RUSH – EXIT STAGE LEFT: Η ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΗ LIVE ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΑΝΑΔΩΝ

Ένας υψίφωνος τραγουδιστής που την σπάει σε κάποιους με την φωνή του, μοιάζει με τον χαμένο δίδυμο αδελφό του Σωτήρη Μουστάκα, παίζει φοβερό μπάσο, αλλά ταυτόχρονα κουμαντάρει και τα πλήκτρα σε κάθε μορφή. Ένας πλακατζής κιθαρίστας, που είναι η ψυχή της παρέας αλλά μπορεί να γίνει εξαιρετικά οξύθυμος, σαν γνήσιος Βαλκάνιος που είναι, και πάνω απ’όλα είναι τεχνικά αξεπέραστος με τον τεράστιο ήχο του και την κάπως jazz τεχνοτροπία του. Και τέλος, ένας ατσούμπαλος εσωστρεφής και ντροπαλός τύπος, ο διάδοχος των Keith Moon και John Bonham στα τύμπανα, μία μηχανή θηριώδους παιξίματος και έμπνευσης, ο άνθρωπος που επαναπροσδιόρισε τα drums με κάθε πιθανό τρόπο, αλλά και γράφει τους τελειότερους στίχους σε όλο το σύμπαν του hard rock και πέρα. Φίλες και φίλοι, αυτοί είναι οι Rush, και θα παρακάτω θα διαβάσετε για την εποχή που έφτασαν στο δημιουργικό και εμπορικό τους ζενίθ το 1981 με το ζωντανό τους album Exit...Stage Left!
Όλα έχουν μία αρχή και στην περίπτωση των Rush όλα ξεκίνησαν στο προάστιο Willowdale του Τορόντο, στον Καναδά,το 1963.
Ο Gary Lee Weinrib (γνωστότερος ως Geddy Lee) ήταν ένα εβραιόπουλο,του οποίου οι γονείς (Πολωνοί Εβραίοι) αφού επέζησαν του Ολοκαυτώματος στην Ευρώπη κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετανάστευσαν στον Καναδά, και κατάφεραν να μεγαλώσουν την πολυμελή οικογένεια τους, με πενιχρά μέσα, σε ένα προάστιο του Τορόντο. Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα,αλλά σύντομα το γύρισε στο μπάσο, τα οποία θα ήταν μερικά από τα διάφορα μουσικά όργανα που θα μάθαινε να παίζει στην μακριά μουσική του καριέρα.
Στο γυμνάσιο γνώρισε ένα άλλο παιδί μεταναστών, τον σερβικής καταγωγής Alexandar Zivojinovich, ή κατά κόσμον Alex Lifeson (το αγγλικό ισοδύναμο του σέρβικου ονοματεπώνυμου του), του οποίου οι γονείς επίσης είχαν μεταναστεύσει στον Καναδά μετά τον Πόλεμο, όπου και γνωρίστηκαν. Ο Alex έβαλε τα δυνατά του να βγάλει καλούς βαθμούς, για να καταφέρει να αγοράσει και αυτός μία κιθάρα, που αποδείχτηκε το μεγάλο του πάθος. Κόλλησαν άμεσα, λόγω όχι μόνο των μουσικών τους προτιμήσεων, αλλά πολύ περισσότερο για την κοινή αίσθηση του χιούμορ, την πλάκα και την συντροφικότητα που έβγαζαν παρέα.
Την τριάδα ήρθε να συμπληρώσει ο John Rutsey, ένας γείτονας και συμπαίκτης του Lifeson στο χόκεϋ, που έπαιζε ντραμς. Σε αντίθεση με τους άλλους δύο που άκουγαν πιο προοδευτικά σχήματα όπως οι Pink Floyd και οι Genesis, o Rutsey αρεσκόταν σε πιο hard rockin’ blues μπάντες, όπως οι Led Zeppelin και οι Cream. Επίσης, ο αδελφός του John, Bill Rutsey, είχε την έμπνευση για το όνομα του συγκροτήματος, το οποίο μέχρι τότε έπαιζε με διάφορα άτομα στην σύνθεση του ως The Projection. Ο Bill είπε «χρειάζεστε ένα καλύτερο όνομα για τη μπάντα..πως σας φαίνεται το Rush;». Και τους άρεσε, οπότε το κράτησαν.
Τον Σεπτέμβρη του 1968, έδωσαν την πρώτη τους συναυλία στο υπόγειο ενός κοινοτικού χώρου, που στην γειτονιά ήταν γνωστός ως «The Coffin». Η πρώτη τους αμοιβή ήταν 10 δολάρια (Καναδά) και έπαιξαν μπροστά σε 35 άτομα. Στην συνέχεια πήγαν σε ένα φαγάδικο της περιοχής και σχεδίαζαν το πως θα κατακτήσουν τον κόσμο!
Με τον Ray Danniels ως νέο (και μοναδικό μέχρι σήμερα) manager, στον οποίο άρεσε πολύ αυτό που έβλεπε και κόλλησαν ακαριαία σε ένα live, πήραν σβάρνα όλους τους σχολικούς χορούς για να έχουν την δυνατότητα να παίζουν ζωντανά. Το όριο ηλικίας που επικρατούσε στην εποχή του Οντάριο δεν τους επέτρεπε να παίζουν σε bars και clubs, μιας και ήταν ακόμα μαθητές και κάτω των 21 ετών που απαιτούσε ο νόμος, για να τους επιτραπεί η είσοδος σε αυτούς τους χώρους. Οπότε κατέστρεφαν χορούς σχολείων, όπου οι μαθητές έντρομοι από το σκληρό ροκ των Rush δεν μπορούσαν να χορέψουν και έμεναν μακριά από την σκηνή!
Οι οικογένειες τους, από την άλλη, αντιμετώπισαν με στωικότητα όλη αυτήν την έμπνευση των κανακάρηδων τους να παίζουν δυνατά και να σηκώνουν την γειτονιά στο πόδι, κόντρα σε ότι οι ίδιοι επιθυμούσαν για αυτούς. Πάντως, το 1971, ήταν αρκετά τυχεροί να δουν το επιτρεπτό όριο ηλικίας κατανάλωσης αλκοόλ στο Οντάριο να πέφτει στα 18 έτη, όταν και οι ίδιοι έγιναν 18. Έτσι κατάφεραν να παίξουν σε πιο μεγάλους χώρους, με καλύτερα λεφτά, και να ακουστούν περισσότερο στο μουσικό κύκλωμα του Τορόντο. Αυτή η εξέλιξη τους έδωσε και την απαραίτητη εμπειρία για να αρχίσουν να πειραματίζονται λίγο περισσότερο με την μουσική τους και να αποκτούν πολύτιμη σκηνική εμπειρία, παίζοντας διασκεύες από Cream, The Who και Jimi Hendrix, αλλά και κάποια δικά τους κομμάτια.
Παρόλαυτα, το να υπογράψουν συμφωνία για την κυκλοφορία ήταν μία εντελώς διαφορετική υπόθεση.
Ο Καναδάς δεν διέθετε κάποια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία με rock ρεπερτόριο. Αρχικά κυκλοφόρησαν το διπλό single «Not Fade Away/You Can’t Fight It» τα οποία δεν περιλήφθηκαν στην πρώτη τους δισκογραφική δουλειά.  Οι Rush, αντίθετα στο ρεύμα (όπως θα έκαναν πολλές φορές έκτοτε) και με την οικονομική βοήθεια του manager τους Ray Danniels ηχογράφησαν το ντεμπούτο τους το 1973, σε παραγωγή του David Stock, ο οποίος δεδομένων και των συνθηκών δεν έβγαλε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το συγκρότημα ηχογραφούσε αργά το βράδυ και πολλές ώρες μέσα στην νύχτα, που η τιμή τους στούντιο ήταν χαμηλότερη. Σε εκείνο το σημείο αποφάσισαν ότι καλό θα ήταν να επανηχογραφήσουν τον δίσκο, και ακριβώς σε εκείνο το σημείο εμφανίστηκε ο επί σειρά ετών συνεργάτης και παραγωγός τους, ο Terry Brown, που έμεινε με το συγκρότημα σε όλα τα χρόνια της δόξας, μέχρι και το Signals του 1982. O Brown ήταν ιδιοκτήτης του στούντιο Toronto Sound, στο οποίο οι Rush ολοκλήρωσαν την διαδικασία μέσα σε μία εβδομάδα. Και έτσι εγένετο το ομώνυμο ντεμπούτο του συγκροτήματος Rush (1974), το οποίο έφτασε μέχρι το Νο. 105 των αμερικανικών charts και παρασυρόμενο από την επιτυχία των μεταγενέστερων κυκλοφοριών τους, έγινε χρυσό. Το πρώτο χρυσό άλμπουμ τους σε μία σειρά χρυσών και πλατινένιων δίσκων που θα κυκλοφορούσαν μέχρι και το 2003.
Φανερά επηρεασμένοι από την δυναμική των Led Zeppelin, το πρώτο άλμπουμ των Rush αντικατοπτρίζει την κλασική hard rock αισθητική που επικρατούσε στην Βόρεια Αμερική εκείνη την εποχή. Ξεκινώντας με το Finding My Way και κλείνοντας με το βαρύ και ασήκωτο Working Man, το πρώτο τους άλμπουμ απέσπασε συμπαθητικές κριτικές από τον μουσικό τύπο της εποχής και τους έδωσε ώθηση για να ακουστούν και πέρα από τα στενά όρια του Τορόντο.
Μερικά χιλιόμετρα νοτιότερα, στο Cleveland των ΗΠΑ, ο ραδιοφωνικός σταθμός WMMS έβγαζε την playlist της εβδομάδας και η DJ Donna Halper άκουγε διάφορα συγκροτήματα για να εντάξει στο δικό της πρόγραμμα. Όταν έβαλε στο πικάπ το Working Man, ενθουσιάστηκε, πιστεύοντας πως το συγκεκριμένο τραγούδι ταίριαζε απόλυτα στο ακροατήριο της, μιας και το Cleveland ήταν η μεγάλη εργατική, βιομηχανική πόλη του Ohio, και μία από τις μεγαλύτερες στις ΗΠΑ. Άλλά ακόμα καλύτερα, τους εξασφάλισε δισκογραφικό συμβόλαιο στην Αμερική, με την Mercury Records, μέσω του Cliff Burnstein, ο οποίος τότε ήταν νέο στέλεχος και αργότερα ως manager και συνιδρυτής της Q-Prime θα αναλάμβανε μερικά από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα του χώρου. Το συγκρότημα έδωσε και τις πρώτες συναυλίες του στις ΗΠΑ, αρχικά σε ένα μικρό φεστιβάλ στο East Lansing του Michigan, αλλά τον Ιούνιο του 1974 άνοιξε την συναυλία των ZZ Top στο Civic Arena του Cleveland, μπροστά σε 12.000 θεατές, μία πραγματική δυνατή εμπειρία για αυτούς.
Με την όλη κατάσταση να εξελίσσεται ραγδαία, το συγκρότημα είχε και την πρώτη του απώλεια, στο πρόσωπο του ντράμερ τους John Rutsey, ο οποίος ήταν σε ένα ελαφρά διαφορετικό μήκος κύματος από τους Lee και Lifeson. Μουσικά, ήταν προσκείμενος σε πιο ευθύ hard rockin’ blues ακούσματα, σε αντίθεση με τους άλλους δύο που άκουγαν περισσότερο progressive rock από συγκροτήματα όπως οι Yes, οι Genesis και οι Pink Floyd. Οι μουσικές τους διαφορές, καθώς και ένα θεμα υγείας που αντιμετώπιζε όντας διαβητικός, αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους ο Rutsey απομακρύνθηκε από το συγκρότημα. Και η αποχώρηση αυτή είχε και τα θετικά της. Γιατί ο αντικαταστάτης του Rutsey έμελλε να αλλάξει μια για πάντα τον ήχο, την φυσιογνωμία και την στιχουργική ικανότητα του συγκροτήματος.
Ο Neil Peart, ένας ντροπαλός και λίγο περίεργος τύπος από το Οντάριο του Καναδά, έμαθε να παίζει ντραμς περισσότερο για να αντισταθμίσει την εσωστρέφεια του και βρίσκοντας, έτσι, διέξοδο από την αβάσταχτη ρουτίνα του σχολείου του. Παράλληλα με την ασταμάτητη εξάσκηση, άρχισε να ενσωματώνει στο παίξιμο του τις επιρροές που είχε κυρίως από τον Keith Moon των The Who, αλλά και στοιχεία από τους Ginger Baker, του Carmine Appice και του John Bonham. Το επίπεδο του Neil Peart έγινε αμέσως αντιληπτό από τους Lee και Lifeson, οι οποίοι εντυπωσιάστηκαν με την τεχνική και την δύναμη του υποψήφιου drummer. Με το που έγινε και επίσημα μέλος τους, o Peart είχε δύο εβδομάδες να προετοιμαστεί για την πρώτη του συναυλία, όπου οι Rush θα άνοιγαν την συναυλία των Uriah Heep στην Civic Arena του Pittsburgh, τον Αύγουστο του 1974, πριν από τον Manfred Mann. Λίγο τρομακτικό στην αρχή, αλλά σχετικά ομαλά, για την νέα σύνθεση των Rush. O Mick Box ενθουσιάστηκε με τα ιδιαίτερα ψηλά φωνητικά του Geddy Lee, ενώ επίσης εντύπωση του έκανε πόσο «μεγάλος» ακουγόταν ο ήχος του συγκροτήματος, οι οποίοι ήταν μόνο τρεις. Η συνέχεια θα έφερνε και άλλες εμφανίσεις στην Αμερική, με νέα (τότε) ανερχόμενα συγκροτήματα, όπως οι Kiss, οι Blue Oyster Cult και οι Hawkwind.
Με τον Neil Peart να ενσωματώνεται περισσότερο στον κορμό του συγκροτήματος, ανέλαβε και περισσότερες πρωτοβουλίες. Όντας μακράν ο πιο διαβαστερός από τους τρεις, μία από αυτές τις πρωτοβουλίες ήταν να γράφει και στίχους, οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν στην επόμενη δισκογραφική δουλειά των Rush. Ξεφεύγοντας από τα κλισέ rock ‘n’ roll μοτίβα, για έρωτες και καταχρήσεις, ο Peart έγραφε περισσότερο για φανταστικά θέματα, αλλά και για πιο κοινωνικά, εσωτερικά και καθημερινά θέματα, με ιδιαίτερη εκφραστικότητα και άποψη. Η δεινότητα του ως στιχουργός, για εμένα προσωπικά, τον κατατάσσει ανάμεσα στους κορυφαίους στον χώρο της rock μουσικής. Και αυτό, φάνηκε στην επόμενη δουλειά του συγκροτήματος, το μεταβατικό Fly By Night (1975).
To Fly By Night κυκλοφόρησε τον Φλεβάρη του 1975, και σηματοδοτεί την είσοδο των Rush σε μία νέα μουσική και στιχουργική φάση. Δύο ακόμα μακρόχρονες σχέσεις ξεκίνησαν με την εν λόγω δουλειά. Πέρα από την πρώτη κυκλοφορία με τον Peart στα ντραμς και στους στίχους, αυτός ήταν ο πρώτος δίσκος των Rush σε παραγωγή Terry Brown. Ανοίγοντας με το εκρηκτικό Anthem (όπου ο Neil Peart ανοίγει στιχουργικά τον πρώτο λογαριασμό με την κοσμοθεωρία της Ayn Rand) περιέχει τραγούδια όπως το διάρκειας οκτώμιση λεπτών By-Tor & the Snow Dog και το τροβαδούρικο Rivendell, είναι τροχιοδεικτικά της πορείας που θα ακολουθούσε το συγκρότημα τα επόμενα χρόνια, ενώ οι ζεπελινικές επιρροές εμφανίζονται ξανά μέσα από κομμάτια όπως το Beneath, Between & Behind και In The End. Το άλμπουμ έφτασε μέχρι το Νο. 113 των αμερικανικών charts, και τελικά έγινε πλατινένιο μετά από κάποια χρόνια. Ακολούθησε περιοδεία με τους Kiss στην Β. Αμερική, όπου δημιουργήθηκε σημαντικός δεσμός μεταξύ των δύο συγκροτημάτων, σε σημείο που οι Rush ευχαρίστησαν μέχρι και το road crew των Kiss!
Οι Rush καταλάβαιναν ότι οι Kiss ήταν μία από τις πιο εργατικές μπάντες στην πιάτσα, και έδιναν το 100% των δυνάμεων τους επί σκηνής για να ικανοποιήσουν τους θεατές τους, κάτι το οποίο φρόντισαν να υιοθετήσουν και οι ίδιοι από πολύ νωρίς στην καριέρα τους.
Ωστόσο, η μεγάλη επιτυχία εξακολουθούσε να διαφεύγει από τους Rush, και οι ιθύνοντες της δισκογραφικής τους άρχισαν να γκρινιάζουν για την εμπορική δυστοκία των δύο πρώτων κυκλοφοριών. Αυτή η κατάσταση έμελλε να επιδεινωθεί στο τρίτο τους άλμπουμ, που κυκλοφόρησε επίσης το 1975 (συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο), το παραμυθένιο Caress Of Steel. Αντί να κινηθούν στην γραμμή της εταιρείας τους, που ήθελε να παίζουν περισσότερο στο ασφαλές (αλλά όχι πρωτοποριακό) στυλ συγκροτημάτων όπως οι Bad Company, η τριάδα των Lee, Lifeson και Peart επέμενε να σπρώχνει τα μουσικά όρια του συγκροτήματος, με το 12λεπτο The Necromancer να κλείνει την πρώτη πλευρά του άλμπουμ, και την δεύτερη πλευρά να καταλαμβάνεται εξολοκλήρου από το The Fountain of Lamneth, μίας ιστορίας σε έξι μέρη, διάρκειας 20 περίπου λεπτών! Το Caress Of Steel έβριθε από τα αφηγηματικά στοιχεία της γραφής του φοβερού και ορεξάτου Peart. Το άλμπουμ μόλις που άγγιξε το Νο. 148 του Billboard, ακόμα χαμηλότερα από τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους, και κάπου εκεί τα πράγματα πραγματικά άρχισαν να ζορίζουν για τους Rush. Η περιοδεία που ακολούθησε δεν απέδωσε καρπούς, παρέα με ένα εξίσου προβληματισμένο Ted Nugent, ο οποίος έβλεπε επίσης την δική του καριέρα να μην απογειώνεται, και όλοι παρέα να αναρωτιούνται αν πραγματικά άξιζε τον κόπο να συνεχίσουν στην μουσική βιομηχανία. Φαίνεται ότι μία ιστορία για έναν Νεκρομάντη (φανερά επηρεασμένος από τον J.R.R. Tolkien, ο οποίος αποκαλεί «Νεκρομάντη» τον Sauron στο βιβλίο του Hobbit) και το ταξίδι της ζωής, συγκαλυμμένο μέσα από την ιστορία για την αναζήτηση μίας πηγής, δεν έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στο αγοραστικό κοινό. Τα στελέχη της δισκογραφικής τους είχαν ξεκάθαρα φτάσει στο σημείο να σκέφτονται πολύ σοβαρά να σταματήσουν την συνεργασία της εταιρείας με τους Rush. Στην καλύτερη για αυτούς περίπτωση, τους πίεζαν για μία εμπορική επιτυχία, κάτι πιο γνώριμο στο ραδιοφωνικό κοινό των ΗΠΑ, κάτι σαν αυτό που είχαν δώσει στο πρώτο άλμπουμ τους. Παράλληλα, υπονόησαν, εμμέσως, ότι μία ακόμα δουλειά με concept χαρακτήρα και τεράστια σε διάρκεια κομμάτια δεν θα ήταν προς συμφέρον τους. Μετά βίας ο manager τους εξασφάλισε συμφωνία για ένα ακόμη album, ίσως ένα «Plan B» κάτι για να περισώσει ό,τι ήταν σε θέση να σωθεί, από την τεράστια προσπάθεια των τριών νεαρών Καναδών.
Επιδεικνύοντας σιδερένια επιμονή και θέληση, και έχοντας μία ιδέα στο περίπου για την επόμενη τους κυκλοφορία, οι Rush πήραν το ρίσκο και έπαιξαν τα ρέστα τους, προκειμένου να προχωρήσουν με το σχέδιο τους, έτσι κι αλλιώς. Σαφώς και είχαν λάβει υπόψη τους ότι αυτή θα μπορούσε να είναι και η τελευταία τους προσπάθεια με το παρόν συμβόλαιο τους. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο μεγάλο κερδισμένο στοίχημα των Rush, το θρυλικό πλέον τέταρτο τους άλμπουμ του 1976, το διαστημικών διαστάσεων 2112. Το έχουν λανθασμένα αποκαλέσει concept album, δηλαδή ένα άλμπουμ στο οποίο τα τραγούδια εξυπηρετούν ένα συλλογικότερο σκοπό ή σημαίνουν συλλογικά περισσότερα από το κάθε κομμάτι ξεχωριστά. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως μέσα από μια ενιαία κεντρική αφήγηση ή θέμα, το οποίο μπορεί να είναι οργανικό, συνθετικό ή στιχουργικό.
Το 2112 ήταν μια δημιουργία σε επτά μέρη που επινόησαν οι Lee και Lifeson, με τον Neil Peart να γράφει τα λόγια που θα παρείχαν την ιστορία του 20λεπτου έπους που καταλαμβάνει όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου. Πρόκειται για έναν άντρας που αντιμετωπίζει τους «Ιερείς των Ναών της Σύριγγος» που είναι υπεύθυνοι για τη ρύθμιση του περιεχομένου για την ζωή όλων των όντων. Τυχαία, ανακαλύπτει μια κιθάρα αλλά όταν μοιράζεται το πολύτιμο εύρημα του με τους Ιερείς, αυτή την καταστρέφουν. Ο ανώνυμος ήρωας περνάει την υπόλοιπη του ζωή στα κρυφά, έκτοτε, και φαντασιώνεται μια ζωή χωρίς τον έλεγχο των Ιερέων. Τελικά, καταλήγει στην αυτοκτονία. Ταυτόχρονα, μια νέα μάχη ξεσπάει, με αποκορύφωμα την επιβλητική ανακοίνωση "Προσοχή σε όλους τους πλανήτες της ηλιακής ομοσπονδίας:  Έχουμε αναλάβει τον έλεγχο." Πρόκειται για τον παλαιότερο πολιτισμό, που επινόησε αυτό το μουσικό όργανο, και επέστρεψε στην διαστημική αποικία του για να αποκαταστήσει την ισορροπία στις ζωές των ανθρώπων εκεί, καταστρέφοντας το ιερατείο της Σύριγγος.
Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής θα αποτυπωθεί από τον Hugh Syme και στο οπισθόφυλλο του δίσκου, με το προσωνύμιο Starman, βασικό μέρος της σκηνογραφίας και συμβολικής οπτικής των Rush. Ο γυμνός άνδρας ενάντια στη συλλογική υποταγή στην απολυταρχία, που αναπαρίσταται από ένα αστέρι εγγεγραμμένο σε ένα κύκλο. Φυσικά, σημειώνεται ότι και η δεύτερη πλευρά του δίσκου είναι εξαιρετική. A Passage to Bangkok (ένα υποθετικό οδοιπορικό ναρκοτουρισμού), το ονειρικό The Twilight Zone (εμπνευσμένο από την ομώνυμη σειρά επιστημονικής φαντασίας), το χαρωπό Lessons, το σπαρακτικό Tears και το δυναμικό Something For Nothing, το οποίο ο Peart εμπνεύστηκε από ένα γκραφίτι («Freedom isn't free») στο κέντρο του Λος Άντζελες.
Το 2112 κυκλοφόρησε εν μέσω ευνοϊκών κριτικών και ενθουσιασμού από τους οπαδούς. Γρήγορα ξεπέρασε τα προηγούμενα άλμπουμ του συγκροτήματος σε πωλήσεις και θέσεις στα chart. Στην πατρίδα τους έφτασαν μέχρι το Νο. 5, ενώ στις ΗΠΑ άγγιξε το Νο. 61, με την ιδιαίτερη διάκριση να γίνει το πρώτο άλμπουμ των Rush που μπήκε στα πρώτα 100 του Billboard. Μετά από ενάμιση χρόνο περίπου έγινε χρυσό στις ΗΠΑ, ενώ πλέον έχει γίνει τρεις φορές πλατινένιο. Από το 1976 μέχρι σήμερα, έχει αποσπάσει άπειρες διακρίσεις και συχνά φιγουράρει σε λίστες με τα καλύτερα progressive rock άλμπουμ όλων των εποχών. Και όχι μόνο τους άνοιξε καινούριες αγορές, όπως πχ η Μ. Βρετανία, στην οποία περιόδευσαν για πρώτη φορά και το άλμπουμ τους έγινε χρυσό, αλλά τους παρέτεινε το συμβόλαιο με την δισκογραφική τους, και τους  πρόσφερε δημιουργική ελευθερία, χωρίς να αμφισβητούνται πλέον οι προθέσεις και οι ιδέες τους.
Το συγκρότημα βγήκε σε περιοδεία με τους φοβερούς Thin Lizzy και τους σκληροτράχηλους UFO. Οι UFO έπιναν ασταμάτητα, βγαίνοντας σχεδόν πάντα μεθυσμένοι στην σκηνή, σε αντιθεση με τους Rush,που ίσως να έπιναν κάμποσο μετά το τέλος της κάθε συναυλίας, ενώ τους είχαν ταράξει στις φάρσες (όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο). Οι Lizzy, όπως και οι Rush, γνώριζαν για πρώτη φορά ευρεία επιτυχία και αποδοχή με το αριστουργηματικό Jailbreak. O Lifeson κόλλησε στιγμιαία με τον Brian Robertson, και περνούσαν τις ώρες τους συζητώντας για λογοτεχνία, στίχους και μουσικές, πέρα από το γεγονός ότι κουβαλούσαν και οι δύο μια κάποια τρέλα (κυρίως ο Robertson!). Όσον, δε, αφορά τον Phil Lynott, ήταν πιο μοναχικός και μακριά από την παρέα των δύο συγκροτημάτων, αλλά «ευαίσθητος και πανέξυπνος, με μία μυστηριώδη πλευρά» όπως ανακαλεί ο Geddy Lee.
Με την ορμητικότητα του 2112, οι Rush βρήκαν την ευκαιρία να κυκλοφορήσουν και το πρώτο live album τους, το διπλό All The World’s A Stage (δηλ «Όλος ο κόσμος μια σκηνή», από τον ομώνυμο λόγο του Σαίξπηρ στο έργο του «Όπως σας αρέσει») το οποίο ηχογραφήθηκε κατά την εμφάνιση τους στην πατρίδα τους, στο Massey Hall του Τορόντο μεταξύ 11 και 13 Ιουνίου 1976. Το άλμπουμ αυτό λειτούργησε άτυπα και ως ένα best-of του συγκροτήματος. Όλες οι δυνατές στιγμές τους, μέχρι και το 2112, το οποίο ομώνυμο κομμάτι παίζεται ολόκληρο στην τρίτη πλευρά του δίσκου, βρίσκονται εδώ. Στα charts ανέβηκε ακόμα ψηλότερα από τις προηγούμενες τους κυκλοφορίες, φτάνοντας στο νο. 40 του Billboard, και έγινε και αυτό χρυσό την επόμενη χρονιά, ενώ κάποια χρόνια αργότερα έγινε πλατινένιο. Με αυτή την κυκλοφορία, έκλεισε, επίσης άτυπα, η πρώτη διερευνητική πορεία της απίστευτης τριάδας από το Οντάριο.
Το 1977 ήταν ακόμα μία φοβερή χρονιά για τους Rush. Μετακινήθηκαν για πρώτη φορά στην Μεγάλη Βρετανία,και συγκεκριμένα στα Rockfield Studios στην Ουαλλία, προκειμένου να ηχογραφήσουν το πέμπτο τους στούντιο άλμπουμ, το συναρπαστικό A Farewell To The Kings (ΗΠΑ νο. 33, Ηνωμένο Βασίλειο νο. 22). Ανάμεσα στα περίφημα ουαλικά πρόβατα, που δεν έβαζαν γλώσσα μέσα, μέρα-νύχτα, και τους στοίχισε σε ύπνο, ηχογράφησαν έναν ακόμα δίσκο απαράμιλλης ομορφιάς. Πέρα από την πρώτη τους επιτυχία στην Μεγάλη Βρετανία, το Closer To The Heart, και έκτοτε σταθερό κομμάτι των συναυλιών τους, το A Farewell To The Kings περιέχει το επικότατο Xanadu, το πρώτο κομμάτι που ηχογράφησαν για αυτό το άλμπουμ (και το κατάφεραν με την πρώτη, χρησιμοποιώντας τα τιτβίσματα των πουλιών της ουαλικής εξοχής), καθώς και το κινηματογραφικό Cygnus X-1 Book I: The Voyage, μία διαστημική σύνθεση που ταξιδεύει τον ακροατή κατευθείαν στην καρδιά της μαύρης τρύπας που βρίσκεται στον Αστερισμό του Κύκνου.
Συνέχισαν να περιοδεύουν ακούραστα, παίζοντας ζωντανά περίπου 250 φορές μέσα στην χρονιά. Από εκείνη την περιοδεία, μέρος της οποίας μοιράστηκαν την σκηνή με τους θρυλικούς Rainbow, προέκυψε και ένα οπτικό τεκμήριο που χρησιμοποιήθηκε και από τους δύο. Όποιος θυμάται το εσώφυλλο του Long Live Rock ‘N’ Roll των δεύτερων, ίσως μπορεί να ανακαλέσει μία φωτογραφία με το πλήθος στην μπροστινή σειρά να κρατάει ένα πανό που γράφει απλά «LONG LIVE ROCK ‘N’ ROLL». Ποιος σηκώνει ένα πανό σε μια ροκ συναυλία και αποφασίζει ότι δεν θα συμπεριλάβει το όνομα της μπάντας; Το μόνο που κάνει, εν προκειμένω, είναι να γράψει το όνομα ενός άλμπουμ που, στην τελική δεν υπάρχει. Το Long Live Rock 'N' Roll δεν είχε κυκλοφορήσει όταν τραβήχτηκε η φωτογραφία στην συναυλία. Είναι εξαιρετικά απίθανο οι οπαδοί να δημιούργησαν αυτό το πανό. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι 30 χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ Rush - Beyond the Lighted Stage, αν παρατηρήσετε προσεκτικά την φωτογραφία στο κολάζ της αφίσας στο παρασκήνιο, θα διαπιστώσετε ότι πρόκειται για την ίδια φωτογραφία του πλήθους,που αναφέρω παραπάνω. Και αυτή η φωτογραφία, αν φανεί ολόκληρη, δείχνει τον κόσμο με μπλουζάκια Rush και ένα πανό που γράφει «NEW PLYMOUTH WELCOMES RUSH – TOURING NORTH AMERICA 1977» με τον Starman να δεσπόζει στο κέντρο.

Ένα άλλο περίεργο σκηνικό στην ίδια περιοδεία καταγράφεται από κάποιο γυναικείο συγκρότημα που περιόδευε μαζί τους είχαν πολλά παράπονα. Πρόκειται για τις κακόφημες Runaways, η τραγουδίστρια των οποίων Cherie Currie ισχυρίστηκε ότι μία βραδιά στο Cobo Hall του Detroit, οι Rush και το επιτελείο τους σαμποτάρανε τον εξοπλισμό των Runaways και πετούσαν ρολά χαρτιού στην σκηνή, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει καθώς πήδηξε πάνω από την τρίμετρη εξέδρα των ντραμς. Δεδομένης της σχέσης των κοριτσιών με τα ναρκωτικά,και του γεγονότος ότι το άλμα από τα τρία μέτρα με πλατφόρμες είναι από μόνο του επικίνδυνο ακροβατικό, τείνω να μην πιστέψω την ιστορία. Και κυρίως επειδή οι Rush δεν ήταν γενικά αυτού του είδους η ανταγωνιστική και κακότροπη συμμορία. Αντιθέτως, αναγκάστηκαν να υπομείνουν διάφορα, π.χ. τις πλάκες των UFO, οι οποίοι κάρφωναν γούνινες παντόφλες μπροστά στο μικρόφωνο του Lee (τον οποίο αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «Glee») για να τις ταιριάξουν με την τύπου «ρόμπα» που φορούσε επί σκηνής!
Μετά την πολύμηνη περιοδεία που κάλυψε κυρίως Αμερική,Καναδά και Μεγάλη Βρετανία, οι Rush επιστρέφουν στα Rockfield Studios για να ηχογραφήσουν την επόμενη δουλειά τους. Τελειώνοντας το άλμπουμ με ένα πέρασμα από το Λονδίνο για τις τελευταίες πινελιές,κυκλοφορούν το αγαπημένο μου άλμπουμ τους, και την παρθενική μου επαφή με το έργο τους,το θεϊκό Hemispheres. Κινούμενο λίγο πιο χαμηλά στα αμερικανικά charts (Nο. 47),αλλά ψηλότερα στην Μεγάλη Βρετανία (Nο. 14), το Hemispheres συνεχίζει την ιστορία του ανώνυμου αστροναύτη από το Cygnus X-1 Book I: The Voyage από το A Farewell To The Kings, με το συγκλονιστικό Cygnus X-1 Book II: Hemispheres, δίνοντας την δική τους μεταφυσική ερμηνεία για το τι συμβαίνει πέρα από το απόλυτο τίποτα της μαύρης τρύπας του Αστερισμού του Κύκνου.Σε μία ολόκληρη πλευρά. Στην δεύτερη πλευρά του δίσκου, παρέχεται στον ακροατή η δυνατότητα να χαλαρώσει κάπως, με το κολλητικό Circumstances, και τα γαλλικά του στο ρεφραίν, εμπνευσμένο από τις εμπειρίες του Peart όταν είχε φύγει σε μικρότερη ηλικία από τον Καναδά για την Ευρώπη, προκειμένου να περιοδεύσει με το προηγούμενο του συγκρότημα. 
Μετά έρχεται το κομμάτι που αποτελεί μακράν ένα από τα πιο αξιοπερίεργα τραγούδια τους, το The Trees. Η εξιστόρηση των αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε σφένδαμους και βελανιδιές. Όσο παιδικό και απλοϊκό ακούγεται, άλλο τόσο σαγηνευτικό είναι όταν το εξιστορεί ο Peart. Το άλμπουμ κλείνει με το εννιάλεπτο ορχηστρικό La Villa Strangiato. Oι τρεις μουσικοί ξεσαλώνουν, με το αστέρι του Lifeson να λάμπει. Ο άνθρωπος παραδίδει μαθήματα για το πως χτίζεται αποτελεσματικά ένα κιθαριστικό σόλο, και ο Neil Peart αλλάζει ρυθμό και ύφος για πλάκα, υπό την πλήρη καθοδήγηση του Geddy Lee, ο οποίος παίζει ταυτόχρονα μπάσο και πλήκτρα.
Σε εκείνη την φάση, το συγκρότημα, κατά δήλωση των μελών του (και πολύ εμφατικά δηλωμένο από τον Lifeson) είχε φτάσει στα όρια του, και κατέληξαν να είναι πιο εξαντλημένοι από ποτέ. Με το Permanent Waves του 1980, οι Rush εγκαταλείπουν διακριτικά όλη την «φανταστική» τους περίοδο και αγγίζουν θέματα λίγο πιο καθημερινά,και σίγουρα λιγότερο περιπλεγμένα. Παράλληλα εμφανίζονται δειλά-δειλά και οι επιρροές από τα new wave σχήματα της εποχής, όπως οι Police, με λίγη ηλεκτρονική μουσική και reggae. Απέδειξαν ότι έχουν ταλέντο στο να γράφουν και πιο πιασάρικες μελωδίες,χωρίς όμως να χάσουν τον τεχνικό και προοδευτικό χαρακτήρα τους. Με αιχμή τα single The Spirit Of Radio, Freewill και Entre Nous, το Permanent Waves μπήκε στο top-5 τόσο των ΗΠΑ, όσο και της Μεγάλης Βρετανίας (νο. 4 και νο. 3 αντίστοιχα). Βέβαια το θέμα των μεγάλων σε διάρκεια συνθέσεων δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς,και για αυτό τον λόγο απολαμβάνουμε τραγούδια όπως το επικό Jacob’s Ladder, και το επιστημονικό Natural Science. Πλέον σε αυτό το σημείο, οι Rush έχουν πιάσει κορυφή χωρίς να σκαρώνουν εύκολα τραγουδάκια της μόδας, αλλά παράλληλα ένας πιο μοντέρνος pop ήχος (και λίγη reggae) θα αρχίσει να γεμίζει την μουσική τους, επηρεασμένοι από σύγχρονες δουλειές των Police και του Peter Gabriel.
Η κορύφωση της πορείας τους, ωστόσο, δεν είχε φτάσει ακόμα. Τον Ιούνιο του 1980, η μπάντα ολοκλήρωσε την περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο που διήρκεσε περίπου δέκα μήνες. Κατά τη διάρκεια της στάσης της περιοδείας στη Νέα Υόρκη, οι Rush ξεκίνησαν να δουλεύουν στο όγδοο studio άλμπουμ τους, εγκαταλείποντας προσωρινά την ιδέα της κυκλοφορίας ενός δεύτερου live άλμπουμ, ωθούμενοι από την ορμή που ανέπτυξαν ηχογραφόντας και περιοδεύοντας για το Permanent Waves. Μετά από ένα σύντομο διάλειμμα, ανασυντάχθηκαν στο Phase One Studios στο Τορόντο, με μέλη των έτερων Καναδών rockers Max Webster. Ο στιχουργός των Max Webster, Pye Dubois πρότεινε ένα τραγούδι που θεωρούσε κατάλληλο για τους Rush, το οποίο κατέληξε να γίνει το πιο γνωστό κομμάτι τους, το περίφημο Tom Sawyer. Ξεκινώντας από εκεί, και σε διάστημα δύο μηνών, ολοκλήρωσαν τις ηχογραφήσεις που μετουσιώθηκαν σε τραγούδια, όπως το ταξιδιάρικο Red Barchetta, το ορχηστρικό κομμάτι YYZ (που πήρε το όνομα του από τον διεθνή κωδικό του αεροδρομίου Pearson International και με τον Peart να παίζει τον ρυθμό που προέκυπτε από τα γράμματα ΥΥΖ σε κωδικό Morse!), το πιο προοδευτικό Witch Hunt (όπου το συγκρότημα με το crew παριστάνουν τον όχλο) και το πιο εμπορικό Limelight, που κυκλοφόρησε σε single. Το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν υποψήφιο για το βραβείο Grammy στην κατηγορία Best Rock Instrumental το 1982. Έχασε από το Behind My Camel των Police, από το άλμπουμ τους Zenyatta Mondatta.
Κάπως έτσι ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε το Moving Pictures, τον Φλεβάρη του 1981 (διάβασε εδώ την ιστορία του εξώφυλλου του). Για τους περισσότερους, αυτή είναι και η καλύτερη δουλειά των Rush, η απόλυτη ισορροπία μεταξύ του προοδευτικού,περίπλοκου χαρακτήρα τους και των έξυπνα εμπορικών συνθέσεων που πλέον επινοούσαν με χαρακτηριστική ευκολία. Από την κυκλοφορία του, μέχρι και σήμερα, έχει αποσπάσει άπειρες διακρίσεις μεταξύ του κοινού, των κριτικών, των συναδέλφων τους και του μουσικού τύπου. Εμπορικά, δε, παραμένει η πιο επιτυχημένη τους δουλειά, εκτοξεύοντας τους στο νο. 3 και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, και πουλώντας πάνω από 4 εκατομμύρια στις ΗΠΑ μέχρι και σήμερα. Η περιοδεία που ακολούθησε ήταν μεγαλοπρεπής,και πλέον το συγκρότημα βρισκόταν εκεί που ήθελε να είναι, με την αμφιβολία για την δυναμική τους να έχει εξαφανιστεί στην συλλογική συνείδηση του παγκόσμιου rock κοινού.Με τα Tom Sawyer και Limelight να έχουν κατακλύσει τα ραδιόφωνα την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1981, κατάφεραν να κλείσουν τα οικονομικά χρέη που τους δέσμευαν μέχρι τότε μέσα σε ένα τρίμηνο, και να μπουν θριαμβευτικά στην παγκόσμια rock ελίτ.
Χρησιμοποιώντας ζωντανές ηχογραφήσεις από την εν λόγω περιοδεία καθώς και από αυτή του Permanent Waves (δηλ. από τον Ιούνιο του 1980 έως τον Μάρτιο του 1981, και περίπου πενήντα μπομπίνες ηχογραφημένου υλικού κατά τον Neil Peart), κυκλοφόρησαν το δεύτερο και κορυφαίο διπλό live άλμπουμ τους, με τίτλο Exit…Stage Left. Ο τίτλος προέκυψε από μία ατάκα του Snagglepuss, ενός αμερικανικού καρτούν χαρακτήρα (ένα ροζ πούμα), και κάθε φορά που την κοπανούσε όταν εμφανιζόταν κάποιο πρόβλημα έλεγε «Exit...stage left!»
Υπό την αγαστή εποπτεία του παραγωγού τους Terry Brown, και με κάποιες μικροδιορθώσεις σε συγκεκριμένα σημεία, οι Rush μας χάρισαν αυτό το επικό live την 29η Οκτωβρίου του 1981. Η 1η, 2η και 4η πλευρά είναι από την εμφάνιση τους την 27η Μαρτίου του 1981 στο Forum του Μόντρεαλ στον Καναδά, στο πλαίσιο της περιοδείας του Moving Pictures, ενώ η 3η πλευρά ηχογραφήθηκε στο θρυλικό Apollo της Γλασκώβης στην Σκωτία, από την περιοδεία του Permanent Waves, και σε χώρο απ’όπου προέκυψαν τεράστια live albums όπως στις περιπτώσεις των Status Quo (1977) και των AC/DC (1978). Εξωτερικά, στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο του δίσκου, μπορεί να διακρίνει κανείς γνώριμα στοιχεία από τα εξώφυλλα των δίσκων που είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε. Όλοι είναι εκεί: η κοπέλα από το Permanent Waves, ο γυμνός διονυσιακός τύπος να αντικρίζει τον σοβαρό μετρημένο κύριο από το Hemispheres, η κουκουβάγια από το Fly By Night, οι μεταφορείς από το Moving Pictures, ο Νεκρομάντης από το Caress Of Steel στο χρυσό κάδρο του, ο βασιλιάς-παλιάτσος από το A Farewell To The Kings που κάθεται πάνω σε ένα κουτί που φέρει το logo «RUSH», ο Άντρας μπροστά από το Κόκκινο Αστέρι του 2112, και από πάνω του μία πινακίδα που γράφει «EXIT».

Τα τραγούδια αποδίδονται σχετικά πιστά στις studio εκδοχές τους, κάτι που από κάποιους θεωρείται μείον για τα live albums,αλλά από την άλλη είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για τους ακροατές που δεν έχουν έρθει σε επαφή με το συγκρότημα. Η βελόνα πέφτει στις πρώτες αυλακιές του βινυλίου και ενώ η αναμονή κορυφώνεται, ξεκινάει το ελικοειδές riff του Spirit Of Radio, που σηκώνει το κοινό του Μόντρεαλ στο πόδι. Πιθανόν το καλύτερο τραγούδι, για το ίδιο το ραδιόφωνο, που γράφτηκε ποτέ. Ακολουθεί η έκρηξη νοσταλγίας του Red Barchetta, που εξελίσσεται σε μία απροσδόκητη ιστορία φαντασίας, με όλα τα εφέ και τους ήχους του να το κάνουν να ακούγεται περισσότερο κινηματογραφικό, χτίζοντας ατμόσφαιρα ταχύτητας και οδήγησης στα όρια. Το κοινό ανταποκρίνεται δυναμικά, άλλωστε είναι κολλητικό το αίσθημα. Η πρώτη πλευρά κλείνει με το ορχηστρικό ΥΥΖ, μία επίδειξη δύναμης από την μαγική τριάδα, με κύριο άξονα τις υπεράνθρωπες ικανότητες του Neil Peart, ο οποίος μας χαρίζει και ένα υπέροχο solo στα 8 παρά κάτι λεπτά που διαρκεί το κομμάτι.
Η δεύτερη πλευρά (ηχογραφημένη στο Glasgow Apollo) ξεκινάει με ασιατικό στυλ και το αγαπημένο των fans A Passage To Bangkok, κάτι το οποίο κάνει και στην αρχική του έκδοση, στο 2112. Ένα ταξίδι στους παγκόσμιους προορισμούς για ναρκωτικά (κυρίως κάνναβη) την δεκαετία του ‘70, μάλλον από την φιλολογική θέση των Rush, παρά από την προσωπική τους εμπειρία. Αρχικά, ο Lee χρησιμοποιούσε ένα διπλό μπάσο, με το οποίο κρατούσε κάποιου είδους ρυθμικό κιθαριστικό background στον Lifeson, ενώ ο τελευταίος σόλαρε, και παράλληλα έπαιζε την χαμηλή συχνότητα στο μπάσο με πετάλια στα πόδια του! Συνέχεια με την επιτυχία Closer To The Heart, που ξεσηκώνει το κοινό της Γλασκώβης, και κατά την προσφιλή του συνήθεια τραγουδάει με το συγκρότημα. Με το διαχρονικό του μήνυμα να τραγουδιέται από όλους, γίνεται αδιάκοπα η μετάβαση στο Beneath, Between And Behind, σε μουσική Alex Lifeson και στίχους (φυσικά) Neil Peart. Ένα τυπικό, επηρεασμένο από τους Zeppelin hard rock κομμάτι, το οποίο απογειώνεται από την στιχουργική δεινότητα του Peart. Σε εκείνο το σημείο, και με εισαγωγή από τον Geddy Lee (υπό τον ήχο του κλασικού Ebb Tide, που κάποιοι ίσως το αναγνωρίσετε σαν ένα κλασικό αργό χορευτικό κομμάτι), που το αφιερώνει στον T.C. Broonsie (πρόκειται βεβαίως για τον παραγωγό τους επί σειρά ετών Terry Brown) ξεκινάει το έπος Jacob’s Ladder. Η έξυπνα δομημένη, κλιμακωτή πορεία του κομματιού πραγματικά μας μεταφέρει σε άλλη διάσταση, χρησιμοποιώντας την γνωστή βιβλική ιστορία του ονείρου του Ιακώβ, με την ιλιγγιώδη σκάλα που ξεκινούσε από την Γη και κατέληγε στον Ουρανό και τους Αγγέλους να την ανεβοκατεβαίνουν, αλλά ουσιαστικά είναι ένας παραλληλισμός με τον ήλιο να ξεπροβάλλει μέσα από τα σύννεφα, μετά από βροχή. Σύμφωνα με τον Mike Portnoy (πρώην Dream Theater), το κομμάτι αυτό είναι το δυσκολότερο των Rush στα ντραμς, ενώ ο Kirk Hammett των Metallica «δανείστηκε» ένα riff από το κομμάτι για το The Thing That Should Not Be από το τεράστιο Master Of Puppets.

Η δεύτερη πλευρά κλείνει, λοιπόν, με το Jacob’s Ladder, και έρχεται η 3η και πιο συναρπαστική, κατ’ εμέ, πλευρά να πείσει και τον τελευταίο άπιστο για το μεγαλείο των Rush. Ένα μικρό κομμάτι κλασικής κιθάρας, το Broon’s Bane ξεκινάει την πλευρά, μια μικρή σύνθεση του Lifeson προς τιμή του παραγωγού τους Terry Brown, που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Broon, προφανώς λόγω της καναδικής προφορικής εκφοράς του τυπικού επωνύμου Brown. Έξυπνα, και πάνω σε παρεμφερώς ηχόντα ακόρντα, ξεκινάει η εισαγωγή του The Trees, με την περίφημη διαμάχη μεταξύ των σφενδάμων και των βελανιδιών, που πάει την εξιστόρηση σε άλλα επίπεδα, ενώ το μεσαίο κομμάτι με την χρήση του synthesizer ενθουσιάζει τους οπαδούς. Εμμέσως, βέβαια, ίσως εκφράζει και τον τρόπο με τον οποίο οι Καναδοί βλέπουν τους Αμερικάνους, με τους Καναδούς να είναι ουσιαστικά οι σφένδαμοι (έχετε υπόψη ότι είναι το εθνικό τους δέντρο) και οι βελανιδιές οι Αμερικάνοι! Το The Trees σβήνει γλυκά με το synthesizer, και εκεί ξεκινάει το προσωπικό μου highlight του live, το επικών, από κάθε άποψη, διαστάσεων Xanadu. Με την υποβλητική του εισαγωγή, την χρήση κάθε πιθανού κρουστού και ανάμεσα σε φρενίτιδα ενθουσιασμού από το κοινού, η ένταση ανεβαίνει σταδιακά για να εκραγεί, και με επακόλουθες αλλαγές στον ρυθμό και στην μελωδία να αντηχούν μέχρι και τις πιο μακρινές γωνίες του εγκεφάλου. Και αυτός ο γιγαντιαίος ήχος βγαίνει μόνο από τρεις μουσικούς, πράγμα σχεδόν αδιανόητο για τα περισσότερα σχήματα εκείνης της εποχής. Θεματολογικά, ο Peart προσεγγίζει με πικρή ειρωνεία την έννοια της αθανασίας μέσα από την ιστορία του ήρωα που ταξιδεύει, σαν άλλος Μάρκο Πόλο, στο βασίλειο του Kublai Khan, κάπου στην Μογγολική Αυτοκρατορία. Σημειώνεται ότι για το συγκεκριμένο τραγούδι ο Peart εμπνεύστηκε από το ποίημα του Samuel Taylor Coleridge «Kubla Khan; or, A Vision in a Dream: A Fragment», το οποίο ο τελευταίος έγραψε μετά από ένα βράδυ που έκανε χρήση οποίου, και διάβαζε για το καλοκαιρινό παλάτι Xanadu του Μογγόλου ηγεμόνα Kublai Khan που ήταν αυτοκράτορας της Κίνας, κάποια στιγμή στον 13ο μ.χ. αιώνα.
Σε αυτό το σημείο, φτάνουμε και στην τελευταία πλευρά του άλμπουμ, που ανοίγει με το δυναμικό Freewill, ένα κομμάτι για την ελευθερία επιλογής και την ελεύθερη θέληση του ατόμου. Παρόλο που κατηγορήθηκε σαν ωδή υπέρ της αθεΐας, περισσότερο αφορά την ατομικότητα, ένα θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στον Peart, καθώς και τον τρόπο που το άτομο καθορίζει την μοίρα του, ή τουλάχιστον επιδιώκει τον έλεγχο της ζωής του. Κάτι σαν αυτό που πραγματεύεται, μεταξύ άλλων και η Οδύσσεια του Ομήρου, με σαφή αναφορά στην χώρα των Λωτοφάγων! Η συνέχεια έρχεται σε παρόμοιο τόνο, με το μεγάλο hit του συγκροτήματος, το εκπληκτικό Tom Sawyer, που είναι και το πλέον γνωστό τους κομμάτι και στο ελληνικό κοινό, αφού είναι το μόνο από την τεράστια παρακαταθήκη των Rush που ακούγεται σχετικά συχνά στα ελληνικά ραδιόφωνα. Η έναρξη σκάει από τα ηχεία με σημείο αναφοράς τα ντραμς του Neil Peart και το αγαπημένο αναλογικό synthesizer του Lee, το Oberheim, και το «εμπορικότερο» τραγούδι των Rush στέλνει τους πάντες αδιάβαστους. Για το τέλος, ακούμε το 2ο ορχηστρικό κομμάτι του live, το περίφημο La Villa Strangiato, μία ολοκληρωμένη μουσική άσκηση με την τριάδα να προσφέρει ιδέες και μελωδίες που άλλα σύγχρονα τους συγκροτήματα θα έπρεπε να βγάλουν 3 και 4 δίσκους έστω για να προσεγγίσουν το εν λόγω ορχηστρικό. Εμπνευσμένο από ένα όνειρο του Alex Lifeson, ο οποίος προσπάθησε να το μεταφέρει σε ένα ενιαίο μουσικό θέμα (και το έκανε, σε 3 μέρη), καθώς και απαιτητικό ακόμα και για τους ίδιους, εκτελείται με επιστημονική ακρίβεια επί σκηνής. Σπουδή στο χτίσιμο ενός κιθαριστικού σόλο, είναι ένα από τα σημεία που καθιέρωσαν τον Lifeson ως έναν από τους guitar gods της εποχής του.
Με το μπάσο και την αποφώνηση του Geddy Lee να αντηχεί ακόμα στα αυτιά του ακροατή, τελειώνει το θαυμάσιο Exit…Stage Left,το οποίο για την ιστορία, έφτασε στο νο.6 της Μεγάλης Βρετανίας και στο Νο. 10 των ΗΠΑ. Για τους περισσότερους φίλους του συγκροτήματος αυτή θεωρείται η αποκορύφωση του έργου τους και όχι άδικα. Η επιθυμία τους να πειραματιστούν τους οδήγησε σε δρόμους πιο εμπορικούς (αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο για τους πάντα πρωτοποριακούς Rush) και εμφανώς επιθυμώντας να παίξουν στην ίδια αρένα με τα σύγχρονα pop 80s συγκροτήματα, ενέτειναν την χρήση synthesizer και μίκρυναν ξεκάθαρα την διάρκεια των τραγουδιών τους, σε βάρος των δυνατών κιθαριστικών μερών και των περίπλοκων, μεγάλων σε διάρκεια συνθέσεων. Ακόμα και ο Neil Peart άρχισε να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό drum set, ενώ ο Geddy Lee πειραματιζόταν ολοένα και περισσότερο με κάθε είδους πλήκτρα και synthesizer. Φυσικά, μπορεί να κέρδισαν κάποιους νέους οπαδούς, αλλά σίγουρα απογοήτευσαν και πολλούς. Με πρώτο και καλύτερο τον τέταρτο της παρέας, τον παραγωγό τους Terry Brown, ο οποίος διαφώνησε σφόδρα με το συγκρότημα για την μουσική του Signals (της επόμενης δουλειάς τους) και παρόλο που έκανε την παραγωγή, στην συνέχεια αποχώρησε και έκτοτε δεν ξανασυνεργάστηκαν.
Θα ήθελα να γράψω πολλά περισσότερα για το τρισμέγιστο αυτό συγκρότημα, αλλά φυλάω όλες μου τις ιδέες για ένα εκτενέστατο αφιέρωμα που θα κάνουμε στον rockmachine.gr εντός των προσεχών μηνών. Θεωρώ ότι οι Rush είναι ένα συγκρότημα που έχει να δώσει σε όλους κάτι, όπως έδωσε σε εμένα και σε εκατομμύρια άλλους ανά τον κόσμο, και φιλοδοξώ να μοιραστείτε έστω και λίγη από την αίσθηση που παίρνω όταν ακούω τις φανταστικές δουλειές τους, την μουσική παρακαταθήκη ενός συγκροτήματος που σηματοδότησε την αρχή αυτού που σήμερα αποκαλούμε progressive metal, αλλά και γενικότερα του πιο εξερευνητικού πεδίου του hard rock. Πέρα από το διπλό live άλμπουμ, μπορείτε να βρείτε και το αντίστοιχο βίντεο, που έχει κυκλοφορήσει σε DVD, που μπορείτε να το βρείτε είτε μόνο του, είτε στο τίμιο DVD box set με τίτλο Replay x 3. Μια άριστη εισαγωγή στους Rush θα ήταν το συγκεκριμένο live, και πιστέψτε με μόνο κερδισμένοι θα βγείτε, διότι δεν είναι τυχαίο πως το πιο uncool συγκρότημα του πλανήτη έφτασε να έχει 24 χρυσούς και 14 πλατινένιους δίσκους στην Αμερική, τρίτοι μόνο πίσω από τους Rolling Stones και τους Beatles. Τι κι αν αποσύρθηκαν πλέον, τι και αν (δυστυχώς) δεν τους είδαμε ποτέ live στην χώρα μας, για εμένα θα είναι για πάντα οι ανώνυμοι αστροναύτες που με το διαστημόπλοιο τους τον Ροσινάντε πέρασαν μέσα από την μαύρη τρύπα του Κύκνου και η συνείδηση τους επιβίωσε για να μας πει την ιστορία!
ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΑΝΙΔΗΣ

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΑΚΑΛΥΤΕΡΑ LIVE ΑΛΜΠΟΥΜ




Share on Google Plus
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ BLOGGER
    ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ ΜΕΣΩ FACEBOOK

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

contact form

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *