, (όπως οι Black Sabbath, οι Uriah Heep και οι Atomic Rooster) αλλά χωρίς ιδιαίτερα highlights, δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, παρά τις ευνοϊκές κριτικές του τοπικού τύπου, μιας και δεν ήταν ούτε αρκετά βαρύ για να χαρακτηριστεί hard rock,αλλά ούτε και με χαρακτηριστικά progressive στοιχεία για να χαρακτηριστεί progressive. Κόλλησε κάπου στην μέση, λοιπόν, παρά τις τίμιες προσπάθειες του συγκροτήματος με κομμάτια όπως το «Today» και το «Isle Of Sun».Έτσι και το μουσικό αυτό στυλ εγκαταλείφθηκε μετά το πρώτο άλμπουμ.
O Frank Bornemann είναι στο μέσον  με την τραγιάσκα.
Δύο χρόνια μετά, το 1973, το συγκρότημα υπογράφει συμβόλαιο με την περίφημη αγγλική EMI Harvest, κάτι το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί έκπληξη για συγκρότημα με τόσο μικρή παρουσία, πόσο μάλλον δε, από την Γερμανία, που όπως και να το κάνουμε η γερμανική εκφορά των αγγλικών πάντα προκαλούσε τον σαρκασμό των Βρετανών, ακόμα και στην περίπτωση πολύ πιο επιτυχημένων εμπορικά συγκροτημάτων τα επόμενα χρόνια (προφανώς τους Scorpions). Έχοντας συνειδητά κατασταλάξει στην πιο progressive πλευρά του rock, οι Eloy κυκλοφορούν το Inside, το οποίο πέραν του πολύ αγαπητού στους οπαδούς τους ομώνυμο κομμάτι περιέχει την πρώτη τους επιτυχία «Future City» και το 17λεπτο «Land Of  No Βody», που φέρνει στο μυαλό πρώιμους Genesis και Jethro Tull τύπου Thick As A Brickκαι Benefit. Αντί να αναλώνονται σε πολιτικά φορτισμένους στίχους, προτίμησαν να επενδύσουν μουσικά στο χτίσιμο ατμόσφαιρας, πάνω σε μακροσκελείς εξιστορήσεις και με ανταλλαγή πυρών μεταξύ της κιθάρας του Bornemann και του Hammond του Manfred Wieczorke, σε στυλ Deep Purple.
Έχοντας βρει τα πατήματα τους με τον Bornemann στο δημιουργικό πηδάλιο, οι Eloy ανεβάζουν ακόμα περισσότερο το παιχνίδι τους και το 1974 κυκλοφορούν το τρίτο τους άλμπουμ Floating. To κέντρο βάρους του άλμπουμ αναμφισβήτητα βρίσκεται στο 14λεπτό«The Light From Deep Darkness», αν και το πιο συμπαγές Castle in the Air ενδεχομένως να κάνει περισσότερη αίσθηση σε κάποιους. Το άλμπουμ κλείνει με το Madhouse, όπου και πάλι φαίνεται η αγάπη του Bornemannγ ια τους Jethro Tull, ενώ δεν λείπουν και οι ηχητικές αναφορές στους Santana, στο ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει το άλμπουμ. Την ίδια περίοδο, ο Bornemann καλείται να βοηθήσει στην παραγωγή του δεύτερου άλμπουμ των συμπατριωτών του Scorpions, του περίφημου Fly To The Rainbow.
Οι Eloy πλέον συγκαταλέγονται στα πιο αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα του progressiveκαι του space rock ήχου στην Γερμανία. Σε αυτό το σημείο, στα μέσα της δεκαετίας του ’70 ξεκινάει και η πιο δημοφιλής τους περίοδος. Έχοντας ήδη κάνει αίσθηση με τις δύο προηγούμενες τους δουλειές, κυκλοφορούν το «The Power And The Passion» το 1975, εγκαινιάζοντας την πιο conceptual (θεματική) περίοδο τους. Oδίσκος αυτός θα μπορούσε να θεωρηθεί μεταβατικός, μιας και περιέχει αρκετά από εκείνα τα στοιχεία που θα άνθιζαν στις δύο επόμενες τους δουλειές, οι οποίες θα ήταν και αυτές που θα τους καθιέρωναν. Ακροβατώντας επιδέξια ανάμεσα στο progressive ockκαι το hard rock, ο Bornemann εξιστορεί σε ένα ενιαίο θέμα την ιστορία ενός νεαρού που ταξιδεύει εξωσωματικά πίσω στον χρόνο και στο Παρίσι του 14ου αιώνα, μετά την λήψη κάποιας χωροχρονο-τροπικής ουσίας (σαν το Melange από την σειρά βιβλίων Duneτου Frank Herbert), και γνωρίζει μία κοπέλα την οποία μυεί στην χρήση μαριχουάνας! Στην πορεία ξεκινάει μία επανάσταση εναντίον του τοπικού φεουδάρχη και καταλήγει στην φυλακή, μέχρις ότου ένας εκκεντρικός μάγος καταφέρει να τον επαναφέρει στην σύγχρονη εποχή. Το όλο πόνημα έλαβε την συνεισφορά και του Gordon Benitt, ο οποίος είχε παρέχει τις υπηρεσίες του και στο Floating, στιχουργικά κυρίως, ενώ στην παραγωγή βρίσκεται ουσιαστικά ο ίδιος ο Bornemann. Η πρώτη πλευρά του δίσκου είναι πιο πλήρης με τα «Love Over Six Centuries» και «Mutiny» να κλέβουν την παράσταση, ενώ στο ατμοσφαιρικό «The Bells of Notre Dame», καμπάνες ηχούν ακόμα στο μυαλό του νεαρού ήρωα καθώς κλείνει η ιστορία, στο τέλος της δεύτερης πλευράς.
Παρόλο που η προσπάθεια των Eloy ήταν τίμια, ήταν παράλληλα και κάπως αφελής, ειδικά στο κομμάτι της ιστορίας, και ίσως τα όποια αρνητικά σχόλια που προέκυψαν να οδήγησαν στην προσωρινή διάλυση του συγκροτήματος, μέχρι που ο ακούραστος Frank Bornemann στρατολόγησε μουσικούς από την περιοχή του Αννόβερου για να χτίσει την επόμενη (και θεωρούμενη κατά κάποιο τρόπο, «κλασική» σύνθεση) του συγκροτήματος. Για αρχή έχουμε την παρουσία του φοβερού Jürgen Rosenthal στα ντραμς, ο οποίος είχε παίξει και στο Fly To The Rainbow των Scorpions, ενώ παράλληλα τις θέσεις σε μπάσο και κάθε λογής πλήκτρα τις καλύπτουν οι Klaus Peter Matziol και Detlev Schmidtchen, αντίστοιχα. Αυτή η τετράδα θα ηχογραφήσει και το κλασικό πλέον Dawn, το 1976.
Στο Dawn υποχωρεί η περιττή κιθαριστική φλυαρία, και την θέση της παίρνει η η προσθήκη συμφωνικών μερών και τα πολυεπίπεδα περάσματα σε πλήκτρα και synthesizer από τον Detlev Schmidtchen. Με ένα υπέροχο εξώφυλλο που θυμίζει καλοκαιρινό ηλιοβασίλεμα στην Ελλάδα, η ιστορία περιγράφει πως ένας άντρας που πεθαίνει ξαφνικά, επιστρέφει ως φάντασμα. Προσπαθεί vα μεταδώσει όλη την γνώση που έχει πάρει από αυτήν την κατάσταση του στην αγαπημένη του, από το πρωϊνό ξύπνημα έως το επόμενο χάραμα. Στο τέλος διαλύεται μέσα σε ένα κύμα φωτός, με τα λόγια "Nous sommes du soleil" ("είμαστε από τον ήλιο", που αναφέρεται και στο Tales From Topographic Oceans των Yes, τρία χρόνια πριν). Τα «Between The Times», «The Sun Song», «The Dance In Doubt And Fear» και «Gliding Into Light And Knowledge», αναμφίβολα συγκαταλέγονται στις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, αν όχι του συγκροτήματος γενικά, αναπαριστώντας μουσικά επιτυχημένα την εξέλιξη του concept που οι Eloy εξιστορούν στο Dawn.
Την επόμενη χρονιά, το 1977, έρχεται το πλέον ιστορικό και «ελληνικό» άλμπουμ των Eloy, το φανταστικό Ocean. Στο εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο βραβευμένος καλλιτέχνης Wojtek Siudmak, δεσπόζει μία μορφή που αναφέρεται στον θεό Ποσειδώνα, ενώ θεματικά βασίζεται πλήρως στον μύθο της Ατλαντίδας, τον οποίο πραγματεύεται σε τέσσερα μέρη, με τον Rosenthalνα γράφει τους στίχους (περίπου σαν την περίπτωση του Nei lPeart και των Rush!). Όλο το αμάλγαμα επιρροών, μετουσιωμένο από το δημιουργικό φίλτρο των Eloy, βρίσκεται εδώ. Με επιρροές από τον ήχο των Βαγγέλη Παπαθανασίου (aka Vangelis), Pink Floyd και Yes, το Ocean είναι ένα αριστούργημα του progressive rock, που είχε την ατυχία να κυκλοφορήσει από ένα γερμανικό συγκρότημα σε ένα αγγλοκρατούμενο είδος. Η εναλλαγή ανάμεσα σε μουσικές διαθέσεις, ήχους, βάρος και χρώμα είναι ισορροπημένη και ατμοσφαιρικότατη, με αποτέλεσμα κυριολεκτικά ο ακροατής να χάνεται στην μυσταγωγική ατμόσφαιρα του δίσκου και να μην αντιλαμβάνεται πως πέρασαν τα περίπου 45 λεπτά που διαρκεί. Προσωπικά δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω ένα συγκεκριμένο μουσικό κομμάτι του άλμπουμ, αλλά εντελώς υποκειμενικά θα πω το σχεδόν 12λεπτο Poseidon’s Creation, το οποίο ήταν και το πρώτο κομμάτι που άκουσα ποτέ από τους Eloy. Ωστόσο, το Ocean πρέπει να ακούγεται από την αρχή μέχρι το τέλος. Τέτοια είναι η συνοχή και η μετάβαση μεταξύ των μουσικών και αφηγηματικών θεμάτων του άλμπουμ, που πραγματικά δεν υπάρχει κανένα νόημα να απομονώσει ο ακροατής κάποιο μέρος από το όλο. Πραγματικά θεωρώ πως πρόκειται για το δημιουργικό αποκορύφωμα των Eloy. Είναι, επίσης, και το πιο επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ τους καθώς και γενικότερα στον χώρο του γερμανικού progressive rock.
Οι κυκλοφορίες των Dawn και Ocean έδωσαν τεράστια εμπορική ώθηση στο συγκρότημα, που πλέον έβλεπε τις δουλειές του να χτυπούν στα ίσα, στην Γερμανία, και ακόμα να ξεπερνούν, progressive rock μεγαθήρια όπως οι Pink Floyd,οι Genesis, οι Yes, αλλά και άλλους όπως οι Queen. Όντας, πλέον, ένα από τα δύο πιο επιτυχημένα γερμανικά rock συγκροτήματα (με τους Scorpions να είναι ίσως το μόνο άλλο εξίσου επιτυχημένο), οι Eloy αποφασίζουν να ξεδιπλώσουν το πλούσιο μουσικό τους ταλέντο μέσα από ένα διπλό (όπως συνηθιζόταν στα 70s) live album. Πλέον το συγκρότημα είχε δεχτεί και αρκετές προτάσεις για εμφανίσεις και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως πχ στην γειτονική Γαλλία. Τον Μάρτιο του 1978 ηχογραφούν ζωντανά εμφανίσεις τους από την γερμανική τους περιοδεία, και το ζωντανό τους set ενισχύθηκε με την χρήση εντυπωσιακών laser και άλλων οπτικοακουστικών τεχνασμάτων, καθώς και με την χρήση απαγγελιών, προσδίδοντας έτσι έναν πιο θεατρικό χαρακτήρα, προς τέρψη του κοινού.
Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκινάει και το Live, με την επιβλητική εισαγωγή από τον Jürgen  Rosenthal, για τον αρχαίο, βυθισμένο πολιτισμό της Ατλαντίδας, και με το Poseidon’s Creation:
«Worlds atomize and oceans evaporate in eternity!
 Man erects out of the darkness,laughs into the glimmering light and disappears!».
Με το επικό αρχικό μουσικό θέμα του να εκτυλίσσεται ως soundtrack σε αρχαίες θαλάσσιες περιπλανήσεις, ο Bornemann μας αφηγείται την προέλευση της πανάρχαιας Ατλαντίδας σύμφωνα με τον αρχαιοελληνικό μύθο και κατά την σχετική αναφορά του Πλάτωνα,. Ακολουθεί η «ενσάρκωση του Λόγου», ή The Incarnation Of Logos, αν προτιμάτε, με τον Rosenthalνα συμπληρώνει την ερμηνεία του Bornemann, σε μία καθ’όλα βιβλική περιγραφή που εξιστορεί την δημιουργία της ζωής και των ανθρώπων, μέσα από την θεία παρέμβαση και τα στοιχεία της φύσης, καθώς και την εξάπλωση τους σε όλο τον κόσμο, αλλά μόνο μέσω της ένωσης και της ομαδικότητας. Η εναλλαγή των μουσικών θεμάτων είναι κι εδώ άκρως ομαλή και επιτυχημένη, με την ατμόσφαιρα να έχει ήδη γεμίσει από κατάνυξη.
Στην δεύτερη πλευρά του δίσκου η εκκίνηση δίνεται με το συγκινητικά όμορφο The Sun-Song, το οποίο αναφέρεται με ιδιαίτερη αγάπη στον ζωοδότη του πλανήτη μας, τον Ήλιο. Ένα κομμάτι που πάντα θεωρούσα ότι ταίριαζε στην Ελλάδα και τους Έλληνες, με ευθεία παραπομπή στο εξώφυλλο του Dawn, απ ‘όπου και προέρχεται. Μετά την υποβλητική απαγγελία του Rosenthalτο κομμάτι ξεκινάει δυναμικά, σαν να παρακολουθεί κάποιος τον Ήλιο να ανεβαίνει στο ουράνιο στερέωμα. Από το Dawn είναι και το κομμάτι που ακολουθεί, το The Dance in Doubt and Fear, με την χαρακτηριστική μπασογραμμή, η οποία ξεκινάει με τα ντραμς και τα πλήκτρα το κομμάτι, ενώ η κιθάρα είναι φανερά επηρεασμένη από την τεχνοτροπία του David Gilmour.
To Mutiny από το PowerAnd The Passion ξεκινάει την τρίτη πλευρά του άλμπουμ, φέρνοντας αρκετά στο μυαλό συγκροτήματα όπως οι Camel και συναφή βρετανικά progressive rock σχήματα. Μουσικά το συγκρότημα εκτελεί άψογα τα τραγούδια, αλλά όπως με κάθε Γερμανό που τραγουδάει αγγλικά (πλην ορισμένων γνωστών εξαιρέσεων), ενδεχομένως να έχει κάποιος ενστάσεις για την γερμανική εκφορά και ερμηνεία των αγγλικών, από την οποία ο Bornemann δεν μπορεί να ξεφύγει εντελώς, πέρα από το γεγονός ότι οι φωνητικές του δυνατότητες, αν και χαρακτηριστικής φωνής, δεν ήταν τόσο εκτεταμένες ώστε να συμβαδίσουν με το μέγεθος της μουσικής των Eloy. Καλώς ή κακώς είναι από αυτές τις περιπτώσεις που είτε σου αρέσει η φωνή είτε όχι. Και είναι κρίμα, διότι αν ο Bornemann το κατανοούσε, είμαι σίγουρος ότι οι Eloy θα μπορούσαν να προσλάβουν κάποιον Βρετανό τραγουδιστή, κάτι ίσως που τους έδινε ακόμα μεγαλύτερη δημοφιλία εκτός Γερμανίας. Ο βαθμιαίος αποχωρισμός του σώματος από την ψυχή και την συνείδηση είναι το θέμα που ακολουθεί, με το χαλαρωτικό Gliding Into Light And Knowledge από το Dawn, το οποίο και διαδέχεται φυσικότατα, σαν έκπληξη, το Inside από τον ομώνυμο δίσκο, και το οποίο είναι το παλιότερο τους κομμάτι που επιλέχθηκε για να συμπεριληφθεί στο live.
Το διπλό εξώφυλλο του βινυλίου σε όλο το άνοιγμά του
 To Eloy Live κλείνει με το εικοσάλεπτο Atlantis' Agonyat June 5th - 8498, 13 P.M. Gregorian Earthtime, το οποίο καταλαμβάνει όλη την τέταρτη πλευρά. Έτσι, για να κλείσει το θέμα της Ατλαντίδας, το τελευταίο κομμάτι του Ocean, περιγράφει τον καταποντισμό και την καταστροφή της Ατλαντίδας, και την μοίρα των Ατλάντων, τοποθετώντας χρονολογικά το γεγονός σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα περίπου 10.500 χρόνια στο παρελθόν. Στην εισαγωγή ανακοινώνεται η απόφαση των θεών να τιμωρήσουν τους ασεβείς, αλαζόνες και άπληστους ανθρώπους. Στην συνέχεια και υπό τους ήχους των πλήκτρων, αναφέρεται ότι ο «θεϊκός πύραυλος» βρίσκεται ήδη στην πορεία του, με αποτέλεσμα η υγρή φωτιά από τον ουρανό να πλήξει τον κόσμο των ανθρώπων, οι οποίοι δεν κατανοούν τις δικές τους παραβάσεις στον κοσμικό κανόνα. Το τελικό συμπέρασμα έγκειται στο ότι οι άνθρωποι της Ατλαντίδας προξένησαν την ίδια τους την καταστροφή, και χωρίς ισορροπία και μέτρο στην χρήση της δύναμης τους, εκεί είναι που θα οδηγούνται κάθε φορά. Πρακτικά, στο μουσικό κομμάτι, είναι σαν να βλέπει κανείς το γεγονός να εξελίσσεται μπροστά του, με κινηματογραφικό τρόπο, όπως θα παρακολουθούσε την ταινία-τομή στα χρονικά της 7ης τέχνης, το «2001: HΟδύσσεια του Διαστήματος» του Stanley Kubrick.
Η συνέχεια για τους Eloy ήταν κάπως απρόβλεπτη. Ο μουσικός τύπος της Γερμανίας δεν έδωσε και τις καλύτερες κριτικές, σε αντίθεση με ανταποκρίσεις από έντυπα του εξωτερικού. Παρά τα χτυπήματα από τον μουσικό τύπο, το άλμπουμ πούλησε εξίσου καλά με τα προηγούμενα, και το συγκρότημα συνέχισε απτόητο για να κυκλοφορήσει το 1979  το ακόμα πιο επιτυχημένο έβδομο στούντιο άλμπουμ του Silent Cries And Mighty Echoes, το οποίο ξεπέρασε και το Oceanσε πωλήσεις εκείνη την εποχή! Σε εκείνο το σημείο όμως οι Rosenthalκαι Schmidtchen αποχώρησαν από το συγκρότημα, προφασιζόμενοι διάσταση απόψεων με τα άλλα δύο μέλη των Eloy, δηλαδή τους Bornemann και Matziol, και δίνοντας εμμέσως τέλος στην «κλασική» σύνθεση του συγκροτήματος και στα χρυσά του χρόνια. Περίπου εκείνη την περίοδο, ο Bornemann δημιούργησε και το δικό του στούντιο στο Αννόβερο, τα Horus Studios, από όπου έχουν περάσει κατά διαστήματα καλλιτέχνες όπως οι Scorpions, οι Helloweenκαι οι Celtic Frost, προκειμένου να ηχογραφήσουν. Τα επόμενα χρόνια, αν και συνέχισαν να δίνουν κάποια αξιόλογα δείγματα δουλειάς, ποτέ δεν κατάφεραν να αναπαράγουν το επίπεδο της παραγωγής τους μέχρι το 1979, με αποτέλεσμα να διαλυθούν μετά το Metromania του 1984, και να βρίσκονται σε μία εναλλαγή δραστηριότητας και νάρκης μέχρι και τις μέρες μας, όπου το 2017 κυκλοφόρησαν το πιο πρόσφατο τους άλμπουμ, The Vision, the Sword and the Pyre (Part 1).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην χώρα μας πρωτοήρθαν τον Μάρτιο του 1981 για 3 συναυλίες, 2 στην Αθήνα στο γήπεδο του Σπόρτινγκ και 1 στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης, όπου χιλιάδες κόσμου συνέρρευσε για να τους δει από κοντά και τους υποδέχτηκε σαν σουπερσταρ, στο πλαίσιο της περιοδείας για το άλμπουμ Colours που κυκλοφόρησε το 1980, ενώ για εκείνο το διάστημα έπαιζαν και διάφορα κλιπ τους στην ελληνική τηλεόραση. Πάντα άκουγα για κάποιον αστικό μύθο που τους ήθελε να παίζουν στο ηφαίστειο της Σαντορίνης (σχετικά με τις μουσικές τους αναφορές στην Ατλαντίδα), περίπου όπως οι Pink Floyd έπαιξαν στην Πομπηία, αλλά αμφιβάλλω αν ποτέ συνέβη κάτι τέτοιο! Σε κάθε περίπτωση, και πέρα από κάθε μύθο, εγώ προσωπικά πάντα θα χαίρομαι το καλοκαίρι και τον ήλιο στην Ελλάδα, όταν τις ώρες της δύσης θα παίζει το Eloy Live από τα ηχεία μου και θα ταξιδεύω με την απίστευτη μουσική τους στον χώρο και τον χρόνο. Το ίδιο ελπίζω να νιώθετε και εσείς που το έχετε ακούσει ήδη, ή όλοι εσείς που ελπίζω να του δώσετε μία ευκαιρία και να έρθετε σε επαφή με τους Γερμανούς ταξιδιώτες του χωροχρονικού συνεχούς που ακούνε στο όνομα Eloy.
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *